sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Month: Ιανουαρίου, 2014

σελίδα δεκατρία, εικόνα τρίτη

283227_4285835779002_1939992038_n

από τα μεγάφωνα ακούγεται ένας βρυχηθμός

δεν με νοιάζει μη σε νοιάζει τι τους νοιάζει

απαγορεύεται να περπατήσεις μες στην πόλη

χωρίς να ακούς τους βρυχηθμούς του τέρατος

που πνίγεται από τα ίδια του τα υγρά

*

το καθεστώς

έτσι το λεν στις συνελεύσεις

-εγώ καλύτερα με τη λέξη τέρας αγκαλιάζομαι-

αντάλλαξε τις μουσικές με τις κραυγές

-καλπάζει η ανεργία στους μουσικούς-

 

ίσως στο τέλος τέλος

οι μαθητές του μέλλοντος πιο τυχεροί από μας να είναι

γιατί μπορεί στα σχολικά βιβλία της ιστορίας

μόνο εικόνες να περιέχονται

φωτογραφίες μωρών, ανέργων και νεκρών

 

και τότε όλοι εμείς θα στριμωχτούμε

ιστορική ανάγκη οι συνωστισμοί

σε μια λεζάντα μιας φωτογραφίας

ο πληθυσμός ανήμπορος τη μοίρα του εδέχθη

σελίδα δεκατρία εικόνα τρίτη· βλέπετε την ανημποριά;

 

και μόλις η κουβέντα στην τάξη θα φουντώνει

στην πρώτη ερώτηση γιατί από κάποιον μέτριο μαθητή

ο δάσκαλος θα ψάχνει δήθεν τα χαρτιά του

μήπως και την απαίσια απάντηση αναβάλει

αλλά το βλέμμα απορίας θα παραμένει

 

κι έτσι ακουσίως ο δάσκαλος

θα αναγκάζεται απόκριση να δώσει

γιατί δεν κάναν τίποτα;

γιατί παιδιά μου η αλήθεια είναι

πως φοβήθηκαν·

 

πιστεύω στα σχολεία του μέλλοντος

οι μαθητές το μάθημα πως θα ορίζουν

θα μπλέκονται η ιστορία με τη φιλοσοφία

και του πολίτη η αγωγή με νότες στο πεντάγραμμο θα γίνεται

κι οι μαθηματικοί θα ξέρουνε τη θάλασσα να ζωγραφίζουν

 

και μην ξεχάσω να σας πω

πως μέχρι τότε η γεωγραφία

ποτάμια, λίμνες και βουνά θα αναφέρει

και στων παιδιών τους νέους χάρτες που θα μοιράζονται

ως σύνορο μοναδικό ο ορίζοντας θα υπάρχει

*

άξαφνα μελωδία πλημμύρισε τους ματωμένους δρόμους

κάποιος ανέβηκε παράνομα στης πόλης μας τους στύλους

άλλαξε την κασέτα που από τα μεγάφωνα κραυγές ξερνούσε

και ακούστηκε ύστερα από μήνες

-μήνες πολλούς, βαριούς και άκαπνους-

 

τραγούδι αέναο από το μέλλον μας φερμένο

κάποιος τραγούδαγε

πως όπου να ‘ναι

τα σύνορα και οι μαχαιριές

ταυτόχρονα απ’ τους χάρτες θα σβηστούν

Δυσλεξία

λοιπόν, θα πρέπει κάποτε

όλοι δυσλεξικοί να γίνουμε

αν τραυματίσουμε τη γλώσσα

τότε θα δυναμώσουμε τα μάτια

κι ίσως -ποιος ξέρει;- και τη μύτη

 

κι έτσι, θα προσεγγίσουμε το σκύλο

κι έτσι ακόμα, θα συμβιώσουμε αναγκαστικά

μόνο με βλέμματα

κι ύστερα μόνο μας παράπονο

θα μείνει ο ουρανός με τα πουλιά του

 

γεννιόμαστε με την απατηλή αναμονή

πως κάποτε θα κατακτήσουμε τον κόσμο

κι όσο μαζεύουμε εφόδια πιο πολλά

όλο και πιο γυμνοί στο κράσπεδο της μάχης καταφθάνουμε

γιατί ανεπίστρεπτα από τη φύση αλωμένοι παραμένουμε

 

λοιπόν, αν συμφωνείτε με τη δυσλεξία

ορίζουμε συνάντηση την πρώτη του Φλεβάρη

ενώπιον έδρας εισαγγελικής

ανωμοτί κατάθεση θα δώσουμε

πως απαρνιόμαστε τις γλώσσες μ’ όλα τους τα χαρίσματα

 

είμαι σε θέση να γνωρίζω βλέπετε, πως ο εισαγγελέας

με τρόπο συνωμοτικό θα μας κοιτάξει στην αρχή

-και ίσως μάλιστα τα βλέφαρα από ζήλεια πεταρίσει-

κι ύστερα την κατάθεσή μας με μόνη εγγύηση την αλήθεια θα σφραγίσει

 

 

οδός Ευελπίδων

είκοσι τέσσερις Ιανουαρίου 2014

-ένα νεφελώδες πρωινό-

αιτία θανάτου πως δεν πρόλαβε ποτέ του να χαμογελάσει

«Οι επιχειρήσεις διάσωσης απαιτούν τεράστια κονδύλια, τόσο σε αναλώσιμα υλικά όσο και σε εργατοώρες και κανείς δεν επιβαρύνεται αυτό το κόστος, πέραν του Ελληνικού Λαού. Πόσο επιβαρύνεται ο ετήσιος προϋπολογισμός των Υπουργείων εξαιτίας των επιχειρήσεων διάσωσης των λαθρομεταναστών;»

