sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

φουλ μουν

θα σου πω απόψε την οδό
άκουσέ με προσεκτικά
θα σου θυμίσω το δρόμο
πώς θα ‘ρθεις να με βρεις
σε ικετεύω να μ’ ακούσεις
μόνο για απόψε
μόνο απόψε ζητάω την ακοή σου
όπως αποζητούσα κάποτε το σώμα σου

θα πάρεις λοιπόν τον ίσιο δρόμο
θα διασχίσεις την ακτογραμμή
όχι όχι άκουσέ με
δεν απαιτώ να περπατήσεις πάνω στο νερό
για μένα θαύμα και θρησκεία θα ‘ταν μόνο να ερχόσουν

ο δρόμος είναι παραλιακός
θα απολαύσεις τη διαδρομή
θα περάσεις δίπλα απ’ το παλιό σχολείο
κείνο που δεν το ‘ριξε ο σεισμός
φρεσκαρισμένο σήμερα στην όψη
ένεκα οι εκστρατείες οι προεκλογικές
μα μέσα του κουφάρι έρημο
σαν εμένα που τώρα σου μιλώ

ύστερα θα περάσεις έξω από το πλούσιο ξενοδοχείο
εκεί όπου διακόπτουν τη ζωή τους οι πλουσιοπάροχοι αμερικάνοι
δες τους για μια στιγμή
ανεβασμένοι στα μπαλκόνια
τρώνε σταφύλι άνευ κουκουτσιού
φυλλομετράνε τις επιταγές τους
κι αναρωτιούνται αν ακάλυπτες θα ‘ναι για πάντα οι ζωές τους

εσύ όμως πρέπει να συνεχίσεις
θα πας ευθεία
μην μπεις στο τσιπουράδικο
θα σε μεθύσουνε με λόγια κολακευτικά
κι ίσως ξεχάσεις ύστερα σε μένα να φανείς
σε μια στιγμή ο δρόμος στρίβει
μην μπερδευτείς
εσύ ευθεία
όλο ευθεία
μέχρι να νιώσεις αλμυρίκι και θολά νερά τα πόδια σου να υγραίνουν

ύστερα φυσικά μια εκκλησία
άγιος σπυρίδωνας θαρρώ
μα εσύ μην τη ρωτήσεις τίποτα
τα ξέρει όλα τούτος ο αρχέγονος ναός
όλα όλα σου λέω
πήγα ένα μεσημέρι ξέρεις και ποτέ δεν στο ‘πα
εξομολόγηση σε τοίχο ασβεστωμένο και σε γλαρόπουλο φευγάτο

πέρνα την εκκλησία και συνέχισε ευθεία
στο σκοίνο θα ‘χω αφημένο ένα κλειδί
κι όταν στην έπειτα στροφή με συναντήσεις
ίσως να σου ‘ναι το κλειδί τελείως άχρηστο
γιατί είμαι εκεί που μ’ άφησες
ξεκλείδωτη
παντέρημη
αγέραστη κι αγέλαστη
για σένα γεννηθείσα μια τυχαία πέμπτη

όταν στρίψεις και με δεις
ικεσία σου κάνω να καμωθείς πως σου ‘λειψα
κι ας είναι πια η ζωή σου ξέχωρα πετυχημένη
μια τελευταία πανσέληνο τα μάτια μας να δούνε σου ζητώ
κι ύστερα πέτα το κλειδί
σβήσε το δρόμο από το νου σου
και πες σε όλους πως δεν υπάρχω πια
πως με φαντάστηκα να ζω και να αγαπιέμαι από σένα
και πως για πάντα από το φάντασμά μου έχεις γλιτώσει

Advertisements

ού γάρ οἶδα

‘’ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με·

τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν‘’

κατά ματθαίον ευαγγέλιο (19ο, 1315)

 

χαϊδεύω την κοιλιά μου

εδώ και εξήντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια

αφουγκράζομαι την αιωνιότητα που περιμένει να ξεχυθεί

το σώμα μου εποίκησε την ορμή μου

το γέλιο μου κατάργησε τη ματαιότητα

τα χέρια μου ψάχνουν κάπου να ακουμπήσουν

τα δάχτυλά μου δεν γράφουνε πια

περιμένουν κάτι να τα αποσπάσει από δω

 

