sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Month: Φεβρουαρίου, 2014

μοιρολόι

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

ξεγυμνωθήκαμε, αδερφέ

στάσου δίπλα μου γυμνός, ολόλαμπρος και ηττημένος

 

πρέπει να σου αποκαλύψω

πως μας πήρανε πια και τις νύχτες

τα βράδια μας μυρίζουν ξύδι

οι αυγές γεμάτες αναθυμιάσεις

τα μάτια μας πάθανε λόρδωση

τα δάχτυλα σκολίωση

στα κεφάλια μας φυτρώνουνε σκουλήκια

και στα πόδια μας γιορτάζουν μόνο οι φλέβες

 

γιορτάζω απόψε την ολόλαμπρή μας ήττα

συνόδεψέ με

 

έμειναν μόνο πια τα σούρουπα

τα χαρωπά απογεύματα της θλίψης του σχολάσματος

όταν ο ήλιος πέφτει

κλείνουμε νυσταγμένοι τις πόρτες των γραφείων

κι ύστερα καίμε τα οράματά μας

 

δειπνώ απόψε με την υποτιμημένη στάχτη

πιες μαζί μου

 

ξεγυμνωθήκαμε, αδερφή

στάσου απέναντί μου γυμνή, ολόλαμπρη και ηττημένη

Advertisements

σκέφτομαι άρα πετάω

δεν θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

διόλου δεν επιθυμώ χαιρετισμούς στο δρόμο

οι δρόμοι δεν φτιαχτήκαν για να χαιρετάς

αλλά για να πορεύεσαι

περίσσεψε η χριστιανική αγάπη

όλοι να αγαπάτε αλλήλους

κι ας μην γνωρίζετε στο ελάχιστο

πως η αγάπη δεν είναι λίμνη στάσιμη

αλλά ποτάμι ανυπάκουο σε προβλέψεις

απ’ την πηγή ως την εκβολή

ακολουθεί πορεία προσωπική

σε παρασέρνει

σε ξεβράζει

σε ταξιδεύει

και σε πνίγει

ποιος θέλει όρθιος να σταθεί κι ενάντια στου καθένα το ποτάμι να μιλήσει;

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

κι αυτό δεν είναι απαίτηση

κι ούτε να κάνετε το λάθος σαν χάρη να το θεωρήσετε

να ζω σημαίνει να ανασαίνω

χωρίς την άδεια των γειτόνων

χωρίς την έγκριση ηγετών

χωρίς ερώτηση και απάντηση μέσα στα κοινοβούλια

να ζω σημαίνει να ανασαίνω

πάρτε για χάρισμά σας τα δικαιώματα

σας επιστρέφω τις ελευθερίες

σας αντιτείνω τις θρησκείες

στέκομαι σιωπηλή ξεσπώντας

και αποζητάω μια ζωή

χωρίς χαρτιά και απολογίες

στις εξουσίες κάθονται όσοι κοιμούνται σε μαντριά

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

τίποτα δεν μου δόθηκε

ποτέ κανένας δε με ρώτησε

τι σημασία έχει ποιος, γιατί και από πού

γιατί μετράτε τους λαούς με χρώματα

γιατί σκοτώνετε την ομορφιά με λάβαρα

τη σκέψη μου ποτέ καμιά ομιλία δεν περιέλαβε

λέγεται σκέψη επειδή ξέρει να πετάει

είμαι ο κύκλωπας κανένας των λαών

είμαι ο ούριος άνεμος των πειρατών

είμαι το χάδι γάτας σε μωρό παρατημένο από τη μάνα

κατηγορία αταξινόμητη εταιρειών που ειδικεύονται σε ράφια

πρόγραμμα υπολογιστή που ξέρει να μεθάει σαν άνθρωπος

θεοί μου οι αφορισμένοι ποιητές

οι άλιωτοι στο πέρασμα των χρόνων

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

κι εγώ σας δίνω για αντάλλαγμα

κάθε φωτιά κάθε φωνή και κάθε δάκρυ

κρατήστε τα για ενθύμια

για να διδάξετε στα αγέννητα ακόμα τέκνα

πως οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται τελείως μόνοι

επιφαινόμενες παρέες και κοινωνίες της συνουσίας

σπρώχνουνε κάτω απ’ τα παχιά χαλιά των γηγενών

όσους κατάλαβαν νωρίς πως η ζωή

αποτελεί κομμάτια από ανέκδοτα λυπητερά

πάρτε για λάφυρο τη μνήμη

και υπόσχομαι μια μέρα παρέα με τη σκέψη μου

στεγνό καθάρισμα του διοξειδίου του άνθρακα να πράξω

να βρέξει μόνο ατόφιο οξυγόνο

να οξειδωθούν οι αναμνήσεις σας· να σβήσουν

 

κι ύστερα σκουριασμένοι να ατενίσετε το μέλλον

να ανακαλύψετε βαφές και τρόπους αναγέννησης

 

πώς ξαναφέρνω στη ζωή το πριν απ’ όλα υπάρχον;

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

poeta poetae lupus

L5_Peroulis_02

αναρωτιέμαι αν υπάρχουν ποιήματα

που πρέπει στη γέννα να τα πνίγεις

 

υπήρχε κάποτε μια εποχή που οι μαίες

ρητή εντολή από πάνω λάμβαναν

τις διαφορές στο στίχο

στο αίμα να τις πνίγουν

 

