sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

το κάπνισμα σκοτώνει

τα τσιγάρα σας
διαχωρίζονται από όποιον νόμους θέτει

με γνώμονα αποκλειστικό των βιομήχανων την τσέπη

σε μαλακά και σε σκληρά
το ίδιο άλλωστε και τα πακέτα τους
βιομηχανία μαζική

εκλέπτυνσης της βαρβαρότητας
λείανσης της σκληράδας
και φοροαποφυγής των ευθυνών

τα σκληρά τσιγάρα εισβάλλουν μέσα σου
σε ξεγυμνώνουν
τα ρούχα σου πεταμένα στην καρέκλα
το μυαλό σου έκθετο στον υπέροχο τρόμο της ζωής
τα χέρια σου κρεμασμένα ζητούν βοήθεια
τα στερεμένα ποτάμια μοιάζουνε ξαφνικά να κυλάνε ανάποδα
κι εσύ ακίνητος απορείς πώς άραγε έφτασες μέχρι εδώ

τα μαλακά τσιγάρα σε χαιρετίζουν φιλικά
ύπουλα σου σφίγγουν τα πνευμόνια
πίσσα και νικοτίνη σου χαρίζουν με αφειδία

και μια συντροφιά που τάχα δε ζητάει ανταλλάγματα

ένας αναπτήρας στέκει εξάλλου πάντα κάπου εκεί κοντά

φίλος καρδιακός
και συ νομίζεις δήθεν

πως μόνος σου ξανά ποτέ δεν θα ‘σαι

έτσι και τα πακέτα σας

τα καυτά ζητήματα της τσέπης αφορούν

τα μαλακά πακέτα χωράνε παντού
στα δύσκολα και στα εύκολα
μια τόση δα τσέπη αποζητούν
στο βόλεμά σου σύντροφοι και πρωτεργάτες
κυκλοφορούν παντού μαζί σου και άλλο τίποτα δεν αποζητούν
μόνο ένα άγγιγμα δικό σου μέσα απ’ την τσέπη του μπουφάν
ίσα για να αισθανθούν κι αυτά πως κάπου υπάρχουν
κι ας στερηθήκανε όλες της ύπαρξής τους τις γωνίες
για να μονίμως άλλοι στέκονται στα πόδια τους
αγέρωχοι και όμορφοι
και σίγουροι για της ζωής τους τα σήματα καπνού

μα τα πακέτα τα σκληρά
γωνίες γεμάτα και σκληράδα
αρνούνται να συμβιβαστούν με μία τσέπη ενός μπουφάν
ρόλο πρωταγωνιστικό επί του τραπεζιού κατέχουν
κι αν θες στ’ αλήθεια το βράδυ σου μαζί τους να το μοιραστείς
πρέπει από τον εαυτό σου χώρο και χρόνο να δώσεις
θα σου χαρίσω δηλητήριο κι απόψε μα πρέπει από όλα τα άλλα εμένα να προτάξεις
μοιάζουν σαν να σου λένε

και η ταμπακέρα
όχι όχι κουβέντα απόψε για την ταμπακέρα
τρέμω να την ανοίξω
ξέρω πως από μέσα της του πόνου μου τα τέρατα

σταυροφόροι ετοιμοπόλεμοι θα δραπετεύσουν

και πως θα τρέξεις να την κλείσεις

πριν καν προλάβει η ελπίδα μου μια αναπνοή να πάρει

γι’  αυτό σου λέω άφησε την πανδώρα ήσυχη απόψε

ίσα το μύθο της να καταπιεί

και να επιστρέψει ύστερα βουβά

σε ένα κιτάπι εικονογραφημένο

εγώ θα σου μιλήσω μόνο για μύθους αντικαπνιστικούς
παραβολές αχρείαστες και άκακες
που δεν πληγώνουν δεν χαράζουν δεν σπαράζουν
και τα νερά αφήνουν απαλά νανουριστά να κυματίζουν
μόνο για παραμύθια με επιμύθια παιδικά θα σου μιλάω πια
κρατώντας άπασες τις γωνίες μου στρογγυλεμένες
χωρώντας μες στην τσέπη σου αβίαστα
ίσα για να με κουβαλάς σε μια εσοχή αθέατη
χωρίς να σου κοστίζω πια
χωρίς βάρος χωρίς πόνο χωρίς ερωτηματικά

