sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Month: Απρίλιος, 2014

August Spies

fca202 012

σήμερα θέλω να σας μιλήσω για την αποδόμηση
ακούστε
κάθε μέρα κλέβω
άλλη φορά θα σας πω για την κλοπή
– όχι όχι δεν είναι ό,τι ο κώδικας του ποινικού αναφέρει –
κατακλέβω το σύστημα που με περιτριγυρίζει ασφυχτικά
το σύστημα εξάλλου είναι μια μέγγενη
– το σύστημα είμαι κι εγώ κι εσύ κι ο περιπτεράς –
η λέξη μέγγενη είναι εξίσου ασφυχτική
με αυτό που περιγράφει
η μαγεία της ελληνικής γλώσσας περιλαμβάνει και πνιγμό
όπως άλλωστε συμβαίνει με κάθε τι όμορφο
η ομορφιά έχει μέσα της τον θάνατο
γιατί ό,τι όμορφο γεννιέται πεθαίνει μετά από ένα νανοσεκόντ
κι αυτό συχνά πληγώνει τους ανθρώπους
καταλαβαίνουνε πόσο θνητοί είναι
βέβαια
το καλό με το να είσαι θνητός είναι
ότι θέλεις να χωρέσεις εφτά ζωές σε μία
οπότε δεν κάθεσαι μπροστά στην τηλεόραση
κι αυτό είναι οπωσδήποτε κάτι θετικό
ξεκίνησα να σας πω για την αποδόμηση
ναι
οι φιλόλογοι θα μου μηδενίζανε και αυτό το γραπτό
λόγω απουσίας ειρμού
λες και ο ειρμός είναι ένα μήλο κόκκινο χειροπιαστό
όπως τότε στις πανελλήνιες που πήρα δώδεκα στη λογοτεχνία
κι από τότε δεν ξαναδιάβασα βιζυηνό
βέβαια εδώ που τα λέμε σε τι μου έφταιξε ο βιζυηνός
αλλά θύμωσα βλέπεις με τους φιλολόγους – ακούς μάνα –
κι εξάλλου να ζητάς ειρμό από τους ανθρώπους
είναι σαν να ζητάς κοινοκτημοσύνη από τους εξουσιαστές σου
ειρμός και καπιταλισμός μπαίνουνε στο ίδιο κεφάλαιο
εκείνο των μισητών λέξεων
α ναι και η μέγγενη σωστά
η αποδόμηση λοιπόν είναι κάτι απλό
γράφεις κείμενο χωρίς σημεία στίξης
φοράς τα ρούχα σου χωρίς εσώρουχα
χαμογελάς με μάτια υγρά και δακρυσμένα
περπατάς ενώ από μέσα σου πετάς
τάχα δουλεύεις
ενώ έχεις κρυμμένο ένα βιβλίο ποίησης ανάμεσα στα πόδια σου
λοιπόν
τα σκέφτομαι αυτά σήμερα
ξέρεις, αύριο είναι πρωτομαγιά
λέω να μην πάω για φαγητό σε ταβέρνα εξοχική
ούτε για παγωτό στην παραλία
ούτε για πικ νικ στα άθλια της πόλης μου λιβάδια
λέω να ανέβω στην ακρόπολη κρυφά άνευ εισιτηρίου
αναρωτιέμαι πόσος ορίζοντας χωράει σε ένα βλέμμα
θα δω άραγε θάλασσα
και πού να θάψατε άθλιοι της πόλης τα ποτάμια
θα ανέβω εκεί λοιπόν και θα κοιτάζω με αποχαύνωση
τη χώρα του λωτού
την πόλη του μη με λησμόνει
τους ανθρώπους των τηλεοπτικών κολαστηρίων
και θα ουρλιάζω γιατί ρε μάγκες καταντήσαμε έτσι
κι ύστερα η σκέψη μου
πίσω στο χίλια οχτακόσια ογδόντα τέσσερα θα γυρίσει
και θα σκεφτώ πως όλα αυτά που σας ανέφερα
οι τάχα προβοκάτσιες κατά του συστήματος
οι από μέσα αποδομήσεις του
η κοροϊδία στο αφεντικό μου
και ο χορός στην κηφισίας
σε τίποτα δεν οδηγούν και τίποτα γενναίο δεν περιέχουν
όσο υπάρχουν άνθρωποι που κοιτάξανε το θάνατο στα μάτια
και ούρλιαξαν την έσχατη στιγμή
πως
απόψε πεθαίνουνε για την Ελευθερία

