του σωτήρος

[νότα look away lucifer νότα]

Η φωτογραφία είναι χαραγμένη στο κάτω μέρος της με ένα κλειδί. Η μυτερή άκρη του κλειδιού έχει γράψει πάνω της με πορτοκαλί φωσφοριζέ γράμματα ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘95. Ένα μικρό κορίτσι- μάτια κουμπότρυπες, φούστα λαμπάντα, τα πρώτα δόντια, στέκα πιο μεγάλη από το κεφάλι της- κάθεται στα πόδια ενός νέου παιδιού. Μια φωτογραφία που δεν μπήκε ποτέ σε άλμπουμ, μια φωτογραφία που κρύφτηκε για πάντα σε κάποιο εφηβικό ημερολόγιο. Μια φωτογραφία που ανάσαινε μόνο τις νύχτες. Με αναφιλητά.

Λίγα χρόνια μετά από κείνο το στιγμιότυπο, το μικρό κορίτσι είναι πια μια μικρή έφηβη. Καλοκαίρι, Ιούλιος, πανηγύρι στο χωριό. Για την υπόλοιπη Ελλάδα το κέντρο του καλοκαιριού ήταν ο Δεκαπενταύγουστος, για τούτο το σκαρφαλωμένο πάνω στο βουνό χωριό κέντρο του καλοκαιριού ήταν πάντα η γιορτή του πολιούχου του. Πρωί πρωί βάζαμε τα καλά μας, πηγαίναμε στην εκκλησία, ακούγαμε για νιοστή φορά την ιστορία του προφήτη Ηλία που ανελήφθη με το άρμα του εις τους ουρανούς, καταριόμασταν αυτόν τον περίεργο θεό που ήθελε να χάνουμε το μπάνιο μας κάθε χρόνο τέτοια μέρα, καταπίναμε με το ζόρι τη θεία κοινωνία κι επιστρέφαμε στο σπίτι για το τραπέζι. Κοκκινιστό μοσχαράκι με μακαρόνια ή σούπα. Ντάλα καλοκαίρι κι εμείς τρώγαμε βραστό. Ιθαγενείς. Το βράδυ κατεβαίναμε στην πλατεία, χαζεύαμε τους παλιούς που χόρευαν μπάλο με την ψυχή τους κι ύστερα το σκάγαμε από τα τραπέζια των γονιών μας για να κάνουμε το δικό μας πηγαδάκι στο πεζούλι έξω από την ταβέρνα, με σουβλάκι και παγωτό, δύο σε ένα ένεκα της γιορτινής ημέρας.

Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν, στο γυρισμό από την εκκλησία το μεσημέρι, η μικρή έφηβη περπατάει με δυσκολία πάνω στα παπούτσια της- ευθεία παραπομπή στο αρχαίο δράμα και τους κοθόρνους- είναι ντυμένη με κάτι ρούχα που τη φοράνε και δεν τα φοράει, αλλά έχει βαφτεί- ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της- και νιώθει όμορφη. Ενώ δεν είναι. Άχαρη ηλικία. Η οικογένεια στρώνει το τραπέζι κι εκείνη δεν θέλει να βγάλει τα καλά της ρούχα. Χτυπά η πόρτα- ψέμματα ∙ η πόρτα του σπιτιού ήταν πάντα ανοιχτή. Ο νέος της φωτογραφίας μπαίνει στο σπίτι. Ο νέος που έχει γίνει τώρα πια σωστός άντρας. Σαν τη φωτιά είσαι ζεστός, είσαι ο ίδιος ο Χριστός. Ψηλός, με μακριά σγουρά μαλλιά, καταγάλανα μάτια, το κράνος περασμένο στον αγκώνα, με ένα χαμόγελο μόνιμο κάτοικο του προσώπου του. Πέρασα να σας δω, είπε, μόλις έφτασα στο νησί. Μια μικρή, άγρια, υπόκωφη χαρά. Ένα καρδιοχτύπι από κείνα που δεν ξανάρχονται πια όταν μαθαίνεις να ζητάς ανταλλάγματα από τη ζωή για καθετί που νιώθεις. Κι ένα χαμόγελο- όχι ∙ ένα μειδίαμα.   

Χρόνια μετά. Αύγουστος. Ξημέρωνε του Σωτήρος. Ετοιμασίες από τα αξημέρωτα για την αλιάδα. Ένα ολόκληρο νησί μυρίζει σκόρδο και μπακαλιάρο. Αλιάδα χτυπημένη στο γουδί από τα χαράματα από παππού ή από πατέρα. Ποτέ σε μίξερ, θα ήταν ιεροσυλία. Είναι πρωί και οι δουλειές δίνουν και παίρνουν. Τα παιδιά κοιμούνται ακόμα. Κάποιος γείτονας μπαίνει στο σπίτι, ένα τηλέφωνο χτυπάει, για ένα δευτερόλεπτο σταματάει το σούσουρο, το ρολόι αρνείται να πάει παρακάτω. Σιωπή. Κι ύστερα μια κραυγή που σκίζει τον νησιώτικο ουρανό και πέφτει σαν πέπλο πάνω από όλο το χωριό. Το κορίτσι πετάγεται τρομαγμένο, ανοίγει την πόρτα, δεν έχει ακόμα ξυπνήσει για τα καλά, τι έγινε;

Σκοτώθηκε.  