παιδιά τρέχουν ολόγυρά μου

αλλά εγώ δεν έχω πια μήτρα να τα θηλάσω

πάνε χρόνια βλέπεις

που ξεπούλησα τη φύση μου για την ελευθερία

κι έτσι τώρα στέκω μόνη στο λιμάνι

υιοθετώ κάθε μέρα ένα μικρό γλαρόπουλο

– κάθε μέρα κι άλλο –

και σκορπίζω στον αέρα αγάπη και στοργή ελπίζοντας

πως κάποιος μια μέρα θα τη λάβει

 

χαϊδεύω την κοιλιά μου

εδώ και εξήντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια

νικάω τις τύψεις μου ξορκίζοντας την τέχνη με μαγεία

τίποτα όμως αιώνιο δεν πρόκειται πια να ξεχυθεί

ούτε απ’ την κοιλιά

ούτε απ’ τα δάχτυλα

ούτε καν από κείνο το κίτρινο βιβλίο με τη γελοία αφιέρωση

‘’σε σένα που γέννησες ζωή μες στη ζωή μου‘’

 

θα ‘ρθει η μέρα

θα ‘ρθει η μέρα

θα ξημερώσει εκείνο το πρωί

με έναν ουρανό κατακόκκινο από θυμό

θα ‘ρθει εκείνη η μέρα σου λέω

θα γραπώσουμε την τυχαία μας ύπαρξη από το μπράτσο

και θα τη στείλουμε να αναμετρηθεί με ύαινες δίποδες

θα ‘ρθει εκείνη η μέρα

που θα πιούμε εκδίκηση για τους που δεν πρόλαβαν να ζήσουνε

θα ξημερώσει εκείνο το δειλινό

με έναν ουρανό κατάμαυρο από σύννεφα ορμής

και κανένας πια δεν θα μπορεί να μπει ανάμεσα μας

ανάμεσα σε σένα και το νεκρό μωρό

σε μένα και τον καμένο ζωντανό αδελφό

σε σένα και την πνιγμένη φιλενάδα

θα ‘ρθει εκείνη η μέρα που θα βρέξει συνθήματα στην πράξη

τα γήπεδα θα γεμίσουν εγκλωβισμένους εξουσιαστές

πεταμένους σαν τους πρώτους χριστιανούς μες στις αρένες

χωρίς διέξοδο

και περιφρούρηση θα κάνουν

κείνα τα κουρασμένα κοριτσόπουλα ταμίες με τους κιρσούς στις όμορφές τους γάμπες

θα ξημερώσει εκείνο το πρωί

που κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσι πάσης μορφής δογματισμούς θα ισοπεδώσουμε

acınız acımızdır θα μας φωνάζουν τα αδέρφια μας από απέναντι

και καταργημένα πια τα σύνορα περίλυπα στις αποθήκες τους θα καίγονται

θα ‘ρθει η στιγμή αδελφέ μου

που το τυχαίο της ύπαρξής μας θα αρπάξουμε από το λαιμό

για να έστω για μια στιγμή τα δάκρυα των νεκρών μας δικαιώσουμε

καμαρωτοί θα πέφτουμε στις μάχες υπέρ ανθρώπων και αξιών

και ολόγυρά μας θα στήνονται χοροί στα οδοφράγματα

θα ‘ρθει η μέρα σύντροφε

που την οργή μας παιδιά αγέννητα θα δικαιώσουν

και τότε ούτε πόνος ούτε χάρος ούτε θάνατος ούτε χαμός

δεν θα χωράνε να λερώσουν την ωραία την αληθινή τη μέρα

την άνοιξη της άγριάς μας επανάστασης

άνοιξε, άνοιξη

στο νησί τα πρωινά περπατάω χωρίς να σηκωθώ από το κρεβάτι

τα μικροσκοπικά σποτάκια της κουζίνας καθρεφτίζονται στα πλακάκια

έχει από μήνες ξημερώσει κι ακόμα να φανεί ο ήλιος

περπατάω στο πεζοδρόμιο ανίδεη από πόνο

η προκυμαία της πρωτεύουσας με εμπαίζει ειρωνικά

ο νους μου στα σποτάκια της κουζίνας που κοιτάνε θαρραλέα τα πλακάκια

περπατάω με βήμα σταθερό και ανήξερο

να ψωνίσω σαρδέλα

να την τηγανίσω το μεσημέρι

να ποτίσει η μυρωδιά της τα σποτάκια της κουζίνας μου

δύο τα απλήρωτα νοίκια μου

 