Γεωργιάδης Σπυρίδων-Άδωνις, Β΄ Αθηνών, Νέα Δημοκρατία

Αθήνα, 16 Ιουλίου 2012

*

μέσα σε ένα γραφείο

τοίχοι παντού χωρίς παράθυρα

κάποιος ισιώνει τη γραβάτα του

κάποιος τα χείλη του σαλιώνει

και κάποιος τρίτος το χάρτη της ελλάδας

με αίμα σχεδιάζει

από την αρχή

 

-ούτε ταφή ούτε και καύση· μόνο πνιγμός-

 

λοιπόν αγαπητοί

σας κάλεσα εδώ προς ενημέρωση

αλλάξανε τα παγκόσμια δεδομένα

η ανθρώπινη ζωή δεν είναι πια ανθρώπινη

και είναι ανάγκη πάραυτα

τον έντιμο έλληνα πολίτη

με τη βοήθεια της πειθούς να ενημερώσετε

 

-έχετε αμέριστη βοήθεια προς τούτο-

*

πάνω σε ένα καΐκι

μια μάνα αγκαλιάζει το παιδί της

γεμάτη πόνο

γιατί απ’ την ώρα που το γέννησε μέχρι και τώρα

ποτέ δεν είδε το μωρό της χορτασμένο

κι έχει μια υποψία φοβερή

πως είναι άρρωστο βαριά

 

-αιτία θανάτου που δεν πρόλαβε ποτέ του να χαμογελάσει-

*

με νόμο της παγκόσμιας χρηματαποστολής

ορίζεται αυστηρώς

πως όλοι οι νόμοι σε εξισώσεις μετατρέπονται

και πως οι άνθρωποι υψωμένοι στο τετράγωνο

γινόμενο ακέραιο σε νόμισμα θα δίνουν

ο ύψιστος του έθνους νόμος

μετονομάζεται ρητώς στη λέξη κόστος

 

-πετάχτε επιτέλους τα ηλίθια βιβλία σας· χαρίζονται υπολογιστές-

*

η μάνα όλα τούτα δεν τα γνώριζε

το μόνο που κατάλαβε ήταν

πως εδώ στα καταγάλανα νερά που αφρίζουν

το ύστατο χαίρε με το παιδί της θα λάβει χώρα

κι έτσι έσφιξε πάνω της το πλάσμα

με τ’ άλλο χέρι προσπάθησε το θάνατο να νικήσει

αλλά αντίπαλος δεν ήτανε ο θάνατος

 

-και θάνατος και θάλασσα τριγύρω κι αντίπαλος μοναδικός το θράσος-

*

την τελευταία στιγμή η ελπίδα αναθάρρησε

άνθρωποι φάνηκαν στο βάθος του γαλάζιου

η μάνα ύψωσε τη γροθιά της μανιασμένα

η θάλασσα από αλήθεια έγινε μύθος

καθώς διέταξε τα κύματα να ανοίξουν δρόμο στη ζωή

μόνο που δυστυχώς το εμπόδιο της γλώσσας

δεν άφησε τη μάνα να διαβάσει

 

-πάνω στα χέρια των σωτήρων με αίμα ήταν γραμμένη η λέξη επαναπροώθηση

και πάνω στα συκώτια τους με σίδερο καυτό είχε χαραχτεί πως

παιδιά γονιών που δεν έκαναν έρωτα ποτέ με ανοιχτό παράθυρο ήταν-

*

λοιπόν κύριοι

η ενημέρωση έλαβε τέλος

κάποιος χαλάρωσε λίγο τη γραβάτα του

ένας άλλος έβαλε υπογραφή στο νέο χάρτη της ελλάδας

μα ύστερα με τρόμο διαπίστωσε

πως το αίμα που αντί για μελάνι του είπανε να χρησιμοποιήσει

ήτανε το δικό του

 

-πως ξεψύχησε εκεί από τις πληγές που ο ίδιος στο κορμί του άνοιξε έγραψε αργότερα ο τύπος-

*

Ύστερα από αιώνες, οι δύτες που κατά καιρούς έκαναν έρευνες στα νερά αυτής εδώ της περιοχής, που ονομαζόταν Γαλάζια Θάλασσα της Λήθης, για να ανακαλύψουν πώς ήταν δομημένες κάποτε οι ταξικές καπιταλιστικές κοινωνίες, βρήκαν έναν πίνακα ζωγραφικής ζωγραφισμένο από αστερία· ο πίνακας απεικόνιζε μια γροθιά υψωμένη που αντιστεκόταν στα αφρισμένα νερά και δίπλα της μια επιγραφή σε μια γλώσσα άγνωστη. Σύμφωνα με υποθέσεις των ιστορικών, η επιγραφή έγραφε στο περίπου «Η επαναπροώθηση είναι το μόνο λαθραίο που συνάντησαν εδώ όλα τα πλάσματα που ζουν σε τούτα τα νερά.»

δήλωση α-μετανοίας

BdubduRCYAACS0W

στον τοίχο ένα κακό αντίγραφο κάποιου πίνακα ζωγραφικής. στα μεγάφωνα ο πιο διασκεδαστικός σταθμός της πόλης, ή κάτι τέτοιο. στα αυτιά της το βουητό άλλης μιας μέρας που την ξεψάχνισε.