 

στον κήπο βγες

σε όλα να έχετε ένα κράτημα, μια απαλότητα

 

πες μου, θέλεις να μου πεις κάτι;
όχι όχι καλύτερα να μιλάω μόνο εγώ
έχω πολλά να σου πω
μπορεί βέβαια να σου ακουστούν σαν ένα τίποτα
αλλά το τίποτα των άλλων είναι η ανάσα που με έφερε ως εδώ

ξέρεις, όταν ξαπλώνω τις νύχτες
τα χέρια μου δεν κοιμούνται ποτέ
η καρδιά ηρεμεί τα πνευμόνια ησυχάζουν
έχεις σκεφτεί πόσο λίγο οξυγόνο χρειαζόμαστε για να ζήσουμε;
τα πόδια σταυρώνουν μεταξύ τους κουρασμένα
τα μαλλιά εισπνέουν μαξιλάρι και μαλακτικό
η νύχτα πέφτει στο σπίτι αργά και σταθερά

κινούμαστε γύρω από νύχτες με ανεκπλήρωτα όνειρα
το σκοτάδι έγινε η σταθερά μας
το σκοτάδι και η αιώνια ελπίδα για φως
θρησκευόμενοι άθεοι, εξεγερμένοι μέσα από ναούς και κολυμπήθρες

πάντως τα χέρια μου εμένα μένουν άυπνα εδώ και αιώνες
σκάβουν
γράφουν
ψάχνουν

ξέρεις
πάντα προτιμούσα τα ρήματα από τα άλλα μέρη του λόγου
και πιο πολύ τα ανώμαλα
αυτά που δεν μπήκανε στις λίστες των κανόνων
αυτά που δεν στεριώσανε σε ομάδες
αυτά που τράβηξαν δικό τους δρόμο

στη φαντασία των δώδεκά μου χρόνων
τα ανώμαλα ρήματα ήταν ο Χριστός
ανέβαιναν το γολγοθά και ούτε που κοίταζαν
αν κάποιος νοιάστηκε να τα ακολουθήσει

σου έλεγα για τα χέρια μου
λοιπόν
νομίζω πως χρειάζομαι ηρεμιστικά χεριών
κάποτε και τα δάχτυλα πρέπει να ξεκουράζονται

και τι θαρρείς πως γράφω;
και τι θαρρώ πως ψάχνω;
και τι νομίζω πως σκάβοντας θα βρω;

εξάλλου
η ομορφιά είναι κρυμμένη
στις κοπέλες με τα προσεγμένα βαμμένα νύχια
στα κορίτσια με τα σκισμένα τζιν και τα κοντομάνικα μπλουζάκια
που δουλεύουνε στα κομμωτήρια για τέσσερα κατοστάρικα το μήνα
στις γυναίκες που εγκυμονούν την άνοιξη για να γεννήσουν χειμωνιάτικα τοπία
στους άντρες που δεν ντρέπονται να κλάψουν
στις συνουσίες της μεγάλης παρασκευής
στα αγόρια που ξυπνήσανε μες στις εντατικές κατόπιν βέβαιου θανάτου
στις γιαγιάδες που ζουν για αιώνες
στις μυροφόρους που ράντισαν κρεβάτια με υγρά σεξουαλικά

κι ίσως γι’ αυτό να σκάβω
επάγγελμα αρχαιολόγος
ηλικία απροσδιόριστη
πολιτική ταυτότητα επανένταξη των ανένταχτων και σφαγιασμός των σχημάτων
τέκνα αγέννητα και σκοτωμένα
μέλλον εγγύς και φουλ του άσσου

