sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Month: Δεκέμβριος, 2013

διάολε, φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το θεό*

1236633_10201028339805566_456309227_n

Δεν πιστεύω στα όνειρα. Έχω εκπαιδεύσει τα όνειρά μου να πιστεύουν αυτά σε μένα.

Σήμερα, την τελευταία νύχτα του χρόνου -σύμφωνα πάντα με τον ανθρώπινο τρόπο μέτρησής του- είδα περίεργα όνειρα.

Το πρωί πετάχτηκα από το κρεβάτι ακούγοντας το κουδούνι. Άκουσα δύο κορίτσια να λένε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς στον πατέρα μου. Σκέφτηκα πως τα κάλαντα αυτής της μέρας μου αρέσουν πιότερο από τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Η αλήθεια είναι πάντως, πως ποτέ δεν κατάλαβα τους στίχους τους. Κρυφοκοίταξα από τη γωνιά του δωματίου μου και άκουσα τον πατέρα μου να λέει στα παιδιά πως δεν έχει ψιλά, οπότε προτείνει να τους δώσει ένα εικοσάρικο και να του δώσουν πίσω είκοσι-πέντε ευρώ σε ψιλά. Ακολούθησε το γάργαρο γέλιο των κοριτσιών· μα δεν έχουμε τόσα λεφτά πάνω μας! Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το γέλιο. Τους έδωσε μερικά ψιλά και τους ευχήθηκε καλή χρονιά και καλή πρόοδο. Αιώνιος δάσκαλος. Κρυφογελούσα όσο ντυνόμουν να πάω για δουλειά.

Μα πού το βρίσκει το κέφι για πλάκα πάντα; Μάλλον εκεί που το χάνω εγώ. Πάντα.

// Στο πρώτο όνειρο δύο γυναίκες αστυνομικοί στάθηκαν έξω από το παράθυρο του σπιτιού μας και με πυροβόλησαν όχι μία αλλά τέσσερις φορές ενώ ο πατέρας μου προσπαθούσε να με σώσει. Δεν έμαθα ποτέ αν πέθανα. Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Δεν είσαι εκεί για να τον νιώσεις. Πεθαίνεις για τους ζωντανούς. Αλλά πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; Και είναι άραγε το ίδιο να πεθαίνεις και το ίδιο να σε σκοτώνουν; Όπως και να ‘χει. Χρόνια πολλά, Χάρε. Χρόνια καλά, Μαρμαρένια Αλώνια. //

Κατήντησα πιο γραφική κι από το χιονοδρομικό κέντρο του Χελμού. Ο κόσμος μου εύχεται καλή χρονιά κι εγώ αντεύχομαι καλό κουράγιο. Η γιαγιά μου που διανύει το εκατοστόν έτος της ζωής της σίγουρα απαντάει πιο αισιόδοξα από μένα. Η φίλη μου η χοντρούλα με πήρε τηλέφωνο τα Χριστούγεννα για να μου ευχηθεί φοβόταν την αντίδρασή μου.

«- Χρόνια πολλά σίνε λέγκε, καλά Χριστούγεννα!

– Ρε δε μας παρατάς κι εσύ και τα Χριστούγεννα και ο Χριστός σου;

– Ρε σίνε λέγκε, ούτε καν σήμερα δε δίνεις μια άφεση αμαρτιών στον κόσμο που θέλει να βγει έξω, να διασκεδάσει, να μεθύσει, να παίξει χαρτιά;

– Όταν όλος ο κόσμος καίγεται, εμείς χτενιζόμαστε χοντρούλα. Η σκέψη μου με τους που δεν έχουν τόπο. Ούτε ελπίδα. Ούτε ζωή. Ούτε απόψε, ούτε αύριο.»

// Στο δεύτερο όνειρό μου ήρθε κάποιος από τα παλιά. Από τα πολύ παλιά. Από τα παιδικά, πολύχρωμα χρόνια. Κάποιος που με όρους ανθρώπινης κουλτούρας δε ζει πια. Ήρθε, κάθισε δίπλα μου, με αγκάλιασε και με ρώτησε τι κάνω. Του χαμογέλασα. Αισθάνθηκα ευτυχία που τον ξαναβρίσκω μετά από πολύ καιρό. Ξαναζωντάνεψε. Ή ίσως να ξαναζωντάνεψα εγώ. Τα χαμόγελα στα όνειρά μας διαρκούν πολύ περισσότερο από ό,τι στον ξύπνιο μας. Το χαμόγελο αυτού του ονείρου με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δέκα ώρες μετά. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. //

Στο νησί μου σήμερα ο κόσμος εύχεται καλή αποκοπή.

Η αποκοπή είναι μία έννοια πολυσήμαντη και αόριστη.

Στο νησί μου γενικώς -και συγχωρέστε μου τη χρήση κτητικών αντωνυμιών, δεν το εννοώ στ’ αλήθεια ότι κατέχω κάτι- μας λένε τρελούς. Όπως ο ζωντανός λέει τον πεθαμένο νεκρό γιατί αλλιώς δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο, έτσι και οι δήθεν λογικοί μας λένε τρελούς γιατί τους φαινόμαστε κομματάκι νεραϊδοπαρμένοι, ανεξήγητοι, ζαβολιάρηδες. Το ξέρετε φυσικά πως η λέξη ζαβολιά ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη λέξη διάβολος, έτσι δεν είναι;

Σας τρομάζει η λέξη διάβολος όσο σας ερεθίζει η λέξη θεός. Αλλά το δίφραγκο έχει πάντα δύο πλευρές. Κι αν δεν μπορείτε να αποδεχθείτε πως μπορείτε να είσαστε εσείς οι θεοί της ζωής σας, τότε θα πρέπει να χωνέψετε πως ούτε διάβολοι μπορείτε να είστε. Ας παραμείνετε πάντα μέτριοι. Χρυσοποίκιλτες μετριότητες που αναμένουν το μάννα εξ ουρανού, πατάνε στη γη και ονειρεύονται να πετάξουν μόνο όταν πεθάνουν και γίνουν άγγελοι.

