sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

panic street


όταν έρχεται η ώρα του

αγκαλιάζω τα γόνατα

διπλώνω τα βλέφαρα στα τέσσερα

απλώνω την τράπουλα

και ρωτώ το δύο σπαθί

πόσην ώρα τούτη τη φορά η επίσκεψή του θα κρατήσει


όταν μου χτυπάει την αρτηρία της καρδιάς

σφίγγω τα ούλα μέχρι να ματώσουνε

κατεβάζω τις κουρτίνες από το σαλόνι

σκεπάζομαι με αυτές ως τα δάχτυλα των ποδιών

ανοίγω τα φώτα

και περιμένω να με λυπηθεί ο ήλιος


όταν με επισκέπτεται ο πανικός

θαρρετά του δηλώνω πως άλλο δεν τον θέλω πια

μα ύστερα με γλύκες και με ψέματα με πείθει πάλι

μου λέει δήθεν πως ζωή δεν υπάρχει μέσα μου δίχως αυτόν

κι ύστερα κουλουριάζεται δίπλα μου

ψήνει ένα αφέψημα και φτύνει μέσα μου το δηλητήριο


δεν έρχεται ποτέ το μεσημέρι να με βρει

όταν στον ήλιο απλώνω τη μπουγάδα μου

όταν καπνίζω αμέριμνη τις έγνοιες μου

όταν τα πόδια και τα χέρια μου λογιών δουλειές σκοτώνουν

φτάνει στο σπίτι μου πάντοτε την ώρα των σκιών

και με πονηριές το αντικλείδι της πόρτας μου βρίσκει


όταν έρχεται η ώρα του πανικού

βγαίνω νύχτα αγέλαστη στο δρόμο

κόβω τα λουριά από όλους τους σκύλους της γειτονιάς

σκίζω τις αφίσες των ντόπιων τραγουδιστών της επαρχίας

στέκω μπροστά στα κηδειόχαρτα της κεντρικής οδού

και με μειδίαμα αποχαιρετώ τους άγνωστους νεκρούς


όταν φτάνει κοντά μου

μουδιάζουν τα πνευμόνια μου

ξαναγεννιέμαι και ξαναπεθαίνω μέσα σε μοναξιά οικτρή

και σίγουρη είμαι πως νύχτωσε πια για πάντα

μένω ακίνητη για ώρες που κρατούν πέντε λεπτά μονάχα

και γαντζώνω τα νύχια στο σεντόνι κράτημα από κάπου για να ‘χω


όταν έρχεται η ώρα του

βυθίζομαι σε ύπνο ακούνητο με τα μάτια ορθάνοιχτα

ξαναγράφω το λήμμα τρόμος σε όλα της υφηλίου τα λεξικά

φυτρώνουνε φτερά στα πλευρά μου

κι εγώ ίπταμαι μέχρι το άλλο ημισφαίριο

βρίσκω εκεί τον ήλιο και πίσω στην πόλη μου τον τραβάω


σε λίγα λεπτά οι αχτίδες του παραβιάζουν το παράθυρό μου

ο γείτονας ξυπνάει κάρτα για να χτυπήσει στην υπηρεσία

το βουνό απέναντί μου ανίδεα με καλημερίζει

εγώ ισιώνω το σεντόνι πάνω στο στρώμα

κι ύστερα ωσάν να μην συνέβη τίποτα

ξανά και ξανά στο φως χαμογελώ


κώστα μ’ τα χιόνια λιώσανε

θέλω να χτίσω ένα σπίτι. θέλω να χτίσω ένα σπίτι σ’ αυτόν τον τόπο. τούβλο το τούβλο να τσιμεντώσω δυο δωμάτια, να ριζώσουνε σ’ αυτά τα χώματα. θα πάρω κι ένα καρύδι από τα δέντρα της γιαγιάς κάτω στο ποτάμι και θα το ρίξω στη μικρή μου αυλή. θα το πατήσω με το παπούτσι μου να σφηνωθεί μέσα στο χώμα. κι ύστερα θα φυτρώσει έξω απ’ το παράθυρό μου ένα δέντρο που θα γεννήσει καρύδια γλυκά, βγαλμένα από τα έντεκά μου χρόνια. θέλω να χτίσω ένα σπίτι στον τόπο σου πατέρα. να βγαίνω τη νύχτα στην αυλή και να ρίχνομαι με το κεφάλι στις βουνοκορφές. να μην φοβάμαι πια τους τόπους τους χλοερούς. να περιμένω να λιώσει το χιόνι από τις λευκές κορφές τριγύρω, να το βλέπω να κατρακυλάει τις άνοιξες στις πλαγιές και μετά να λούζω τα μαλλιά μου με το παγωμένο καθάριο νερό. να βγαίνω το ξημέρωμα στην αυλή και να βρίζω τους χριστιανικούς θεούς. να βάζω κάθε σούρουπο φωτιά στα μνήματα πέρα στο νεκροταφείο για να ζεσταθούν τα κόκαλά