δίχως ούτε να φαίνομαι
εδώ θα μείνω στριμωγμένη μαζί με τα θαυμαστικά μου
αποσιωπώντας με αυταπάρνηση της στίξης τα σημεία
ελπίζοντας κι εγώ σ’ ένα τσιγάρο κάποτε
που με καπνό βαρύ και αποπνικτικό
με θράσος την ατέρμονη νύχτα μου θα αναστατώσει
και δίχως του πόνου το αντάλλαγμα
την καινούρια μου ζωή
ανέπαφη από προπετάσματα καπνού
θα μου επιστρέψει

ανδρών τεράτων πάσα γη τάφος

το λοιπό γιατρουδάκο μου τα πράγματα είναι σκούρα. σκούρα μπλε ελέῳ κυβερνήσεως. μαθαίνω ότι στο νησί χιόνισε και σιγά το νέο δηλαδή, εμένα μέσα μου έχει χιονίσει εδώ και κάτι μήνες και τώρα πια παγετός με περικυκλώνει ολούθε, όμως ζω σε σπίτι έστω και προσωρινά και όχι σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, εκεί γράφεται η ιστορία γιατρέ μου, στα καρά τεπέ της ντροπής μας, εκεί που τα ρεπορτάζ του πέτσα τελειώνουν πριν αρχίσουν. χιόνισε που λες στο νησί και ανέβηκε ο κόσμος στον αίνο μπας και ανασάνει άνευ μάσκας και βρήκε κοφτήριο χρημάτων το αιώνιό μας κράτος, στήσανε μπλόκο οι μπλε και γράφανε κόσμο αβέρτα, γιατί το ανθρώπινό τους πρόσωπο παραμένει μαύρο ακόμα και μέσα στο πάλλευκο χιόνι, και τόσο νευρίασαν με την κατακραυγή που μαθαίνω ότι γράφουνε αβέρτα από προχτές και το κουνούπι που ξεμυτίζει. διότι εξουσία γιατρέ μου. εξουσία τα πανθ’ ορώσα και τα πάντα πληρούσα. σε άλλα νέα, από τύχη δεν με βίασαν και έτυχε απλά να μην με κακοποιήσει κάποιος κάπου κάποτε, ό,τι φτάνει στα μάτια και τα αυτιά μας είναι μια μόνο κορυφή του βουνού βρωμιάς και τεράτων που καταδυναστεύουν των γυναικών τον κόσμο, κι όλα αυτά γιατί στρογγυλοκαθίσανε κάτι άντρες διάλε πάρτους σε θέσεις κλειδιά εδώ και αιώνες και από κει αποφασίζουνε με βάση του βρακιού τους τα θέλγητρα ποια θα ζήσει όπως γουστάρει και ποια όχι. αυτούς να πολεμήσουμε θέλω γιατρουδάκο μου, για να φοράνε τα σούπερ μίνι και τις κελεμπίες και τις πιτζάμες και τα ξώβυζα και ό,τι τους γουστάρει τελωσπάντων ρε αλήτες οι γυναικάρες του κόσμου όλου και να σπέρνουνε τον πανικό από την δύναμή τους. σε πιο άλλα νέα, ο γάτος μου ξεχνάει να πιει νερό και γω να φάω και να κοιμηθώ, η νύχτα έχει πάρει τα πάνω της τόσο τρομαχτικά, ξεκινάει και ποτέ πια δεν τελειώνει, είδα στον ύπνο μου ότι ήμουνα λέει σε ένα μπαρ και κάπνιζα και έπινα την μπύρα μου ολομόναχη και τίποτα στον κόσμο δεν με ένοιαζε πια, μόνο που είναι πολλά που με νοιάζουνε και τόσα πολλά που με καίνε, και ξέρεις φωτιά με παγετό είναι πολύ κακός συνδυασμός, ένας θεός δικός σου και δικός μου ξέρει μόνο πού θα βγει ο κατήφορος αυτός. νόμιζα στην αρχή πως είναι ανηφόρα και πως κάποτε θα την ανέβαινα να δω τι μου ‘κρυψε η ζωή στην άλλη του λόφου άκρη, μα τώρα σιγουρεύτηκα πως ζούμε τον κατήφορο, γλιστράω και πέφτω και οι ζαλάδες μου παράπονο δεν έχω δεν με εγκατέλειψαν ποτέ. και τώρα ξέρω, λήξη συνεδρίας, τι να κάνεις κι εσύ, πόσο να βοηθήσεις πια, ακόμα και ο γιωσαφάτ σηκώνει τα χέρια ίσως ψηλά, θα ξαναβρώ εκείνο το ποίημα της εφηβείας μου του ρίτσου, μια σονάτα, εκεί, εκεί θα βρω την εξήγηση για τη ζαλάδα, εκεί στα δεκαπέντε ίσως βρω εξήγηση και για άλλα πολλά. θα σε ξαναενοχλήσω γιατρέ μου με τους φόβους μου παρά πόδα και το ποίημα ανά χείρας, άμα θες στο αναγιγνώσκω κιόλας, διαβάζω όμορφα και ζω άσχημα, και στ’ αλήθεια δεν ξέρω τι να τον κάνω τον κόσμο γύρω μου, τώρα που πια όλοι άσχημα σαν εμένα ζούνε. ζητείται εντέλει εμβόλιο υπέρ της ομορφιάς και της ελευθερίας λοιπόν ντοκτόρι μου καλό. όποιος πόνεσε και ξέρει γιατρέ, το νου σου. και γι’ αυτούς που από στολή ή από φύλο ή από ψήφο εξουσία πουλάνε ένα είναι το σύνθημα που όλες μας ενώνει. ανδρών τεράτων πάσα γη τάφος.