Εμένα πάντως οι άγγελοι με τρομάζουν λίγο γιατί είναι λέει άφυλοι. Και άμα είσαι άφυλος -τουτέστιν δεν έχεις γεννητικά όργανα- δεν μπορείς να κάνεις έρωτα. Και όχι μόνο δεν μπορείς να κάνεις έρωτα, αλλά δεν έχεις καν την επιθυμία για τον έρωτα. Τώρα αν εσάς αυτό σας ακούγεται παραδεισένιο, εμένα μου φαντάζει αληθινή κόλαση.

Όπως καταλαβαίνετε, κάνω τα πάντα για τον αφορισμό μου, γιατί εγώ κάθε καλοκαίρι που πατάω το πόδι μου στο νησί πλησιάζω με ανατριχίλα το άγαλμα του Αντρίκου και χαϊδεύω με τα ακροδάχτυλα το κρύο υλικό. Κι ύστερα κάθομαι και του μιλάω. Του λέω τα νέα του χειμώνα που πέρασε, αν και συνήθως τα ξέρει από πριν.

Σίγουρα παίζει δάχτυλος της Ασφάλειας και κάπου εδώ κολλάει και το αποψινό μου όνειρο με τις μπατσίνες που με πυροβολούσαν με μένος. Αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθα πόνο.

Στα όνειρα δεν πονάς.

Τα εκπαιδευμένα να πιστεύουν σε μένα όνειρά μου έκαναν απόψε για λογαριασμό μου τον απολογισμό της χρονιάς.

Ζωντανέψτε τους νεκρούς σας και τα πεθαμένα από καιρό όνειρά σας. Αφήστε τα να ζήσουν μέσα από σας.

Ας μην ξεχάσουμε.

Κανέναν.

Καλή αποκοπή, σύντροφοι.

*στίχος από το Αιρετικό του Γιάννη Αγγελάκα

Advertisements

Από-λυσις

η δουλειά ειναι χαρα μονο για τα αφεντικάIMG_3646

̃

μπήκα στο γραφείο φορώντας το χαμόγελο της ενοχής

άργησες· μου βρυχήθηκε

διάβαζα τη νύχτα και ξημέρωσε

για τη δουλειά μας;

περίπου· διάβαζα τους Δικαίους

-είναι ένα έργο του Καμύ, θεατρικό…-

εδώ είμαστε δικηγόροι κι όχι δίκαιοι

για άλλο λόγο σε πληρώνω

 

ήθελα να απαντήσω μα άξαφνα κατάλαβα πως το στόμα μου δεν άνοιγε

όση ώρα μου μιλούσε πήρε βελόνα και κλωστή ατσάλινη

και μου έραψε τα χείλη.

 

τώρα που τελείωσε η εποχή

τα φοβάμαι τα χρόνια που έρχονται

τρέμω αυτούς που την εξουσία απ’ τα χέρια των παλιών θα τη γραπώσουν

και χειρότεροι δυνάστες της ελευθερίας μου θα γίνουν

τρέμω τους νέους εξουσιαστές της εποχής μου

αυτοί που από το περιθώριο περάσανε

με λύσσα πιο περίσσια θα παλέψουν να το σβήσουν

 

μα άκαφτη, άκοπη, ακάματη, παντοδύναμη, ατσάλινη κλωστή,

εγώ θα σε λύσω

μια για πάντα.

 

̃

ο εγκαλών, η έγκλιση και το έγκλειστον

καλώ, κλίνω, κλείνω

ενώνω τις τρεις λέξεις με σχοινιά

κι εμφανίζεται μπροστά μου

ένα τρίγωνο σκαληνό

 

τηλεφωνώ στον πυθαγόρα·

ένα καινούριο πυθαγόρειο χρειάζομαι

μακριά από ορθές γωνίες και ορθούς ανθρώπους

ένα θεώρημα για μας τους σκαληνούς, τους άνισους, τους που γονατίσανε

 

ο μαθηματικός που καλείτε απουσιάζει σε κάποιο όργιο

παρακαλώ καλέστε αργότερα

ή έστω

ένα μήνυμα αφήστε μετά τον ήχο του γκονγκ

 

έβαλε ψύχρα απόψε

πού είσαι ευκτική να σκεπαστώ

να με ζεστάνεις

με την απάτη σου

 

σηκώθηκε νωρίς απ’ το κρεβάτι

πετάχτηκε από τον εφιάλτη πως κάποιος, κάπου, κάποτε

μαχαίρι στου παιδιού της το στήθος κάρφωνε

αποκλείεται· το παιδί μου θα τραγουδάει για πάντα

 

σηκώθηκα κι εγώ νωρίς

άνοιξα την ντουλάπα μου

διάλεξα έγκλιση, χρόνο και αριθμό

φόρεσα βιαστικά μια προστακτική

 