κι έτσι χωρίστηκαν οι ποιητές

οι μεν στα πεζοδρόμια

οι δε σε οικειοθελούς αυτοσυγκέντρωσης στρατόπεδα

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

εισπνέουν χημικά και καυσαέριο

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

ρίχνονται κάθε νύχτα στους θαλάμους αερίων

 

όλοι οι ποιητές ζουν ετοιμοθάνατοι

διαφέρει μόνο η ταχύτητα θανάτου

είναι γινόμενο καπνού και σκέψης

 

σημειωτέον, πως στην ποίηση το φύλο αδιάφορο είναι

-μήπως και στη ζωή έτσι δεν θα ‘πρεπε να ήταν;-

δικαίωμα στη μητρότητα έχουν όλοι, άντρες γυναίκες

σημειωτέον, πως δε λέγεται μητρότητα

αλλά σκοτάδι, πόνος, τρόμος και ζωή

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

απέναντί τους έχουν τις πλατείες

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

καταναγκαστικώς χτίζουν συρματοπλέγματα

 

οι μεν αναρωτιούνται για τους δε

ποια αρρώστια τη ζωή τους όρισε

και οι στίχοι τους τις νύχτες

το παιχνίδι της αναίρεσης

απ’ την αρχή ορίζουν

 

μια κυριακή το μήνα

οι θεοί -που από ίδιον συμφέρον μόνο υπάρχουν-

όρισαν δημοκρατικά πως πρέπει

ειρηνική ανταλλαγή των πληθυσμών

για μία μέρα χώρα να λαμβάνει

 

-και πώς αλλιώς να γραφτεί η ιστορία, αν όχι με επίφαση δημοκρατίας των λαών;-

 

κι έτσι αυτήν τη μόνη κυριακή του μήνα

οι αλητήριοι του δρόμου ποιητές

τη μέρα τους μες σε στρατόπεδα αυτοσυγκέντρωσης περνάνε

και οι έγκλειστοι που από το zyclon επιβίωσαν

ξαπλώνουν στα παγκάκια της πρωτεύουσας

 

στο τέλος αυτής της κυριακής

το ανώτατο συμβούλιο νεκρών καλλιτεχνών

πόρισμα βγάζει για τη ζωή και την πορεία των ιδεών

 

μα ακόμα και αυτοί οι ίδιοι οι ποιητές

που ανταλλάξανε το τώρα με του ύστερα τη φήμη

που εδώ και αιώνες προσπαθούν

σε ασφαλές συμπέρασμα να καταλήξουν

και που νικήσαν σε αντοχή

το θεάρεστον του γαιοσκώληκα έργον

ακόμα απόφαση δε βγάλανε

 

ποια να ‘ναι άραγε η πιο μακάβρια φυλακή

ποιο να ‘ναι ίσως το πιο αποπνικτικό κελί

και ποια να ‘ναι επιτέλους η μορφή

αυτής της ίδιας της μαμής

που όλες τις τέχνες ξεγεννάει

 

πώς είναι η ελευθερία

και πώς την ξεχωρίζεις

ανάμεσα στα ψευδοαντίγραφα

που θεοί και πολιτεύματα

εγκαθίδρυσαν;

στο γκισέ

index

 

να μάθεις να πλέκεις, μου είπε

να σκαρφαλώνεις με λίγη προσοχή πάνω στα πεύκα

πρόσεχε λίγο μόνο τα υγρά τους

-βλέπεις το πεύκο δεν είναι από κείνους που ‘χουν συνήθεια να κρύβονται-

να κόβεις ύστερα απαλά μια δυο βελόνες

το πεύκο δεν πονάει, μην σε ανησυχεί

για μοίρασμα τα έχει τα παιδιά του

 

έτοιμα τα σύνεργά σου

φτηνά και μαλακά

σαν τα τσιγάρα που καπνίζεις τις ημέρες που τελειώνει ο μισθός

γράφουν επάνω πως ο καρκίνος δεν πωλείται·

σας τον χαρίζουμε απλόχερα εμείς του κόσμου οι καινοί δημιουργοί

την ώρα που ρουφάς του μαλακού τσιγάρου τον καπνό

αναρωτιέσαι μήπως τελικά όντως πιο γρήγορα πεθάνεις

και πριν προλάβεις να ανταλλάξεις σκέψεις με το φόβο

πετιέσαι πάνω· τρέχεις μέχρι το περίπτερο

– θα στα χρωστάω μεθαύριο πληρώνομαι

– λυπάμαι ο θάνατος και τα λεφτά ζυγίζουνε βαριά

κομίζω νικοτίνες και λεφτά και ευθύνη για κηδείες καμιά δεν φέρω

αυθάδης ο περιπτεράς και με ενσυναίσθηση

*

λοιπόν τώρα που σου τα λέω αυτά

θυμήθηκα όταν ήμουνα παιδί

που με έστελνε ο πατέρας στο περίπτερο για τσιγάρα

κάπου διακόσιες δραχμές κοστίζανε νομίζω τότε

και μόλις έφτανα μπροστά στου περιπτέρου το γκισέ

ανέβαινα στις μύτες των ποδιών μου και ετοιμαζόμουνα για την απαγγελία

αλλά το ποίημα έκανε φτερά και εγώ τη μάρκα των τσιγάρων μόνιμα ξεχνούσα

μου έκανε πλάκα τότε ο περιπτεράς

έννοια σου και ξέρω εγώ τι μάρκα είναι ο καπνός που ο πατέρας σου φουμάρει

γελούσα και ο γκισές δεν μου φαινόταν πια τόσο ψηλός

και χάριζα απλόχερα ένα χαμόγελο ελλιπές

ε δεν θα μου λείπανε δυο τρία δόντια;