μου. κι ύστερα κλαίγοντας να σέρνω έναν χορό βαρύ, αργόσυρτο, παλληκαρήσιο. με το κεφάλι ψηλά και με το βλέμμα χαμηλωμένο να θυμάμαι όσους θάψαμε σ’ αυτά τα χώματα τα πέτρινα. να τραγουδάω βροντερά τα τραγούδια της γιαγιάς και απ’ το κλάμα μου να ξαναγεννιούνται τα αηδόνια. θέλω να χτίσω ένα σπίτι εδώ. να κλοτσάω αναίσχυντα κάτω στο λαγκάδι τα ξύλινα κουτιά που μας περιμένουν όλους στο τέλος της διαδρομής και οι νεκροί οι δικοί να μην πεθαίνουνε ποτέ. να ανθίζουν πριν την ώρα τους οι τριανταφυλλιές στο παρτέρι και να λάμπει από ζωή το πατρογονικό μας σπίτι. χρειάζομαι μιαν αυλή εδώ πατέρα. θέλω να φυτέψω μια κληματαριά που θα κρατάει την κάψα του αυγούστου για μήνες δεκατρείς. μια κληματαριά που θα με κρύβει από την αδιακρισία του ουρανού. θέλω να χτίσω ένα σπίτι. θέλω να σπιτώσω τη συγκίνηση. να θεριέψω τη θέλησή μου για ζωή. να στείλω στον αγύριστο το θάνατο. το θάνατο που συνεχίζει να ‘ναι τόσο αμετανόητος. το θάνατο που τολμάει και παίρνει μαζί του την έκφραση των προσώπων μας και μας αφήνει γυμνούς και ανέκφραστους να μπούμε μέσα στη γη. θέλω να χτίσω ένα σπίτι εδώ. να κρεμάσω στην εξώπορτα μια πινακίδα ανορθόγραφη που θα λέει πως εδώ ουκ έστιν πόνος πια. κι έτσι να ζήσω. νικήτρια με παράσημα όλες μου τις ήττες. αιώνια έφηβη με ρυτίδες γέλιου και πόνου και οργής και κλάματος. βλάσφημη ενώπιον θεού και ιερωμένων. ζωῄ τον θάνατο πατήσασα. θέλω να χτίσω ένα σπίτι γεμάτο στίχους και νότες εδώ. κι αυτούς που φύγανε να τους κρατήσω ζωντανούς στις μνήμες μας για πάντα.

 

γιαγιά τα χιόνια λιώσανε

εις μνήμην

ρεβεγιόν, ο/η

%cf%81%ce%b5%ce%b2%ce%b5%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%bd-%ce%bf%ce%b7

χαλάνδρι, 31.12.2016

να οργανωθούμε πρέπει κάπως

ώρα συνάντησης σημείο εκκίνησης είδος ποτού

σ’ ένα κατάστημα εστίασης θα αποφασίσουμε

πώς οι επόμενοι δώδεκα μήνες της ζωής μας θα κυλήσουν

συντονιστείτε με χαμόγελο και διάθεση ελάτου γιορτινή

τι ώρα θα βαφτούνε νύχια θα χτενιστούν μαλλιά

πώς θα τσακίσει του πουκάμισου ο γιακάς

κόκκινα τα χείλη να μου βάψεις και μαύρα γυαλιστερά τα βλέφαρα

καλησπέρα σας, πόσο κοστίζει το στριφογύρισμα λαιμών;

κι αν των ετών το μέτρημα επίπλαστα δημιουργήθηκε

εγώ με τον ανθρώπινο πολιτισμό μέρες αγάπης δεν θα συγκρουστώ

μόνο την ώρα που στριμώχνετε φιλανθρωπίες έρωτες

μέθη χορό και αποφάσεις για μια νέα αρχή

μια πράξη μαθηματική θα σας εκλιπαρήσω απόψε μαζί να κάνουμε

από τη νέα όμορφη χρονιά έξω ας τραβήξουμε

μια μόνο εκατονταετία

και τώρα

πριν κατσαρώσουν τα μαλλιά μας

προτού το ουίσκι ξέφρενα αρχίσουμε

ελάτε ομού να θυμηθούμε πριν από εκατό ακριβώς πρωτοχρονιές

έναν οχτώβρη κόκκινο που άλλαξε τον κόσμο

σε σπίτι μπολσεβίκου ελάτε να κάνουμε το ρεβεγιόν

πρωτοχρονιά λευκή φτωχή και παγωμένη τιμή και δόξα εις τον τσάρον

 

****

 

κουρσκ, 31.12.1916

βάστα φαμίλια γιατί έρχεται του άλικου η χρονιά

θα πολεμήσουμε με θάρρος και θα φτάσουμε ως έξω απ’ το παλάτι

θα μοιραστούμε αίμα, χρυσό, βασιλικούς περίβολους και αχρηστοσύνης τιάρες

και το κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας απ’ την αρχή θα ξαναγράψουμε