ανάγκασα το σώμα στον παρακείμενο να γυρίσει

διπλοκλειδώθηκα στο αμάξι του ενικού και ανέβασα το τζάμι

ούτε ήλιος, ούτε περαστικός να μην μπορεί να με αγγίξει

πράξη συντελεσθείσα και στο παρελθόν τετελεσμένη·

 

είστε ο εγκαλών;

ναι, μάλιστα·

σας εγκαλώ που με ρημάξατε

μα όση σάρκα μου απέμεινε στη μάχη θα τη ρίξω

 

μοιάζουμε με τα δόντια που κλειδωμένα μέσα στα ούλα κρυφτό μας παίζουν

έχουνε δύναμη υπόγεια

σπρώχνουν τα άλλα δόντια

και δονήσεις πόνου στέλνουν στο μυαλό

 

όταν οι έγκλειστοι ξεσπάσουν

όταν οι εγκλίσεις ξαποστάσουν

όταν ο εγκαλών την έφεση κερδίσει

όταν θα στήσεις πανηγύρι στων σκαληνών τριγώνων τις γωνίες

 

τότε θα αλλάξει -όχι η χρονιά-

τότε θα αλλάξει η εποχή

και τότε τα τραγούδια των που πέθαναν νωρίς

ως νέοι ύμνοι προς την ελευθερία θα ακουστούν

σ’ αγαπώθεν έσχες

index

σ’ αγαπώ γιατί δεν μου αφήνεις περιθώριο να μισήσω άλλον

σ’ αγαπώ γιατί περπατώ και κλοτσάω δέντρα ντυμένα με πλεκτά

σ’ αγαπώ γιατί περπατώ και τυφλώνομαι μπρος στους άστεγους

σ’ αγαπώ γιατί μεγάλωσα στην ψυχρή σου αγκαλιά

σ’ αγαπώ γιατί θα πεθάνουμε όλοι κι εσύ θα στέκεις μόνος, περήφανος, βασιλιάς- σαν τους βασιλιάδες που εξέλεξες να μας τυραννούν

σ’ αγαπώ γιατί το αφεντικό μου με κάνει και κλαίω

σ’ αγαπώ γιατί όπως ξυπνάει ο αφέντης μου πρέπει να ξυπνάω κι εγώ- από τούδε και στο εξής, υπαγορεύονται τα χαμόγελα με νόμο της ελληνικής επικράτειας· όχι, δεν απαγορεύονται, μονάχα στο εξής θα συμβαίνουν καθ’ υπαγόρευσιν

σ’ αγαπώ γιατί μου γάμησες όλους τους νόμους που αγάπησα

σ’ αγαπώ γιατί σε μισώ όσο τίποτα

σ’ αγαπώ γιατί σκοτώνεις

σ’ αγαπώ γιατί έχεις λίγο χρόνο ζωής ακόμα και σε λυπάμαι

σ’ αγαπώ γιατί θα σε νικήσω πριν πεθάνω

 

σ’ αγαπώ, καπιταλισμέ·

μεθ

207640_1818354213505_3612319_n

στον προθάλαμο μιας εντατικής

τρεις δάσκαλοι

ένας παλιννοστούντας έμπορος

ένας βουλευτής κομμουνιστής

κι ένας γιατρός

 

αναρωτιούνται αν ο νέος

που κοιμάται με οξυγόνο στο στόμα

θα θυμάται όταν ξυπνήσει

το κλάμα του πατέρα

τη λιποθυμία της μάνας

το μισθό που η νοσοκόμα του δεν πληρώθηκε

το σοσιαλισμό που ποτέ δεν ήρθε τελικά

τα όνειρα που έκανε τις νύχτες στα μπαρ

 

τα νοσοκομεία

είναι τα πιο μυστήρια κτήρια

στην ιστορία της ανθρωπότητας

 

τα νοσοκομεία

είναι τα στριπτιτζάδικα

του υπαρκτού καπιταλισμού

 

οι ασθενείς -αναίσθητοι-

φοράνε ρούχα διφυή

ή πιτζάμες που χρειάζονται για την ανάρρωση

ή πυτζάμες που σάβανα θα γίνουν

οι γιατροί -αναίσθητοι πρέπει να είναι-

φοράνε φόρμες απαλές και τρομακτικές

οι γονείς του άρρωστου νέου

γδύνονται μια για πάντα

και αφήνουν στους προθαλάμους των εντατικών

την παλιά ζωή τους

 

στην είσοδο ένας ένστολος

σε ρωτά αν έχεις κάνει κράτηση

για τους αποψινούς θανάτους

-παριστάνει πως δεν βλέπει

τις κόρες των ματιών σου

που διαστέλλονται

για να γεννήσουν την οδύνη-

 

το νερό στους ψύκτες

είναι αλμυρό και παγωμένο

 

στον αέρα πετάνε

τα πιο δυνατά μικρόβια

 

στις σκάλες ανεβοκατεβαίνουν

οι πιο ύπουλοι ιοί

 

για τη ζωή του νέου

προσεύχονται όλοι

 

οι δάσκαλοι στο θεό

ο έμπορος που απ’ τη βραζιλία γύρισε στο θαύμα

ο κομμουνιστής βουλευτής στον ιωσήφ

                          -πατέρα του θεού-

και ο γιατρός στα μηχανήματα

 

-τα μάτια των γιατρών γυαλίζουν

κι εγώ την προσευχή μου

σ’ αυτούς αφιερώνω-

 