*

που λες, να μάθουμε να πλέκουμε προτείνω

με τις βελόνες απ’ τα πεύκα

και τα μαλλιά των πρώην μακρυμάλληδων φαντάρων

θα φτιάχνουμε μπλουζάκια και καπέλα

ολόμαλλα

θα τα χαρίζουμε σ’ όποιον αρνήθηκε τις ιδέες του να κόψει

και στης πατρίδος το πλευρό να κοιμηθεί

της χώρας μου οι αντιρρησίες να μην κρυώνουν πια

 

όχι, όχι παρεξήγησες·

δεν σου μιλάω για επιχείρηση

αν θέλεις επιχείρηση γίνε περιπτεράς

 

εγώ ονειρεύομαι πως χαμηλώνουν οι γκισέδες

εγώ ονειρεύομαι πώς χαμηλώνουν οι γκισέδες

 

και πως τα πεύκα κάποτε την ακαμψία της πατρίδος θα νικήσουν

και πώς τα πεύκα κάποτε την ακαμψία της πατρίδος θα νικήσουν

ανίκατε, συ

1800814_10203085475563867_1528756075_n

δύσκολα και με βάσανο πέρασε η νύχτα απόψε

ιδιαιτέρως με άγγιξε και σύρθηκα να μάθω

μιας λέξεως την προέλευση κι τη δυσλειτουργία

ανόσιος γράφει το βιβλίο και εγώ ποιον να ρωτήσω

 

τι είναι στ’ αλήθεια ιερό και τι τ’ αντίθετό του;

 

όσοι πιστεύουν σε θεούς ξεχνάνε τους αγίους

κι αυτοί που ζουν με προσευχές διστάζουν στο τραγούδι

μα αν δεις τις νότες στη σειρά ίσως να αναφωνήσεις

πως άνθρωπος τις έφτιαξε όπως και τους θεούς σου

 

κι οι νότες του πεντάγραμμου άθεες τάχα να ‘ναι;

 

οι έρωτες κι οι αγκαλιές που ζήσαν στα σκοτάδια

παράνομοι ονομάστηκαν κι ας ζέσταναν τα αστέρια

κι εκείνοι που τους έγραψαν χαράζοντας ρυτίδες

δε μοίρασαν τη θέρμη τους σε ποίημα ή σε τοίχο

 

κι όποιος κρυφά σε φίλησε δεν φίλησε στ’ αλήθεια;

 

λοιπόν επίσημε γραφιά της λίστας των κακούργων

βάλε κι εμέ στη λίστα σου την των αγκαλιασμένων

να ανασαίνω ελεύθερα παράνομη και αθώα

και στων ανόσιων εραστών τα χέρια να κοιμάμαι

 

μόνος κακούργος οι χρονιές και φυλακή οι γιορτές τους

 

καθώς ξημέρωνε γλυκά αντίκρισα τον ήλιο

και τότε σιγουρεύτηκα πως κι ο έρωτας φωτίζει

δεν γράφεται σε ποιήματα μόνο σε βλεφαρίδες

του ανθρώπου σου τα βλέφαρα ίδια κυματοθραύστες

 

κύμα και πίκρα μοιάζουνε, ρωτήστε και τους ναυτικούς

 

ανόσιος όποιος δήλωσε στο γλέντι ας κοπιάσει

χωρίς των γέρων συμβουλές χωρίς και τα γυαλιά του

με ορίζοντά μας την οσμή σήμερα θα γλεντάμε

ανέμελοι και ανίεροι, ίδιοι με τους θεούς μας

 

και του γλεντιού μας η φωτιά και αγίους θα ζεσταίνει

«γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα»

‘’καθαρότατον λιο προμηνοσε τς αγς τ δροσάτο στερο στέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δν περνοσε τ’ ορανο σ κανένα π τ μέρη,

καπ κε κινημένο ργοφυσοσε τόσο γλυκ στ πρόσωπο τ’ έρι,

πο λς κα λέει μς στς καρδις τ φύλλα:

γλυκει ζω κι θάνατος μαυρίλα‘’

Διονύσιος Σολωμός

 1797286_10203085477003903_541174521_n

Κάθε που ανοίγει ο καιρός εγώ θυμάμαι το Διονύσιο Σολωμό. Και συγκεκριμένα αυτό το ποίημά του που περιγράφει την ημέρα της Λαμπρής.

 