patria delenda est

η χώρα μου. με ρωτάς για τη χώρα μου. είναι αυτή με τον παρθενώνα. τον ξέρεις. είναι ένα από τα θαύματα του κόσμου. νοτ. η χώρα μου. ζει και βασιλεύει η χώρα μου. έχει γοργόνες και αλέξανδρους και μαρμαρωμένους βασιλιάδες που ποτέ δεν πέθαναν. από ώρα σε ώρα ξυπνάνε και πάνε να κατακτήσουν πρωτεύουσες από αιώνες ξένες. η χώρα μου. η χώρα μου δεν θέλει τους αράπηδες, δεν θέλει τις αδερφές, δεν θέλει τους κωλοαλβανούς και τους παλιοβούλγαρους, νικάει ονλάιν τους τουρκαλάδες κάθε νύχτα. η χώρα μου δεν θέλει τις χοντρές στην παραλία, δεν θέλει τα ζώα στους δρόμους, δεν θέλει να προσλάβει γιατρούς, η χώρα μου δεν επιθυμεί οι γυναίκες να λογίζονται όπως οι άντρες. με ρωτάς για τη χώρα μου. είναι αυτή με τον παρθενώνα πάνω σ’ έναν βράχο η χώρα μου. πουλιέται και αγοράζεται έναντι πινακίου πετρέλαιου η χώρα μου. μποτοξάρει την υφαλοκρηπίδα της η χώρα μου και γεννάει τζάκια πολιτικά. γεννοβολάει εθνικά φρονήματα και λουστράρει τα χρονοντούλαπα του τρόμου. μην με ξαναρωτήσεις για τη χώρα μου. είναι εκείνος ο τόπος ο γεμάτος καιάδες, νησιά και επίδοξους επιχειρηματίες. αυτή είναι η χώρα μου. μια επίδαυρος φαιδρά παιγμένη. ένα παλκοσένικο φτιαγμένο μόνο για ακριβά παπούτσια και φουλάρια αντιδημοκρατικά. φοράει το κραγιόν της η χώρα μου και χαμογελάει ψεύτικα. κρύβει τα σάπια της δόντια η χώρα μου και κάνει πασαρέλα επαιτείας στον παγκόσμιο ιστό. αυτή είναι η χώρα μου. στειρώνει τους φτωχούς και κλωνοποιεί τους πλούσιους. αφαιμάζει το μυαλό μου και με στέλνει στην εκούσια εξορία κάθε νύχτα. η χώρα μου δεν έχει χώρο για ηλίθια τέχνη, για γαμημένη ποίηση, για δακρυσμένο σινεμά. τηλεοπτικό σποτ η χώρα μου. γυρισμένο στο πόδι και ακριβοπληρωμένο από το αίμα του πατέρα και της μάνας μου. η χώρα μου δεν με χωράει. σκοτώνει αντιφασίστες, δολοφονεί ιδέες, στέλνει στον τάφο έφηβους. καίγεται η χώρα μου. γεμάτη οικόπεδα η χώρα μου. μην με ρωτήσεις πάλι για τη χώρα μου. είναι αυτή που πουλάει είκοσι ευρώ τον κάθε made in china παρθενώνα. είναι αυτή που έτυχε να γεννηθώ η χώρα μου. έχει πρωθυπουργούς, δικαστές, αστυνομικούς, παπάδες, δημοσιογράφους. μια τραγωδία ασυνέπειας η χώρα μου. ένα τσιφτετέλι τούρκικο μόνο για γνήσιους έλληνες. ένα δελτίο ειδήσεων ξεπουλημένο από τα αποδυτήρια. κύπελλο πρωταθλητριών μεταξύ χαμένων ζωών η χώρα μου. θηλιά στο λαιμό μου και σφαίρα στον κρόταφο η χώρα μου. γι’ αυτό σου λέω. μην με ρωτάς. αυτή είναι η χώρα μου.