κοιτάζει τα πόδια της. μία μαύρη βρώμικη λωρίδα πλαστικού έρχεται και ξανάρχεται. κοιτάζει το ρολόι του μηχανήματος. άλλα δέκα λεπτά. σηκώνει το κεφάλι και κοιτάζει έξω. περαστικοί περνούν σκυφτοί, μερικοί κοιτάζουν με περιέργεια μέσα από τη τζαμαρία την αίθουσα, άλλοι μπαίνουν στο διπλανό προποτζίδικο να κυνηγήσουν την τύχη τους, κοπέλες με τσάντες στον ώμο που σέρνονται μέχρι το φροντιστήριο για να μάθουν την κλίση του οίδα, να περάσουν στη φιλοσοφική και να ενταχθούν στον οικονομικά ανενεργό πληθυσμό, συνταξιούχοι με γλυκά που πάνε να δουν τα εγγόνια τους. το απόγευμα πέφτει βαριεστημένα στις πλάτες της γειτονιάς, το απέναντι καφενείο γεμίζει με κόσμο που πάει να δει το ματς των αιωνίων, η πόλη που κάποτε δεν ησύχαζε ποτέ μάλλον δεν θα ξυπνήσει ποτέ από τη χειμερία νάρκη της. χτυπάει το τηλέφωνό της, είναι από τη δουλειά, δυσανασχετεί. έχω σχολάσει, αφήστε με ήσυχη. ξανακοιτάζει το ρολόι του μηχανήματος. πέντε λεπτά ακόμα.

το δημοτικό γυμναστήριο γεμίζει κόσμο. οι νεαροί καμαρώνουν για τα γυμνασμένα τους μπράτσα, οι κοπέλες για τα ωραία αθλητικά τους παπούτσια, οι μεσήλικες έρχονται με εντολή γιατρού για να ρίξουν την κακή χοληστερίνη, οι κυρίες καταφθάνουν για να συζητήσουν τα νέα της ημέρας πάνω στο ποδήλατο -ποδήλατο το ονομάζουν κι ας μην σε πηγαίνει πουθενά, ένα ποδήλατο ίδιο με το μαρτύριο του ταντάλου, όλο να κάνεις πεντάλ και όλο να μένεις καρφωμένος στο ίδιο σημείο, να καταπίνεις τα χιλιόμετρα και όλο εδώ να είσαι στάσιμος, στην ίδια γειτονιά, στην ίδια χώρα, τίποτα να μην αλλάζει, να καίγονται οι γάμπες σου, να καίγεται το μυαλό σου γιατί αύριο λήγει το φ.π.α. και πού θα το βρεις το χιλιάρικο που το έδωσες για το χαράτσι– και δώστου να σηκώνουν τα δεκάκιλα οι φουσκωτοί, να κάνουν κάμψεις, να αναστενάζουν, να γεμίζει χνώτα η τζαμαρία και να κρύβει το θέαμα από τους περίεργους μπόμπιρες που κολλάνε τις μύτες τους στο τζάμι, κοίτα μαμά, κοίτα τι κάνουν αυτοί!

πόσες φορές έχει πατηθεί αυτός ο διάδρομος; η μαύρη λωρίδα έρχεται και ξανάρχεται κάτω από τα πέλματά της, το μηχάνημα λέει πως έχει διανύσει ενάμιση χιλιόμετρο, γιατί βρίσκεται ακόμα φυτευμένη εδώ; δεν θα ‘πρεπε να έχει φτάσει τώρα μέχρι το μενίδι ας πούμε;

στήνει αυτί. οι διπλανές κυρίες μιλάνε για την κατάσταση. για τα παιδιά τους που σπουδάσανε και τώρα είναι κλεισμένα στα δωμάτιά τους πίσω από έναν υπολογιστή όλη μέρα, που δεν βρίσκουν δουλειά, για τις περικοπές στους μισθούς τους, για τα χρήματα που φάγανε και τώρα πρέπει να τα επιστρέψουν αυτοί που τα πήρανε, και τι με νοιάζει εμένα μαρία μου να μπούνε φυλακή; τα λεφτά να δώσουνε πίσω, αυτό με νοιάζει. τρέμει στην επόμενη κουβέντα που θα ακούσει. σύριζα, ναι, σύριζα. κι αν αποτύχει, ακόμα πιο πέρα. ανταρσύα, δεν το συζητώ!

απροσδόκητο.

ο διάδρομος της επανάληψης που δεν είναι μαμά καμιάς μάθησης σφυρίζει. τέλος χρόνου. ό,τι κάηκε κάηκε. και δεν ξαναγυρίζει.

βγαίνοντας από το δημοτικό γυμναστήριο που όπου να ‘ναι θα κλείσει γιατί ο δήμος δεν έχει τα απαραίτητα κονδύλια για να πληρώνει τους γυμναστές -βλέπεις οι γυμναστές δεν ανήκουν στο σκληρό πυρήνα του κράτους- ένιωσε καλύτερα. τα ανοιχτά πνευμόνια είναι ο καλύτερος υποδοχέας της νικοτίνης και της πίσσας. ένιωσε την ανάγκη να συνοδέψει το τσιγάρο με καφέ.

μπήκε στη συνοικιακή καφετέρια. τρεις νεαροί καθισμένοι σε ένα τραπέζι με το μάτι καρφωμένο στην οθόνη που δείχνει μπάλα συζητάνε έντονα. βγαίνοντας από το μαγαζί ακούει άθελά της τον έναν από τους τρεις· άσε ρε φίλε, μόνο η χρυσή αυγή ασχολείται με τα προβλήματά μας, εγώ θα πάω στα γραφεία τους και θα τους πω το και το. και θα με βοηθήσουνε, θα δεις.

κοίτα να δεις ώρα που βρήκε η πόρτα και δεν ανοίγει να βγω έξω, να πάρω λίγο καθαρό αέρα, σκέφτηκε.

πάγωσε ο καφές.

και η τσιμινιέρα ακόμα καυτή.

*

γυρίζοντας προς το σπίτι, ο γείτονας καταστηματάρχης της πιάνει κουβέντα. για το γιο του, που έφυγε για έξω και δουλεύει τώρα πια με μεγάλο μισθό στην αγγλία, για το πόσο καλύτερη είναι τώρα πια η ζωή του παιδιού του. δίπλα του η γυναίκα του. πίσω από αυτά που της λένε διαβάζει την αλήθεια τους. τον πόνο για την απουσία, το μίσος για αυτούς που διώξανε τους ανθρώπους στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, τη θλίψη για την ισοπέδωση.