κι όταν η απληστία μας σε αποτυχία πλήρη μας οδηγήσει

ίσως ακόμα κι έναν ολόκληρο αιώνα ύστερα από μας

μας θυμηθούν οι νέες των επαναστατών γενιές

που θα ‘χουνε για χρόνια από τους εξουσιαστές τους υποφέρει

και θα ‘χουνε το δίχως άλλο για τα λάθη μας βαθιά μετανοήσει

κι ίσως ποιος ξέρει τότε ξανά του κεφαλαίου η σελίδα να γυρίσει

 

****

 

χαλάνδρι, 31.12.2016

γι’ αυτό σας λέω

προτού απόψε οι δήμαρχοι με τεχνητά αστέρια τους ουρανίσκους μας γεμίσουν

πριν οι από πόλεμο κάθε είδους κυνηγημένοι

με χνώτο γράψουν τις ευχές τους στον αέρα

προτού χορέψουμε για να ξεχάσουμε χρέη απλήρωτα και όνειρα ανεδαφικά

ας ανακηρυχθούμε επιτέλους ως οι νέοι της ιστορίας κολασμένοι

κι ελάτε ανεπίσημα ντυμένοι και δικαίως με τον κόσμο εξοργισμένοι

να διεκδικήσουμε μιαν εκατονταετία μετά

όλα εκείνα που γεννηθήκαμε για να μας ανήκουν

και εντίμως ύστερα να τα μοιράσουμε στ’ αδέρφια μας απανταχού στη γη

τούτη τη νέα, όμορφη, άλικη, της δικαίωσης χρονιά

 

πλατίνες*

ένστικτα σε ανάφλεξη

ιδεολογίες που σέρνονται στα αδιέξοδα εφήμερων πανηγυρισμών

ηγέτες που αναδύονται από τον θόρυβο των διαφημίσεων

συνταξιούχοι οραματιστές

με ένα φλιτζάνι στο χέρι

γεμάτο μεταλλαγμένο μαντζούνι υπεράκτιας πολυεθνικής

παρακολουθούν στις οθόνες τους

την επικράτηση του ατέλειωτου τίποτα

 

λαοί υπνωτισμένοι

από τις αναθυμιάσεις της κερδοσκοπικής βαρβαρότητας

άνθρωποι θύματα στις ουρές των ατέλειωτων σπρωξιμάτων

ματωμένοι αιώνες

συρρικνωμένοι σε λεζάντες κάλπικων φιλελευθερισμών

η ιστορία, ρομάντζο ενός σιωπηλού κινηματογράφου

οι βίοι κρεμασμένων επαναστατών, σελίδες φθηνής καύσιμης ύλης

ίσα ίσα για να ζεσταθούν των δαχτύλων οι απολήξεις

λήμματα·

 

λόγια μεγάλα με λέξεις πάμφτωχες

ματιές άδειες σε βιτρίνες με φανταχτερούς αντικατοπτρισμούς

πόδια που καταρρέουν στον αγώνα των χεριών

να κρατήσουν τις μέρες στο ύψος του ιδρωμένου μετώπου

στην ταμπέλα πολύχρωμα γαρύφαλλα

μιας χλωμής και κίτρινης δημοκρατίας

κάτω από την μαρκίζα αντίλαλοι που βυθίζονται

στα κλεμμένα σίδερα των αστικών φρεατίων

λύματα·

 

με δημόσιους διαγωνισμούς παραδίδονται ανέξοδα

οι σπιθαμές των μακρονησιών

με ιδιωτικούς πλειστηριασμούς παραχωρούνται

κρεβατοκάμαρες με παιδικές βιβλιοθήκες

η πρώτη κυρία ενός έσχατου πολιτισμού

χαιρετά τους μαντρωμένους κήρυκες της πληρωμένης επαγγελίας

άστεγοι πλανητάρχες του νυχτερινού πολέμου

διεκδικούν ένα κομμάτι ξύλο

για να σκαλίσουν το όνομα της πείνας

με θέα τον χορτασμένο από δορυφόρους ουρανό

 

τάσεις και αντιστάσεις

διακόπτες ηλεκτρονικών εκκινήσεων

μεταβολές στα άκρα των παγκόσμιων πολλαπλασιαστών

πυκνωτές μπερδεμένων ιδεολογιών

κύλινδροι που ισοπεδώνουν ανατάσεις

διανομείς τάξεων

κυκλοφορητές αυταρχισμών

πλατίνες που περιμένουν

έναν ιδανικό και άξιο σπινθήρα

 

*ποίημα απαλλοτριωμένο από το βουβό κίνημα

 

