sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Month: Οκτώβριος, 2013

α-έρως

αγαπώ το γράμμα άλφα.

τον τελευταίο καιρό θαρρώ πως έχει καθίσει στο ταβάνι του σπιτιού μου και τις νύχτες με κοιτάζει περιπαιχτικά. όχι, δεν μου στερεί τον ύπνο, ούτε μου προκαλεί εφιάλτες, μόνο τρυπώνει παιχνιδιάρικα στη νόησή μου και κατασκηνώνει παρανόμως και ελευθέρως στα όνειρα του μέλλοντός μου. κι εγώ, που δεν θέλω πολύ για να ενθουσιαστώ με κάθε τι που αντιτίθεται στη δράση και προκαλεί αντίδραση, πετάω τη στολή της αστυνομίας της σκέψης, σβήνω αβλεπεί το πρόστιμο της ελεύθερης κατασκήνωσης και κουλουριάζομαι στη φωτιά πλάι στο άλφα μου, ξεκινώντας το τραγούδι.

το άλφα είναι εύηχο, καλπάζει ελεύθερο μέσα σε λέξεις, σκέψεις και τοπία, για να σου θυμίζει ότι πρώτα από όλα και πριν από όλους όταν βγήκες από κάποια μήτρα εκείνο ήρθε και σε συνάντησε, ψιθυρίζοντάς σου άδολα στ’ αυτί, μην με ξεχάσεις όταν κυλήσουν τα χρόνια, να θυμάσαι πάντα ότι εγώ ήρθα και σε σύστησα με την ελευθερία σου από την αρχή, και να θυμάσαι ακόμα πως όσο και να προσπαθήσουν οι άνθρωποι από δόλο, από μίσος, από αγάπη και από ασφυξία ακόμα να σε κλείσουν σε κλουβιά, εσύ θα μπορείς πάντα να επιστρέψεις στην αλήθεια.

γεννιέσαι με το γράμμα άλφα στο στόμα, πριν μάθεις τι είσαι ξέρεις την ελευθερία, άλλο που μετά τα λησμονάς όλα αυτά, λίγο να μάθεις να περπατάς, λίγο να αρχίσεις να πιστεύεις σε προφήτες, λίγο να σε αγγίξει ένα χάδι ερωτικό, λίγο να μην βγαίνει ο μήνας με τις δόσεις του δανείου, βυθίζεσαι σε μια γκρίζα, πηχτή λήθη με περιορισμένους ορίζοντες, βορείως το γραφείο, στη δύση η τράπεζα, νοτίως το σαββατοκύριακο και στην ανατολή οι αγάπες. βέβαια κάπου κάπου κάτι σε ενοχλεί, μια έλλειψη σου σκαλίζει τις αρτηρίες και τρέχεις στους γιατρούς γιατί νομίζεις ότι ένα χάπι θα σε σώσει από τις τύψεις ότι κάτι έχεις ξεχάσει, κάτι δεν κάνεις καλά, αλλά οι γιατροί και τα σιρόπια είναι καλοπαιγμένες θεατρικές παραστάσεις, γιατί αυτό που σου τρυπάει το στομάχι δεν είναι βακτηρίδιο αλλά υπερσυγκεντρωμένο οξυγόνο που σκάει και θέλει να βγει από μέσα σου.

συνήθως ο από καιρό συμπιεσμένος αέρας εξέρχεται δια μέσου ενός χαμόγελου και σε ανακουφίζει. όταν χαμογελάς χωρίς λόγο, τότε- φευ- έχεις γύρω στα τρία εκατομμύρια λόγους να χαμογελάσεις. γιατί τότε απλά έρχεται προς το μέρος σου το άλφα σου, εισέρχεται στο νου σου χορεύοντας κάτι σαν μπαϊντούσκα νομίζω- δεν είμαι και πολύ σίγουρη για το χορό, σίγουρα είναι κάτι ρυθμικό, πρωτόγονο, περήφανο και σχεδόν βίαιο- και δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να υποταχθείς στην αλήθεια σου και να απελευθερώσεις το φυλακισμένο οξυγόνο, δίνοντας χώρο σε καινούρια οξυγόνα. το ξέρω και το ξέρεις πως τα νέα οξυγόνα ίσως κυλήσουν όμορφα, ίσως παραστρατήσουν, ίσως πάλι και να οξειδωθούν κατά λάθος μερικές αρτηρίες σου και να χάσεις κάνα δυο αγγεία πολυκαιρισμένα, αλλά σημασία έχει πως το παλιό αφήνει χώρο για το νέο, ενισχύοντας την παντοδυναμία της αρχής διατήρησης της ενέργειας.