Στις εκδρομές που κάναμε οικογενειακώς με το αυτοκίνητο όταν ήμουν ακόμα παιδί -ο καύσωνας στο φουλ, ο κλιματισμός άγνωστη λειτουργία για το Lada, το στομάχι εχθρός των εμπειριών μου από τότε, οι εικόνες από τα τοπία της χώρας να εναλλάσσονται γρήγορα, ο αδερφός μου να ρωτάει και να μαθαίνει με εκνευριστική ευκολία ποτάμια, λίμνες, νομούς και πρωτεύουσες, εγώ να ρωτάω πότε φτάνουμε για να κατέβω τρεκλίζοντας από το αυτοκίνητο- στις εκδρομές λοιπόν αυτές που τόσο έντονα έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου, οι γονείς μου δεν άκουγαν τα τραγούδια που άκουγαν οι υπόλοιποι γονείς. Πάνω που οι φίλοι μου μάθαιναν τα καινούρια της Βίσση, τα καψούρικα του Τερζή και τα ποπ του Καλλίρη, οι δικοί μου ανακάλυπταν κάποια παλιά κασέτα των Χειμερινών Κολυμβητών, τις επιτυχίες του Γρηγόρη Μπιθικώτση –αραμπάς περνά με τη βλάμισσα ακουγόταν από το κασετόφωνο και να μην καταλαβαίνω το χριστό μου- τη μελοποίηση σε ποιήματα του Διονύσιου Σολωμού που έκανε ο Νίκος Ξυδάκης. Ειδικά αυτή η κασέτα καρφώθηκε στη μνήμη μαζί με τα τοπία από τους καταρράκτες της Έδεσσας και το γεφύρι της Άρτας. Θυμάμαι με τι δέος ακούγαμε την ιστορία του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, που οι Τούρκοι τον αποκεφάλισαν μπροστά στην Ωραία Πύλη της Αγίας Σοφίας, μέσα από την αφήγηση του Σολωμού και τη φωνή του Ξυδάκη, και κατόπιν ακούγαμε την εξιστόρηση του συμβάντος και με κάπως πιο απλά λόγια, και πώς μου ‘ρχότανε χριστούλη μου να κλάψω κάθε φορά με τον παπά που βρήκε τόσο τραγικό και ένδοξο θάνατο. Άσε που νόμιζα ότι ο Ξυδάκης είναι ο Σολωμός ο οποίος είχε ζήσει τα γεγονότα από κοντά, ωστόσο ζούσε μέχρι τις μέρες μας. Απλή παιδική λογική.

 

Μα πάνω από όλα τα ποιήματα του Σολωμού, η περιγραφή της ημέρας του Πάσχα έμπαινε κάθε φορά ορμητικά στο κεφάλι μου από τις κερκόπορτες των αυτιών και έφτιαχνε τη φωλιά της σε μια γωνιά του μυαλού μου. Για πρώτη ίσως φορά άκουγα λόγια που ανάβλυζαν μουσική, έβλεπα τον ουρανό να λάμπει, άκουγα τα πουλιά, αφουγκραζόμουν τον αέρα που φυσούσε απαλά και δίδασκε ότι η γαμημένη η ζωή είναι τόσο ωραία, τραγουδούσα τους στίχους κι ας μην καταλάβαινα όλες τις λέξεις, την είχα αυτή τη συνήθεια από μικρή βλέπεις, ό,τι άγνωστο να το μάθω, ό,τι απάτητο να το κατακτήσω, όποιο δώρο γνώσης τύχαινε να βρω στο δρόμο μου να το κρατήσω με ευλάβεια.

 

Αυτοί οι στίχοι του Σολωμού βγαίνουν από το στόμα μου κάθε φορά που αντικρίζω τον ήλιο να λάμπει σε πείσμα των καιρών και να συγκρούεται μετωπικά με το μέσα μου. Ποιος ήλιος ρε, ποιο φως και ποια ποίηση, εδώ πεθαίνουμε, κάθε πρωί σηκωνόμαστε σαν τους βρικόλακες από τα κρεβάτια μας και σερνόμαστε σε ολόκληρη την πόλη -για ποιο λόγο άραγε και για ποιο σκοπό;- μια ηλιόλουστη κατασκότεινη πόλη η Αθήνα, κάθε μέρα τα νέα είναι όλο και χειρότερα, είμαστε ένας πίνακας της Δ.Ε.Η., κάθε μέρα πέφτει κι από ένας διακόπτης, κάθε μέρα σβήνει κι από ένα φως, πλησιάζει η μέρα του απόλυτου σκοταδιού, κοίτα τριγύρω σου, διατάζω τον εαυτό μου, κοίτα όσο προλαβαίνεις, φωτογράφιζε και ύστερα κάνε τις φωτογραφίες λόγια, γράφε, γράφε για να μην ξεχαστούν όλα όσα ζούμε, να ξέρει ο κόσμος που θα έρθει μετά από μας, να μπορέσει να ζήσει ομορφότερα, κράτα σημειώσεις για το Μεσαίωνα του δυτικού πολιτισμού, τίποτα άλλο δεν είσαι παρά μια μάγισσα που κάθε μέρα της καίνε κι από ένα μέλος, ξέρεις αυτή είναι η διαφορά του δικού μας Μεσαίωνα, δεν μας καίνε μια κι έξω να τελειώνουμε, αλλά προτιμούν τον αργό θάνατο, και πρώτα πρώτα το θάνατο του χαμόγελου.

 

Παραλήρημα. Ήλιος εναντίον Λογικής.

 

Ο Σολωμός στο ποίημά του μιλάει για τον ερχομό της ημέρας του Πάσχα, γεγονός που με άφηνε κομματάκι αδιάφορη από μικρή, γιατί Πάσχα σήμαινε ότι θα βάψουμε αυγά και θα αποκτούσα καινούρια λαμπάδα, και στο εσωτερικό σύστημα αξιών μου τα λόγια του ποιήματος δεν ταυτίζονταν με τα καλαματιανά και τα τσάμικα που θα χορεύαμε στην αυλή την Κυριακή του Πάσχα. Τώρα πια, που από τις ημέρες του Πάσχα κρατάω το αντάμωμα με τη γιαγιά στο χωριό που πάτησε φέτος τα εκατό και τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής που ψέλνουμε όλοι μαζί -χωριό και ψάλτες, ψάλτες και χωριό, ένα και το αυτό είναι άλλωστε- το ποίημα για την ημέρα του Πάσχα μιλάει ακόμα πιο βαθιά μέσα μου, σ’ ένα κομμάτι μου που ξέρει τη μουσική αλλά δεν ξέρει να σας πει τις νότες, σ’ ένα κομμάτι μου που κοιτάζει τον ήλιο κατάματα Φλεβάρη μήνα, σ’ ένα κομμάτι μου που βγαίνει στο μπαλκόνι και φωνάζει άντε γαμήσου εργατιά, σ’ ένα κομμάτι μου που κάποτε νοστάλγησε το φως πιο πολύ από το καλημέρα, σ’ εκείνο το κομμάτι μου που δηλώνει αντιρρησίας της πραγματικότητας, την γκρεμίζει και την ξαναφτιάχνει από την αρχή με μόνα υλικά τις ακτίνες του ήλιου, τα δάχτυλα των εραστών και τα ποιήματα που διαβάστηκαν από λίγους.

