μη με λησμόνει

by nullapoenasinelege

μη με λησμόνει

δεν ξέρω μωρέ τι ώρα ήτανε όταν συνέβη, μη με ρωτάς συνέχεια την ώρα.

ήταν μετά από κείνη τη χρονιά που για δέκα μήνες έπαιρνα αντιβίωση. δέκα ολόκληρους μήνες μετρούσα τις ζωές όλων μας με οχτάωρα. κουμπί και ζωή. η αντιβίωση ήτανε μάλιστα ζήτημα ζωής και θανάτου, αν δεν έπαιρνα χάπια θα πέθαινα ξαφνικά χωρίς ποτέ κανένας ιατροδικαστής να μπορέσει να εξακριβώσει το θάνατό μου. μια ασθένεια πιο σπάνια και από τον έρωτα, δεν θυμάμαι το όνομά της, γίνεσαι πιεστικός που όλο ανούσια πράγματα με ρωτάς, σημασία έχει ότι ο γιατρός είχε πει στον άντρα μου πως το μόνο που με σώζει είναι η αντιβίωση.

θυμάμαι τις πρώτες μέρες εκείνης της εποχής που τα χάπια δεν κατέβαιναν πιο κάτω από το φάρυγγά μου, ο σύζυγός μου με κάθιζε στο κρεβάτι και μου έλεγε παραμύθια για να ξεχαστώ και να καταπιώ τα πικρά, άσπρα, σωτήρια χάπια, εγώ δεν παντρεύτηκα γυναίκα έλεγε, παντρεύτηκα ένα μικρό παιδί, και δώστου να μου λέει παραμύθια από τα νιάτα του παππού του, τότε που ήτανε αντάρτης στα βουνά παρέα με τον άρη, και δώστου εγώ να κλαίω την ώρα που ο παππούς του αποχαιρετάει τον άρη γιατί όλοι ξέρουν πια πως θα τον σκοτώσουν από μέρα σε μέρα οι ίδιοι του οι συγχωριανοί, γιατί όλοι ξέρουν τώρα πια πως το όνειρο τελειώνει εδώ, γιατί όλοι καταλαβαίνουν πια πως χάσανε στον πιο μεγάλο της ζωής τους αγώνα, μόνο που δεν μπορούν να διανοηθούν ποιος διασυρμός τους περιμένει στις δεκαετίες που έρχονται, όταν τα μικρά παιδιά του κράτους που θεμελιώθηκε πάνω στον αντικομμουνισμό θα ακούνε αντάρτης και θα φαντάζονται ένα τέρας με τρία κόκκινα κεφάλια και εφτά μαύρα μάτια, μόνο έτσι που λες κατάπινα την αντιβίωση. κι ύστερα ήρθαν οι υπνηλίες. κοιμόμουν για μέρες και νύχτες συνεχόμενες, στο κρεβάτι, στη μπανιέρα, στον πάγκο της κουζίνας, μια φορά είχα αποκοιμηθεί μέσα στο ασανσέρ και με ψάχνανε για έξι ώρες. κατέφτανε όπου κι αν ήταν ασθμαίνοντας ο κακομοίρης, με έπαιρνε στην αγκαλιά του και με έβαζε στο κρεβάτι. πρόσεχε πάντα πώς να με σκεπάζει, γιατί οι νευρώσεις μου είχαν ξεφύγει πιότερο από κάθε άλλη φορά, και αν τυχόν μια ίντσα έστω από το δέρμα μου βρισκότανε ξεσκέπαστη άρχιζα να ουρλιάζω μέσα στην άγρια νύχτα. όταν ξυπνούσα μου έπαιρνε περίπου μισή ώρα να θυμηθώ ποια είμαι και πού, και καθώς περνούσαν οι μήνες μας μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά πως το φάρμακό μου δεν ήταν αντιβίωση και ο γιατρός μου δεν ήταν γιατρός. μέχρι να ανακαλύψουμε την απόλυτη αλήθεια που δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς, η χρονιά πέρασε και η θεραπεία μου τελείωσε.