και μη νομίσεις πως αν δεν κινείσαι δεν διακινδυνεύεις να παλέψεις με νέους ανέμους, γιατί η ενέργεια αλλάζει μορφή πιο συχνά κι από το δία, και ακόμα κι εκεί που στέκεσαι ακίνητος χωρίς να ανασαίνεις, γιατί ο τρόμος σου κόβει τα ήπατα και η ρουτίνα σε καταπίνει λες και βρίσκεσαι στη λίμνη του λοχ νες, εκλύεις ενέργεια· κι ακόμα κι έτσι να σταθείς, σαν ένας φοβισμένος κυρ παντελής που δε σηκώνει τα μάτια του στον ουρανό παρά μόνο ψαχουλεύει με τα ακροδάχτυλά του τις τσέπες του για να βρει ανέλπιστα λίγα ψιλά κι από κει- φευ- να πάρει λίγο θάρρος, τα νέα θα σε βρουν, ο κόσμος θα πάει παρακάτω, το οξυγόνο θα ενωθεί με το υδρογόνο και το νερό θα προσπαθήσει για άλλη μια φορά να σε ξεπλύνει.

η μάχη με το διοξείδιο του άνθρακα είναι σκληρή αλλά τα πλατάνια νικάνε εδώ και αιώνες. κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ένα καλό νέο.

επανέρχομαι στη λέξη που γεμίζει το σκεπτόμενο μυαλό αφρούς από αποκριάτικο πάρτι και το μη σκεπτόμενο στόμα από αφρούς ζήλειας.

το άλφα λοιπόν συνηθίζεται να αποκαλείται στερητικό από τους φιλολόγους. καταλαβαίνω το λόγο της ονομασίας αυτής, αλλά αισθάνομαι πως η στέρηση προϋποθέτει το αντίστροφό της. πρέπει να έχεις κάτι για να νιώσεις την έλλειψή του και αντιστρόφως· πρέπει να σου λείπει κάτι για να το κυνηγήσεις με όλες σου τις δυνάμεις. καταλήγω λοιπόν στο συμπέρασμα πως εντέλει η έκβαση της στέρησης είναι θετική. αν θες να χαμογελάσεις θα ψάξεις να βρεις την αιτία που σου στερεί το χαμόγελο και θα τη φέρεις στα μέτρα σου προκειμένου να αισθανθείς αυτό που σου λείπει. να χαμογελάσεις, να απελευθερώσεις το φυλακισμένο σου οξυγόνο και για μια ελάχιστη στιγμή- την ώρα που παρκάρεις και τραβάς το χειρόφρενο, την ώρα που ο φίλος σου μοιράζεται ένα καραφάκι καλή κρητική ρακή μαζί σου, την ώρα που ανταλλάζεις σωματικά υγρά με εκείνον που το κορμί σου επιθυμεί να ενωθεί, την ώρα που σου χαμογελάει μια άγνωστη κοπέλα στο δρόμο γιατί την άφησες να περάσει το δρόμο ενώ το φανάρι τη διέταζε επιτακτικά να σταματήσει- για εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή να νιώσεις καλά.

το καλά είναι μια πανέμορφη και παρεξηγημένη λέξη. εξόν του ότι περιέχει δύο ολάκερα άλφα μέσα της κι αν εξαιρέσεις επίσης ότι την ντύνουμε ψεύτικα και την πετάμε σαν μπαλάκι της επιτραπέζιας αντισφαίρισης καθημερινά ο ένας στα μούτρα του άλλου χωρίς να τη νιώθουμε, είναι μια λέξη που περικλείει πολλή ομορφιά και ελευθερία.

λέξη αλφάδι.