πολύ σου μίλησα
αλλά συγχώρεσέ με
βλέπεις
οι πόρτες του σπιτιού μου σφραγίστηκαν από σιωπή
σήμερα φώναξα μάστορα να τις γκρεμίσει
στη θέση τους θέλω να βάλω παράθυρα μεγάλα
να δραπετεύω στη ζωή
να περιθάλπω άλλους δραπέτες
κάθε παράθυρο θα οδηγεί σε κήπο
αν θέλεις να βραχείς θα βγαίνεις έξω
αν πάλι θέλεις να σιωπάς θα σε σκεπάζω με στοργή

σκάβω
που λες
γιατί πιστεύω στο θεό της ομορφιάς
θέλω στο φως να φέρω όλα τα όμορφα
τη νύχτα η ομορφιά θα λούζεται με φεγγαρίσιο φως
τη μέρα η ασχήμια θα καίγεται από τον ήλιο

μόνο που, να
έτσι δεν καταφέρνω ποτέ κι εγώ όμορφα νύχια να επιδεικνύω
καμιά φορά ασυναίσθητα
κρύβω τα χέρια μου
για να γλιτώσω από τη χλεύη

ιδού η βασίλισσα του μανικιούρ
και γύρω μου ένα ακάνθινο στεφάνι από νύχια και από δέρμα

άλλα ξεκίνησα να λέω κι άλλα σου είπα
μου συμβαίνει συχνά αυτό
φυλακίζω τις σκέψεις μου μέσα σε παρενθέσεις
ύστερα τις παρενθέσεις σε αγκύλες
κι ύστερα τις αγκύλες σε σύννεφα καπνού
στο τέλος αποφασίζω πως δεν γνωρίζω την κοινή μιλιά των γύρω μου
διπλοκλειδώνομαι στο σπίτι μου και κλαίω γοερά
μα μην τρομάζεις·
μόνο η νεκρική ακαμψία να σε φοβίζει

μια ζωή εγκιβωτίζομαι

εγκιβωτισμός
είναι και κάτι λέξεις που αυτούσιες μου μείνανε απ’ το σχολείο
ή ίσως πάλι ο Όμηρος να ζει μέσα σε όλους μας
βλέπεις
όποιος γεννιέται ποιητής
ποτέ του δεν πεθαίνει μοναχά δολοφονείται εν θερμώ

εν θερμώ να ζήσουμε
για να πεθάνουμε ήσυχα
αλλιώς νομίζω θα πεθάνουμε ουρλιάζοντας φρικτά απ’ τις στερήσεις
και να θυμάσαι πως
ό,τι μας στέρησαν δικό μας παραμένει

έξω έχει άνοιξη και λέω να βγούμε για κυνήγι
βγήκαν προς άγραν έρωτος κι ούτε που τους ξανάδε μάτι ζώου ή ανθρώπου
κι αν για τα νύχια δεν σε νοιάζει ούτε εσένα
τότε αν θες μπορούμε να σκάψουμε
μαζί

να ανακαλύψουμε στα βάθη των χωμάτων
ό,τι μέχρι κι εχθές στρατόσφαιρα μας φάνταζε
και για τα νύχια μη σε νοιάζει
θα φτιάξουμε από αυτά πανοπλίες από κερατίνη
θα τις φορέσουμε στα αποδημητικά πουλιά
κι έτσι του τόπου μας τα χελιδόνια πάντα πίσω θα ξαναγυρνάνε
ψηλά πετώντας θα σπέρνουνε της ελευθεριότητας το μήνυμα
και θα ανθίζει η γη με θερμόαιμα λουλούδια

μην με νομίσεις για αγενή
αλλά τώρα πρέπει πίσω στον κήπο να γυρίσω
νομίζω πως στην πάνω αριστερή γωνιά
φύτρωσε ένα λουλούδι που είχα για πεθαμένο
δεν ξέρω το όνομά του
ξέρω μονάχα πως θα γίνει κάποτε δέντρο με φιλόξενο ίσκιο

