ο δεκέμβρης των τσιγάρων

by nullapoenasinelege

μετράω τα τσιγάρα μου. προτελευταίο για απόψε. πρέπει να συντονίσω το μυαλό μου. νιώθω πως χωρίς νικοτίνη δεν μπορώ να σκεφτώ. αν υποθέσω ότι το κάθε τσιγάρο κρατάει τρία με τέσσερα λεπτά, έχω στη διάθεσή μου οχτώ περίπου λεπτά. με το σβήσιμο της τελευταίας καύτρας τελειώνει το βράδυ. η πίσσα και όχι ο χρόνος με κυνηγά ανένδοτα. το δικό μου ρολόι μετρά με βάση τις μονάδες μονοξειδίου του άνθρακα που κατακάθονται στα πνευμόνια μου. έχω την επιλογή να ζήσω για λίγο ακόμα όμως. ξέρω πως, τουλάχιστον για απόψε, το δηλητήριο δεν θα με σκοτώσει. πάντα έλεγα πως ο χειρότερος θάνατος είναι εκείνος που έρχεται από ασφυξία. να μην μπορείς να ανασάνεις και να ξέρεις πως είναι οι τελευταίες σου στιγμές πάνω στο έδαφος. ανοίγω το παράθυρο. ο αέρας ξεριζώνει τα δέντρα αλλά όχι τα μυαλά. εύχομαι τα στοιχεία της φύσης να μπορούσαν να καταστρέψουν ιδεολογίες και τρόπους ζωής. γιατί τα δέντρα τι μας έφταιξαν; ποιον πείραξαν; θέλω να βγω από το σπίτι μέσα στη μαύρη νύχτα και να βρω έναν πιστό. μιας οποιασδήποτε θρησκείας. να τον ρωτήσω για το θεό του. γιατί ο θεός σου αγαπάει να σκοτώνει; θα τον ρωτήσω. άμα πεθάνει η μάνα σου θα πεις πως ήταν θέλημα θεού ή η πίστη σου μετράει μόνο για κοριτσάκια από τη σερβία που δεν έχουν λεφτά και πεθαίνουν κάπου μακριά μέσα στη φτώχεια και το δηλητήριο;

έβαλε ψύχρα. κλείνω το παράθυρο. το πρώτο τσιγάρο κοντεύει να σβήσει. γρήγορα στο επόμενο θέμα γιατί η νικοτίνη τελειώνει. πάλι θέλω να βγω από το σπίτι και να σπάσω όλα τα φωτεινά λαμπάκια των δρόμων και των σπιτιών που θέλουν να μου φορέσουν τη χαρά με το ζόρι. η χώρα μου μετατράπηκε σε ένα απέραντο γυμνάσιο θηλέων. αν δεν φορέσεις την ποδιά της υποχρεωτικής χαράς είσαι ένας περιθωριακός παρίας. αμέσως διατάσσεται η αποβολή σου από το σχολείο και η αλλαγή περιβάλλοντος. εξάλλου οι αγγλίες, οι γερμανίες και οι αυστραλίες έχουν ανοίξει την αγκάλη τους και σε περιμένουν. μόλις περνάς τα σύνορα της χώρας ο καινούριος αέρας που φυσάει σε συνδυασμό με το φόβο για το άγνωστο είναι μάλλον από τα πιο συγκλονιστικά πράγματα που θα νιώσεις στη ζωή σου ως μετανάστης.

πάμε πίσω σε μας που ξεμείναμε εδώ. οι καθηγητές του γυμνασίου μας δεν φοράνε γυαλιά ούτε τους έχουν πέσει τα μαλλιά από το διάβασμα και τη συσσώρευση γνώσεων. δεν είναι δάσκαλοι, αλλά ορκ από τη γη του σάρουμαν, που στόχο τους βάλανε να μην μείνει κανένας μας ζωντανός ή ακόμα καλύτερα να μείνουμε όλοι ακρωτηριασμένοι για το υπόλοιπο της ζωής μας.

οι μαθητές που ονειρεύονται να παίζουν, να κάνουν έρωτα, να λένε ανέκδοτα και να διαβάζουν παραμύθια του τριβιζά το μόνο που καταφέρνουν είναι να κολλάνε χαρτιά στα σακάκια των δασκάλων τους που γράφουν ‘’είμαι στουρνάρι στα οικονομικά των λαών αλλά τα καταφέρνω με τις τράπεζες’’. μικρά μόνο πλήγματα χωρίς στόχο και χωρίς αποτέλεσμα. όταν οι δάσκαλοι ανακαλύπτουν τις φάρσες αυτές στέλνουν τη μαθητική αστυνομία να συλλάβει όποιον βρει στο διάβα της και κυρίως τα κωλόπαιδα που μαζεύονται στη στρογγυλή πλατεία του προαυλίου, πλατεία δια βίου μάθησης κατά τους δασκάλους, πλατεία αλέξανδρου γρηγορόπουλου κατά τους μαθητές. η μαθητική αστυνομία έχει στην κατοχή της πολύ γρήγορα ποδήλατα που τα καβαλάει και όποιον πάρει ο δένδιας.

