δήλωση α-μετανοίας

by nullapoenasinelege

BdubduRCYAACS0W

στον τοίχο ένα κακό αντίγραφο κάποιου πίνακα ζωγραφικής. στα μεγάφωνα ο πιο διασκεδαστικός σταθμός της πόλης, ή κάτι τέτοιο. στα αυτιά της το βουητό άλλης μιας μέρας που την ξεψάχνισε.

κοιτάζει τα πόδια της. μία μαύρη βρώμικη λωρίδα πλαστικού έρχεται και ξανάρχεται. κοιτάζει το ρολόι του μηχανήματος. άλλα δέκα λεπτά. σηκώνει το κεφάλι και κοιτάζει έξω. περαστικοί περνούν σκυφτοί, μερικοί κοιτάζουν με περιέργεια μέσα από τη τζαμαρία την αίθουσα, άλλοι μπαίνουν στο διπλανό προποτζίδικο να κυνηγήσουν την τύχη τους, κοπέλες με τσάντες στον ώμο που σέρνονται μέχρι το φροντιστήριο για να μάθουν την κλίση του οίδα, να περάσουν στη φιλοσοφική και να ενταχθούν στον οικονομικά ανενεργό πληθυσμό, συνταξιούχοι με γλυκά που πάνε να δουν τα εγγόνια τους. το απόγευμα πέφτει βαριεστημένα στις πλάτες της γειτονιάς, το απέναντι καφενείο γεμίζει με κόσμο που πάει να δει το ματς των αιωνίων, η πόλη που κάποτε δεν ησύχαζε ποτέ μάλλον δεν θα ξυπνήσει ποτέ από τη χειμερία νάρκη της. χτυπάει το τηλέφωνό της, είναι από τη δουλειά, δυσανασχετεί. έχω σχολάσει, αφήστε με ήσυχη. ξανακοιτάζει το ρολόι του μηχανήματος. πέντε λεπτά ακόμα.

το δημοτικό γυμναστήριο γεμίζει κόσμο. οι νεαροί καμαρώνουν για τα γυμνασμένα τους μπράτσα, οι κοπέλες για τα ωραία αθλητικά τους παπούτσια, οι μεσήλικες έρχονται με εντολή γιατρού για να ρίξουν την κακή χοληστερίνη, οι κυρίες καταφθάνουν για να συζητήσουν τα νέα της ημέρας πάνω στο ποδήλατο -ποδήλατο το ονομάζουν κι ας μην σε πηγαίνει πουθενά, ένα ποδήλατο ίδιο με το μαρτύριο του ταντάλου, όλο να κάνεις πεντάλ και όλο να μένεις καρφωμένος στο ίδιο σημείο, να καταπίνεις τα χιλιόμετρα και όλο εδώ να είσαι στάσιμος, στην ίδια γειτονιά, στην ίδια χώρα, τίποτα να μην αλλάζει, να καίγονται οι γάμπες σου, να καίγεται το μυαλό σου γιατί αύριο λήγει το φ.π.α. και πού θα το βρεις το χιλιάρικο που το έδωσες για το χαράτσι– και δώστου να σηκώνουν τα δεκάκιλα οι φουσκωτοί, να κάνουν κάμψεις, να αναστενάζουν, να γεμίζει χνώτα η τζαμαρία και να κρύβει το θέαμα από τους περίεργους μπόμπιρες που κολλάνε τις μύτες τους στο τζάμι, κοίτα μαμά, κοίτα τι κάνουν αυτοί!

πόσες φορές έχει πατηθεί αυτός ο διάδρομος; η μαύρη λωρίδα έρχεται και ξανάρχεται κάτω από τα πέλματά της, το μηχάνημα λέει πως έχει διανύσει ενάμιση χιλιόμετρο, γιατί βρίσκεται ακόμα φυτευμένη εδώ; δεν θα ‘πρεπε να έχει φτάσει τώρα μέχρι το μενίδι ας πούμε;

στήνει αυτί. οι διπλανές κυρίες μιλάνε για την κατάσταση. για τα παιδιά τους που σπουδάσανε και τώρα είναι κλεισμένα στα δωμάτιά τους πίσω από έναν υπολογιστή όλη μέρα, που δεν βρίσκουν δουλειά, για τις περικοπές στους μισθούς τους, για τα χρήματα που φάγανε και τώρα πρέπει να τα επιστρέψουν αυτοί που τα πήρανε, και τι με νοιάζει εμένα μαρία μου να μπούνε φυλακή; τα λεφτά να δώσουνε πίσω, αυτό με νοιάζει. τρέμει στην επόμενη κουβέντα που θα ακούσει. σύριζα, ναι, σύριζα. κι αν αποτύχει, ακόμα πιο πέρα. ανταρσύα, δεν το συζητώ!

απροσδόκητο.

ο διάδρομος της επανάληψης που δεν είναι μαμά καμιάς μάθησης σφυρίζει. τέλος χρόνου. ό,τι κάηκε κάηκε. και δεν ξαναγυρίζει.

βγαίνοντας από το δημοτικό γυμναστήριο που όπου να ‘ναι θα κλείσει γιατί ο δήμος δεν έχει τα απαραίτητα κονδύλια για να πληρώνει τους γυμναστές -βλέπεις οι γυμναστές δεν ανήκουν στο σκληρό πυρήνα του κράτους- ένιωσε καλύτερα. τα ανοιχτά πνευμόνια είναι ο καλύτερος υποδοχέας της νικοτίνης και της πίσσας. ένιωσε την ανάγκη να συνοδέψει το τσιγάρο με καφέ.