τα απογεύματα στο νησί ψωνίζω από τα πανέρια των κινέζων

πατάκια και κουρελούδες ίσα για να κρύψω τη λάμψη του πατώματος

με τυφλώνουν τα πλακάκια στην κουζίνα

οι κινέζοι δεν δέχονται ποτέ παζάρια

πού ξέρεις, έτσι μπορεί να ‘ναι ο κρατικός καπιταλισμός

αταλάντευτος

απαζάρευτος

ανηλεής

 

τις νύχτες στο νησί κάθομαι μπροστά στην οθόνη μου

και ονειρεύομαι πως έχω γραφομηχανή

με βλέπω να αλλάζω τα μελάνια

να πατάω τα πλήκτρα της με δύναμη

με ονειρεύομαι να ψάχνω με απόγνωση ποιος θα την επισκευάσει

πού ξέρεις, έτσι μπορεί να ‘ναι ο κραταιός καπιταλισμός

να ρίχνει επαγγέλματα στο θάνατο

και να σκορπά τη λήθη σε ό,τι δεν αποφέρει κέρδος

απρίλη, γιατί δεν μου μιλάς;

 

κάθε ξημέρωμα σπέρνω ανέμους στο νησί

πουνέντες σήμερα, κακή ψαριά

αύριο καιρός καλός

βγείτε στα πέλαγα να αναμοχλεύσετε τα όνειρά σας

σαββατοκύριακο βροχή

χρυσή ευκαιρία για σφουγγάρισμα

ίσα να αστράψουν τα πλακάκια της κουζίνας μου

ίσα να με τυφλώσουνε τα βατ και βολτ απ’ τα σποτάκια

σήμερα μόνο προσφορά με δύο απορρυπαντικά δώρο σαπούνι και σχοινί

 

οι μέρες μου σε τούτο το νησί κυλάνε απελπισμένα εν αγνοία μου

όλα μου τα ρολόγια σταμάτησαν από καιρό να λειτουργούν

το χρόνο μου ορίζουν πια μόνο οι λέξεις οι δικές σου

μετράω το χρόνο μόνο με τις μετοχές τα επιρρήματα και κανα δυο αντωνυμίες αοριστίας

άνοιξε άνοιξη, ζυμώθηκα ανεπίστρεπτα απ’ τους πολλούς χειμώνες

 

οι μνήμες μου απ’ την πρωτεύουσα είναι πια μόνο κάτι λίστες

μετράω απώλειες ευκαιρίες γεννητούρια και δρομολόγια του ηλεκτρικού

την επόμενη φορά θα φτιάξω έναν κατάλογο

με όλα τα ζαχαροπλαστεία της αθήνας με το όνομα έντελβαϊς

θα αφήσω νύχτα σιωπηρά στην πόρτα τους έναν ανθό από ένα εντελβάις

κι ύστερα τρέχοντας πίσω στην παραθαλάσσια πρωτεύουσα θα τρέξω

για να μετρήσω όλα του λόγου σου τα μέρη

μην τυχόν και εν τῄ απουσίᾳ μου νέες ποιήσεις εφευρέθηκαν

προσοχή στο κενό μεταξύ κενού και απουσίας

 