Συνειδητοποιώ τώρα πόση διαφορά έχουν οι λέξεις που οι άνθρωποι προφέρουν για το θάνατο. Άλλος θα πει έφυγε, σωστός φυγόπονος. Άλλος πάλι θα πει πέθανε, στωικός από τους λίγους. Κάποιος άλλος θα πει μας άφησε, παραπονιάρης και ειλικρινής. Μα το σκοτώθηκε έχει μέσα του τόση βία που σου χαράζει τον πόνο κάπου, από όπου δεν θα σβηστεί πια ποτέ.

Το ίδιο απόγευμα τρία κορίτσια κάθονται στη στάση του τοπικού λεωφορείου του χωριού. Δεν έχουν ξανακλάψει πιο πολύ στη σύντομη ζωή τους. Κοιτάζονται με απορία. Ανοίγουν το στόμα χωρίς να μιλούν. Αντικρίζουν για πρώτη φορά το θάνατο. Ο νέος δεν ήταν φίλος τους, δεν ήταν καν συγγενής- ίσως πολύ πολύ μακρινός. Ήταν όμως κάποιος που μέχρι χτες γνώριζαν τη ζωντάνια του. Η βεβαιότητα και της δικής τους ύπαρξης είχε πια κλονιστεί. Η πρώτη φορά που ένα παιδί αντικρίζει το θάνατο είναι ταυτόχρονα η πρώτη φορά που καταλαβαίνει τι είναι η ζωή.

Σκοτώθηκε.

Χρόνια μετά, η μητέρα του νέου θα πει πάνω σε μια κουβέντα πως ο γιος της καμάρωνε το μικρό κορίτσι κι έλεγε πως κάποια μέρα θα το παντρευτεί. Κι ύστερα η μητέρα θα χαρίσει στο κορίτσι την παλιά φωτογραφία. Εκείνη θα πάρει το ακριβό δώρο στα χέρια της, θα χαϊδέψει με τα ακροδάχτυλα τα πορτοκαλί γράμματα που βροντοφωνάζουν ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘95– σα να λέμε ζήσε για όσο αναπνέεις γαμώ τον χριστιανικό θεό σας- και θα την κρύψει κάπου, όπου θα την βλέπει τώρα πια μόνο εκείνη.

Εσείς μιλάτε στις φωτογραφίες;

Χρόνια μετά. Φάγαμε τα νιάτα μας σε τούτο το νησί. Γυρνούσαμε από την παραλία στοιβαγμένοι ανά δεκάδες μέσα στα αυτοκίνητα. Στην είσοδο του χωριού, πάντα μια περίεργη επιθυμία. Σταμάτα να ανάψουμε τα καντηλάκια. Τα αυτοκίνητα σταματούσαν και η παρέα ξεχυνόταν στο νεκροταφείο σαν κοπάδι από ζαρκάδια. Δεν φοβηθήκαμε ποτέ. Είχαμε τον δικό μας κώδικα αφοβισιάς και αποτίαμε τον δικό μας φόρο τιμής. Άλλος στη γιαγιά, άλλος στον παππού, άλλος στη μάνα, άλλος στο μικρό του ανιψάκι. Πλησίαζα στον παππού μου και του έπιανα την κουβέντα. Καμιά φορά του σιγοτραγουδούσα το γιλεκάκι που τον θυμόμουν σαν χτες να το τραγουδάει. Κράτησα αυτήν την περίεργη συνήθεια μέχρι σήμερα. Ένα το καντηλάκι του παππού, ένα της γιαγιάς της φιλενάδας μου, ένα του παππού της παλιάς μου αγάπης. Και πάντα το καντηλάκι του νέου. Έφευγα από το νεκροταφείο ξαλαφρωμένη.

Πώς να φιλιώσεις με τον γαμημένο τον θάνατο;

Χριστιανικέ θεέ δεν σε χρειάζομαι πια. Κι εσείς πατριώτες χριστιανοί φάτε τη σκόνη μου. Λατρεύετε έναν Χριστό που δεν τον είδατε ποτέ, και ούτε πρόκειται. Και σας διαφεύγει πως οι θεοί είναι άνθρωποι. Εγώ τον δικό μου Χριστό τον γνώρισα. Και θα τον παντρευόμουν.

Ώρα σου καλή.

Advertisements