νομίζω πως μπορούμε αν θέλουμε να θυμηθούμε εκείνη την πρώτη λέξη που ακούσαμε βγαίνοντας από εκείνη τη μήτρα που μας αγάπησε κατόπιν με το δικό της απαράμιλλο τρόπο, να δώσουμε χώρο και χρόνο στο άλφα εντός μας να ριζώσει και να απλώσει τα κλαδιά του πέρα από τους στενούς μας ορίζοντες, για να μας θυμίσει έτσι πως όλα είναι δρόμος, πως ο ορίζοντας είναι απλώς ένα τέχνασμα των ζωγράφων και των απανταχού θεών, πως στην πραγματικότητα τα όριά μας δεν υφίστανται, πως είμαστε ελεύθεροι.

και να μην τρομάξουμε βέβαια με αυτήν τη διαπίστωση, αλλά να πάμε να παίξουμε σε μια παιδική χαρά αφήνοντας σύννεφα ολόκληρα από τα οξυγόνα μας, που ανεβαίνοντας στον ουρανό θα ενώνονται με τα οξυγόνα των άλλων ανθρώπων φτιάχνοντας το πιο πολύχρωμο και δυνατό αερόστατο που είδε ποτέ άνθρωπος. ένα αερόστατο που θα ανεβαίνει και θα αφήνεται να παρασύρεται από τους ανέμους χωρίς να ξεχνάει το σκοπό του, που θα είναι να μας παρακολουθεί από ψηλά να ξαναβρίσκουμε ο καθένας το δικό του άλφα, να το βάζουμε μέσα σε έναν κύκλο και να του δίνουμε κάθε μέρα κι από ένα διαφορετικό χρώμα.

λέω απλά να φτιάξουμε το δικό μας ζέπελιν·

λέω απλά πως το άλφα είναι μέσα μας, πως είναι αναγκαίο για την επιβίωσή μας να χαμογελάμε, πως ό,τι στερηθήκαμε έχει από καιρό έρθει η ώρα να το απαιτήσουμε, πως αρνούμαι να ξεχάσω τους νεκρούς ήρωες της δικής μου γενιάς που άφησαν αποτυπώματα ανεξίτηλα σε ταράτσες, πλατείες, δρόμους και πορείες και πως γι’ αυτούς και για όλους εμάς ήρθε ο καιρός να ξεκινήσουμε.

 από το άλφα.

Ψ.


Η λαχτάρα για καυτό νερό

είναι η διαφορά ανάμεσα

σε χειμώνα και σε καλοκαίρι

 

αν καθώς νυχτώνει

σηκώσεις τα μάτια στον ουρανό

τότε ανάμεσα απ’ τα κτίρια

– κτίρια, κτήρια, πες τα όπως θέλεις-

της θεμιστοκλέους θα δεις σύννεφα

σημάδι από το αύριο

κι εσύ όπως θες θα το ερμηνεύσεις

όλοι πυθίες είμαστε

ή βαρύς χειμώνας έρχεται

θα πεις

ή ξημερώνει κι έννοια σου

 

περπάτησα στα μέρη μας απόψε

κι έψαξα παντού μήπως σε βρω

ήθελα μόνο να στο πω

για να μη νομίσεις πως σε ξέχασα

 

η εύκολη λύση είναι να ξεχάσεις

η δύσκολη να πνιγείς

και η μέτρια να αναπνεύσεις

                                       πάλι

 

συγγνώμη που ανέπνευσα

 

είναι ωραίες οι πέμπτες μας

αγχωμένες και αγχώδεις

χίπικες

βαρύ το αύριο γι’ αυτό ας ζήσουμε το σήμερα

 

λοιπόν τα μοίρασα·

 

οι πέμπτες είναι χίπισσες

την παρασκευή κατεβαίνουμε στο τρίτο υπόγειο

                                                στο σπίτι του λαού

το σάββατο θα πιούμε σοσιαλισμό

                                                   απ’ το μπουκάλι

την κυριακή θα αυτοκτονήσουμε

                                 με ευλάβεια δεξιά και λαϊκή

οι άλλες μέρες μυρίζουν φασισμό

 

μόνο την τρίτη το απόγευμα

εκεί

στη μέση του πουθενά

σηκώνεις το βλέμμα πάνω απ’ τα κτήρια

– κτήρια, κτίρια, πες τα όπως θες-

και τραγουδάς μόνος

το εμβατήριο της αναρχίας

 