μην άλλο μου μιλάς

κοιμήσου ακόμα λίγο σύντροφε

γιατί η νύχτα ακόμα στάζει πίσσα από τα μάτια μας

καήκανε σύντροφε τα βλέφαρά μας από την αναμονή

και πάντα το αύριο που περιμέναμε δεν ερχότανε

ξεκούρασε σύντροφε τα μάτια σου

γιατί στον πόλεμο των πλανητών είδες πολλά

αστέρια να φλέγονται και γαλαξίες να ξορκίζουνε το θάνατο

ανάπαυσον σύντροφε τα χέρια σου

που χτίσανε μετερίζια λεβεντιάς πάνω στο γράμμο

αυτά τα χέρια που κοπήκανε για τριάντα αργύρια βρετανικά

μην άλλο μου μιλάς καλέ μου σύντροφε

γιατί μου στάθηκες πιστός σε μέρες που μας ξεγελούσαν όλοι

πολίτες και οπλαρχηγοί και εν αποστρατεία σοσιαλιστές

κι αυτός ο ίδιος ο ξεδιάντροπος ο ήλιος βασιλιάς

που έπρεπε στη βάρκιζα να μην ξημέρωνε

παρά να έστελνε δυνάμεις σκοτεινές καταστολής

για να ξεπλύνουν τη ντροπή κι εκείνα τα δάκρυα τα καυτά

που κύλησαν μέχρι τη θάλασσα του αργοσαρωνικού

κι ίσαμε σήμερα καίει τούτος ο κόλπος

ξεκούρασε τα πόδια τα πολεμικά σου σύντροφε

που περπατήσανε όλο το μακρονήσι ψάχνοντας για νερό

ξεκούρασε πεθαμένε από χρόνια σύντροφε όλα τα βάσανά σου

γιατί η νύχτα μας κρατάει ακόμα για χρόνια τριάντα τρία

γιατί η ιστορία που πάντοτε οι προδότες την γράφανε

μας τιμωρεί με την αιώνια πανσέληνο

καταδικάστηκε το γένος μας καλέ μου σύντροφε

το φως την τιμιότητα το δίκιο να ξεχάσει

καταδικάστηκε η ατιμασμένη ανθρώπινη φυλή

αιώνια άυπνη λίγο νερό και φως απ’ το φεγγάρι να ζητάει

γιατί δεν είμαστε οι άνθρωποι αυτό που νόμιζες

γιατί βολεύτηκε το αίμα μας άβραστο να κυλάει

γιατί κι εγώ που σου μιλώ κατάπια τον λυγμό μου

και πρώτη έσυρα προχτές των ηττημένων το χορό αδάκρυτη

κοιμήσου σύντροφε ακόμα λίγο

γιατί η νύχτα τρύπωσε στα μαλλιά μας στάζοντας φρίκη

και πέθαναν ανεπίστρεπτα καλέ πιστέ μου σύντροφε

όσα για χάρη τους ολάκερη τη νιότη σου με αφειδία ξόδεψες

κοιμήσου για να μην μας δεις

που θα γεννιόμαστε και θα πεθαίνουμε στα είκοσί μας

υπέρβαροι αξόδευτοι στο άδικο ολότελα εθισμένοι

αδιάβαστοι ανέραστοι και ανεπίστρεπτα πια για πάντα μοναχοί

επικήδειος, η

ένιωθα περίεργα

η μουσική δεν ηχούσε πια στα αυτιά μου

η αφή δεν άγγιζε πια τα χέρια μου

και το βλέμμα σου δεν έφτανε πια στα μάτια μου

ένιωθα ξαφνικά περίεργα

όλα τα ζωτικά όργανα του βίου μου απεργούσαν

και τρόπο δεν είχα πια για να υπάρξεις

ένιωθα τόσο μόνη

γιατί δεν μπορούσα να ξεδιαλέξω αν κάποιος πέθανε ή αν ζει

ήμουν στ’ αλήθεια κείμενη σε φέρετρο φτηνό

έτοιμη για ταξίδι ανεπίστρεφο μέσα στον εφιάλτη της μάνας

ή μήπως καθόμουν δίπλα σου

ενώ εσύ κοιμόσουνα εσαεί αδάκρυτη και ζώσα αναιμάκτως

 

και η νύχτα δεν τελείωνε

δεν ξημέρωνε ξεκάθαρα επιτέλους η αλήθεια

μόνο ένιωθα τόσο περίεργα

γιατί δεν μπορούσα πια τίποτα να νιώσω

τα δάχτυλά μου δεν λύγιζαν όσο κι αν τα πίεζα

και ο αέρας δεν βλεφάριζε τα μάτια μου

δεν με ενοχλούσε πια η ζωή που σφύριζε γύρω μου

και δεν είχα έναν τρόπο να θυμηθώ το ηχόχρωμά σου

πώς άκουγες

πώς φίλαγες

πώς φώναζες

και πώς ανάσαινες

 