οι μέρες μου στο νησί καθρεφτίζονται στο πλακάκι της κουζίνας μου

λάμπουν από ασπράδα

βρίθουν σιωπής

χρήζουν άμεσης βοήθειας

άνοιξε άνοιξη, μέσα σου να κλειστώ και από τα φθινόπωρα για μια φορά να αναστηθώ

βεργούλες*

κάθομαι στο ίδιο παγκάκι. περιμένω το ίδιο βαγόνι με τότε. κάθομαι όπως και πριν από εφτά εννιά δεκατρία χρόνια. βαρύτερη. καθόλου αγόγγυστα κουβαλάω οφειλές, χαρές ανεπίδοτες, επιτυχίες αδιέξοδες, αποτυχίες περισπούδαστες. είκοσι χρόνια οι ίδιες μουσικές στα αυτιά μου. είκοσι χρόνια μια φυγή. να φύγω. να μπω στον ηλεκτρικό να φτάσω μέχρι την κηφισιά κι ύστερα γραμμή για πειραιά. να μυρίσω τη δυσωδία της θαλάσσιας μόλυνσης. να καπνίσω ένα τσιγάρο αργόσυρτο. να μου ξεφύγει ένα δάκρυ ίσα να ξαλαφρώσω από βάρη ανεξήγητα και μετά να επιστρέψω. πάνε αυτά. τελειώσανε. στον τόπο που ζω τώρα πια δεν έχω άλλες δικαιολογίες. ούτε προθυμοποιείται ντόπιος κανείς να μου δανείσει δύο τρεις κουβέντες παρασυμπαθητικές ίσα για να βγάλω την τουριστική σεζόν. οι νησιώτες δεν χαρίζουν. αλατισμένοι και εκ δυσμών πολιτισμένοι σου πουλάνε ό,τι θες. αποθηκεύουν ό,τι νιώθουν βαθιά μέσα τους κι ύστερα πορεύονται με το ζύγι. ούτε έχω πια δικαιολογία δήθεν πως μου λείπει η θάλασσα. η θάλασσα τώρα πια με πνίγει. με απειλεί. με καταπίνει. είναι γύρω μου παντού. πάλι όμως κάτι λείπει. πάντα όμως κάποιος λύπη. τιμωρώ τον εαυτό μου για τούτον τον διπολισμό με την μη γράφειν ποινή. με αφήνω να πνιγώ από τον ίδιο μου τον εαυτό. με αναγκάζω να γεννάω φουσκοθαλασσιές κι ύστερα να τις σκοτώνω με τα ίδια μου τα χέρια καταπίνοντάς τες. δεν θα γράφεις πια. χωρίς ανάσα θα διαβιείς στρώνοντας φλοκάτη τα αλλοτινά σου όνειρα και πατώντας πάνω τους με βία. δεκαεννιά του μήνα σήμερα. πάνε χρόνια από κείνα τα άλλα γενέθλια. διαπληκτισμός για το ποδόσφαιρο είπε η οθόνη. μαχαιριά εγκάρσια στον τόπο που ‘χαμε υποσχεθεί πως δεν θα περάσει ο φασισμός. θάνατος αγύριστος. λόγια καρδιακά. μάνα με αυχένα που πονάει μα δεν σκύβει. πρέπει να φύγω. πρέπει να ξαναγυρίσω στο νησί. πρέπει να κάνουμε τα νησιά πρωτεύουσες και τις πόλεις βοσκοτόπια. ήθελα να ‘μαι σε κείνη τη συναυλία. να μπορώ να κλάψω ελεύθερα. χωρίς ντροπή. αυτό μου λείπει. να μην ντρέπομαι να κλάψω. εδώ η συγκίνηση είναι λέξη άγνωστη. όχι όχι άγνωστη. εδώ η συγκίνηση είναι έννοια αχρείαστη. βυθισμένη μαζί με τις άγκυρες των κρουαζιερόπλοιων στον βυθό του λιμανιού. πρέπει να ενώσω την πόλη με το χωριό. να τραβήξω μια τεράστια γραμμή και να ενώσω με τελίτσες ό,τι κουβαλάω από της άστεως τα πεζοδρόμια με τα σύννεφα που ακουμπάνε στον αίνο για να ξεκουραστούν. πρέπει να ξεπλύνω τις αποσκευές μου στην ιόνια θάλασσα και να κηρύξω τον λόγο του δάκρεος. να διδάξω στα μυαλά πώς να υγραίνονται. να ξεπλύνω τα από χρόνια στεγνωμένα ενοικιαζόμενα εισοδήματα με δακρυγόνα. να εξανθρωπίσω τον τουρισμό. πρέπει να φύγω από δω. να ξαναγυρίσω στο νησί. αποχαιρετώ το στίχο του γιάννη ρίτσου που σκεπάζει ολόκληρο το σπίτι του λαού και τραβάω γραμμή για το νησί. στο δρόμο σταματάω την κυκλοφορία στην εθνική οδό και  κόβω βέργες. να φτιάξω μιαν ανθοδέσμη από βεργούλες και να την χαρίσω στον πρώτο παλαβό που θα βρω πάνω στο νησί να νιώθει. που να νιώθει την αδικία. τον χαμό. τον θάνατο. τα κάγκελα. την καταπίεση. έναν που να νιώθει τη χαμένη μας λευτεριά*.