αλλά ντρέπεσαι να κλάψεις

– και σιγά μην έχει εμβατήριο η αναρχία

ίσως μόνο μια νότα

αυτήν του διαπασών

για τους κουφούς-

 

γιατί όταν κλαις

θυμίζεις την ιτιά

κι εσένα σου αρέσανε πάντα τα πλατάνια

για να θυμίζεις τον πατέρα

για να θυμάσαι τον πατέρα

 

η διαφορά ανάμεσα στα είκοσι και τα τριάντα

είναι η επιθυμία να λες ιστορίες

– ίσως πάλι και η λαχτάρα για καυτό νερό-

όταν είσαι είκοσι

θες να τις ζεις

όταν είσαι τριάντα

θες να τις θυμάσαι

ή θες

να μπορείς να τις διαγράφεις

 

τα είκοσι περνάνε αργά

τα τριάντα τρέχουν τρομαγμένα

 

κάναμε κύκλους κάτω απ’ τα μάτια

όχι από κιμωλία φτιαγμένους

κι ακόμα

ελπίζουμε

 

μα οι κύκλοι δεν σβήνουν πια

 

οι ακτίνες των κύκλων μας

συναντιούνται κάπου κάπου

έχουν για τυπικό χαιρετισμό τους το τρία κόμμα δεκατέσσερα

«πι»,  λέει η μία στην άλλη

και το λάθος μας ήταν

ότι αφήσαμε τη διάμετρο να κάνει κουμάντο

 

όσο πιο μεγάλος ο κύκλος

τόσο πιο σπουδαίος ο νομοθέτης

 

με έχει πιάσει μια μανία

γεροντίστικη

ανάλυση

αναλύω τις λέξεις

νόμο   θέτης

 

να μάθουμε να συνθέτουμε

όχι άλλη ανάλυση

μόνο

σύνθεση

 

κι αυτή η λέξη

τι ρήμα!

θέτω

πάει και χώνεται παντού

συνταιριάζει με όλες τις λέξεις

βολεύεται παντού

 

με ενοχλεί

το ρήμα θέτω

 

ίσως πάλι να το ενοχλώ κι εγώ

 

είμαι ενοχλητική

αλλά δεν γίνεται να κάνεις ταίρι με όλες τις προθέσεις

 

νάτη πάλι η ίδια ρίζα

 

να βρούμε τη ρίζα του καλού

και να τη μεταφυτέψουμε

σε γλάστρες

σε μποστάνια

σε ζαρντινιέρες

και σε μαχαίρια

 

κι ίσως τότε να λυθεί το μυστήριο

της πυγολαμπίδας

του ιππόκαμπου

και του ψαριού

 

ψ

όπως ψάχνω

όπως ψέμμα

όπως ψίθυρος.

 

για την Ψυττάλεια Β

κεφαλαιο

1376627_10201138032547816_145328025_n

τώρα τελευταία μου λιγόστεψαν οι νορμάλ οι σκέψεις, οι καθημερινές, οι επηρεασμένες από τα τρέχοντα, μίζες, πασόκ, φασίστες, νεοναζί, ανακριτής, εισαγγελέας, φτύνω, μαχαίρι, εγκληματίες, όλα τούτα τελωσπάντων που φαίνεται πως ανέλαβαν πια να φέρουν εις πέρας οι τηλεοράσεις, όπου κι αν ανοίξεις ακούς σοκ και δέος για τα εγκλήματά τους, και δεν είναι ότι δε λένε αλήθεια, αλήθεια λένε, αλλά να, όταν η αλήθεια βγαίνει από τα δικά τους στόματα είναι κάπως ψεύτικη, χάνει ουσία και νόημα, ξέρεις ότι τώρα που σου λένε την αλήθεια οι ζωές έχουν πια χαθεί, ξέρεις ότι τώρα που δηλώνουν ξαφνικά άνθρωποι όλοι αυτοί οι υπουργοί και οι μπάτσοι και οι ανακριτές και οι δημοσιογράφοι είναι πια αργά, γιατί ο παύλος και ο σαχτζάτ και όσοι άλλοι ποτέ δεν απέκτησαν όνομα δεν είναι πια εδώ, κι αυτοί το κάνουν γιατί τους συμφέρει, μη νομίζεις ότι συγκινήθηκαν·