πώς να κοιμούνται άραγε τα βράδια αυτοί οι γονείς;

οι γειτονιές που είναι η λύση στη μοναξιά και η μαμή της αλληλεγγύης ξεψυχούν αθόρυβα τα απογεύματα.

ίσως και να ‘ναι αργά τώρα πια. ίσως πάλι και να μην είναι.

*

την άλλη μέρα το πρωί ένας ταξιτζής της δίνει άθελά του το στίγμα των ημερών που έρχονται.

– πώς πάει η δουλειά σας;

– χάλια μαύρα.

– λέτε να αλλάξει κάτι;

– δίνω ό,τι έχω και δεν έχω για να μην μπει το πασόκ στη βουλή. πιο πολύ με νοιάζει να μην μπουν αυτοί παρά οι χρυσαυγίτες.

– μα ξέρετε, συγκρίνετε ανόμοια πράγματα. είναι δολοφόνοι.

– έλα μωρέ, γιατί οι κομμουνιστές καλύτεροι ήταν; δεν είδες τα πρότυπα του ξηρού; τον ανθρωποσφαγέα βελουχιώτη είχε πίσω του. εμένα τα άκρα κορίτσι μου δεν μου αρέσουν. και τον τσίπρα ακόμα θα τον ψηφίσω. αλλά μακριά από κομμουνιστές να μείνεις.

– λίγο δύσκολο. βλέπετε, ελπίζω κάποτε να γίνω αληθινή κομμουνίστρια. φτάσαμε. τι χρωστάω;

την άφησε με το βλέμμα κρίμα και σε είχα συμπαθήσει. εκείνη κατέβηκε από το ταξί με το βλέμμα τα κατάφεραν οι μαλάκες. όπου να ‘ναι έρχονται και οι δηλώσεις.

*

έμεινε στην ουρά της εφορίας στην ευελπίδων καρφωμένη για δυόμιση ώρες. μία υπάλληλος από το πρωί για εκατοντάδες πολιτών που έβριζαν και φώναζαν για το ανύπαρκτο κράτος, να απολυθείτε όλοι σας ρε, άχρηστοι είσαστε, σας πληρώνουμε εμείς για να κάθεστε.

αν το κράτος είναι ανύπαρκτο, τότε πρώτοι και καλύτεροι ανύπαρκτοι είσαστε εσείς.

μπροστά της ένας νεαρός. χρειαζόταν μόνο ένα μεγαρόσημο και στεκόταν στην ουρά μόνο για αυτό, φαινόταν ανήσυχος, μετρούσε και ξαναμετρούσε τα ψιλά του, έπιασαν την κουβέντα.

μα γιατί φωνάζουν; δεν βλέπουν ότι η γυναίκα παλεύει να τους εξυπηρετήσει όλους;

φωνάζουν γιατί βλέπουν το πολλαπλό τους είδωλο να καθρεφτίζεται απέναντί τους.

μπακιρτζής.

μα φυσικά μπακιρτζής. συγγνώμη για το θάρρος, αλλά γιατί στέκεστε τόσες ώρες εδώ; μπορείτε να αγοράσετε από κάτω το μεγαρόσημο και να μην φάτε όλη σας τη μέρα εδώ.

ξέρετε, έχω μόνο τρία ευρώ και τα μεγαρόσημα κάτω κοστίζουν τρία ευρώ και τριάντα λεπτά.

στέκεστε σε αυτήν την εφιαλτική ουρά για τριάντα λεπτά. πάρτε τα και γλιτώστε.

δεν μπορώ να τα πάρω, δεν είναι σωστό.

κι εγώ δεν μπορώ να μην τα δώσω. η ζωή είναι τόσο εκνευριστικά όμορφη για να στεκόμαστε σε ουρές. καλό μεσημέρι.

*

η υπόλοιπη μιάμιση ώρα στην ουρά πέρασε γρήγορα.

μοναχικά, αλλά γρήγορα.

 

η φωτογραφία είναι καλοπίστως απαλλοτριωμένη από το λογαριασμό του @silentcrossing στο twitter

αγρόν ηγοράζομεν

1236860_10200992044538207_923447239_n

λοιπόν, εντάξει.

μπήκε το νερό στ’ αυλάκι. τα πράγματα στρώνουν.

ο καιρός μας ευνοεί, σηκώνεσαι το πρωί έτοιμος να χώσεις μπουκέτο σε όποιον σου απευθύνει το λόγο και αντικρίζεις τον ήλιο να λάμπει στον ουρανό και να ομορφαίνει την πρωτεύουσα της δυστοπίας. αυτός ο ήλιος δεν σ’ αφήνει να μελαγχολήσεις, αυτή η πόλη έχει τόσες κρυμμένες ομορφιές, σήμερα λήγει το φ.π.α. και όποιος δεν το καταβάλει εμπροθέσμως ας ετοιμαστεί να πληρώσει πρόστιμο ένα χιλιαρικάκι, έτσι, γιατί η δημοκρατία δεν εκδικείται, τι ψέμα ακόμα να γράψω για να σταματήσουνε να μου λένε ότι τα βλέπω όλα μαύρα, να γραφτώ στους ατενίστας, να κάνω βόλτες με το ποδήλατό μου στην πλατεία καρύτση και να χαμογελάω στους φωτογράφους των φρι πρες, μα πότε ρε, αφού δουλεύω όλη μέρα, ε αφού δουλεύεις δόξα τω θεώ να λες κορίτσι μου, μπουνιά και πάρ’ τον κάτω όποιον μου ξαναπετάξει τέτοια κοτσάνα, τι λέγαμε;

α ναι. τα πράγματα πάνε καλύτερα παιδιά.