κώστα μ’ τα χιόνια λιώσανε

θέλω να χτίσω ένα σπίτι. θέλω να χτίσω ένα σπίτι σ’ αυτόν τον τόπο. τούβλο το τούβλο να τσιμεντώσω δυο δωμάτια, να ριζώσουνε σ’ αυτά τα χώματα. θα πάρω κι ένα καρύδι από τα δέντρα της γιαγιάς κάτω στο ποτάμι και θα το ρίξω στη μικρή μου αυλή. θα το πατήσω με το παπούτσι μου να σφηνωθεί μέσα στο χώμα. κι ύστερα θα φυτρώσει έξω απ’ το παράθυρό μου ένα δέντρο που θα γεννήσει καρύδια γλυκά, βγαλμένα από τα έντεκά μου χρόνια. θέλω να χτίσω ένα σπίτι στον τόπο σου πατέρα. να βγαίνω τη νύχτα στην αυλή και να ρίχνομαι με το κεφάλι στις βουνοκορφές. να μην φοβάμαι πια τους τόπους τους χλοερούς. να περιμένω να λιώσει το χιόνι από τις λευκές κορφές τριγύρω, να το βλέπω να κατρακυλάει τις άνοιξες στις πλαγιές και μετά να λούζω τα μαλλιά μου με το παγωμένο καθάριο νερό. να βγαίνω το ξημέρωμα στην αυλή και να βρίζω τους χριστιανικούς θεούς. να βάζω κάθε σούρουπο φωτιά στα μνήματα πέρα στο νεκροταφείο για να ζεσταθούν τα κόκαλά μου. κι ύστερα κλαίγοντας να σέρνω έναν χορό βαρύ, αργόσυρτο, παλληκαρήσιο. με το κεφάλι ψηλά και με το βλέμμα χαμηλωμένο να θυμάμαι όσους θάψαμε σ’ αυτά τα χώματα τα πέτρινα. να τραγουδάω βροντερά τα τραγούδια της γιαγιάς και απ’ το κλάμα μου να ξαναγεννιούνται τα αηδόνια. θέλω να χτίσω ένα σπίτι εδώ. να κλοτσάω αναίσχυντα κάτω στο λαγκάδι τα ξύλινα κουτιά που μας περιμένουν όλους στο τέλος της διαδρομής και οι νεκροί οι δικοί να μην πεθαίνουνε ποτέ. να ανθίζουν πριν την ώρα τους οι τριανταφυλλιές στο παρτέρι και να λάμπει από ζωή το πατρογονικό μας σπίτι. χρειάζομαι μιαν αυλή εδώ πατέρα. θέλω να φυτέψω μια κληματαριά που θα κρατάει την κάψα του αυγούστου για μήνες δεκατρείς. μια κληματαριά που θα με κρύβει από την αδιακρισία του ουρανού. θέλω να χτίσω ένα σπίτι. θέλω να σπιτώσω τη συγκίνηση. να θεριέψω τη θέλησή μου για ζωή. να στείλω στον αγύριστο το θάνατο. το θάνατο που συνεχίζει να ‘ναι τόσο αμετανόητος. το θάνατο που τολμάει και παίρνει μαζί του την έκφραση των προσώπων μας και μας αφήνει γυμνούς και ανέκφραστους να μπούμε μέσα στη γη. θέλω να χτίσω ένα σπίτι εδώ. να κρεμάσω στην εξώπορτα μια πινακίδα ανορθόγραφη που θα λέει πως εδώ ουκ έστιν πόνος πια. κι έτσι να ζήσω. νικήτρια με παράσημα όλες μου τις ήττες. αιώνια έφηβη με ρυτίδες γέλιου και πόνου και οργής και κλάματος. βλάσφημη ενώπιον θεού και ιερωμένων. ζωῄ τον θάνατο πατήσασα. θέλω να χτίσω ένα σπίτι γεμάτο στίχους και νότες εδώ. κι αυτούς που φύγανε να τους κρατήσω ζωντανούς στις μνήμες μας για πάντα.