memento mori

το πένθος
το πένθος και το χώμα
κι ο πόνος
ο πόνος και το χώμα
το χώμα που πατάμε
πόσους πόνους έχει μέσα του θαμμένους

βαθιά στη γη ο πόνος
βαθιά στη γη το πένθος
βαθιά στη γη η ρίζα

τα χέρια τα δάχτυλα το βλέμμα
δύο πόδια χέρια τέσσερα
κάποιος φώναξε βοήθεια
αλλά ήτανε περασμένη πια η ώρα των χεριών

μόνο πόδια δύο πια πάνω στη γη
να την ορίζουν
να την πληγώνουν
να την προσθέτουν τρις σε δηλώσεις εφοριακές
να τη μοιράζουν και να της καρφώνουν όρια

από δω οι άσπροι από κει οι μαύροι

βαθιά στη γη το πένθος
να του ξεχάσουμε την ύπαρξη
πόδια τέσσερα νύχια κοφτερά
και μια ανάσα που δεν βγαίνει πια

η αγάπη
στο χώμα η αγάπη
αξίνες και φτυάρια από πάνω της
να οργωθεί με βία
και αγάπη πιότερη να δώσει

κι ο πόνος
άγραφος στο χαρτί
άτρωτος στο χώμα
άλυτος στην εξίσωση

γνωστός άγνωστος ο θάνατος
ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο η αγάπη
διαιρέτης μέγιστος και κοινός το χώμα

να λύσουμε τις εξισώσεις
να ξεκαρφώσουμε τα σύνορα
να θυμόμαστε τους πεθαμένους

να ξεθάψω από τη γη τον πόνο
βαθιά στην τσέπη να τον χώσω
να τρέξω έξω
και για αγάπη να τον μοιράσω
στης γης
που για δικιά σας τη λογίζετε
όλα τα πλάσματα

ο πόνος
ο πόνος στο χώμα να οργωθεί
νέα αγάπη να καρπίσει

και αγγίγματα αθώα και βλέμματα
βλέμματα μόνο
γεμάτα αγάπη
τις εφοριακές δηλώσεις σας
να κατακλύσουν

ω γλυκύ μου έαρ

 

90766714_10218269003251377_5310374479048736768_n

 

να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο

να θυμηθώ το μέσα και το έξω

κι όλα τα επιρρήματα που πέσανε πια στην αχρηστία

ανάμεσα στα μάτια σου να κοιτάξω

σ’ εκείνη τη ρυτίδα που άξαφνα φύτρωσε στη μέση

λυγμός και ψήγμα αιώνιας μνήμης

να θυμηθώ το βλέμμα σου

τη μυρωδιά της αγκαλιάς σου

τον τρόπο που μιλάς και που αγγίζεις και που επιπλήττεις

 