λοιπόν που λέτε, ο προαλειφόμενος -εμένα γιατί μονίμως αυτή η λέξη με παραπέμπει πάντα σε φρυγανιές με μαρμελάδα, άλλο θέμα- το λοιπόν ο άνθρωπος που προετοιμάζεται λέει για να γίνει ο επόμενος πρωθυπουργός είναι άθεος, κι αυτό πολύ με έχει τρομοκρατήσει, γιατί άθεος σημαίνει ότι δεν πιστεύει στην επικρατούσα κατά το σύνταγμα χριστιανική θρησκεία και εδώ στην ελλάδα όπως ξέρετε με τις συνταγματικές διατάξεις δεν παίζουμε, είναι όλες απαραβίαστες και κανείς εξουσιαστής μέχρι τούδε δεν έχει διανοηθεί να καταπατήσει έστω και μισή γραμμή από τα οριζόμενα στο σύνταγμα. βέβαια, οι έχοντες την εξουσία αποτελούν μικρογραφία της κοινωνίας, και αφού η κοινωνία μας είναι τόσο ώριμη πολιτικά είναι λογικό και οι εκλεγμένοι μας άρχοντες να δρουν με γνώμονα μόνο το δικό μας συμφέρον. άθεος που λέτε ο επόμενος πρωθυπουργός και φωτιά στα μπατζάκια μας. διότι, εάν είναι άθεος, πού και πώς περνάει το βράδυ της ανάστασης του κυρίου ημών; και τι κάνει την μεγάλη παρασκευή; ικανό τον έχω να σκάει μύτη σε κανα σουβλατζίδικο και να τρώει τίποτα σουβλάκια απ’ όλα την ιερή εκείνη ώρα και στιγμή που άπαντες ημείς κάνουμε την περιφορά του επιταφίου και κουτσομπολεύουμε όλη μας τη γειτονιά ή το χωριό. η τάδε που φόρεσε ξώβυζο, ο άλλος που ήρθε στην εκκλησία με την γκόμενα, ο γιος της διπλανής που έννοια σου, ξέρουμε τι κουμάσι είναι, κάθε βράδυ πάνω στο καζίνο της πάρνηθας ξεπούλησε γυάρδα προς γυάρδα την προίκα της μάνας του, και τέτοια πράγματα, χριστιανικά. και ξαναρωτώ, πού βρίσκεται ο φέρελπις πρωθυπουργός του μέλλοντός μας τις σεπτές εκείνες ώρες; ρε μπας και κλείνεται στα υπόγεια της κουμουνδούρου παρέα με τον άγιο παστίτσιο και καταστρώνουν σχέδια κατά της ορθοδοξίας;

και καλά όλα αυτά, αλλά ποιος τους είπε ότι η ορθοδοξία πέφτει τόσο εύκολα;

να σας πω την αλήθεια μου, όσο γραφικά κι αν μου φαίνονται όλα αυτά, εγώ πρόβλημα δεν έχω με τη θρησκεία. κάπου πιστεύουμε όλοι μας, άλλος στο ουλαλούμ του σκαρίμπα, άλλος στο βαγγέλη μαρινάκη κι άλλος στο άγιο πνεύμα. εξάλλου, άμα σας πω κι εγώ πού πιστεύω θα καταλάβετε ότι είμαι πιο γραφική κι από το ναυάγιο στη ζάκυνθο. δεν με ενοχλεί η ορθοδοξία μέχρι το σημείο που θα αρχίσει να παρεμβαίνει στη δική μου τη ζωή. δέκα άνθρωποι συνομήλικοι και αντικειμενικώς θεωρούμενοι ως νέοι δώσαμε όρκο προ ενός έτους στο πρωτοδικείο για να λάβουμε άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, μόνη μου έδωσα όρκο πολιτικό και υπό το στραβό βλέμμα συναδέλφων, γραμματέως, εισαγγελέως και δικαστού.

απειροελάχιστη σημασία έχει βέβαια για τους παροικούντες την ιερουσαλήμ και τα τηλεοπτικά παράθυρα, πως το γαμημένο το συνταγματικό άρθρο καθιερώνει το δικαίωμα στην ανεξιθρησκία και ουχί την υποχρεωτική επικράτηση του χριστιανισμού. οι λάτρεις της ιστορίας ας κάνουν μια περατζάδα από το σημερινό κέντρο της μόδας με την πάλαι ποτέ ονομασία μεδιόλανα και ας μας πουν τι στο διάολο αποφασίστηκε εκεί.

ποσώς με αφορούν οι απανωτές γκάφες και τα λάθη της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

για τη βρωμιά του κυβερνητικού επιτελείου δεν θα εκφραστώ καν. ο πανικός είναι κακός σύμβουλος όμως παίδες.

αυτό που αφορά εμένα και τον καθένα από μας ως μέρη ενός κοινωνικού συνόλου -είτε το θέμε είτε όχι- είναι το κύμα ανελευθερίας που καταφθάνει σαν τσουνάμι και ετοιμάζεται να μας κατασπαράξει άπαντες. από τη θρησκευτική ελευθερία μέχρι τα καταπατηθέντα από καιρό εργατικά δικαιώματα, η απόσταση είναι μερικά μόνο άρθρα του συντάγματος. από τις ποινικώς κολάσιμες πράξεις μέχρι την ποινικοποίηση της σκέψης και της ιδεολογίας, η απόσταση δεν είναι παρά λίγη ακόμα τρομοκράτηση εξερχόμενη από τους τηλεοπτικούς δέκτες. από τη δυστοπική πραγματικότητα που ζούμε μέχρι να βρεθούμε γραμμένοι σε κάποια από τις σελίδες του μεγάλου αδελφού του όργουελ, δεν απέχουμε παρά ένα σημείο στίξης.