πάντως σ’ ευχαριστώ που μ’ άκουσες
συγγνώμη για τις τόσες παρενθέσεις
ελπίζω να μην σε πλήγωσαν οι αγκυλώσεις
εύχομαι να ξανάρθεις σύντομα
να δεις πώς τα λουλούδια αντρειώνονται σε δέντρα
και πώς οι ρίζες τους σπάνε το αστικό πολιτισμένο μπετόν

κι ίσως αν είσαι τυχερός
μπορεί ακόμα ακόμα και να δεις και σκαπανέα να γελά
σπάνιο φαινόμενο και δυσεξήγητον
βροχή χαμόγελων από αγέλαστους και αγέρωχους

όλοι στον κήπο γρήγορα
βρέχει ευτυχία

της λαμπρής

ας ήτανε τη μοίρα μου για λίγο να γελούσα

πες μου αν στη μικρή ζωή σου είδες ποτέ
παπά ανυπόμονο να καίει εκκλησία
τα μανουάλια να υψώνονται σαν λάβαρα
κεριά που αγόρασες για άφεση να λιώνουν αμαρτίες
θεούς να μάχονται επί γης πεθαίνοντας για σένα
αγίους να κάνουν έρωτα δίπλα στα μνήματα αθανάτων

πιστεύω εις ένα πάθος μεγάλο άγιο και ομοούσιο τω λαώ

το σ’ αγαπάω θα λέω πάντα ασυναίρετα κι ασύνδετα
και για τους νεκρούς μου θα μιλάω πάντα σε χρόνο ενεστώτα
να μη χαθούμε στις ορθογραφίες της συναίρεσης
να φτιάξουμε γραμματικές καινούριες παλιακές φθαρμένες
να μην πεθαίνουν οι νεκροί ούτε να λησμονιούνται
έρως ανέστη σύντροφοι, νικήσαμε το χρόνο

ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου πάθος

τις νύχτες χάνομαι σε γολγοθάδες κατηφορικούς
υψώνω τα μάγουλά μου στον όξινο της πόλης μου αέρα
να λάβω πατρικό φιλί σταλμένο απ’ τα ξένα
να στείλω όσιο σινιάλο πως όπου να ‘ναι φτάνω
πως έρχομαι κι εγώ κι οι νέες μου γραμματικές
να ‘χεις το νου σου στις φωτιές τις άσταχτες

των ορατών και αοράτων δρόμων ποιητές γίνατε οι θεοί μου

και ποιος ορίζει το νωρίς, το τώρα και το πάντα
ποιος έφτιαξε τα σπίτια τρίγωνα τα λάθη με γωνίες
τα χέρια των νεκρών ποιος όρισε να τα σταυρώνουν
να ζήσουμε μαρτυρικά και να πεθάνουμε ήσυχα
για ό,τι όμορφο έρχεται να στρώσουμε το δρόμο
να χαμηλώσει ο γολγοθάς να υψωθούν τα πάθη