να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο

ανέγγιχτη να ικετεύω τη βροχή να μ’ ακουμπήσει

να συνδεθώ κάθε απόγευμα με στελέχη κυβερνητικά

που ξέρουν πάντα το σωστό

που θα με περιλούσουν κάθε μέρα με την ευθύνη του θανάτου

το βλέμμα τους ωστόσο ανήμπορο το ψέμα τους να κρύψει

τα μάτια όλων τους με επικρισία μας κοιτάζουν

εκμεταλλεύονται θαρρώ τις περιστάσεις με τρόπο εκπληκτικό

βλέπεις κανείς δεν στέκει πια απέναντί τους για να αντιταχθεί

 

έξω απ’ το παράθυρο να κοιτάξω

να αφιερώσω λίγο απ’ τον χρόνο που σταμάτησε το αιώνιο κύλημά του

σε θανόντες και αρρώστους και όσους μόνοι τους παλεύουνε τις ύστατες στιγμές

μ’ ένα διάταγμα μας είπαν καταργείται και η χαρά και η λύπη

και πιότερο το μοίρασμά τους αναμετάξυ μας

κι ύστερα να σκεφτώ μια νοσοκόμα

κάθε πρωί να παίζει στοίχημα με τη ζωή της

και κάθε βράδυ να μετράει δέκατα και δεκάρες

να αναρωτιέται ποιος γυμνή την άφησε στις μάχες

και τι άραγε να έχει κόστος και αξία μεγαλύτερη

από την ίδια τη ζωή

 

να κοιτάξω έξω απ’ το παράθυρο

βιαστικά στη μια μου τσέπη να χώσω αναμνήσεις και εικόνες

κι από την άλλη μου τσέπη αργά και διθυραμβικά

να ξεδιπλώσω όνειρα και σχέδια

να τα απλώσω στο χαλί

και με περίσσια ειρωνεία να συμπληρώσω αυτού του απρίλη το επιδαπέδιο παζλ

 

και επιτέλους την πόρτα να ανοίξω

έξω να βγω

να μυρίσω την ανθρώπινη οσμή

με βία να σκάψω το χώμα

και κει να ξαναβρώ

τους νεκρούς μας και τους αγώνες μας και όλα κείνα που ποτέ αιχμάλωτα δεν πιάστηκαν

σταγονίδια αόρατα ελευθερίας που θα εξατμιστούν

κι ύστερα θα πέσουν πάνω μας βροχή γόνιμη

ίσα να γεμίσουμε τα πνευμόνια μας

και τον κύκλο της ζωής να ξαναφτιάξουμε από την αρχή

todesfall

ο θάνατος

μια συνομιλία σε κενό αέρος

μια βία ανωτέρα πεσμένη στα έγκατα των χωμάτων

μια αναθυμίαση που σέρνει πίσω της κρότους

ο θάνατος

 

ο θάνατος

ανάσα σε δηλητηριασμένο νερό

εφιάλτης χωρίς το ξύπνημα του τρόμου

τραγούδι παιδικό σ’ ένα μπαλκόνι της πόλης

ο θάνατος

 

εγώ κι εσύ που δεν θα ιδωθούμε πια ποτέ

ο θάνατος

και κείνο το τραγούδι σ’ ένα αστικό μπαλκόνι

που δεν θα θέλω πια να ξανακούσω

ο θάνατος

 

μια προστριβή με την ανυπαρξία ο θάνατος

θερμόμετρο κάτω απ’ τους δέκα βαθμούς

αλήθεια που δεν έχει γυρισμό

μια πιθανότητα απευκταία

ο θάνατος

 

στιγμή ισότητας για όλους ο θάνατος

η μόνη σιγουριά μόλις γεννιόμαστε

μια φάρσα χωρίς γέλιο ο θάνατος

μια στάλα αέρα ύπουλη που κύλησε στο αίμα

ο θάνατος

 