 

ου γαρ ίσμεν τι ποιούμεν;*

 

*απαλλοτριωμένο

«εντέλλεται όπως»

428143_4559097210367_1554658762_n

κυνήγησε

την πεταλούδα που όλοι κάποτε

κάμπια της είπανε πως για πάντα θα ‘ναι

φτάστην μόνο και μόνο

μια χειραψία περήφανη για να της κάμεις

 

εμπιστεύσου

το παιδί που καίγεται όρθιο να σηκωθεί

κι απ’ τα δεσμά των προστάτιδων δυνάμεων ν’ απελευθερωθεί

την ώρα που ένα βρέφος μόνο για πρώτη φορά όρθιο πέντε βήματα κάνει

τα χρώματα της ίριδας αυξάνονται κατά ένα

 

ξύσε

καθώς περνάς μπροστά από το μαύρο κτίσμα πάνω στην Πατησίων

το χέρι σου άπλωσε και ξύσε

με όσα απ’ τα νύχια σου αφάγωτα έχουν μείνει

τον μαύρο ετοιμόρροπο σοβά

 

και άσε

μέσα απ’ τα τούβλα να ξεπεταχτούν ζωές και ιστορίες

που σε τετράδια ποτέ δε σημειώθηκαν

γιατί τα παράσιτα που παράνομα πάνω στο τσιμέντο επί αιώνες ζούνε

πιο ανθεκτικά κι απ’ το μπετόν ακόμα αποδειχθήκανε

 

-η πιο επιθυμητή κατάσταση για έναν εραστή είναι η υγρασία, το ξέρεις-

 

ομολόγησε

πως πριν και πάνω και ύστερα απ’ τα πάντα

το θάνατο φοβάσαι

γι’ αυτό και κάθε μέρα τους επικήδειους των φίλων σου γράφεις

 

κατονόμασε

όλους εκείνους που πριν την ώρα τους

όλα τα δόντια σου τα σπάσανε

και σ’ αφήσανε με κατακόκκινα και γερασμένα ούλα

 

-κι ύστερα τι είναι ο έρωτας χωρίς το δάγκωμα, στον καταστρέψανε-

 

κατασκεύασε

μια ιστορία πέρα ως πέρα ψεύτικη

ψεύτικη σαν τα χαρτιά που τα αφεντικά μέσα στις τσέπες τους τις νύχτες κουβαλάνε

κι έτσι αναγκάζονται χτισμένοι πάνω στη γη αιώνια να περπατάνε

 

κι ύστερα γκρέμισε

την ψεύτικη ιστορία σου με παραμύθια

πέρα ως πέρα αληθινά

μύθοι με μέτρια αρχή και άγνωστο φινάλε

ιστορίες συννεφιασμένες μέσα σε υπόγεια και κάτω από λεωφόρους

με αποστολέα τη ζωή και παραλήπτες τα παιδιά σου

 

απάντησε

οριστικά σε όλα τα σημεία στίξης με ένα ερωτηματικό

ίδιο ταφόπλακα

 

και αντάλλαξε

τις αγκύλες του προσώπου σου

με παρενθέσεις που πιο φιλικές είναι

σταυροί στρογγυλεμένοι

 

απάλλαξε

όλες τις φράσεις απ’ τα υπονοούμενα

 

και ελευθέρωσε

ό,τι βασανισμένο μετά την πρόθεση υπό ασθμαίνοντας ζυγώνει

 

οι συμβαλλόμενοι

ηθεάτωντυχηρώνκαιοκύκλωπαςπουαπ’τοτίποτατυφλώθηκε

küchenschabe

a1

κι αν τελικά αυτό που μας κρατάει στη γη δεν είναι βάρος αλλά φόβος;

 

κι αν τελικά τα δέντρα όλα μαζί σε σχήμα δάσους μεγαλώνουν

-ενδιάμεσα κομμάτια ανάμεσα σε γη και ουρανό-

γιατί τη μοναξιά των φύλλων τους κανένα δεν αντέχει;

 

κι αν ίσως ο αστροναύτης που πατάει στη σελήνη

-και καμιά σημαία μαζί του δεν κουβαλήσει-

μονάχα ένα γράμμα ερωτικό σ’ έναν κρατήρα μέσα αφήσει;

 

κι αν την ώρα που καθάρια σε κοιτάζω

-δεν ξέρω στ’ αλήθεια να μιλώ, μόνο το κοίταγμα-

δεν εκραγεί η λάμπα της πλατείας αλλά εσύ;

 

κι αν ό,τι εσύ αποτυχία θεωρήσεις

-ρυθμοί από τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου-

σε μένα σαν νίκη στις άκρες του πολέμου καταγράφεται;

 

συγγνώμη για τα ερωτηματικά

αλλά με τον καιρό τα αγάπησα απ’ τις τελείες πιο πολύ

 

όμως τώρα την αλήθεια θα σου πω για μένα

-δεν ελπίζω· δεν θυμάμαι βλέπεις τι είναι η ελπίδα-

χαμογελώ από σιγουριά και όχι αμηχανία

 

το πρόσωπό μου στον καθρέφτη εκρήγνυται κάθε πρωί

-μέχρι το βράδυ έργα συντήρησης τα συνεργεία κάνουν-

τα χείλη μου θαρρώ το πιο αυθάδες σημείο πως είναι

 

λοιπόν, ας καταργήσουμε τους ορισμούς

-τη γλώσσα μορς θα ‘θελα μόνο να μου μάθεις-

ξέρεις, τα γκλοπς αγράμματα από συναισθήματα είναι

 

και κάτι τελευταίο ακόμα θα σου πω

-η Ελευθερία είναι άντρας, μπορώ να στο αποδείξω-

κάποτε ήταν τα Ψαρά, μετά ο Άη-Στράτης, και σήμερα τα ίδια μας τα δάχτυλα

 