 

γιαγιά τα χιόνια λιώσανε

εις μνήμην

ρεβεγιόν, ο/η

%cf%81%ce%b5%ce%b2%ce%b5%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%bd-%ce%bf%ce%b7

χαλάνδρι, 31.12.2016

να οργανωθούμε πρέπει κάπως

ώρα συνάντησης σημείο εκκίνησης είδος ποτού

σ’ ένα κατάστημα εστίασης θα αποφασίσουμε

πώς οι επόμενοι δώδεκα μήνες της ζωής μας θα κυλήσουν

συντονιστείτε με χαμόγελο και διάθεση ελάτου γιορτινή

τι ώρα θα βαφτούνε νύχια θα χτενιστούν μαλλιά

πώς θα τσακίσει του πουκάμισου ο γιακάς

κόκκινα τα χείλη να μου βάψεις και μαύρα γυαλιστερά τα βλέφαρα

καλησπέρα σας, πόσο κοστίζει το στριφογύρισμα λαιμών;

κι αν των ετών το μέτρημα επίπλαστα δημιουργήθηκε

εγώ με τον ανθρώπινο πολιτισμό μέρες αγάπης δεν θα συγκρουστώ

μόνο την ώρα που στριμώχνετε φιλανθρωπίες έρωτες

μέθη χορό και αποφάσεις για μια νέα αρχή

μια πράξη μαθηματική θα σας εκλιπαρήσω απόψε μαζί να κάνουμε

από τη νέα όμορφη χρονιά έξω ας τραβήξουμε

μια μόνο εκατονταετία

και τώρα

πριν κατσαρώσουν τα μαλλιά μας

προτού το ουίσκι ξέφρενα αρχίσουμε

ελάτε ομού να θυμηθούμε πριν από εκατό ακριβώς πρωτοχρονιές

έναν οχτώβρη κόκκινο που άλλαξε τον κόσμο

σε σπίτι μπολσεβίκου ελάτε να κάνουμε το ρεβεγιόν

πρωτοχρονιά λευκή φτωχή και παγωμένη τιμή και δόξα εις τον τσάρον

 

****

 

κουρσκ, 31.12.1916

βάστα φαμίλια γιατί έρχεται του άλικου η χρονιά

θα πολεμήσουμε με θάρρος και θα φτάσουμε ως έξω απ’ το παλάτι

θα μοιραστούμε αίμα, χρυσό, βασιλικούς περίβολους και αχρηστοσύνης τιάρες

και το κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας απ’ την αρχή θα ξαναγράψουμε

κι όταν η απληστία μας σε αποτυχία πλήρη μας οδηγήσει

ίσως ακόμα κι έναν ολόκληρο αιώνα ύστερα από μας

μας θυμηθούν οι νέες των επαναστατών γενιές

που θα ‘χουνε για χρόνια από τους εξουσιαστές τους υποφέρει

και θα ‘χουνε το δίχως άλλο για τα λάθη μας βαθιά μετανοήσει

κι ίσως ποιος ξέρει τότε ξανά του κεφαλαίου η σελίδα να γυρίσει

 

****

 

χαλάνδρι, 31.12.2016

γι’ αυτό σας λέω

προτού απόψε οι δήμαρχοι με τεχνητά αστέρια τους ουρανίσκους μας γεμίσουν

πριν οι από πόλεμο κάθε είδους κυνηγημένοι

με χνώτο γράψουν τις ευχές τους στον αέρα

προτού χορέψουμε για να ξεχάσουμε χρέη απλήρωτα και όνειρα ανεδαφικά

ας ανακηρυχθούμε επιτέλους ως οι νέοι της ιστορίας κολασμένοι

κι ελάτε ανεπίσημα ντυμένοι και δικαίως με τον κόσμο εξοργισμένοι

να διεκδικήσουμε μιαν εκατονταετία μετά

όλα εκείνα που γεννηθήκαμε για να μας ανήκουν

και εντίμως ύστερα να τα μοιράσουμε στ’ αδέρφια μας απανταχού στη γη

τούτη τη νέα, όμορφη, άλικη, της δικαίωσης χρονιά

 