με έρωτα τον θάνατο πατήσαντες ιδρύσαμε τη νέα ελευθερία

ενός λεπτού κραυγή

καλημέρα ρομποτάκι

στέκομαι στη γωνία του γραφείου. παίζω κρυφτό με το απρόσωπο ρήμα πρέπει. κοιτάζω στο πλάι την κηφισίας που τόσο μισώ. τώρα τελευταία όλο και περισσότερο μισώ. όλο και περισσότερους. νομίζω πια σας μισώ όλους σας. ξέρεις ποιος γεννάει το μίσος; η υπερβολική αγάπη. δεν γίνεται να ζούμε πάντα βλέπεις στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού. υπάρχει και η άλλη πλευρά. είτε τη βλέπεις, είτε παριστάνεις πως έχεις πολλή μυωπία και δεν βλέπεις μέχρι εκεί πάνω, εκείνη θα είναι πάντα εκεί. στέκομαι που λες στη γωνία του γραφείου και ανταλλάσσω τις τυπικές καλημέρες με τον υπόλοιπο κόσμο εδώ μέσα –παρατήστε με ήσυχη, πως στο διάολο ανοίγουν αυτά τα τζάμια, όπου να ‘ναι έρχεται ο πήτερ παν να με πάρει– αλλά η άκρη του ματιού μου παραμένει κολλημένη στον πιο άσχημο δρόμο ίσως της πόλης μας. ακούω στο ραδιόφωνο πως τα ξημερώματα είχαμε κρούσμα τρομοκρατίας, καθώς παγιδευμένο αυτοκίνητο με εκρηκτικό μηχανισμό εξερράγη στη συμβολή των οδών μπλα μπλα μπλα και αναρωτιέμαι αν στην πόλη μας τη νύχτα που μας πέρασε είχαμε κανένα κρούσμα έρωτα, πάθους, δακρύων, σωματικών υγρών, κάτι τελωσπάντων από αυτά που δεν ανακοινώνονται στα πρωινά δελτία ειδήσεων αλλά σε συνοδεύουν εσαεί. κι ύστερα διαβάζω δήλωση υποψηφίου δημάρχου των αθηνών, πως όποιος έχει προσεγμένη εμφάνιση έχει και καθαρή ψυχή και μου ακούγεται τόσο ηλιθιωδώς ρατσιστική δήλωση που ο τύπος ακούει το πρώτο σαρακοστιανό χριστοκάντηλο της μέρας εξ αποστάσεως. κάποιοι θέλουν να κερδίσουν τις εκλογές με αποφθέγματα από τον αλχημιστή και τις τρία εκατομμύρια αποχρώσεις του ποντικί, αλλά φυσικά ο κόσμος που έχει πολιτική συνείδηση ακτινίδιου φέρει την κύρια ευθύνη και όχι αυτοί οι κύριοι με τις βουλευτικές έδρες από δρυ. οι μαυρογιαλούροι δεν είναι ανέκδοτο. οι μαυρογιαλούροι είσαι εσύ.

πώς να στο πω αδερφάκι μου. πνιγμός. πάλι μαζεύονται οι τοίχοι του δωματίου. έρχεται προς τα πάνω μου ολόκληρο το γραφείο. έβγαλε δόντια και νύχια και έρχεται να με κατασπαράξει. πρώτα μου έφαγε τους φρονιμίτες. ύστερα τις αμυγδαλές. κατόπιν κατασπάραξε τα όνειρά μου. στη συνέχεια προχώρησε μέσα στο κορμί μου και κατακάθισε στη μέση του στομαχιού μου. ό,τι τρώω να το ξερνάω. ό,τι εύχομαι να γίνεται εφιάλτης. ό,τι ερωτεύομαι να πεθαίνει. έχω πίσσα στα πνευμόνια και γραφεία στο στομάχι. από τι πέθανε αυτή; θα ρωτάει ο κόσμος. από γραφείο.

μα γιατί τα μάτια σου γυαλίζουν; γιατί εγώ κλαίω πάντα. θα κλαίω για πάντα, τ’ ακούς;

πετάγομαι σαν ελατήριο. κλείνομαι στην τουαλέτα. τι έχεις, δεν είσαι πολύ καλά. ποτέ δεν είμαι καλά. αλλά σήμερα θέλω να το βλέπετε όλοι. κλείδωσα το χαμόγελό μου στο πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου μου. το φίμωσα, το έδεσα χειροπόδαρα και το άφησα εκεί. μετά το οχτάωρο θα πάρω το αυτοκινητάκι μου και θα πάω σε μια ερημιά. έτσι έχω δει στις ταινίες να κάνουν οι δολοφόνοι. θα διαμελίσω το χαμόγελό μου και θα πετάξω τα κομμάτια του στη θάλασσα.

χαμογελοκτονία εκ προθέσεως.