κι η νύχτα τραβούσε αιώνια

τόσο αργά

που άρχισα να σιγουρεύομαι για τούτο το όνειρο

τηλεγράφησα στον πατέρα μου να ησυχάσει τη μάνα

μείνε ψύχραιμος· πρέπει

πίεσα το αίμα μου να φτάσει στο μυαλό για μια ύστατη φορά

κι έσκυψα πονώντας οικτρά σε όλη μου τη ράχη

να κυνηγήσω έστω κλεφτά έστω για τελευταία φορά

τη μόνη αίσθηση που ανέπαφη απ’ τον οδυρμό είχε μείνει

κείνη τη γεύση του φιλιού σου που αγέρωχη πάντα έστεκε

στο θάνατο και στη ζωή στο τώρα και στο πάντα

κακοποιός χορωδία, η

κόρη κλεπταποδόχου και ερμηνεύτρια στίχων λαϊκών

αφήνω πίσω μου τον ήλιο του δικαίου

και ξεκινώ εκστρατεία ανίχνευσης των παρανόμων

θα τους μαζέψω όλους σε κελί ευήλιον ευάερον και απαστράπτον

θα απαγγείλω ενώπιόν τους ποιήματα γραφιάδων

που δεν εκδόθηκαν ποτέ

θα δανειστώ φωτιά  από τσακμάκι ναυτικού

κι ύστερα θα οργανώσω χορωδία παρανόμων

τούτη η μπάντα θα καντάρει τραγούδια μόνο αντιεπαναστατικά

γιατί τα μέλη της αναλωμένα θα ‘ναι

στον μάταιο της επιβίωσης αγώνα

τενόροι μπάσοι και σοπράνοι θα άδουνε συναισθηματικά νεκροί

πώς η ζωή τους χάθηκε μέσα στις αίθουσες των εφετείων

χειμώνα μήνα με θέρμανση μόνο στα έδρανα των δικαστών

ζεστοί γλουτοί καμπυλωμένες τσέπες σέντρα στων τάξεων την πάλη

 

άδετε παρανόμοι μου, να λιώσει η μουσική τα υπουργεία!

 

κυκλοφορεί τυπωμένο σε χαρτί στο τσακμάκι #4

 

συλλ-αλητήριοι, οι

ο επαναστάτης

περπάτησε περήφανα μέχρι την πλατεία

φώναξε δυο συνθήματα

κι αφού έριξε άτσαλα στεφάνι ακάνθινο

στο μνημείο των πεσόντων καιρού αλλοτινού

επέστρεψε στο αγαπημένο του στέκι

τριγύρισε στο διαδίκτυο

έψαξε για δικαιολογίες

κι αφού χιλιάδες βρήκε

ήπιε με καλαμάκι φαρδύ τις αμαρτίες του κόσμου

 

ύστερα

εφησυχασμένος πια

επέστρεψε στο κυριακάτικό του σπίτι

τας τύψεις του ένιψε

και κάθισε συν γυναιξί και τέκνοις στη ροτόντα

φτιαγμένη από το ξύλο το φτηνό, μη φανταστείς

ευχήθηκε στο θεό της αφοσίωσης

κι ύστερα έφαγε ψωμί με κρέας και λαχανικά

ήπιε κρασί και γέλασε με τη διαφήμιση στο ραδιόφωνο

 

στο τέλος σώπασε

βάρυνε από τις ερινύες και το κρασί

ακούστηκε από μέσα του κάπου μακριά

ένα τραγούδι ίδιο παράπονο

για τους νεκρούς τους πονεμένους τους πνιγμένους

τους που δεν φάγανε ψωμί με κρέας και λαχανικά

 

το απόγευμα χτύπησε η πόρτα

φίλος καρδιάς υπάλληλος στην εφορία

του ‘φερε νέα άσχημα

το σπίτι του λέει

δάνειο στο δάνειο για να το χτίσει, μη φανταστείς

το σπίτι το χτισμένο στο προικώο της συζύγου

αναγκασμένος να το δώσει σε εταίρους εχθρικούς ήτανε πια

γιατί αφερέγγυος στάθηκε

γιατί το χρέος του έριξε μπόι πια

κι ήτανε ώρα το δρόμο του να πάρει για χέρια αλλότρια

 

ο επαναστάτης

στάθηκε κάτω απ’ της πόρτας του την κάσα

σεισμός του φάνηκε πως ήρθε

μέτρησε της ζωής του τα συλλαλητήρια

κι ύστερα τα πλούσια γεύματα επάνω στη φτηνή ροτόντα

πήρε τηλέφωνο τον επιτόπιο βουλευτή

μα κείνος στα γεμάτα απόγνωση τηλέφωνα των πολιτών

από καιρό σταμάτησε να απαντάει λόγω εργασίας φόρτου

 