τα ξημερώματα ο νέος ξύπνησε

η καρδιά του αποφάσισε πως θέλει κι άλλο να πονέσει

έξω ξημέρωναν χριστούγεννα

η μάνα λιποθυμούσε για μια τελευταία ευτυχισμένη φορά

ο γιατρός αποσύνδεσε τα μηχανήματα με αγάπη

θεός και ιωσήφ επέστρεψαν στην αιώνια παρτίδα σκάκι

 

κι εγώ σκαρφάλωσα ψηλά στο λυκαβηττό

ν’ ανάψω τα εορταστικά λαμπάκια των ημερών

-σινιάλο συνωμοτικό για τους νεκρούς μου-

πως καταφέραμε το θαύμα των ημερών

άνθρωποι μεταξύ ανθρώπων

 

κι ύστερα γδύθηκα μέσα στο κρύο

-σινιάλο συνωμοτικό για τους ζωντανούς μου-

πως εμείς θέλουμε ζωντανοί να είμαστε

 

όταν πεθάνει ο καπιταλισμός.

ω τάνενμπαουμ

 

1468618_10201526844347868_127492506_n

*

αν τα φίδια αλλάζουν δέρμα μία φορά το χρόνο εγώ παρατηρώ το δέρμα μου να αλλάζει χρώμα και υφή πολλές φορές τη μέρα.

κι αλήθεια, πόσο ειρωνικό να λέγεται πουκάμισο το δέρμα των φιδιών;

ειδικά τις στιγμές πριν κοιμηθώ νιώθω ότι τα ερυθρά και τα λευκά αιμοσφαίρια, τα αιμοπετάλια και όλο το παρεάκι θέλουν να βγουν έξω στο δρόμο κι ας κρυώνουν. η θερμοκρασία του σώματός μου πέφτει δραματικά τα βράδια· υποθέτω πως ο εγκέφαλος δίνει εντολή να νεκρώσουν τα πάντα για να ξεκουραστούν οι καταπονημένες μου γάμπες.

τα βράδια λοιπόν το δέρμα μου αρνείται να μου προσφέρει άλλη κάλυψη, το σώμα μου παραπαίει, το μυαλό μου καίει, θέλω να γδάρω με τα μισοφαγωμένα μου νύχια όλη τη βρωμιά της ημέρας. οι σκέψεις κάνουν ολομέλεια κι αποφασίζουν την απόρριψη της αίτησης αποφυλάκισης του πόνου μου, ένεκα των ημερών.

την ώρα του τελευταίου τσιγάρου μένω με το παράθυρο ορθάνοιχτο για να επιταχύνω τη διαδικασία παγώματος του αίματος· μια αρρωστημένη φωνή μέσα μου, μου ψιθυρίζει ύπουλα πως κάνω πρόβες θανάτου. κοιτάζω τα λαμπάκια που αναβοσβήνουν στα μπαλκόνια της γειτονιάς. τα βρίσκω άρρυθμα. τα κοιτάζω μέχρι τα μάτια μου να τυφλωθούν, μέχρι που όπου κι αν κοιτάξω να βλέπω λαμπάκια. συντονίζω το ρυθμό των φώτων με τις σκέψεις μου που πέφτουν από το ταβάνι όπως πέφτουν οι πατάτες στο καυτό λάδι και σχηματίζουν σταλακτίτες πάνω στο χαλί. λαμπάκι και σκέψη. ένας σύγχρονος άνθρωπος των σπηλαίων.

*

«το πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών είναι η αποξένωση». καλά τα λένε οι μεσημεριανοί ψυχοβγάλτες. γι’ αυτό κι εγώ όταν βγαίνω από το μπάνιο προσπαθώ να συμφιλιώνομαι με τον εαυτό μου. στέκομαι απέναντι από τον καθρέφτη και αποκαλύπτω αργά σε μένα το σώμα που παραμελώ μόνιμα, το κορμί που δεν πιστεύω ότι θα με αφήσει σύντομα, όσες πρόβες θανάτου κι αν κάνω. μια φλεβίτσα πετάγεται στο πίσω μέρος της γάμπας. ένα καινούριο σπυράκι στο μονίμως εφηβικό πρόσωπο. τα νύχια που πρέπει να σταματήσω να τρώω. το βλέμμα που σκοτεινιάζει άθελά του. μια σταγόνα νερού που ξέμεινε από το μπάνιο πάνω στον ώμο. χέρια και πόδια σε καθημερινό αγώνα δρόμου χωρίς σημείο τερματισμού. προσπαθώ να φανταστώ το σώμα μου από μέσα.

θα ήταν άραγε τα ανθρώπινα κορμιά τόσο σεξουαλικά αν ξέραμε τι συμβαίνει μέσα τους; αν βλέπαμε αίματα, αρτηρίες, όργανα και δαιδαλώδεις διαδρομές ουσιών, θα νιώθαμε την ίδια επιθυμία για ένα σώμα; πώς ξέρεις ότι τώρα που σου μιλάω όλα σου τα όργανα δουλεύουν κανονικά; έχεις αναρωτηθεί πόσοι άνθρωποι θα αλλάξουνε χρονιά- αν αλλάξουνε- μέσα σε θαλάμους νοσοκομείων, γιατί η καρδιά, το συκώτι ή το νεφρό αρνούνται να δουλέψουν άλλο; γνωρίζεις ποιος θα ζει και ποιος θα έχει πεθάνει μέχρι απόψε το βράδυ; οι πρωτοχρονιές μέσα στους θαλάμους της εντατικής είναι ωδή στην ελπίδα. τι αισθάνεται ένα παιδί που βρίσκεται διασωληνωμένο; βλέπει όνειρα; ακούει τους δισεκατομμύρια παλμούς της μάνας του;