αν ήξερε ο κόσμος να κλαίει δεν θα φτάναμε ποτέ εδώ. αλλά βλέπεις, μάθαμε καλά μαθηματικά και ξεχάσαμε πώς είναι να μην ξέρεις να μετράς, από διαίρεση να μην σκαμπάζεις το χριστό σου, κι όλο να σου μένει ένα υπόλοιπο που άμα το προσθέτεις με το πηλίκο και το πολλαπλασιάζεις με το διαιρέτη να αρνείται να σου δώσει το διαιρετέο, κι εσύ να μην ξέρεις τι να το κάνεις, να κυλάει ο χρόνος κι ο μαθηματικός να στέκεται πάνω από το κεφάλι σου απειλητικά, σε μισή ώρα θα σας πάρω τα γραπτά να γρυλίζει, κι εσύ να κατουριέσαι από την αγωνία, αχ και να μπορούσες να ξεκολλήσεις από το χαρτί αυτό το υπόλοιπο, να το χώσεις στην τσέπη σου, να το πάρεις στο σπίτι και να κάνετε παρέα· και τίποτα να μην σας νοιάζει πια· κι ο μαθηματικός να σου κοτσάρει ένα είκοσι καμαρωτό καμαρωτό κι ο μπαμπάς να σου αγοράσει εκείνο το τετράδιο με το χρωματιστό χαρτί και όλα να κυλήσουν όμορφα μέχρι το σαββατοκύριακο, για μετά δεν σε νοιάζει, γιατί τα σάββατα είναι πάντα όμορφα και οι κυριακές είναι πάντα ετοιμοθάνατες·

μάθαμε να μετράμε που λες, γίναμε άριστοι οικονομολόγοι, προσθαφαιρούμε ζωές, τόσοι άνεργοι μείον τόσοι από τις ταράτσες επί τόσους μισθούς που γλιτώνουμε δια τον αριθμό εκείνων που την κάνουν κάθε μέρα για το εξωτερικό με ρυθμούς μαύρου πάνθηρα, κάπως έτσι έρχεται μάλλον η ανάπτυξη· έβλεπα χτες τον υπουργό των οικονομικών στην τηλεόραση, μου φάνηκε κάπως χαζούλης, κάπως σαν να τον λυπήθηκα, τον ρωτούσε ο κόσμος γιατί δεν έχει λεφτά να βγει ο μήνας κι αυτός όλο για τις τράπεζες έλεγε, ότι πάνε καλά οι τράπεζες, και ότι τα πλάνα της κυβέρνησης όπου να ‘ναι θα πραγματωθούν, και κάτι βλακείες γενικώς, άλλα αντ’ άλλων, και καληνύχτισα κι εγώ τη μαμά μου και της είπα να κλείσει την τηλεόραση γιατί δεν υπάρχει νόημα, και πήγα και ξάπλωσα και συνέχισα το βιβλίο μου, ο αρχηγός των ατάκτων, μόνο τον τίτλο να διαβάσεις σε εξάπτει ερωτικά, ίσως να φταίει που εγώ δεν ήμουν άτακτη μικρή, ίσως πάλι να υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν και σημάδεψαν αυτόν εδώ τον τόπο κι ας κρέμασαν οι εχθροί τους τα κεφάλια τους στις πλατείες, ήταν ήδη πολύ αργά, γιατί ό,τι ήταν να κάνουν το είχαν κάνει ήδη, ένα κεφάλι κρεμασμένο σε μια πλατεία δεν σημαίνει τίποτα απολύτως όταν έχεις σπείρει σε καρδιές και σε ψυχές την ελευθερία, ήταν άτακτος που λες, ο πιο υπέροχος συνδυασμός είναι αυτός· και κομμουνιστής και άτακτος·