μπήκε στη συνοικιακή καφετέρια. τρεις νεαροί καθισμένοι σε ένα τραπέζι με το μάτι καρφωμένο στην οθόνη που δείχνει μπάλα συζητάνε έντονα. βγαίνοντας από το μαγαζί ακούει άθελά της τον έναν από τους τρεις· άσε ρε φίλε, μόνο η χρυσή αυγή ασχολείται με τα προβλήματά μας, εγώ θα πάω στα γραφεία τους και θα τους πω το και το. και θα με βοηθήσουνε, θα δεις.

κοίτα να δεις ώρα που βρήκε η πόρτα και δεν ανοίγει να βγω έξω, να πάρω λίγο καθαρό αέρα, σκέφτηκε.

πάγωσε ο καφές.

και η τσιμινιέρα ακόμα καυτή.

*

γυρίζοντας προς το σπίτι, ο γείτονας καταστηματάρχης της πιάνει κουβέντα. για το γιο του, που έφυγε για έξω και δουλεύει τώρα πια με μεγάλο μισθό στην αγγλία, για το πόσο καλύτερη είναι τώρα πια η ζωή του παιδιού του. δίπλα του η γυναίκα του. πίσω από αυτά που της λένε διαβάζει την αλήθεια τους. τον πόνο για την απουσία, το μίσος για αυτούς που διώξανε τους ανθρώπους στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, τη θλίψη για την ισοπέδωση.

πώς να κοιμούνται άραγε τα βράδια αυτοί οι γονείς;

οι γειτονιές που είναι η λύση στη μοναξιά και η μαμή της αλληλεγγύης ξεψυχούν αθόρυβα τα απογεύματα.

ίσως και να ‘ναι αργά τώρα πια. ίσως πάλι και να μην είναι.

*

την άλλη μέρα το πρωί ένας ταξιτζής της δίνει άθελά του το στίγμα των ημερών που έρχονται.

– πώς πάει η δουλειά σας;

– χάλια μαύρα.

– λέτε να αλλάξει κάτι;

– δίνω ό,τι έχω και δεν έχω για να μην μπει το πασόκ στη βουλή. πιο πολύ με νοιάζει να μην μπουν αυτοί παρά οι χρυσαυγίτες.

– μα ξέρετε, συγκρίνετε ανόμοια πράγματα. είναι δολοφόνοι.

– έλα μωρέ, γιατί οι κομμουνιστές καλύτεροι ήταν; δεν είδες τα πρότυπα του ξηρού; τον ανθρωποσφαγέα βελουχιώτη είχε πίσω του. εμένα τα άκρα κορίτσι μου δεν μου αρέσουν. και τον τσίπρα ακόμα θα τον ψηφίσω. αλλά μακριά από κομμουνιστές να μείνεις.

– λίγο δύσκολο. βλέπετε, ελπίζω κάποτε να γίνω αληθινή κομμουνίστρια. φτάσαμε. τι χρωστάω;

την άφησε με το βλέμμα κρίμα και σε είχα συμπαθήσει. εκείνη κατέβηκε από το ταξί με το βλέμμα τα κατάφεραν οι μαλάκες. όπου να ‘ναι έρχονται και οι δηλώσεις.

*

έμεινε στην ουρά της εφορίας στην ευελπίδων καρφωμένη για δυόμιση ώρες. μία υπάλληλος από το πρωί για εκατοντάδες πολιτών που έβριζαν και φώναζαν για το ανύπαρκτο κράτος, να απολυθείτε όλοι σας ρε, άχρηστοι είσαστε, σας πληρώνουμε εμείς για να κάθεστε.

αν το κράτος είναι ανύπαρκτο, τότε πρώτοι και καλύτεροι ανύπαρκτοι είσαστε εσείς.

μπροστά της ένας νεαρός. χρειαζόταν μόνο ένα μεγαρόσημο και στεκόταν στην ουρά μόνο για αυτό, φαινόταν ανήσυχος, μετρούσε και ξαναμετρούσε τα ψιλά του, έπιασαν την κουβέντα.

μα γιατί φωνάζουν; δεν βλέπουν ότι η γυναίκα παλεύει να τους εξυπηρετήσει όλους;

φωνάζουν γιατί βλέπουν το πολλαπλό τους είδωλο να καθρεφτίζεται απέναντί τους.

μπακιρτζής.

μα φυσικά μπακιρτζής. συγγνώμη για το θάρρος, αλλά γιατί στέκεστε τόσες ώρες εδώ; μπορείτε να αγοράσετε από κάτω το μεγαρόσημο και να μην φάτε όλη σας τη μέρα εδώ.

ξέρετε, έχω μόνο τρία ευρώ και τα μεγαρόσημα κάτω κοστίζουν τρία ευρώ και τριάντα λεπτά.

στέκεστε σε αυτήν την εφιαλτική ουρά για τριάντα λεπτά. πάρτε τα και γλιτώστε.

δεν μπορώ να τα πάρω, δεν είναι σωστό.

κι εγώ δεν μπορώ να μην τα δώσω. η ζωή είναι τόσο εκνευριστικά όμορφη για να στεκόμαστε σε ουρές. καλό μεσημέρι.

*

η υπόλοιπη μιάμιση ώρα στην ουρά πέρασε γρήγορα.

μοναχικά, αλλά γρήγορα.

 

η φωτογραφία είναι καλοπίστως απαλλοτριωμένη από το λογαριασμό του @silentcrossing στο twitter

Advertisements