 

Η αλήθεια σου κρύβεται στην πρώτη εικόνα που ξεπροβάλλει μπροστά σου μόλις κλείσεις τα μάτια σου. Το φως ξεπετάγεται μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Σολωμός έγραφε με δάκρυα στα μάτια ακούγοντας την πολιορκία του Μεσολογγίου από το λόφο του Στράνη, κι εκεί που έπεφταν τα κορμιά άψυχα απέναντι γράφονταν λέξεις που θα καρφώνονταν σαν σφαίρες πάνω στο κορμί της ανθρώπινης ιστορίας, για να θυμούνται οι άνθρωποι και να θυμίζουν οι ποιητές πως το αίμα [δεν] είναι λεκές που δεν ξεπλένεται.

 

Είμαι πάλι δέκα χρόνων. Το αυτοκίνητο προχωράει εν μέσω 40 βαθμών Κελσίου στο θεσσαλικό κάμπο. Τρώμε ψωμοτύρι, ο αδερφός μου μαθαίνει νεράκι τους νομούς της Θεσσαλίας κι εγώ παίζω δηλωτή με το στομαχικό ίλιγγο. Από το κασετόφωνο ακούγεται Τσιτσάνης· σερσέ λα φαμ και το μυαλό μου παλεύει να κάνει μετάφραση σε μια γλώσσα αμετάφραστη, γιατί είναι η γλώσσα του κόσμου ολόκληρου, της Καρδίτσας και της Βαστίλης, της Φλώρινας και της Καλιφόρνια, των Καλαβρύτων και του Σύδνεϋ, της μάνας, του παππού και των μωρών που πρόκειται να γεννηθούν, όπου κι αν γεννηθούν, ό,τι όνομα κι αν τους δώσουν, σε όποιον άγιο κι αν τα τάξουν, ό,τι θερμοκρασία κι αν έχει έξω.

Θυμάμαι τα πρόσωπα των γονιών μου· σχεδόν αμέριμνα. Σχεδόν χαμογελαστά. Λες και δεν έχουν προβλήματα. Φυσικά κάνω λάθος.

Θα ξαναζήσω ποτέ έτσι; Θα ξαναπάω εκδρομή σχεδόν χαμογελώντας; Θα [ξανά]γράψει κανείς για την ανάσταση; Την ανάσταση αυτής εδώ της ζωής, αυτού εδώ του τόπου, των ανθρώπων που ζούμε εδώ, που κλαίμε χωρίς δάκρυα, που αγαπάμε χωρίς αντίκρισμα, που μεγαλώσαμε με Μπακιρτζή, που θα πεθάνουμε από τα χημικά που μας πετάνε να φάμε κάθε που οι δρόμοι ανάβουν και οι καρδιές τραγουδάνε, πως είναι γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα;

Εμείς θα ζήσουμε, ρε.

μονο*δια*λογος

1624446_10202990649833283_297950891_n

όλα θα γίνουνε καλύτερα, θα δεις

χωράει άραγε η ελπίδα στο συγκριτικό βαθμό;

 

η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου στιγμή

τι σχήμα έχει η χαρά;

 

όταν ξυπνάς να χαμογελάς γιατί ομορφαίνεις

όχι άλλα καλλιστεία του κρεβατιού

 

κλεφτές ματιές στου ανελκυστήρα τον καθρέφτη

τι σκέφτεσαι ανάμεσα σε δυο ορόφους;

 

βλέπω στον ύπνο μου πίδακες αίματος

καταδικάστε τους ονειροκρίτες

 

παραιτούμαι αφεντικό απ’ της απόλυσης το δίκιο

το άδικο έβγαλε ρίζες στο στομάχι μου

 

όταν μιλάτε για θεούς φαντάζομαι το δία να θυμώνει

ανεξιθρησκίας το ανέκδοτο

 

νερό, τηλέφωνο και φως πώς θα πληρώσω;

ίσοι σε πληρωμές και ανύπαρκτοι σε απολαβές

 

σε άλλη ερώτηση δεν θέλω ν’ απαντήσω

όποιος κατάλαβε το μάτι συνωμοτικά μόνο να κλείσει

 

αν έχω να ρωτήσω κάτι; ναι

πόσα φιλιά χαράμισες στου φόβου το αποκούμπι;

nullum crimen nulla poena sine lege

nullum crimen nulla poena sine lege 

ο ένστολος που έχει δει το χαμόγελο της ελευθερίας

μονάχα σε φωτογραφία

 