κι έτσι ο επαναστάτης έμεινε μόνος

μέσα στο σπίτι που εκείνος έχτισε μα σε άλλα χέρια θα ‘φτανε

κοίταξε τα παιδιά του ύστερα τη γυναίκα του

και φρικωδώς κατάλαβε

πως η επανάσταση από τα ραδιόφωνα δεν θα μεταδοθεί

πως η παρένθεση σε αγκύλη που τρυπάει μεταμορφώθηκε

κι ακόμα

πως η ζωή του άτσαλα

μέσα στο λάκκο τον σκαμμένο από τα ίδια του τα χέρια

την τελευταία της κραυγή οικτρά ανασαίνει

ζωή, λευτεριά και τιμή του λαού, Εσύ

σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει να έχει η ζωή:
το Μεγάλο, το Ωραίο και το Συγκλονιστικό.
το Μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην Πάλη για μια Καλύτερη Ζωή. όποιος δεν το κάνει σέρνεται πίσω από τη ζωή.
το Ωραίο είναι καθετί που στολίζει τη ζωή. η Μουσική, τα Λουλούδια, η Ποίηση. το Συγκλονιστικό είναι η Αγάπη.

Νίκος Μπελογιάννης

μπελογιάννης

Μη φοβάσαι. Κοίτα ψηλά. Σήκωσε το κεφάλι, τι είναι και το αυχενικό νομίζεις, σύνδρομο του μυαλού και όχι του κορμιού, κοίτα ψηλά, όλοι τον ίδιο ουρανό κοιτάζουμε κι όλοι στο ίδιο χώμα περπατάμε, σκοτωνόμαστε, μας θάβουνε κι ύστερα από χρόνια μας ξανανοίγουν το λάκκο για να περισυλλέξουνε λέει τα οστά μας, να τα πλύνουνε, να τα βάλουνε σ’ ένα κουτί και ν’ αναπαυτεί η ψυχή μας. Μόνο που τα χώματα τούτης της γης δεν παίρνουνε πια άλλους νεκρούς, διαμαρτύρονται οι νεκροθάφτες, μην πεθαίνετε άλλο πια γιατί δεν έχουμε πού να σας βάζουμε, η γη σας δεν σας δέχεται άλλο, δεν λιώνουν τα κορμιά σας αδέρφια, τα σκουλήκια που κάποτε κάνανε τούτη τη δουλειά βγήκανε από το χώμα και καθίσανε στο σβέρκο σας, από γαιοσκώληκες γίνανε άρχοντες του τόπου, και διόλου δεν τους νοιάζει πώς πεθαίνετε πια, δεν πα’ να πέφτετε από ταράτσες, από γεφύρια, δεν πα’ να σας κόβεται το νήμα γιατί δεν έχετε λεφτά για τα φάρμακα, εξάλλου ούτε καν ο καρκίνος δεν θεωρείται κατάσταση επείγουσα παρά μόνο στα τελευταία του στάδια, αλήθεια σου λέω, το είπε εκείνος που καμώνεται τον μεταρρυθμιστή του ευρωπαϊκού οράματος, στην πραγματικότητα είναι ένα τόσο μικρό ανθρωπάκι, τόσο αδύναμο, τόσο κενό μέσα του, φέρετρο που ούτε νεκρό κουφάρι δεν αξιώθηκε να δει, φέρετρο που έμεινε στ’ απούλητα του νεκροθάφτη.

Πάλι σε πολυλόγησα με τα δικά μου, ήθελα να σου πω απλά πως αν σήμερα κοιτάξεις ψηλά στον ουρανό θα δεις πέταλα από κατακόκκινα γαρύφαλλα να στροβιλίζονται μαζί με την ανοιξιάτικη γύρη. Ένας κόσμος γεμάτος γαρύφαλλα και οράματα. Για το δίκαιο, για το όμορφο, για το ερωτικό, για το ευωδιαστό. Κι εγώ κοιμήθηκα σχεδόν ξημερώματα, είδα στον ύπνο μου πως απόψε θα βγούμε στους δρόμους όλοι με κόκκινα γαρύφαλλα στο πέτο και τη ζωγραφιά του Πικάσο στο χέρι. Πολιτιστική επανάσταση. Γαμημένη πολιτιστική επανάσταση.