ο θεός δένδιας είναι ένας ημίθεος της ελληνικής χριστιανικής μυθολογίας, ο οποίος κατάφερε και έκλεψε την ελευθερία από το γένος των ανθρώπων και την προσέφερε στους θεούς, έτσι που οι άνθρωποι να ζουν για πάντα σκλαβωμένοι σε ανύπαρκτα ουράνια πλάσματα. εις ένδειξη διαμαρτυρίας, κάθε χρόνο την 21η απριλίου- που είναι του αγίου δένδια, ημέρα μάλιστα κατά την οποία συμπτωματικά υπεγράφη από τους δασκάλους του σχολείου μια συμφωνία με τους ιθύνοντες άλλων σχολείων περί του αφανισμού όλων των κωλόπαιδων όλων των σχολείων- οι πιο τολμηροί μαθητές καίνε στο προαύλιο του σχολείου μια σημαία που απεικονίζει τη δημιουργία του κόσμου από τον αλλάχ, το μαρμαρωμένο βασιλιά, το χριστιανικό θεό, τον χίτλερ και τον ιωάννη μεταξά.

τότε η μαθητική αστυνομία ξεσπάει σε αντίποινα, που είναι άλλοτε πολύ σκληρά και άλλοτε πάρα πολύ σκληρά, με αποκορύφωμα τις στυγνές δολοφονίες των πιο όμορφων μαθητών, σύμφωνα με όσα τα βιβλία του καθεστώτος διδάσκουν στους αστυνομικούς. οι αστυνομικοί του σχολείου κοιμούνται αγκαλιά με τα κλομπς τους και βαράνε στο ψαχνό γιατί ξέρουν ότι κανένας δεν πρόκειται να τους τιμωρήσει για τα εγκλήματά τους και είναι γενικά μάλλον άνθρωποι άσχημοι και με χνώτα που μυρίζουν αίμα. οι τραυματίες μαθητές- που δεν σκοτώνονται εν ψυχρώ από σφαίρες που, καθόλου μα καθόλου δεν εξοστρακίζονται αλλά έχουν βγει από την κάννη του όπλου με αποκλειστικό σκοπό να σε βρουν κατάκαρδα γιατί σκοτίζεις τα αρχίδια του συστήματος- έχουν την ατυχία να πηγαίνουν στο νοσοκομείο όπου εργάζονται γιατροί για ένα κομμάτι παντεσπάνι αλλά και πάλι κάνουν τα πάντα για να σε σώσουν. μόνο που τις περισσότερες φορές τα νοσοκομεία δεν έχουν γάζες, ιώδιο και τραυμαπλάστ, κι έτσι οι γιατροί παλεύουν με μόνο όπλο την πίστη τους στη γαμημένη τη ζωή.

υπεύθυνος για αυτό το θαύμα στον τομέα της υγείας είναι ένας άλλος άγιος του συστήματος- το εκπαιδευτικό σύστημα που περιγράφω δεν έχει υπουργούς αλλά μόνο ισόβιους αγίους, καθότι πολύ επαναστατικό- που ονομάζεται άδωνις. σύμφωνα με δικούς του υπολογισμούς, ο υπερπληθυσμός των σχολείων, καμιά φορά μπερδεύεται και τα ονομάζει στρατόπεδα συγκέντρωσης, μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο αν πεθάνουμε οι μισοί μαθητές, με ιδιαίτερη έμφαση στους αριστερούς και τους αναρχικούς, για τον ίδιο λόγο που ανέφερα προηγουμένως, δηλαδή το σκότισμα των όρχεων των δασκάλων και των αγίων.

μια μόνο φορά μετάνιωσε ο άδωνις που γάμησε το σύστημα υγείας, όταν το χρειάστηκε ο ίδιος. κάποτε, η τρομοκρατική οργάνωση συνομωσία βιβλίων της καρδιάς του έστειλε σφραγισμένο φάκελο που- άγνωστο ακόμα πώς- πέρασε από την προσωπική του ασφάλεια και έφτασε στα χέρια του. ο θανατηφόρος φάκελος περιείχε μία ενενηντάρα κασέτα με άγνωστα τραγούδια του νικόλα άσιμου και φυσικά ο άγιος άδωνις κόντεψε να πάθει έμμηνο ρύση, αλλά τον έσωσαν την τελευταία στιγμή με ενέσεις ζεϊμπέκικων κάποιου χρυσαυγίτη κατ’ ευφημισμόν τραγουδιστή και με ολονύχτια βίντεο από βασανισμούς στα υπόγεια της οδού μπουμπουλίνας στα τιμημένα χρόνια της χούντας.