ο σπουδασμένος, ο μορφωμένος

ο γαλουχηθείς με τις αρχές της δικαιοπολιτείας

ο κατέχων τη γνώση όλου του κόσμου

ο οικοδόμος της ιεραρχίας

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

πώς μετριούνται τα χρόνια σε ανάσες

πώς περνάνε οι μέρες μέσα σε κλουβιά

και ποιος άραγε να μπήκε

αυτόκλητος του χρόνου μετρητής

 

χαμογελάς

απάντησέ μου

γιατί χαμογελάς

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

αν κοιτάξεις πίσω από τις λέξεις

ησυχία

τάξη

ασφάλεια

αν προσπαθήσεις τελωσπάντων

ανάποδα να τις διαβάσεις

ακούγεται ένας βρυχηθμός

κι ύστερα εμφανίζεται ένα τέρας

που λόγο βγάζει

πως οι παραβάτες θα τυφεκίζονται

δια νόμου

 

μα δεν ακούς;

μισή ζωή για το αδίκημα του γέλιου

κοίταξα παντού· όλη τη νύχτα έψαχνα

σου λέω την αλήθεια

τέτοιο έγκλημα δεν στοιχειοθετείται πουθενά

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

είσαι θρασύς και ονειροπόλος

και αν είχαμε ακόμα λαιμητόμους

μπορεί ως απόψε η ζωή σου να ‘τανε

 

αλλά ευτυχήσαμε

κερδίσαμε μεγάλα δικαιώματα

ελεύθεροι σε φυλακές να ζούμε

 

κι εσύ ακόμα να απαντήσεις

προς τι το τόσο θράσος

κι εγώ ακόμα να ρωτήσω

ως πότε αντέχετε τους νόμιμους βασανισμούς

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

βλέμμα βλέμμα έχεις πολύ καθάριο βλέμμα

του εγκέλαδου παιδιά

1509765_10201898668643243_2019869640_n

 

παράθυρο στον ουρανό και θύρα στο αιώνιο

αγέρωχη και όμορφη στολίζεις το Ιόνιο

μέσα στης γης τα έγκατα παλεύουν οι θεοί σου

ποιος θα σε κάμει να του πεις τώρα είμαι δική σου

 

ένα νησί παράταιρο και απ’ έξω από τα τείχη

της χώρας που πάει της τέλειωσε και η χαρά και η τύχη

σαν πέφτει η νύχτα σείεται, σαν ξημερώνει ανθίζει

ο μάστορας πολύτροπος· κάθε πρωί το χτίζει

 

ανέβα στην κιθάρα μου και άνοιξε τη φωνή σου

των άλλων τις αποκοτιές κάμε τες λογική σου

κι αν απορείς που σ’ έριξε στο χώμα αυτό η μοίρα

το μετανιώνεις μόλις πεις άγκυρες τώρα βίρα

 

γιατί ξανά μες σε χορούς και γλέντια θα ιδωθούμε

αγάντα εσύ νησάκι μου να ‘ρθω να αγκαλιαστούμε

κι όσο το αίσθημα γιορτής σαν σε κοιτώ θεριεύει

τόσο θυμώνει ο εγκέλαδος και με μανία ζηλεύει

 

εδώ τα πράσινα νερά νικούν τους καρχαρίες

έλα το βράδυ να σου πω θαλάσσιες ιστορίες

κι άσε τους ψηφοκυνηγούς τάχα μου να δακρύζουν

η ανάγκη τους περίσσεψε και άδικα πασχίζουν

 

και μην ξεχνάς τα πρωινά όταν θωρείς τον Αίνο

να σκέφτεσαι αιώνια εγώ πως μόνο εσέ προσμένω

να ταξιδέψουμε μαζί με σένα στα ηνία

ανέμη του σφυγμού μου εσύ, κυρά Κεφαλληνία

 

η φωτογραφία είναι τραβηγμένη κάποιον αύγουστο στην παραλία των πετανών της κεφαλονιάς

persona non grata

[η επιστολή δημοσιεύεται όπως έφτασε στο mail, με μόνο ορθογραφικές διορθώσεις]

 

Αγαπητέ Πρωθυπουργέ,

όχι εσείς καλέ, ο άλλος, ο νέος, ο ορμητικός.

Αγαπητέ κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, θα ήθελα με όλο το θάρρος να σας εκφράσω την πλήρη απογοήτευσή μου για τα όσα παρακολουθώ να λαμβάνουν χώρα τον τελευταίο καιρό εντός των κόλπων του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Επιτρέψατέ μου, κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, πρωτίστως μια μικρή υποκειμενική ανασκόπηση των τελευταίων χρόνων. Μάιος του 2012. Τρομοκρατία εντός και εκτός της χώρας. Άμα βγει ο Σύριζα θα βγούνε οι άπλυτοι με τα κονσερβοκούτια στους δρόμους και θα μας σφάξουν ζωντανούς αδέρφια, μια περίληψη του τι έλεγαν τα κανάλια, τα ενημερωτικά sites και φυσικά οι εφημερίδες. Ταυτόχρονα, οι Ευρωπαίοι απειλούσαν ανοιχτά πως σε περίπτωση που ο λαός διαπράξει το λάθος και δεν στηρίξει τους μνημονιακούς, μαύρες μέρες τον περιμένουν, χωρίς πετρέλαιο, χωρίς γάλα, χωρίς δουλειά, χωρίς μέλλον. Εν ολίγοις, το χάος ante portas. Ταυτόχρονα, ανθρωπίδια σε μορφή αμοιβάδας βγήκαν από τα καβούκια τους και εξεδήλωσαν περήφανα την αγάπη τους για το ναζισμό, τα Τάγματα Ασφαλείας, το θάνατο, τη μισαλλοδοξία και το ρατσισμό. Κατέλαβαν γειτονιές και πλατείες και έσπειραν το φόβο σε όλους όσοι υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή ως αξία πρωτεύουσα, αυθύπαρκτη και ανεξάρτητη από καταγωγή, γλώσσα, χρώμα δέρματος και λοιπές άχρηστες πληροφορίες.