Μα όταν ξύπνησα, από τα μεγάφωνα της πόλης ακούγονταν απειλητικά μηνύματα, εγώ γεννήθηκα αντικομμουνιστής και έτσι θα πεθάνω, ποιοι είσαστε εσείς ρε διακόσιοι της Καισαριανής, ποιοι κι εσείς οι τετρακόσιοι της Κοκκινιάς, ποιοι είσαστε, κάτσατε ποτέ σε θώκους, αγγίξατε ποτέ δρύινα γραφεία, γευτήκατε ποτέ την αλητεία, την ψευτιά, νιώσατε την εξουσία να σας φουσκώνει τα παντελόνια με δήθεν ανδρισμό; Εξαφανιστείτε πια από τη γη, από τη χώρα, από το σύμπαν, δεν θέλουμε Ανθρώπους, εμείς τους Ανθρώπους τους ρίχνουμε στο χώμα άψυχους ξημερώματα Κυριακής, κανείς να μην προλάβει να αντιδράσει, να πεθάνουν όλοι όσοι δώσανε κάποτε ελπίδα και πνοή στον τόπο, να βυθιστούν όλοι στην απελπισία, έχουμε βρει το κόλπο πια, αυχενικό και άγιος ο θεός, έχουμε σπείρει στους ανθρώπους σπασμένους αυχένες, να μην σηκώνουν κεφάλι, να μην αναπνέουν παρά πάνω από όσο τους επιτρέπει η τσέπη τους, οι ανάσες γίνανε πια κερμάτινες, οι αγάπες επί πληρωμή, η ελευθερία θάφτηκε κάπου βαθιά στη γη, κερδίσαμε σας λέω, εμείς, οι άψυχοι, οι κούφιοι, τα κενοτάφια, οι απάνθρωποι, οι αδάκρυτοι, ποια λουλούδια και ποια ποίηση, ένα κι ένα κάνουν δύο, τίποτα άλλο δεν μετράει πια, χάσατε.

Από το πρωί αυτά ακούγονται απ’ άκρη σ’ άκρη στη μικρή χώρα με τη μνήμη χρυσόψαρου. Κι ο κόσμος φοβήθηκε. Φοβηθήκαμε να ζήσουμε, μ’ ακούς; Έφτασα σχεδόν τριάντα και είμαι στην πραγματικότητα ογδόντα. Η γενιά μου είναι οι πεθαμένοι των ξερονησιών, οι σακάτηδες που γυρίσανε από τη Μακρόνησο, οι ανώνυμοι του προαύλιου χώρου του Πολυτεχνείου, οι συμφοιτητές του Πέτρουλα, οι φίλοι του Φύσσα, οι Λαμπράκηδες, οι εικοσάρηδες πια φίλοι του Αλέξη που κάψανε την πόλη της ανανδρίας μοιράζοντας οργασμούς στο διάβα τους, οι μαθητές του Τεμπονέρα που κλάψανε το δάσκαλό τους σαν πατέρα τους, η γενιά μου είναι τα ποιήματα που έγραφε ο Ρίτσος στην εξορία, είναι τα ποιήματα του Αλέκου τα γραμμένα με το ίδιο του το αίμα μέσα στο κελί της απομόνωσης, η γενιά μου είσαστε όλοι εσείς που κλαίτε αν δείτε πολύχρωμη πεταλούδα να πετάει κάπου στον Περισσό, η οικογένειά μου είναι όλο το κορμί του Κοροβέση που του το τσακίσανε στις ταράτσες και στα υπόγεια, το στόμα μου ανοίγει και μιλάει τη γλώσσα του Άρη σε κείνο το μπαλκόνι στη Λαμία, τα έχω μπερδεμένα μέσα μου θα μου πεις, αλλά ίσως και όχι, θέλω να κάνω την ασφυξία μου δώρο στους βιαστές μου, αυτοί να πεθάνουνε από βέβαιο πνιγμό, εγώ να ζήσω, να παλέψω, να χάσω και να κερδίσω, να ερωτευτώ και να με ερωτευτούν, εγώ να βγω στους δρόμους και να βροντοφωνάξω τις σιωπές μου, εγώ να συναντήσω όλους εσάς πίσω από τις οθόνες σας, τα δάκρυά μου εξατμίζονται μόλις πέφτουν πάνω στο άψυχο πληκτρολόγιο, τα δάκρυα βλέπεις θέλουν ανθρώπινο ώμο για να πέσουν και να δώσουνε ζωή.

– Νίκο, ήρθε η ώρα.

– Πάμε για καθαρό αέρα ε;

Και ύστερα ένα χαμόγελο γλυκόπικρο. Χαμόγελο Αθανασίας. Τι να μας πει ο θάνατος, όταν ο αγώνας για ζωή και ελευθερία είναι πάντα παρών; Νίκησες. Νίκησες για πάντα. Κέρδισες τη λήθη, το θάνατο, το φασισμό, νίκησες γιατί στάθηκες ορθός, έτσι μόνο αξίζει να πεθάνει ένας Άνθρωπος, για να ζήσει για πάντα μέσα μας, τα παιδιά που θα γεννήσουμε θα είναι τα δικά σου παιδιά, οι στροφές των τραγουδιών θα είναι για πάντα λεύτερες, θέλω να σου υποσχεθώ ότι κάθε χρόνο τέτοια μέρα θα στήνουμε γλέντι. Θα χορεύουμε στητοί και αγέρωχοι, θα τραγουδάμε κόκκινα τραγούδια, κόκκινο το αίμα των ηρώων μας, των αγίων μας, των που δεν γονατίσανε ποτέ, που στηθήκανε απέναντι από την αδικία με ασπίδα την Ανθρωπιά.