πλατίνες*

ένστικτα σε ανάφλεξη

ιδεολογίες που σέρνονται στα αδιέξοδα εφήμερων πανηγυρισμών

ηγέτες που αναδύονται από τον θόρυβο των διαφημίσεων

συνταξιούχοι οραματιστές

με ένα φλιτζάνι στο χέρι

γεμάτο μεταλλαγμένο μαντζούνι υπεράκτιας πολυεθνικής

παρακολουθούν στις οθόνες τους

την επικράτηση του ατέλειωτου τίποτα

 

λαοί υπνωτισμένοι

από τις αναθυμιάσεις της κερδοσκοπικής βαρβαρότητας

άνθρωποι θύματα στις ουρές των ατέλειωτων σπρωξιμάτων

ματωμένοι αιώνες

συρρικνωμένοι σε λεζάντες κάλπικων φιλελευθερισμών

η ιστορία, ρομάντζο ενός σιωπηλού κινηματογράφου

οι βίοι κρεμασμένων επαναστατών, σελίδες φθηνής καύσιμης ύλης

ίσα ίσα για να ζεσταθούν των δαχτύλων οι απολήξεις

λήμματα·

 

λόγια μεγάλα με λέξεις πάμφτωχες

ματιές άδειες σε βιτρίνες με φανταχτερούς αντικατοπτρισμούς

πόδια που καταρρέουν στον αγώνα των χεριών

να κρατήσουν τις μέρες στο ύψος του ιδρωμένου μετώπου

στην ταμπέλα πολύχρωμα γαρύφαλλα

μιας χλωμής και κίτρινης δημοκρατίας

κάτω από την μαρκίζα αντίλαλοι που βυθίζονται

στα κλεμμένα σίδερα των αστικών φρεατίων

λύματα·

 

με δημόσιους διαγωνισμούς παραδίδονται ανέξοδα

οι σπιθαμές των μακρονησιών

με ιδιωτικούς πλειστηριασμούς παραχωρούνται

κρεβατοκάμαρες με παιδικές βιβλιοθήκες

η πρώτη κυρία ενός έσχατου πολιτισμού

χαιρετά τους μαντρωμένους κήρυκες της πληρωμένης επαγγελίας

άστεγοι πλανητάρχες του νυχτερινού πολέμου

διεκδικούν ένα κομμάτι ξύλο

για να σκαλίσουν το όνομα της πείνας

με θέα τον χορτασμένο από δορυφόρους ουρανό

 

τάσεις και αντιστάσεις

διακόπτες ηλεκτρονικών εκκινήσεων

μεταβολές στα άκρα των παγκόσμιων πολλαπλασιαστών

πυκνωτές μπερδεμένων ιδεολογιών

κύλινδροι που ισοπεδώνουν ανατάσεις

διανομείς τάξεων

κυκλοφορητές αυταρχισμών

πλατίνες που περιμένουν

έναν ιδανικό και άξιο σπινθήρα

 

*ποίημα απαλλοτριωμένο από το βουβό κίνημα

 