Σαφώς τα ξέρετε όλα αυτά, μην σας σπαταλώ τον πολύτιμο χρόνο σας. Οι εκλογές ήλθαν, είδαν και απήλθαν, οι υποστηρικτές των φιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών της Ευρώπης των λαών (sic) κέρδισαν με διαφορά στήθους, και η χώρα τράβηξε ξανά τον ανήφορο, αποφεύγοντας τους σκοπέλους της άτακτης χρεωκοπίας, της επιστροφής στη δραχμή και της ευρωπαϊκής απομόνωσης.

Ο λαός ανακουφισμένος πια από την απαλλαγή του από τις βάναυσες αριστερές πολιτικές παρακολούθησε τη ζωή του να ρημάζεται κυριολεκτικά, καθώς οδηγήθηκαν σε βίαιη αποψίλωση ατομικά συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως αυτά της κατοικίας, της συνάθροισης, της εργασίας, της παιδείας και της υγείας. Η ανεργία ομοιάζει με στύση πορνοστάρ καθώς βρίσκεται μόνιμα σε ανοδική πορεία, οι νέοι αποδημούν στο εξωτερικό στελεχώνοντας την καινούρια περήφανη γενιά των γκασταρμπάιτερς, οι αυτοκτονίες αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, οι αγωνιστές διώκονται, οι διαμαρτυρίες αποσιωπούνται, οι πορείες και οι διαδηλώσεις απαγορεύονται κάθε τόσο με απλές εγκυκλίους της Αστυνομίας, οι καθηγητές καίγονται στην πυρά σαν μεσαιωνικές μάγισσες, τα Πανεπιστήμια ερημώνουν, τα νοσοκομεία προσφέρουν υπηρεσίες μόνο επί πληρωμή, οι γιατροί εξωθούνται στις μαύρες δοσοληψίες, τα σκάνδαλα των κεφαλαιοκρατών που κάθε τόσο αποκαλύπτονται δεν συγκινούν κανέναν, οι φασίστες βγήκαν παγανιά και μαχαιρώνουν, ο Φύσσας ζει, τσακίστε τους ναζί, οι Υπουργοί της Κυβερνήσεως κάνουν κάθε τόσο δηλώσεις πιστά αντίγραφα των όσων ο Υπουργός Προπαγάνδας της χιτλερικής Γερμανίας είχε κατά καιρούς πει, στα σύνορα της χώρας οι λιμενικοί πνίγουν ανθρώπους που έρχονται από την Ασία προκειμένου να επιβιώσουν, με σαφείς εντολές της Ελληνικής Κυβερνήσεως, οι αστυνομικοί φοράνε άλλοτε μαύρες μπλούζες με μαιάνδρους κι άλλοτε στολές και βαράνε στο ψαχνό, δεν κουνιέται φύλλο, λαέ δέρνουν τα παιδιά σου και κάθεσαι και ακούς τον Πρετεντέρη, τα Μ.Μ.Ε. δίνουν την ύστατη μάχη προκειμένου να μην χαθούν τα αμέτρητα προνόμια των καναλαρχών και ταυτοχρόνως εργολάβων του Δημοσίου, κάπως έτσι κυλά η καθημερινότητά μας αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, τα ξέρετε, άλλωστε κι εσείς εδώ σ’ αυτή τη χώρα που μετατράπηκε σε εφιάλτη ζείτε.

Και τώρα;

Τώρα που οι ελπίδες και τα κουράγια όσων έχουν το θράσος να ζουν ακόμα εδώ και να ελπίζουν όσο πάνε και λιγοστεύουν, τώρα πλησιάζουν οι πολυπόθητες εκλογές. Αν θέλετε τη γνώμη μου, ίσως τώρα πια να είναι πολύ αργά. Ίσως πέρασε το χρονικό σημείο, κατά το οποίο μπορείς ακόμα να σώσεις όποιον έπεσε μέσα στο βούρκο, και το μόνο που μας απομένει να είναι να μας παρακολουθήσουμε να βουλιάζουμε στο βούρκο με τις ακαθαρσίες. Αλλά ίσως εγώ να έχω απολέσει κάθε ελπίδα και τα πράγματα να μην είναι έτσι. Ίσως να μην είναι αργά. Ίσως να υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να διώξουμε το σκοτάδι και το θάνατο που αναπνέουμε τόσα χρόνια.

Αλλά εσείς τι ακριβώς πράττετε, κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ; Συνομιλείτε με ιερείς, χειροφιλάτε προκαθήμενους της Εκκλησίας, πάνω που λέγαμε ότι είναι ίσως καιρός η θρησκεία να λάβει το χώρο που της αρμόζει και όχι να ρυθμίζει ως παράγων της Πολιτείας τα καθέκαστα, ότι ήγγικεν το πλήρωμα του χρόνου η Εκκλησία να φορολογηθεί για τις απέραντες εκτάσεις που έχει στη διάθεσή της, ότι είναι ώρα να εφαρμοστεί στην πράξη η ανεξιθρησκία και το ελεύθερο δικαίωμα κάθε πολίτη της χώρας να επιλέγει όποια θρησκεία θέλει ή και καμία, χωρίς αυτό να αποτελεί πρόσκομμα στους υπόλοιπους τομείς της ζωής του, εσείς παλεύετε για τις ψήφους των πωρωμένων χριστιανών ή όσων δεν έχουν την πνευματική ευρύτητα να αντιληφθούν, ότι η πίστη ή μη σε οτιδήποτε αποτελεί θεμέλιο λίθο των κοινωνιών που θέλουν να λένε πως βασίστηκαν στα διδάγματα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης.