πάντως χάπι δεν μπορώ να πάρω από τότε. αν έχω ποτέ πονοκέφαλο, παίρνω μια ασπιρίνη, τη διαλύω σε χλιαρό νερό και πίνω αργά αργά το θολό υγρό, για να καταλαβαίνω καθ’ ολοκληρίαν την αηδιαστική του γεύση. κι ύστερα ανάβω τσιγάρο. το τσιγάρο μετά την ασπιρίνη κάνει το στόμα μου να μοιάζει με σόλα πολυπερπατημένου φτηνού παπουτσιού, αλλά εγώ θέλω να με τιμωρώ συνέχεια για ό,τι άσχημο έχω κάνει στη ζωή μου. μόνο που δεν ξέρω τι έχω κάνει.

έχε βέβαια κατά νου πως δεν έχω πονοκέφαλο και δεν αρρωσταίνω σχεδόν ποτέ. φαίνεται πως η πάλαι ποτέ θεραπεία μου θωράκισε τον οργανισμό μου τόσο βάρβαρα, που ακόμα και τα μικρόβια και οι ιοί με αποφεύγουν.

πάντως ο άντρας μου στάθηκε δίπλα μου βράχος εκείνη τη χρονιά, ήμουν ο μόνος άνθρωπος που είχε πάνω στη γη και σε ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα, αλλά όταν πέρασε ο καιρός και αποσοβήθηκε ο κίνδυνος πρόωρου θανάτου τον άφησα γιατί ερωτεύτηκα έναν σχεδιαστή χαρταετών από την κόρινθο, του άφησα ένα γράμμα και δεν του ζήτησα καν συγγνώμη για την αχαριστία μου, του είπα μόνο την αλήθεια μου· φεύγω γιατί βαριέμαι. και γιατί οι χαρταετοί του μου φτιάχνουν το κέφι. δεν ξανάμαθα νέα του ποτέ.

έζησα έναν χρόνο με τον κορίνθιο αλλά σύντομα κατάλαβα πως οι χαρταετοί είναι μια ψευδαίσθηση, μια χαρά που διασκεδάζει μόνο τις έννοιες σου χωρίς ο καημένος ο χαρταετός να μπορεί να τις πάρει μαζί του να ξαλαφρώσεις λίγο κι εσύ. έφυγα από το σπίτι του κορίνθιου ένα μεσημεράκι. ντάλα ήλιος, το σπίτι παραθαλάσσιο, κάπου σε ένα χωριό που λεγόταν νομίζω κόρφος, κόσμος να κολυμπάει στη θάλασσα, παιδιά να παίζουν, να κλαίνε, να χτυπάνε, να τρέχουν οι μύτες τους, να αναγκάζουν τους μπαμπάδες να φουσκώνουν και να ξαναφουσκώνουν τα στρώματα θαλάσσης, να μαθαίνουν κολύμπι, κοίτα μαμά, χωρίς φόβο. κατάλαβα ότι ήθελα να είμαι κομμάτι αυτού του καλοκαιριού, να γεμίζω το βλέμμα ενός παιδιού με αγάπη, αλλά όχι με τον κορίνθιο. εκείνος είχε για παιδιά του τα σύννεφα -μάλλον τα σύννεφα ήταν οι γιοι του και κόρες οι ουρές των χαρταετών του- κι έτσι έφυγα.

μετά, γνώρισα εσένα. και μαζί σου γέννησα την κόρη μου. μου ζήτησες να σου περιγράψω αδρά το παρελθόν μου. νάτο. αυτό ήταν όλο. το παρακάτω το γράψαμε μαζί θαρρώ.

ναι, έχεις δίκιο, με ρώτησες τι ώρα ήτανε όταν συνέβη. αλλά σου ξαναλέω, έχω σταματήσει να μετράω το χρόνο. κι ας έρχεται κάθε νύχτα να ασημώνει τα μαλλιά μου, κι ας πίνει μαζί μου τον πρωινό καφέ γλείφοντας από τα χείλη μου τις σταγόνες του καφέ κι αφήνοντας τριγύρω τους ρυτίδες. εγώ τον αγνοώ. γι’ αυτό σου λέω πως δεν γνωρίζω τι ώρα ήτανε.