μην άλλο μου μιλάς

κοιμήσου ακόμα λίγο σύντροφε

γιατί η νύχτα ακόμα στάζει πίσσα από τα μάτια μας

καήκανε σύντροφε τα βλέφαρά μας από την αναμονή

και πάντα το αύριο που περιμέναμε δεν ερχότανε

ξεκούρασε σύντροφε τα μάτια σου

γιατί στον πόλεμο των πλανητών είδες πολλά

αστέρια να φλέγονται και γαλαξίες να ξορκίζουνε το θάνατο

ανάπαυσον σύντροφε τα χέρια σου

που χτίσανε μετερίζια λεβεντιάς πάνω στο γράμμο

αυτά τα χέρια που κοπήκανε για τριάντα αργύρια βρετανικά

μην άλλο μου μιλάς καλέ μου σύντροφε

γιατί μου στάθηκες πιστός σε μέρες που μας ξεγελούσαν όλοι

πολίτες και οπλαρχηγοί και εν αποστρατεία σοσιαλιστές

κι αυτός ο ίδιος ο ξεδιάντροπος ο ήλιος βασιλιάς

που έπρεπε στη βάρκιζα να μην ξημέρωνε

παρά να έστελνε δυνάμεις σκοτεινές καταστολής

για να ξεπλύνουν τη ντροπή κι εκείνα τα δάκρυα τα καυτά

που κύλησαν μέχρι τη θάλασσα του αργοσαρωνικού

κι ίσαμε σήμερα καίει τούτος ο κόλπος

ξεκούρασε τα πόδια τα πολεμικά σου σύντροφε

που περπατήσανε όλο το μακρονήσι ψάχνοντας για νερό

ξεκούρασε πεθαμένε από χρόνια σύντροφε όλα τα βάσανά σου

γιατί η νύχτα μας κρατάει ακόμα για χρόνια τριάντα τρία

γιατί η ιστορία που πάντοτε οι προδότες την γράφανε

μας τιμωρεί με την αιώνια πανσέληνο

καταδικάστηκε το γένος μας καλέ μου σύντροφε

το φως την τιμιότητα το δίκιο να ξεχάσει

καταδικάστηκε η ατιμασμένη ανθρώπινη φυλή

αιώνια άυπνη λίγο νερό και φως απ’ το φεγγάρι να ζητάει

γιατί δεν είμαστε οι άνθρωποι αυτό που νόμιζες

γιατί βολεύτηκε το αίμα μας άβραστο να κυλάει

γιατί κι εγώ που σου μιλώ κατάπια τον λυγμό μου

και πρώτη έσυρα προχτές των ηττημένων το χορό αδάκρυτη

κοιμήσου σύντροφε ακόμα λίγο

γιατί η νύχτα τρύπωσε στα μαλλιά μας στάζοντας φρίκη

και πέθαναν ανεπίστρεπτα καλέ πιστέ μου σύντροφε

όσα για χάρη τους ολάκερη τη νιότη σου με αφειδία ξόδεψες

κοιμήσου για να μην μας δεις

που θα γεννιόμαστε και θα πεθαίνουμε στα είκοσί μας

υπέρβαροι αξόδευτοι στο άδικο ολότελα εθισμένοι

αδιάβαστοι ανέραστοι και ανεπίστρεπτα πια για πάντα μοναχοί

επικήδειος, η

ένιωθα περίεργα

η μουσική δεν ηχούσε πια στα αυτιά μου

η αφή δεν άγγιζε πια τα χέρια μου

και το βλέμμα σου δεν έφτανε πια στα μάτια μου

ένιωθα ξαφνικά περίεργα

όλα τα ζωτικά όργανα του βίου μου απεργούσαν

και τρόπο δεν είχα πια για να υπάρξεις

ένιωθα τόσο μόνη

γιατί δεν μπορούσα να ξεδιαλέξω αν κάποιος πέθανε ή αν ζει

ήμουν στ’ αλήθεια κείμενη σε φέρετρο φτηνό

έτοιμη για ταξίδι ανεπίστρεφο μέσα στον εφιάλτη της μάνας

ή μήπως καθόμουν δίπλα σου

ενώ εσύ κοιμόσουνα εσαεί αδάκρυτη και ζώσα αναιμάκτως

 

και η νύχτα δεν τελείωνε

δεν ξημέρωνε ξεκάθαρα επιτέλους η αλήθεια

μόνο ένιωθα τόσο περίεργα

γιατί δεν μπορούσα πια τίποτα να νιώσω

τα δάχτυλά μου δεν λύγιζαν όσο κι αν τα πίεζα

και ο αέρας δεν βλεφάριζε τα μάτια μου

δεν με ενοχλούσε πια η ζωή που σφύριζε γύρω μου

και δεν είχα έναν τρόπο να θυμηθώ το ηχόχρωμά σου

πώς άκουγες

πώς φίλαγες

πώς φώναζες

και πώς ανάσαινες

 

κι η νύχτα τραβούσε αιώνια

τόσο αργά

που άρχισα να σιγουρεύομαι για τούτο το όνειρο

τηλεγράφησα στον πατέρα μου να ησυχάσει τη μάνα

μείνε ψύχραιμος· πρέπει

πίεσα το αίμα μου να φτάσει στο μυαλό για μια ύστατη φορά

κι έσκυψα πονώντας οικτρά σε όλη μου τη ράχη

να κυνηγήσω έστω κλεφτά έστω για τελευταία φορά

τη μόνη αίσθηση που ανέπαφη απ’ τον οδυρμό είχε μείνει

κείνη τη γεύση του φιλιού σου που αγέρωχη πάντα έστεκε

στο θάνατο και στη ζωή στο τώρα και στο πάντα