Θέλω να σου υποσχεθώ πως θα σηκωθούμε. Ο λήθαργος είναι για όσους ζουν ήδη νεκροί. Μα εμάς τα στήθη μας θα σπάσουνε από ζωή. Θέλουμε να ζήσουμε. Και θα ζήσουμε. Το αστέρι το δικό μας είναι τα λόγια σου. Καλή αντάμωση στις σελίδες της Ιστορίας που δεν γράφτηκαν ποτέ σε χαρτί, καλή αντάμωση στην Ιστορία που γράφουν οι κατακόκκινες καρδιές.

Σύντροφε, σήκωσε το κεφάλι σου λέω. Τα γαρύφαλλα πετάνε παντού τριγύρω μας. Ξέρεις τι είναι η άνοιξη στ’ αλήθεια; Είναι η Επανάσταση της ζωής. Σπάσε τους αυχένες των βιαστών σου. Ζήσε.

Σ’ ευχαριστώ, Σύντροφε, άγιε και θεέ μου.

Αθάνατος.

revolution re koufales

revolution re koufales

κοιτάξτε τον
ιδού ο επαναστάτης
μα κοιτάξτε τον σας παρακαλώ
τσιτάρει ερνέστο τσε
πατάει με τις μύτες πάνω σε ευρωπαϊκό χαλί τεχεράνης
δαχτυλοδείχνει με οργή προς ανατολάς
ανήκει εις την δύσιν
κρύβει προσεκτικά τις φαλακρές του ιδεολογίες
κάτω από επιμελείς βόστρυχας
χορεύει πίνοντας τσίπουρο
παραχθέν εις την ελληνική επαρχία
την επαρχία εκείνη που την καθορά μόνον σε γιορτές και απεργίες
κοιτάξτε τον επαναστάτη σας θερμοπαρακαλώ
μούσια αρωματισμένα
δάχτυλα ακούραστα
διαβάζει ανελλιπώς χωρίς να σαλιώνει τις σελίδες
φιλοσοφία παρτιτούρες βλέμματα
ξέρει να διαβάζει τα πάντα ο επαναστάτης
μαθητής την κοπάναγε μόνο την ώρα της γυμναστικής
κάπνιζε ιδέες στο αποχωρητήριο των κοριτσιών
κάποτε ξεχάστηκε
και αποκάλεσε έναν πακιστανό αράπη
κάποτε ξεμπροστιάστηκε
και σκέφτηκε πως ο τόπος δεν χωρά άλλους
ύστερα αγόρασε με έξοδα κρατικά
θέση δημοσίου υπαλλήλου ξύνοντος όνυχες
και ξανάβαλε μπρος την επανάσταση
άλλη μια φορά θα σας παρακαλέσω
να τον κοιτάξετε προσεκτικά
έχει ταξιδέψει δύο φορές εξόδοις πατρικοίς στην κούβα
μία φορά στου λένιν το μαυσωλείο
και τις προάλλες βρέθηκε ομιλητής
σε συνέδριο κόμματος κεντρώου απολίτικου
σαφή κλίση προς τις τέχνες διαθέτει
αδιάθετο ταλέντο παρακμάζον δίπλα σε τσιγάρα στριφτά και κορίτσια στριμμένα
έφηβος τρύπησε τα αυτιά του
ρούφηξε τέσσερις τζούρες χασίσι
άφησε τα μαλλιά του δέκα μέρες να στάξουν λάδι
κι ύστερα μπανιαρίστηκε με βύνη και λυκίσκο
αγόρασε γυαλιά πρεσβυωπίας για να βλέπει το μέλλον
και ξεκίνησε την επανάσταση
σκίζοντας τις αφίσες του δωματίου του
η μάνα του σκούπισε τα σκισμένα χαρτιά από το πάτωμα
κι ύστερα σκούπισε τα μάτια της
ξέροντας πως ο γιος της μεγάλος και τρανός μια μέρα θα γίνει
για ύστατη φορά θα σας καλέσω
να τον κοιτάξετε προσεκτικά
ιδού ο επαναστάτης του καιρού μας
θλιμμένος
αέναος
επισκέπτης ψυχολόγου
τηλεθεατής του διαδικτύου
ωσεί παρών στην κοινωνία
καλλιτέχνης κατά πλάσμα δικαίου
ριζοσπάστης κατά φαντασίαν
άτυχος μέσα στην τύχη του
αντιδραστικός σαν λάδι μέσα στο νερό
διευθύνων σύμβουλος μη κυβερνητικής οργάνωσης
με σπουδές εντός εκτός κι επί τα αυτά της επικράτειας

ταπεινά σας προσκαλώ μετά μεγίστης προσοχής να τον κοιτάξουμε
κι ύστερα άνευ ενδοιασμού ουδενός
με μια πετριά τον καθρέφτη μας να σπάσουμε