ρεύμα αέρα παγωμένο ο θάνατος

ρυτίδα αλύγιστη στο χρόνο

όρκος της ανθρωπότητας για αιώνια λησμονιά

άγευστο δάκρυ και λουλούδια άοσμα

ο θάνατος

φουλ μουν

θα σου πω απόψε την οδό
άκουσέ με προσεκτικά
θα σου θυμίσω το δρόμο
πώς θα ‘ρθεις να με βρεις
σε ικετεύω να μ’ ακούσεις
μόνο για απόψε
μόνο απόψε ζητάω την ακοή σου
όπως αποζητούσα κάποτε το σώμα σου

θα πάρεις λοιπόν τον ίσιο δρόμο
θα διασχίσεις την ακτογραμμή
όχι όχι άκουσέ με
δεν απαιτώ να περπατήσεις πάνω στο νερό
για μένα θαύμα και θρησκεία θα ‘ταν μόνο να ερχόσουν

ο δρόμος είναι παραλιακός
θα απολαύσεις τη διαδρομή
θα περάσεις δίπλα απ’ το παλιό σχολείο
κείνο που δεν το ‘ριξε ο σεισμός
φρεσκαρισμένο σήμερα στην όψη
ένεκα οι εκστρατείες οι προεκλογικές
μα μέσα του κουφάρι έρημο
σαν εμένα που τώρα σου μιλώ

ύστερα θα περάσεις έξω από το πλούσιο ξενοδοχείο
εκεί όπου διακόπτουν τη ζωή τους οι πλουσιοπάροχοι αμερικάνοι
δες τους για μια στιγμή
ανεβασμένοι στα μπαλκόνια
τρώνε σταφύλι άνευ κουκουτσιού
φυλλομετράνε τις επιταγές τους
κι αναρωτιούνται αν ακάλυπτες θα ‘ναι για πάντα οι ζωές τους

εσύ όμως πρέπει να συνεχίσεις
θα πας ευθεία
μην μπεις στο τσιπουράδικο
θα σε μεθύσουνε με λόγια κολακευτικά
κι ίσως ξεχάσεις ύστερα σε μένα να φανείς
σε μια στιγμή ο δρόμος στρίβει
μην μπερδευτείς
εσύ ευθεία
όλο ευθεία
μέχρι να νιώσεις αλμυρίκι και θολά νερά τα πόδια σου να υγραίνουν

ύστερα φυσικά μια εκκλησία
άγιος σπυρίδωνας θαρρώ
μα εσύ μην τη ρωτήσεις τίποτα
τα ξέρει όλα τούτος ο αρχέγονος ναός
όλα όλα σου λέω
πήγα ένα μεσημέρι ξέρεις και ποτέ δεν στο ‘πα
εξομολόγηση σε τοίχο ασβεστωμένο και σε γλαρόπουλο φευγάτο

πέρνα την εκκλησία και συνέχισε ευθεία
στο σκοίνο θα ‘χω αφημένο ένα κλειδί
κι όταν στην έπειτα στροφή με συναντήσεις
ίσως να σου ‘ναι το κλειδί τελείως άχρηστο
γιατί είμαι εκεί που μ’ άφησες
ξεκλείδωτη
παντέρημη
αγέραστη κι αγέλαστη
για σένα γεννηθείσα μια τυχαία πέμπτη

όταν στρίψεις και με δεις
ικεσία σου κάνω να καμωθείς πως σου ‘λειψα
κι ας είναι πια η ζωή σου ξέχωρα πετυχημένη
μια τελευταία πανσέληνο τα μάτια μας να δούνε σου ζητώ
κι ύστερα πέτα το κλειδί
σβήσε το δρόμο από το νου σου
και πες σε όλους πως δεν υπάρχω πια
πως με φαντάστηκα να ζω και να αγαπιέμαι από σένα
και πως για πάντα από το φάντασμά μου έχεις γλιτώσει

ού γάρ οἶδα

‘’ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με·

τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν‘’

κατά ματθαίον ευαγγέλιο (19ο, 1315)

 