-πείτε μου γιατί ο θεός σας κλείνει τους νέους ανθρώπους μέσα στις εντατικές-

*

έξω από ένα σχολείο στην ευελπίδων ένας μπαμπάς κρατά προβληματισμένος τους βαθμούς του γιου του. παρατηρώ τον έφηβο. δαγκώνει τα χείλη του, εκείνος βλέπεις ήξερε από πριν αν οι βαθμοί του θα είναι καλοί, σα να ντρέπεται λιγάκι, ο μπαμπάς του όμως δεν φαίνεται θυμωμένος. κοιτάζει σχεδόν με απορία τη φωτοτυπία με τους βαθμούς. ίσως και να σκέφτεται πόσο ανούσια είναι όλα αυτά. μάθε παιδί μου γράμματα αλλά ετοιμάσου να πεθάνεις σε κάποιο πεζοδρόμιο.

άμα πεθαίνεις μορφωμένος ο θάνατος διαφέρει;

θυμάμαι τη δική μου αγωνία κάθε που παίρναμε βαθμούς. ήθελα να τα έχω όλα είκοσι. αν είχα κανένα δεκαεννιά έπεφτα σε μελαγχολία. μα τι δεν έκανα σωστά; στην εφηβεία μου η ευτυχία μου ήταν κλεισμένη μέσα σε βιβλία. παντός είδους.

αν το μετανιώνω; όχι.

ο θάνατος δεν έχει διαφορά αν έχεις καταπιεί βιβλιοθήκες ολόκληρες, αλλά έχει μια μικρή ίσως διαφορά η ζωή. ανακαλώ ένα χαρτάκι που βρίσκεται μόνιμα κολλημένο στο γραφείο του αδερφού μου.

η μόρφωση είναι στολίδι στην ευτυχία και καταφύγιο στη δυστυχία.

τι τα θες, όπως μάθει ο καθένας.

*

μέσα στην ευελπίδων οι νέες δικηγορίνες κάνουν πασαρέλα. γόβες, φορέματα, αϊλάινερ και κραγιόν κάνουν καλλιστεία. κοιτάζω τη φούστα δεκαετίας που φοράω και χαμογελάω πονηρά. άσχετη μεταξύ ασχέτων είσαι πάλι. όλοι μιλούν ακατάσχετα στο τηλέφωνο κι εγώ ακούω μουσική πηγαίνοντας από κτίριο σε κτίριο. παλιοί συμφοιτητές, γνώριμα πρόσωπα, ξαναφοράω τα γυαλιά μου γιατί δεν θέλω να κάνω κουβέντες συμβατικές. τι έγινε, τι κάνεις, πού δουλεύεις, πώς πάει, δύσκολα τα πράγματα. όχι ρε, τα πράγματα δεν είναι δύσκολα. τα πράγματα είναι σκατά.

με την άκρη του ματιού μου βλέπω μια κοπέλα να προχωράει βιαστικά προς την έξοδο. είναι απεριποίητη. διαβάζω τα άγχη στα μάτια της. αλλά διαβάζω και κάτι άλλο. δεν έχει έρθει εδώ για να μας κάνει επίδειξη ρούχων, ύφους, γνώσεων. είναι η δικηγόρος του κώστα σακκά- και όχι μόνο. την έχω ξαναδεί πολλές φορές, την έχω ακούσει να μιλά σε συνέδρια. έχει μια σπίθα στο μάτι.

τόσο ελπιδοφόρα αυτή η σπίθα, που σχεδόν χαμογελώ.

*

«οι γιορτές είναι μια ευκαιρία ανάπαυλας και ξεκούρασης. ταξιδέψτε, κάντε δώρα στους αγαπημένους σας, χαμογελάστε, βάλτε ένα σέξι μαύρο φόρεμα που δεν πρέπει να λείπει από τη ντουλάπα καμιάς γυναίκας.» οι νταβατζήδες της οθόνης συνεχίζουν να εκτελούν το εξουσιάρεστον έργο τους.

παιδιά, εγώ πάλι λέω ότι το μόνο που δεν χρειαζόμαστε είναι μια ανάπαυλα.

*

κάντε μου μια χάρη. μην με αφήνετε μόνη μου. οι φωνές λιγόστεψαν. συνηθίζουμε στο θάνατο. ξαναγυρνάμε στο θεό. η ελπίδα πάει περίπατο. ε, ας ζήσουμε έτσι, τι να γίνει.

όχι, όχι, όχι. όχι. να μη ζήσουμε έτσι. σταματήστε να καταπίνετε αντικαταθλιπτικά, αντισυλληπτικά, χάπια επόμενης μέρας, ηρεμιστικά, αντιβιώσεις. κάντε τα σκόνη και αλείψτε τα στο πρόσωπό σας. τα χάπια που αυτοί μας αναγκάζουν να παίρνουμε με το κιλό για να αντέξουμε ας είναι το όπλο μας απέναντι στα δακρυγόνα τους.

ελάτε να βγούμε στο δρόμο.

ο χρόνος μας τελειώνει.

*

καλά χριστούγεννα γιάννη πρετεντέρη, άδωνι γεωργιάδη, νίκο δένδια.

*

παιδιά, πάμε. μέχρι τη νίκη. μέχρι το τέλος.