και ξέρω τώρα πια πως όταν επιτέλους όλα χαθούν

από ένα μικρό και καυτερό φυτό όλα μπορούν να ξαναγεννηθούν

 

για την Τηλεπαθητική Αγωγή

του Maurice Labrador

πρωτότυπο #2015

ψευδοκράτος ιδεών

538813_3553368547779_974979858_n

γίνατε όλοι εραστές της ειλικρίνειας

και την αλήθεια όλοι αγαπάτε

τη συντροφιά του ψέματος κανείς σας τώρα πια δεν κυνηγά

την καλοσύνη του κανένας δεν διεκδικεί

 

κι έτσι το ψέμμα μακριά απ’ την επιθυμία του λαού

έμεινε μόνο, αγάμητο,

φούσκωσε, γέμισε, έγινε πλαδαρό

σαν γυναίκα ή άντρας πενηντάρης που σταμάτησε τον έρωτα λόγω αδύναμης καρδιάς

-κι όπως επιθυμείτε ερμηνεύστε το κι αυτό-

απλώθηκε σαν λαίλαπα πάνω απ’ τη χώρα

ένα τεράστιο, υγρό και γκρίζο σύννεφο

 

όχι, η αλήθεια δεν κρυβότανε ποτέ στον αργαλειό της πηνελόπης

αλλά με την ελένη ως την τροία ταξιδέψανε μαζί

μέσα στα πιο απαλά σου ψέμματα κοιμήθηκα τις πιο ωραίες μου νύχτες

κι από τις πιο σκληρές μου αλήθειες ζήσανε ως το τέλος τα πιο ωραία παραμύθια

έτσι που τελικά πριγκίπισσες και δράκοντες μαζί να εκτοξεύουνε το υγρό το πυρ

μήπως και καταφέρουνε το γκρίζο, πλαδαρό και άσχημο ψέμα να διαλύσουν

μήπως και ο ήλιος του παραμυθιού στη χώρα άλλη μια τελευταία ανατολή χαρίσει

 

δανειοθάλασσες

45800_4795694885161_929554403_n

ο κύριος και η κυρία μπλάιμπ

κάθε πρωί

ξυπνούν με τα κοκόρια της αυλής τους

ανάβουνε φωτιές συνθηματικές

και δίνουν εντολές στον ήλιο να προβάλει

ύστερα αγκαλιάζονται

φιλιούνται πεταχτά

εκείνος κατηφορίζει για την τράπεζα

εκείνη ξεκινάει για το λιμάνι

*

την τραβούσε πάντα η αρμύρα

και από μικρή ήθελε βασίλισσα να γίνει

τους νόμους να αλλάξει

μια καινούρια λέξη να γεννήσει

κι ύστερα με νόμο του βασιλείου της να την καθιερώσει

γιατί πώς λέγεται το κορίτσι που απ’ τη θάλασσα ζει;

*

πάνω σε τούτο το νησί

πάντα οι γυναίκες για γοργόνες λογαριάζονταν

και καμιά ποτέ δεν έγινε ψαράς

γιατί η λέξη, το επάγγελμα, το θάρρος

ήταν αδόκιμες

για πλάσμα που μια μήτρα κουβαλάει

*

η δεσποινίδα μπλάιμπ βασίλισσα δεν έγινε ποτέ

αλλά το θάρρος της δεν έχασε

και ενάντια στου νησιού τις δοξασίες

δια παντός αποφάσισε να ζήσει

κι έτσι

έγινε ψαράς

*

όταν αγάπησε τον κύριο μπλάιμπ

τα αφροδισιακά του βυθού της

ζηλέψανε την τύχη του

ερχόταν τώρα ένας κύριος με γραβάτα

και τα υγρά της για δικά του τα λογάριαζε

με τον καιρό όμως τα ψάρια συνηθίσανε

και με τον αντίζηλό τους συμφιλιώθηκαν

δεν είχαν άλλωστε επιλογή

*

ο κύριος μπλάιμπ γνώριζε τα λογιστικά

καλύτερα από όλους τους εντός και εκτός θαλάσσης

ενώπιόν του υποχωρούσαν όλοι οι πελάτες

της τραπέζης

και με το λέγειν του έφερνε κέρδη αμέτρητα

στον τραπεζίτη αφεντικό του

*

τις νύχτες που το ζευγάρι αγκαλιασμένο έσβηνε φωτιές

εκείνος συχνά ομολογούσε την ασχήμια του

ένιωθε πως τα χνώτα του μυρίζανε χρυσάφι

και πως τα χέρια του ήταν κρύα

ενώ οι ανάσες της κυρίας μπλάιμπ

-όποτε βέβαια ανέπνεε γιατί σαν αμφίβιο λογιζόταν-

μυρίζανε ατλαντίδα και ιώδιο

τα χέρια της ήτανε πάντα ζεστά

και τα μαλλιά της

όταν έπεφτε ο ήλιος

σε αρμυρίκια μεταμορφώνονταν

*

πως θέλει να αλλάξει τη ζωή του

λογάριαζε τις νύχτες ο κύριος μπλάιμπ

ήτανε βλέπεις η γυναίκα του ο ψαράς που τόσο τον γοήτευε

και ήταν εκείνη που τις νύχτες τις αντάρες του κατάπινε

γιατί

όπως του έλεγε

οι δυο τους σαν ζευγάρι

το τέλειο παραμύθι για τα παιδιά των πόλεων σχηματίζανε

γιατί ένα θαλασσοδάνειο σε σχήμα λειχήνας

αρκούσε λέει στους αδαείς των πόλεων τους κατοίκους

που οθόνες προσκυνούσαν

για να πιστέψουν

πως η φτώχεια τους δικαίως τους καταπλακώνει

 