Και τι άλλο κάνετε, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ; Συνομιλείτε με εκπροσώπους της ευρύτερης δεξιάς παράταξης, που δηλώνουν αντιμνημονιακοί μεν, βρίσκονται δε στην αντίπερα όχθη της ιδεολογίας σας. Τι είδους συνεργασία μπορεί να επιτευχθεί ανάμεσα σε τιμητές των μεγάλων δασκάλων του Σοσιαλισμού και σε εκπροσώπους του Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια; Την ίδια στιγμή μάλιστα, που απορρίπτεται από τους πάντες και μετ’ επιτάσεως οποιουδήποτε είδους συνεργασία ή συμπαράταξη με άλλα αριστερά κόμματα, εντός και εκτός Κοινοβουλίου; Δεν υπάρχουν δηλαδή κοινά σημεία έναρξης συζητήσεων με μαοϊκούς ή σταλινικούς, αλλά σκοπεύετε να συνεργαστείτε με παραφυάδες του Καρατζαφερισμού;

Και τι άλλο κάνετε επίσης, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ; Στην πρόβα τζενεράλε των εθνικών εκλογών, στις εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση, δίνετε χρίσμα υποψήφιου του κόμματός σας σε ανθρώπους που στήριξαν τις μνημονιακές πολιτικές, που κάλεσαν στις εκπομπές τους υμνητές του Αδόλφου Χίτλερ και συνομίλησαν μαζί τους, σε άτομα που προκαλούν βδελυγμία στον κόσμο, σε πολιτικούς που λένε και ξαναλένε ότι το μνημόνιο δεν ήταν λάθος, σε βουλευτές που παλεύουν τα βράδια να ξεπλύνουν τα χέρια τους από το αίμα των νεκρών της χώρας. Αλλά το αίμα δεν βγαίνει. Γιατί το αίμα δεν είναι ένας απλός λεκές. Το αίμα είναι η αέναη υπενθύμιση των φονικών τακτικών που ο άκρατος καπιταλισμός επέβαλε στην Ελλάδα. Και εσείς τώρα δέχεστε στο κόμμα σας κάθε καρυδιάς καρύδι. Κι εσείς τώρα παίζετε με τον πόνο μας. Κι εσείς τώρα παρουσιάζετε το κόμμα σας σαν τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη που τους χωράει όλους.

Όμως, κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, αν αυτό το κόμμα που πάτε να δημιουργήσετε τώρα τους χωράει όλους, δεν χωράει πια εμένα. Στο χωνευτήρι της Ιστορίας δεν μπορώ να μπω και να συναγελαστώ με όλους όσους θεωρώ εχθρούς της ελευθερίας και της ζωής μου. Αρνούμαι κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ να ξεπουλήσω τις όποιες ιδέες μου στο βωμό της Τρόικας και του μνημονίου. Η ψήφος ήταν για μένα κάτι ιερό, έκρυβε δύναμη μέσα της, ήταν η ελεύθερη επιλογή ενός ανθρώπου που παλεύει για την ελευθερία του. Ήταν. Γιατί δεν σας κρύβω ότι η αστική δημοκρατία μου προκαλεί στομαχικό ίλιγγο τώρα πια. Σας ακούγονται μήπως πολύ εαμικά όλα αυτά;

Αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, μπορεί το καλοκαίρι να σας βρει να κυβερνάτε τον τόπο. Τον κόσμο που πιστεύει στην αλλαγή των δεδομένων της κεφαλαιοκρατίας δεν θα τον βρει όμως κοντά σας. Όταν επί χρόνια τα σκυλιά της εξουσίας των Μ.Μ.Ε. σας παρουσίαζαν σαν τύπους που κοιμούνται αγκαλιά με τα κονσερβοκούτια τους, έτοιμους να λιντσάρουν κόσμο, δεν σας καλούσαν καν να παρουσιάσετε το πρόγραμμά σας και σας καθύβριζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, πώς τους επιτρέπετε τώρα να εκθειάζουν τα άρθρα των στελεχών σας στις εφημερίδες των εργολάβων;

Μην τα θυσιάζετε όλα, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ.

Υπάρχει κόσμος που σας στήριζε όσο ήσασταν ένα μικρό ονειροπόλο κόμμα του 3%, που όμως δεν θα συνεχίσει να σας στηρίζει στο δρόμο προς την εξουσία.

Γιατί για κάποιους, οι ιδέες δεν εκπίπτουν.

Δεν ψάχνουμε για ηγέτες, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ. Οι δικοί μας ήρωες ζούνε στα τραγούδια μας, δεν ξεπουλήθηκαν ποτέ, δεν πέθαναν ποτέ. Δώστε προσοχή στις φωνές του πλήθους. Τα πλήθη φτιάχνουν τις κοινωνίες από την αρχή. Όχι τα ιδρυτικά συνέδρια και οι διακηρύξεις.

Εμείς θα συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε την αλλαγή, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ.

Ακόμα και χωρίς εσάς.

 

Βάρκιζα Τέλος