*

εθελούσια έξοδος καρπών

rodipotamia-thumb-large

τη νύχτα ένα ρόδι έσπασε και γέμισε ο κόσμος μυρωδιά

 

*

να πονάνε άραγε τα δέντρα

όταν τους κόβουμε τους καρπούς;

 

τόσοι αιώνες επιστήμης

κι ακόμα δεν ανακαλύψαμε

πότε και πώς αιώνια θα ζήσουμε

 

αφήνοντας το ρόδι πάνω στη ροδιά;

κόβοντας βίαια τον καρπό από τη μάνα;

ή μήπως αφήνοντας το φρούτο μόνο του να αποφασίσει

πότε είναι η ώρα η ζωή του να τελειώσει;

 

ο πατέρας έκοψε το ρόδι

προσποιήθηκε πως δεν είδε τα δάκρυα της ροδιάς

θυμήθηκε το μακρινό καιρό της πείνας

τότε που οι ροδιές εκούσια χαμηλώναν τα κλαδιά τους

γιατί το θάνατο των ξένων των παιδιών δεν τον αντέχανε

 

κι αλήθεια πότε έρχεται άραγε το τέλος

όταν μένεις ακίνητος

ή μήπως όταν σε αγώνα μαραθώνιο τρέχεις

-ακόμα κι αν ο τελευταίος σου είναι-

γνωρίζοντας πως ο ιδρώτας σου

ζωή σε άλλους πια θα δώσει;

 

*

κάθε μικρό σπυρί από το ρόδι της νύχτας που μας πέρασε

να το μοιράσουμε σε νέους και παιδιά

ο κόσμος θα γεμίσει μυρωδιά και γεύση

οι νέοι θα θυμηθούν

οι γέροι θα ξεχάσουν

και οι ροδιές το κλάμα τους για πάντα θα μας χαρίσουν.

τα τρία μι

θα θυμηθώ την πρώτη εκείνη τη φορά

που μέσα σε μεταφοράς μαζικής μέσο

αποκοιμήθηκα

ξένη και μόνη ήμουν

 

τα τρία μι ορίζουν τις ζωές μας

 

έκλεισα τα μάτια

μήπως και κάποτε σταματήσουν να τρέχουν

κι έμεινε τότε μόνη η σκέψη μου

καλπάζουσα

 

οι μόνοι άνθρωποι κοιμούνται ήσυχα

ξυπνάνε άδειοι

έχουν κουράγιο να γεμίσουνε τη μέρα τους

γιατί τις νύχτες με τα άχρηστα ξεμπερδεύουν

 

από τα νιάτα μας μάς έμαθαν

μια λύπη κι έναν οίκτο να αισθανόμαστε

για όποιον μόνος το κρεβάτι του ζεσταίνει

για όποια μόνη το κρεβάτι της το στρώνει

 

μα μόνος δεν θα πει μονός

 

κι εξάλλου

όλων μας τις ζωές τα τρία μι ορίζουν

άλλοτε τα εργαλεία που μαζικά

από τη μια άκρη της πόλης ως την άλλη μας ταξιδεύουν

 

κι άλλοτε πάλι

η μάνα

το μην

και το μαζί

 

  και μήπως και τούτα δεν μας άγουν και μας φέρουν;

τρίγωνα κάλαντα σε φα ένα ένα τέσσερα ύφεση

*

| αόρατα λαμπάκια στους τάφους όσων αυτοκτόνησαν |

| να επιτρέψουνε την καύση των νεκρών |

| τουλάχιστον |

| μήπως να κλειστούμε στη σιωπή του νομπελίστα |

| όχι | όχι | ναι |

| ένα | ένα | τέσσερα |

| συνθήματα γραμμένα πάνω σε ετοιμόρροπα ρήματα |

| απουσία επιθέτων |

| απουσία ουσιαστικών |

| ούτε επίθεση |

| ούτε ουσία |

| μόνο αδύναμη άμυνα |

| τα χριστούγεννα των ζωντανών |

| είναι οι απόκριες των νεκρών |

| όπως και | 

| το κλάμα των ζωντανών |

| είναι το γέλιο των νεκρών |

| και μην παρασυρθείς |

| και νομίσεις |

| πως το κλάμα είναι πάντοτε ζεστό |

| και το γέλιο πάντα παγωμένο |

| έτσι και |

| στους τάφους πάνω υπάρχουνε λαμπάκια |

| που την αιώνια ανάσταση προσδοκούν |

| αόρατα |

| μα φωτεινά |

*

 