κάτι τέτοια σκέφτομαι τον τελευταίο καιρό, άσχετα με την καθημερινότητα και με όσα ζούμε, αλλά εγώ κάπως έτσι ήμουν ανέκαθεν, πήγαινα λίγο ανάποδα, αναλάβανε όλοι τούτοι οι απαίσιοι άνθρωποι το κατηγορητήριο κατά του φασισμού, ο υπουργός της αμυγδαλέζας να δηλώνει αντιφασίστας, φτάσαμε πλέον στο σημείο όπου ακόμα και η ειρωνεία κατεβαίνει από το πούλμαν μας, ανάβει τσιγάρο και φωνάζει «φύγετε, συνεχίστε μόνοι σας, εγώ θα αράξω εδώ», να ‘σου και οι δημοσκοπήσεις, πόσοι θέλουνε τσίπρα, πόσοι γουστάρουν ακόμα σαμαρά, τι πιστεύουν τώρα πια για τους νεοναζί, κι εγώ θέλω μόνο να βγω στους δρόμους και να τους αρπάξω όλους από το λαιμό, και να φωνάζω μέσα στα μούτρα τους, φτύνοντας· «είσαι νεοναζί; λέγε ρε! ψηφίζεις φασίστες; τους ψήφισες; θα τους ξαναψηφίσεις; λέγε ρε τέρας!»· ξέρω τι θα μου πεις, να μην είμαι βίαιη, να μην ξεσπάω έτσι, να σου πω κάτι, βαρέθηκα τις συμβουλές, κοίτα τριγύρω σου, πέφτουν. όλα.

κι άλλα πράγματα σκέφτομαι, πράγματα που δεν ενδιαφέρουν κανέναν, αλλά πού ξέρεις, ίσως κάποτε κάποιος να τα σκέφτηκε ή να τα σκεφτεί στο μέλλον, σκέψου που λες να μην υπήρχανε σημεία στίξεως· εγώ αρχίζω και μισώ τα κόμματα, πρώτον γιατί μου θυμίζουνε τα άλλα κόμματα, τα αστικά, και δεύτερον γιατί ποτέ δεν σε αφήνουνε τα ρημάδια να τελειώσεις κάτι, όλα μισοτελειωμένα, όλα μίζερα, όλα to be continued, όλα στρογγυλεμένα και στριμωγμένα σε ασύνδετα σχήματα λόγου, έλα μου όμως που εγώ ψάχνω σύνδεση, ψάχνω να βάλω μια τελεία κάπου, «εγώ δεν είμαι χρυσαυγίτης, αλλά», πάρτε το χαμπάρι επιτέλους πως συνήθως ό,τι προηγείται του αλλά αυτοανατρέπεται κατόπιν από μόνο του.

ή σκέψου ας πούμε να μην υπήρχανε τόνοι και οι λέξεις να τονίζονταν από αυτόν που τις διαβάζει. το δικό μου το αλλά να είναι το δικό σου το άλλα, το δικό μου κεφαλαίο γράμμα να είναι το δικό σου το κεφάλαιο του μαρξ, και τώρα που το σκέφτομαι να μην υπήρχαν κεφαλαία γράμματα, όλα να γράφονταν με μικρά, όλοι να ήμασταν ίσοι, όλοι να ξέραμε πόσο μικροί ήμαστε στην πραγματικότητα· κι έτσι θα καταλαβαίναμε πόσο ανάγκη έχουμε ο ένας τον άλλον και θα νιώθαμε τη δύναμή μας. δεν χρειάζεται να είσαι μεγάλος για να είσαι δυνατός. δεν χρειάζεται να βροντοφωνάζεις το μέγεθός σου για να είσαι σημαντικός.

πήξαμε στους φωτεινούς παντογνώστες αδερφάκι μου, όλοι ξέρουμε τα πάντα, την αλήθεια την κατέχουμε όλοι, γνωρίζουμε όλοι τους ενόχους της μαρφίν, είμαστε όλοι εισαγγελείς, τον ποινικό κώδικα τον παίζουμε ξαφνικά όλοι στα δάχτυλα, από δημοσιογραφία να σου πω εγώ το σωστό, αχ και να ήμουνα εγώ πρωθυπουργός θα ‘ξερα τι να κάνω, είμαστε έθνος ειδημόνων·

μα δεν αντέχεται αυτή η πολυπραγμοσύνη περί ασχετοσύνης.