θυμάμαι ωστόσο τα πάντα πεντακάθαρα. είχα βγει να αγοράσω ψωμί του τοστ. πεζή. το παιδί ήταν επίσκεψη σε μια φίλη της. στη γωνία στέκονταν αυτοί. δεν τους είδα. είδα μόνο την αναθεματισμένη αντανάκλαση των μπλε φάρων των μηχανών τους πάνω στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. γελούσαν, είμαι σίγουρη γι’ αυτό. το γέλιο τους μου ακούστηκε πικρό. με ενόχλησε η παρουσία τους. πάνε χρόνια πολλά τώρα που όλοι γύρω μου τους συνηθίσανε πια, σε κάθε γωνία και πέντε έξι από δαύτους να στέκονται με τα κράνη περασμένα στα μπράτσα και να καμώνονται πως διαφυλάσσουν την τάξιν και την ασφάλειαν. γαμημένο ζόμπι γεώργιε παπαδόπουλε χουντικέ, δεν πέθανες ποτέ. είναι πιο πολλοί από τους γιατρούς, το ξέρεις; και πολλοί περισσότεροι από τους δασκάλους. όπου να ‘ναι φτάνουν σε απόλυτο αριθμό τους ανέργους. κάθε φορά που τους συναντάω κάτω από το σπίτι μου, σιγοτραγουδάω πως οι μπάτσοι μου ξηλώσαν τα δέντρα, την επόμενη φορά θα περιμένω με πέτρα ίσα ίσα για να με ακούσουν. να με ακούσουν να τους αποκαλώ μπάτσους. αλλά αυτή τη φορά ένιωσα ένα βάρος μόλις τους αντίκρισα. χωρίς να ξέρω γιατί ένιωθα τόσο άσχημα -μου πέρασε κι από το μυαλό μήπως ήταν κανένας από κείνους τους σπάνιους πονοκεφάλους και σκέφτηκα να πιω το προσωπικό μου αφέψημα, δηλητήριο πες καλύτερα- ανέβηκα στο σπίτι. συγγνώμη αλλά δεν κοίταξα την ώρα, στο επαναλαμβάνω. δεν πρόλαβα λοιπόν να υποβάλω εαυτόν στο προσωπικό μου βασανιστήριο, όταν άκουσα τις φωνές και τα ουρλιαχτά.

την σκοτώσατε ρε καθάρματα, αυτό άκουσα μόνο και κατάλαβα ότι κάποιος μιλούσε για την κόρη μας. κάποιος σκότωσε το παιδί μου. κάποιος που οδηγεί μηχανή, φοράει κράνος και όταν σχολάσει πετάει από πάνω του τα ρούχα της δουλειάς για να μην φάει ξύλο στο δρόμο.

λοιπόν για να τελειώνουμε δεν ξέρω τι γαμημένη ώρα ήταν αλλά ξέρω ότι το παιδί το σκότωσαν αυτοί.

ο πονοκέφαλος δεν θα μου ξαναφύγει ποτέ πια, το ξέρω. βρήκα όμως τρόπο να τον νικάω για λίγες ώρες. τώρα πια, μέσα στο χλιαρό νερό με τη διαλυμένη ασπιρίνη κόβω ψιλοκομμένα κομματάκια από ό,τι βιβλίο βρω με αναφορά στη ζωή και τα λόγια του άρη. καταπίνω το μίγμα μεμιάς και όχι αργά όπως τότε. τα γράμματα ξέρεις δεν διαλύονται. αλλάζουν διαδρομή και πάνε και κάθονται πάνω στην καρδιά. κι εγώ τότε βυθίζομαι σε μια ονείρωξη δίχως τελειωμό. είμαι λέει κάπου πάνω στο γράμμο, είναι και το παιδί εκεί, τρέχει κυνηγώντας κάτασπρες πεταλούδες, από πάνω μας πετάνε πολύχρωμοι χαρταετοί με τεράστιες, αστείες ουρές, ναπάλμ πουθενά, ένστολοι πουθενά, φέρετρα μικρών παιδιών πουθενά, κάτι τραγούδια με τσαμπούνες ακούγονται από μακριά, σα νησιώτικος μπάλος ακούγεται, φαίνεται πως σε κάποιο νησί έχουν πανηγύρι, μα πώς έχει έρθει το νησί τόσο κοντά εδώ πάνω που είμαστε, α, ξέχασα να σου πω, δεν υπάρχουν πια σύνορα ούτε γεωγραφικά διαμερίσματα.

μόνο τραγούδια.

και κάτι παράξενα λουλούδια.

μόνο που λησμονάω το όνομά τους.

Advertisements