die fetten tage sind vorbei

418131_2903251815267_1820077945_n

παρασκευή πρωί. δημόσιο νοσοκομείο. μπαίνεις και η μυρωδιά της ασθένειας των σωμάτων σου σπάει τα σωθικά. ράντζα παντού. κουρασμένοι γιατροί. προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους. κάποτε ήταν επιστήμονες. τώρα πια αναρωτιούνται τι κάνουν. νοσηλεύτριες με βλέμμα κουρασμένο και μαύρους κύκλους να τονίζουν τα ανοιχτόχρωμα μάτια τους. ασθενείς που ασφυκτιούν μέσα σε θαλάμους, σε διαδρόμους, σε χειρουργεία και σε αίθουσες αναμονής. μπαίνω στο νοσοκομείο και παλεύω να μην σωριαστώ κάπου. δεν νιώθω καλά από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο χώρο. πλησιάζω στο γκισέ να ρωτήσω πού θα βγάλω το εισιτήριο των πέντε ευρώ που απαιτείται για να σε δει γιατρός στα εξωτερικά ιατρεία. είμαι σε λάθος γκισέ, η γραμματέας δεν μου απαντάει καν· μου δείχνει μόνο τη χειρόγραφη ανακοίνωση που βρίσκεται κολλημένη στο τζάμι μπροστά της. μπροστά σε τόση αγένεια, χαμογελώ. πηγαίνω στο σωστό γκισέ. προτού πληρώσω, η γραμματέας με ρωτά αν έχω υπόψιν μου τις οικονομικές αλλαγές που συντελέσθηκαν προ διημέρου αναφορικά με την επέμβαση που θέλω να κάνω σε συγκεκριμένη κλινική. η τιμή άλλαξε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του νοσοκομείου, είναι πλέον πενταπλάσια. με παραπέμπει στην εξειδικευμένη γραμματεία. η φράση ταύρος εν υαλοπωλείω αρχίζει σιγά σιγά να παίρνει σάρκα και οστά. εκεί η γραμματέας μου επιβεβαιώνει τις αλλαγές, μπροστά και ο χειρουργός γιατρός, αυτή είναι η τιμή του ιδιώτη γιατρού, του λέω, το γνωρίζω, μου λέει, η διοίκηση έλαβε την απόφαση χωρίς να λάβει υπόψιν της τις ενστάσεις του ιατρικού προσωπικού. δεν συμφωνούμε, απευθυνθείτε στον διοικητή. ανεβαίνω τις βρώμικες σκάλες, περνάω από κατάμεστους με ασθενείς θαλάμους, γεμάτους με ράντζα διαδρόμους, πόσος κόσμος παλεύει να βρει την υγεία του, προλαβαίνω να σκεφτώ. θα πεθάνουμε όλοι. ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως. κατά συρροή. άμεσος δόλος άλφα βαθμού.

στον προθάλαμο του γραφείου του διοικητή εισέρχομαι σε άλλο σύμπαν. καμιά μυρωδιά, κανένας θάνατος, καμία μιζέρια. με παραπέμπουν σε κάποιον κύριο, μέλος του διοικητικού συμβουλίου. με κοιτάζει με βλέμμα ιερής αγελάδας της ινδίας.

κυρία μου, κατανοώ την ένστασή σας, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. από τη στιγμή που το συμβούλιο έλαβε την απόφαση αυτή, δεν μπορώ παρά να την εκτελέσω.

κατά το σύνηθες, προσπαθώ να διαβάσω πίσω από τα δρύινα λόγια του ρόμποκοπ με το κοστούμι.

μπορώ να σας ρωτήσω κάτι; εσείς, συμφωνείτε με την απόφαση αυτή; συμφωνείτε με την εξίσωση των τιμών του δημοσίου τομέα με εκείνες του ιδιωτικού; σας φαίνεται λογικό; σας ακούγεται ανθρώπινο; πώς και πού νομίζετε ότι ο τριαντάρης εργαζόμενος και φορολογούμενος– το σχήμα κατ’ ευφημισμόν σε μεγάλες δόξες, μόλις ξεστόμισα τη λέξη εργαζόμενος η εικόνα της παναγιάς της φιλελεύθερης που ο ρόμποκοπ είχε πάνω από το κεφάλι του δάκρυσε- έχει την οικονομική ευχέρεια να πληρώσει αυτό το ποσόν;

εγώ κυρία μου, ως μάνατζερ υγείας, θεωρώ την απόφαση πλήρως σωστή. λείπουν χρήματα από τον προϋπολογισμό του νοσοκομείου, αφήστε που το ασφαλιστικό σας ταμείο αποφάσισε πια να μην καλύπτει το κόστος αυτού του είδους των επεμβάσεων. δεν μπορώ να κάνω κάτι και αν συνεχίσετε σε αυτό το ύφος θα πρέπει να διακόψω τη συζήτησή μας εδώ.

συγγνώμη, είπατε τη φράση μάνατζερ υγείας. κατανοείτε το οξύμωρον του λόγου σας; μάνατζερ και υγεία στην ίδια περίοδο λόγου. εγκρίνετε μια σαφέστατη πολιτική απόφαση άλωσης της δημόσιας υγείας και με στέλνετε καρφωτή στον ιδιώτη γιατρό και αυτό εσάς δεν σας συγκινεί καθόλου ούτε σας στερεί τον ύπνο. βρίσκομαι ή δεν βρίσκομαι σε δημόσιο νοσοκομείο;

μα τι σημαίνει τελωσπάντων δημόσιο νοσοκομείο, από τη στιγμή που λείπουν λεφτά, όλα τα άλλα δεν μας αφορούν. και περάστε έξω, τελειώσαμε.

// λατρεύω τις στιγμές της ζωής μου που τα μάτια μου δακρύζουν από χαρά, συγκίνηση, θλίψη, ευτυχία, ακόμα και πόνο. τις έχω αγαπήσει πλέον. αλλά θα μισώ για πάντα τις στιγμές που τα δάκρυα ανεβαίνουν στα μάτια μου από θυμό. και έχω μάθει πια, να μετατρέπω το θυμό σε απλό και καθάριο μίσος.//

σειρά έχει ο διοικητής.

μα γιατί φωνάζετε κυρία μου, περάστε στο γραφείο μου.