χαϊδεύω την κοιλιά μου

εδώ και εξήντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια

αφουγκράζομαι την αιωνιότητα που περιμένει να ξεχυθεί

το σώμα μου εποίκησε την ορμή μου

το γέλιο μου κατάργησε τη ματαιότητα

τα χέρια μου ψάχνουν κάπου να ακουμπήσουν

τα δάχτυλά μου δεν γράφουνε πια

περιμένουν κάτι να τα αποσπάσει από δω

 

παιδιά τρέχουν ολόγυρά μου

αλλά εγώ δεν έχω πια μήτρα να τα θηλάσω

πάνε χρόνια βλέπεις

που ξεπούλησα τη φύση μου για την ελευθερία

κι έτσι τώρα στέκω μόνη στο λιμάνι

υιοθετώ κάθε μέρα ένα μικρό γλαρόπουλο

– κάθε μέρα κι άλλο –

και σκορπίζω στον αέρα αγάπη και στοργή ελπίζοντας

πως κάποιος μια μέρα θα τη λάβει

 

χαϊδεύω την κοιλιά μου

εδώ και εξήντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια

νικάω τις τύψεις μου ξορκίζοντας την τέχνη με μαγεία

τίποτα όμως αιώνιο δεν πρόκειται πια να ξεχυθεί

ούτε απ’ την κοιλιά

ούτε απ’ τα δάχτυλα

ούτε καν από κείνο το κίτρινο βιβλίο με τη γελοία αφιέρωση

‘’σε σένα που γέννησες ζωή μες στη ζωή μου‘’

 

θα ‘ρθει η μέρα

θα ‘ρθει η μέρα

θα ξημερώσει εκείνο το πρωί

με έναν ουρανό κατακόκκινο από θυμό

θα ‘ρθει εκείνη η μέρα σου λέω

θα γραπώσουμε την τυχαία μας ύπαρξη από το μπράτσο

και θα τη στείλουμε να αναμετρηθεί με ύαινες δίποδες

θα ‘ρθει εκείνη η μέρα

που θα πιούμε εκδίκηση για τους που δεν πρόλαβαν να ζήσουνε

θα ξημερώσει εκείνο το δειλινό

με έναν ουρανό κατάμαυρο από σύννεφα ορμής

και κανένας πια δεν θα μπορεί να μπει ανάμεσα μας

ανάμεσα σε σένα και το νεκρό μωρό

σε μένα και τον καμένο ζωντανό αδελφό

σε σένα και την πνιγμένη φιλενάδα

θα ‘ρθει εκείνη η μέρα που θα βρέξει συνθήματα στην πράξη

τα γήπεδα θα γεμίσουν εγκλωβισμένους εξουσιαστές

πεταμένους σαν τους πρώτους χριστιανούς μες στις αρένες

χωρίς διέξοδο

και περιφρούρηση θα κάνουν

κείνα τα κουρασμένα κοριτσόπουλα ταμίες με τους κιρσούς στις όμορφές τους γάμπες

θα ξημερώσει εκείνο το πρωί

που κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσι πάσης μορφής δογματισμούς θα ισοπεδώσουμε