και για να μην αντέξουν ποτέ

να δουν τους εαυτούς τους όρθιους

ενάντια στις τράπεζες

απέναντι στα δάνεια

κι επάνω στον θαλάσσιο αφρό

ελεύθεροι να περπατούν

ψάχνοντας τα δύο ταυ

ψιτ

φώναξα σε ένα παιδί

έχασα τα γυαλιά μου, μήπως τα είδες πουθενά εδώ γύρω;

σήκωσε τα μάτια από το τιμόνι του ποδηλάτου του

-ήτανε πια μεγάλος, δεν χρειαζότανε βοηθητικές ρόδες-

ό,τι γυαλιά χάνονται εδώ γίνονται θρύψαλα από τα ποδήλατά μας·

έσμιξε τα φρύδια και με κοίταξε

και σ’ αυτό το σμίξιμο των φρυδιών είδα ένα μικρό παιδί να μεγαλώνει ίσαμε σαράντα χρόνια

η ευτυχία του να είσαι παιδί βρίσκεται στο να λες ψέμματα χωρίς τύψεις

-όποιος σας έμαθε πως δεν είναι στη φύση σας να λέτε ψέμματα κάτι ήθελε να κερδίσει από σας-

γιατί το ψέμμα είναι το διαγώνισμα της ζωής

και ο καλύτερος βαθμός είναι το τρία

με άριστα το ένα

*

κάτι μου θυμίζει αυτός ο στίχος

α εμένα μην με μπερδεύετε

εγώ τόσα χρόνια γεννάω τα λόγια μου

κι ύστερα τα παρατάω στις πόρτες σας

με ένα σημείωμα καρφιτσωμένο πάνω τους

αυτό το τερατάκι ψάχνει μια οικογένεια να μεγαλώσει

είμαι μια μάνα άσπλαχνη

γιατί κάποιος κάποτε μου ξερίζωσε τα σωθικά

και με καταδίκασε σε αιώνιο πόνο

μητρικό

χωρίς περιθώρια ίασης

το Παγκόσμιο Μητρικό Δικαστήριο

με έχει καταδικάσει

να γράφω χωρίς να σβήνω

τα χαρτιά μου είναι τερατογενέσεις

μην τα αγγίζεις

ο ιός σε παρασέρνει πάλι στο ψέμμα

το δίχως τύψεις

 

μα πού στηρίζεσαι

με ρωτάνε

στηρίζομαι στους στύλους της Δ.Ε.Η. που τα πουλιά τους αγνοούν

μου αρέσουνε τα πράγματα που οι διαβάτες και τα πετούμενα

τα προσπερνούν

πότε πότε στηρίζομαι 

-όπως κι εσύ-

σε τέρατα αλλωνών

 

ο αγαπημένος μου ποιητής

αντάλλαξε τη σιγουριά

με το αιώνιο πέταγμα πλασμάτων φαντασίας

κι εκεί που άλλοτε ήταν σίγουρος

πως οι αλήθειες δεν θα αντέξουν

και τη ζωή τους πίσω από τα όνειρα θα ζητήσουν

τώρα απορεί

αμφισβητεί

τώρα ρωτάει

 

προσφάτως έπιασε δουλειά

οδοκαθαριστής κάπου στο Μενίδι

κάθε πρωί σκουπίζει τα ξεραμένα χρήματα των Ρομά

παλιά εργαζόταν κάπου στη Μανωλάδα

μάζευε φράουλες

αλλά τον σκότωσαν

γιατί τις νύχτες ανέβαινε πάνω στις πυγολαμπίδες και ταξίδευε

χωρίς χαρτιά·

κι έτσι τώρα σαν σκουπιδιάρης έχει το κεφάλι του ήσυχο

και τα χέρια του πάντα καθαρά από αίμα

 

-άραγε η πρόωρη εκσπερμάτωση να οδηγεί σε πρόωρη γέννα;

και μήπως αυτή είναι η εκδίκηση του σπέρματος;-

 

εγώ πάντως, αν διάλεγα δουλειά

θα διάλεγα εκείνη του θεού

θα γκρέμιζα ναούς, βωμούς και θυσιαστήρια

και τα παλιά νησιά θα έφερνα και πάλι στη ζωή

και ύστερα οι παγκόσμιες μυθολογίες θα γράφανε

πως στον δικό μου τον κατακλυσμό δεν πέθαναν οι άνθρωποι

μα τα φουγάρα·

*

τα γυαλιά μου δεν είναι πουθενά

το μικρό παιδί με τα σκεπτόμενα φρύδια

με κοίταξε για τελευταία φορά

ήτανε ταξικά;

με ρώτησε

ναι, ήτανε της πέμπτης τάξης του δημοτικού

του απάντησα·

γέλασε τόσο δυνατά που ο τυμπανιστής του αυτιού μου

παραιτήθηκε εθελουσίως

πρέπει να ξεφλουδίσεις τις μνήμες σου·

μου είπε

όπως ο ποιητής σου ξεφλουδίζει τα ποιήματά του

να φτάσεις στις πρώτες σου τις θύμησες

όπως εκείνος κάποτε θα φτάσει στην ένατη γραφή

 

κι εσύ αλήθεια που τον ξέρεις τον ποιητή;

μα εκείνος με κατέβασε στη γη

 

ωστόσο εσύ μην ψάχνεις άλλο για γυαλιά

κι ας έχεις τόσο αγαπήσει

το ρήμα

ψάχνω

και το γράμμα

ψ

πήγαινε πίσω

βρες το απολυτήριο του δημοτικού

κάντο κομμάτια

και άσε το χαρτοπόλεμο να πέσει αργά

πάνω σ’ έναν

περήφανο

καταυλισμό

τσιγγάνων

 

για τη δεύτερη γραφή

της Ψυττάλειας Β

του Σαμσών Ρακά

Αφαλός στο Μέτωπο