το ιδιωτικό του γραφείο είναι ένας τεράστιος χώρος με γραφείο, καρέκλες, τραπεζαρία, χαλιά, όλα δερμάτινα. πέτσινα. οι άνθρωποι εδώ πάνε ασορτί με τα έπιπλά τους. ο κύριος διοικητής του νοσοκομείου είναι μειλίχιος. ήρεμος. ασφαλής. κατανοεί το πρόβλημά μου. αλλά δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό.

το ταμείο του νοσοκομείου έχει έλλειμμα. και δεν θα το πληρώσω εγώ, κυρία μου. θα το πληρώσετε εσείς. βρισκόμαστε ήδη σε συνεργασία με γερμανούς για την εκμάθηση ενός νέου συστήματος εξυγίανσης των οικονομικών προβλημάτων των δημόσιων νοσοκομείων, το οποίο βέβαια δεν γνωρίζω και πόσο θα κοστίσει.

κι άλλα λεφτά στους γερμανούς;, τον ρωτάω.

με κοιτάζει με βλέμμα «λαϊκίζετε και είναι κρίμα, τόσο νέα και τόσο στενόμυαλη». αντικρούω το βλέμμα του με βλέμμα «δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας κι εσάς πέρα βρέχει».

μα τα λεφτά, μου λέει, έτσι κι αλλιώς ανήκουν στους γερμανούς. τους χρωστάμε τα πάντα. το ημερολόγιο γράφει δεκατρείς δεκέμβρη. είναι η μαύρη επέτειος της σφαγής των καλαβρύτων από τους ναζί. οι κόρες των ματιών του σάιμποργκ δεν σαλεύουν όσο μιλά.

η απόφαση άλωσης κάθε πράγματος που έχει δημόσιο χαρακτήρα είναι καθαρά πολιτική, κύριε σάιμποργκ. κι εσείς βρίσκεστε σε θέση εξουσίας. και συναινείτε. και συνυπογράφετε. και εγκρίνετε. πείτε μου σας παρακαλώ σε απλά γαμημένα ελληνικά πού θα βρω τα χρήματα να πληρώσω.

δεν με απασχολεί, κυρία μου. εγώ βρίσκομαι σε αυτή τη θέση κατόπιν αποφάσεως της πολιτικής ηγεσίας. είμαι εδώ για να εκτελώ τις αποφάσεις της. είμαι κομμάτι της εξουσίας αυτής.

νομίζω πως όσο μιλούσε μεγάλωναν οι κυνόδοντές του. ίσως πάλι και να ήταν ιδέα μου. ίσως πάλι και να κάθισε από την αρχή στην μεγάλη πολυθρόνα για να κρύψει την ουρά του.

αν θέλατε, ας ψηφίζατε άλλους. αυτούς ψηφίσατε, αυτά που θέλουν κάνουν.

σας έχουν βιάσει ποτέ; εμένα όχι. αλλά το σάιμποργκ προσπάθησε να εκτελέσει ψυχικό βιασμό. έμεινε στην απόπειρα. με το πουλί στο χέρι. απρόσφορη απόπειρα.

πιστεύετε κύριε σάιμποργκ πως έχετε μπροστά σας πολλές μέρες ακόμα για να δολοφονείτε κόσμο;

εδώ που τα λέμε κυρία μου, εμείς όσο μεγαλώναμε δεν είχαμε παπούτσια να φορέσουμε. εσείς μεγαλώσατε μέσα στη χλιδή. κάποιος πρέπει να τα πληρώσει όλα αυτά.

σκέφτηκα ότι τον κλωτσούσα στην κοιλιά. καταδικάζω τα σάιμποργκ από όπου κι αν προέρχονται.

οι μέρες της αφθονίας σας τελειώνουν κύριε.

ναι, βγάλτε το σύριζα που έχει μαζέψει το μισό πασόκ να δω τι θα καταλάβετε.

ώστε όποιος έχει αντίρρηση για τις πρακτικές του συζύγου της ευγενίας μανωλίδου είναι συριζαίος. μπορώ να σας ρωτήσω κάτι τελευταίο; κατέχετε μία θέση εξουσίας σε έναν ευαίσθητο κλάδο του δημοσίου, σε ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της αττικής. νιώθετε ποτέ σας λειτουργός; αισθανθήκατε ποτέ σας ότι είσαστε εδώ για την προάσπιση της υγείας, των ανθρώπων, της ζωής και της αξιοπρέπειας; μου μιλάτε για λεφτά και σας μιλώ για ανθρώπους. κι αυτό το χάσμα δεν γεφυρώνεται. δεν πρόκειται να γεφυρωθεί ποτέ. σας θυμίζει κάτι η φράση κοινωνικό κράτος πρόνοιας;

το κράτος πρόνοιας θέλει λεφτά, κυρία μου.

// λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά //

τρέμω από οργή και παλεύω να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. μην κλάψεις, μην του κάνεις τη χάρη του σάιμποργκ, την ανάσα δεν θα στην κλέψει κανείς.

όχι, κύριε διοικητά που τολμάτε να με κοιτάτε κατάματα μέσα στα μάτια και να ξεστομίζετε τις απάνθρωπες λέξεις σας σαν ρουκέτες που πέφτουν στη λωρίδα της γάζας. το κράτος δικαίου θέλει ανθρώπους, δίκαιο και καρδιά.

θα τα ξαναπούμε, κύριε διοικητά. σύντομα. και δεν θα σας είναι ευχάριστο.

// μόνο μίσος ταξικό και οι καρδιές θα βγάλουνε φτερά //