κι ενώ περιέργως λοιπόν σε όλο τον υπόλοιπο πολιτισμένο και απολίτιστο κόσμο το αρχαιότερο επάγγελμα είναι εκείνο της πουτάνας, στην ελλάδα το αρχαιότερο επάγγελμα είναι εκείνο του αστυνομικού και του ρουφιάνου. γιατί και παλιότερα αστυνομικοί με και χωρίς στολή έχουν βαρέσει κόσμο στο ψαχνό. κόσμο που περπατούσε στους δρόμους της πόλης φωνάζοντας πως δεν θέλει τυράννους πάνω από το κεφάλι του, αλλά βλέπεις οι τύραννοι είχαν ήδη προαποφασίσει για αυτόν το λαό και ο άρης είχε εκδιωχθεί κάπου μακριά για να μην μπορεί να σώσει κάπως την κατάσταση- μη μιλήσω για τους αρχηγούς του τότε παράνομου κκε, καλοί μαλάκες κι αυτοί- κι έτσι ο τότε τοποτηρητής του αγγλικού θρόνου γέρος παπανδρέου διέταξε να σκοτώσουν διαδηλωτές μπας και σταματήσουν να διεκδικούν ελευθερίες, λες και τους είπε κανένας ότι μπορούν να αποφασίζουν μόνοι τους για τις ζωές τους.

γενικά οι δεκέμβρηδες είναι κρύοι στην αθήνα αλλά και ταραγμένοι, όπως και οι νοέμβρηδες, όπως και όλοι οι μήνες- αν και προείπα ότι εγώ δε μετράω το χρόνο με βάση τα ημερολόγια των παπάδων αλλά με βάση τα τσιγάρα που έχω για να περάσω τη νύχτα μου- και από τότε συνηθίσαμε να ακούμε για αίμα που κυλάει ανένδοτα και για πνευμόνια που σκάνε από το δηλητήριο και για κορμιά που πνίγονται στις θάλασσες και για κεφάλια που κόβονται και τα κρεμάνε στις πλατείες και για μυαλά που τα πυροβολούν και να μην ταραζόμαστε και πολύ, γιατί η συνήθεια είναι η μήτηρ του καπιταλισμού.

πέρασε η ώρα, μου τελειώσανε τα τσιγάρα αλλά είμαι ακόμα ζωντανή. βλέπεις, η σκέψη δεν φυλακίζεται σε κανενός είδους τοπικό και χρονικό κλουβί. και πέρα από τις φιλοσοφίες, είμαι ακόμα ζωντανή γιατί δεν με πυροβόλησε κανένας αστυνομικός, δεν με δηλητηρίασε καμιά αυτοσχέδια σόμπα, δεν με βίασε κανένας ασφαλίτης της χούντας μέσα στο κελί μου· και το μόνο που μου απέμεινε να κάνω είναι να κλάψω για όλους όσοι πέθαναν τις κρύες μέρες του δεκέμβρη, τις καυτές νύχτες του αυγούστου και τα μεσημέρια του μαΐου, κλαίω για τους νεκρούς, κλαίω για τους ζωντανούς, κλαίω για τους ζωντανούς νεκρούς, κλαίω γιατί με λήστεψαν, κλαίω γιατί τα χριστούγεννα δεν γεννήθηκε κανένας θεός αλλά γιατί πεθαίνουν δεκάδες αστέγων στις μεγαλουπόλεις, κλαίω γιατί θέλω να ζήσω.

ανακαλύπτω ένα ξεχασμένο πακέτο τσιγάρα σε κάποιο συρτάρι. σταματάω το κλάμα. εγώ θα αποφασίσω πότε θα πεθάνω.

ανάβω τσιγάρο. ο καπνός ανεβαίνει ψηλά, τρυπάει το ταβάνι, τρυπάει το μπετόν, συναντά άλλους καπνούς, φτιάχνουν ένα μεγάλο σύννεφο από γκρι καπνό που ταξιδεύει πάνω από τις πόλεις και ψεκάζει τον κόσμο.

την άλλη μέρα το πρωί, οι ανυποψίαστοι πολίτες βρίσκουν προκηρύξεις στα μαξιλάρια τους.

‘’γάμησέ τα τα χριστούγεννα, έλα να κάνουμε έρωτα.’’

Advertisements