acınız acımızdır θα μας φωνάζουν τα αδέρφια μας από απέναντι

και καταργημένα πια τα σύνορα περίλυπα στις αποθήκες τους θα καίγονται

θα ‘ρθει η στιγμή αδελφέ μου

που το τυχαίο της ύπαρξής μας θα αρπάξουμε από το λαιμό

για να έστω για μια στιγμή τα δάκρυα των νεκρών μας δικαιώσουμε

καμαρωτοί θα πέφτουμε στις μάχες υπέρ ανθρώπων και αξιών

και ολόγυρά μας θα στήνονται χοροί στα οδοφράγματα

θα ‘ρθει η μέρα σύντροφε

που την οργή μας παιδιά αγέννητα θα δικαιώσουν

και τότε ούτε πόνος ούτε χάρος ούτε θάνατος ούτε χαμός

δεν θα χωράνε να λερώσουν την ωραία την αληθινή τη μέρα

την άνοιξη της άγριάς μας επανάστασης

άνοιξε, άνοιξη

στο νησί τα πρωινά περπατάω χωρίς να σηκωθώ από το κρεβάτι

τα μικροσκοπικά σποτάκια της κουζίνας καθρεφτίζονται στα πλακάκια

έχει από μήνες ξημερώσει κι ακόμα να φανεί ο ήλιος

περπατάω στο πεζοδρόμιο ανίδεη από πόνο

η προκυμαία της πρωτεύουσας με εμπαίζει ειρωνικά

ο νους μου στα σποτάκια της κουζίνας που κοιτάνε θαρραλέα τα πλακάκια

περπατάω με βήμα σταθερό και ανήξερο

να ψωνίσω σαρδέλα

να την τηγανίσω το μεσημέρι

να ποτίσει η μυρωδιά της τα σποτάκια της κουζίνας μου

δύο τα απλήρωτα νοίκια μου

 

τα απογεύματα στο νησί ψωνίζω από τα πανέρια των κινέζων

πατάκια και κουρελούδες ίσα για να κρύψω τη λάμψη του πατώματος

με τυφλώνουν τα πλακάκια στην κουζίνα

οι κινέζοι δεν δέχονται ποτέ παζάρια

πού ξέρεις, έτσι μπορεί να ‘ναι ο κρατικός καπιταλισμός

αταλάντευτος

απαζάρευτος

ανηλεής

 

τις νύχτες στο νησί κάθομαι μπροστά στην οθόνη μου

και ονειρεύομαι πως έχω γραφομηχανή

με βλέπω να αλλάζω τα μελάνια

να πατάω τα πλήκτρα της με δύναμη

με ονειρεύομαι να ψάχνω με απόγνωση ποιος θα την επισκευάσει

πού ξέρεις, έτσι μπορεί να ‘ναι ο κραταιός καπιταλισμός

να ρίχνει επαγγέλματα στο θάνατο

και να σκορπά τη λήθη σε ό,τι δεν αποφέρει κέρδος

απρίλη, γιατί δεν μου μιλάς;

 

κάθε ξημέρωμα σπέρνω ανέμους στο νησί

πουνέντες σήμερα, κακή ψαριά

αύριο καιρός καλός

βγείτε στα πέλαγα να αναμοχλεύσετε τα όνειρά σας

σαββατοκύριακο βροχή

χρυσή ευκαιρία για σφουγγάρισμα

ίσα να αστράψουν τα πλακάκια της κουζίνας μου

ίσα να με τυφλώσουνε τα βατ και βολτ απ’ τα σποτάκια

σήμερα μόνο προσφορά με δύο απορρυπαντικά δώρο σαπούνι και σχοινί

 

οι μέρες μου σε τούτο το νησί κυλάνε απελπισμένα εν αγνοία μου

όλα μου τα ρολόγια σταμάτησαν από καιρό να λειτουργούν

το χρόνο μου ορίζουν πια μόνο οι λέξεις οι δικές σου

μετράω το χρόνο μόνο με τις μετοχές τα επιρρήματα και κανα δυο αντωνυμίες αοριστίας

άνοιξε άνοιξη, ζυμώθηκα ανεπίστρεπτα απ’ τους πολλούς χειμώνες

 

οι μνήμες μου απ’ την πρωτεύουσα είναι πια μόνο κάτι λίστες

μετράω απώλειες ευκαιρίες γεννητούρια και δρομολόγια του ηλεκτρικού

την επόμενη φορά θα φτιάξω έναν κατάλογο

με όλα τα ζαχαροπλαστεία της αθήνας με το όνομα έντελβαϊς

θα αφήσω νύχτα σιωπηρά στην πόρτα τους έναν ανθό από ένα εντελβάις

κι ύστερα τρέχοντας πίσω στην παραθαλάσσια πρωτεύουσα θα τρέξω

για να μετρήσω όλα του λόγου σου τα μέρη

μην τυχόν και εν τῄ απουσίᾳ μου νέες ποιήσεις εφευρέθηκαν

προσοχή στο κενό μεταξύ κενού και απουσίας

 

οι μέρες μου στο νησί καθρεφτίζονται στο πλακάκι της κουζίνας μου

λάμπουν από ασπράδα

βρίθουν σιωπής

χρήζουν άμεσης βοήθειας

άνοιξε άνοιξη, μέσα σου να κλειστώ και από τα φθινόπωρα για μια φορά να αναστηθώ