μην με αθωώσετε κύριοι ένορκοι. θέλω να με κλείσετε στη φυλακή. εκεί που οι άνθρωποι σωφρονίζονται. έτσι δεν μας μάθαιναν στη σχολή; μα ξέρετε κύριοι ένορκοι, έχω τη φρικτή υποψία πως εκεί μέσα οι άνθρωποι δολοφονούνται πολλάκις. τους σκοτώνουν και τους ξανασκοτώνουν. πρώτα την αξιοπρέπειά τους. ύστερα τη θέληση για ζωή. κατόπιν την πίστη σε οτιδήποτε όμορφο. κι ύστερα εν μέσω βασανιστηρίων τους αφαιρούν και τη ζωή. θέλω να με βάλετε κι εμένα εκεί μέσα σεβαστοί κύριοι ένορκοι, γιατί πόσες φορές να διαβάσω τους Ανθρωποφύλακες, θέλω να τους δω από κοντά αυτούς με τις στολές που ετοιμάζονται να τσεπώσουν το πλεόνασμα και νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. και πάω και στοίχημα, σεβαστό δικαστήριο, πως οι ανθρωποφύλακες είναι απ’ αυτούς τους τύπους που πάνε όλη τη μεγάλη εβδομάδα κάθε μέρα στην εκκλησία και προσκυνάνε με δέος το χριστό. Θέλω να τους πω ότι εγώ βρίζω το χριστό πάρα πολύ συχνά -έτσι γιατί εγώ βρίζω από πείσμα στον κάθε μαλάκα που μου λέει με ξιπασιά ότι οι γυναίκες δεν βρίζουν- αλλά σήμερα οι χριστοί της εποχής μας φυλακίζονται και βασανίζονται και ακρωτηριάζονται και πεθαίνουν σε κάθε γωνιά της γης, κι αν ερχόταν σήμερα εκείνος σε τούτη τη χώρα, ένας ξυπόλητος μαυριδερός μετανάστης χωρίς χαρτιά που θα κήρυττε την αγάπη, την ελευθεριότητα και την ισότητα και που θα ζητιάνευε ένα τσιγάρο στα φανάρια, εκείνοι πρώτοι θα τον μπουζούριαζαν στο Α.Τ. Ομονοίας και θα τον υπέβαλαν σε εξευτελιστικά βασανιστήρια για να γελάσουν, κι ύστερα θα έτρωγε και ξύλο, μέχρι να αποφασισθεί από τις αρχές η επαναπροώθησή του πίσω στη χώρα του, γιατί δεν χωράνε όλοι εδώ. η χώρα είναι μικρή. η πόλη ασφυκτιά. οι μετανάστες μιας πιάνουν τα παγκάκια και δεν έχουμε πού να κάτσουμε οι ποιητές να ξύσουμε τ’ αρχίδια μας. εμείς τους μετανάστες τους βρίσκουμε κάποιο πρωινό που πάνε με το ποδήλατο στη δουλειά και τους μαχαιρώνουμε ακαριαία. κι ύστερα προχωράμε το θεάρεστον έργο μας. σκοτώνουμε και έλληνες, παλικάρια σαν τα κρύα τα νερά που τραγουδάνε για την ελευθερία. ανεβαίνουμε αντίθετα με το αμάξι μας τους δρόμους, κατεβαίνουμε, τους σκοτώνουμε και φεύγουμε, ενώ οι ένστολοι με το πλεόνασμα παρά πόδας κοιτάνε. και θα προχωρήσουμε. θα σφάξουμε τους γκέι. ύστερα τους τρανσέξουαλ. μετά θα βάλουμε φωτιά στα εξάρχεια και θα κάψουμε ζωντανούς όλους τους αναρχικούς. κι ύστερα θα κατέβουμε στο πέραμα και θα περιλάβουμε και τους κομμουνιστές με τα στυλιάρια. θα τους φάμε ζωντανούς κι αυτούς. και στο τέλος θα μείνουμε εμείς, τα εικονοστάσια και τα σκουλήκια.

κάπως έτσι θα κυλήσει λοιπόν η ζωή. κι όλο λέω καιρός να βγάζω διαβατήριο για κάπου μακριά από τη σήψη, κι όλο μένω εδώ κολλημένη. να σκουπίζω τα δάκρυά μου με βία τραβώντας το δέρμα μου μαζί με τα αλμυρά υγρά από το πρόσωπό μου και να φαντασιώνομαι φωτιές που δεν θα αφήνουν στάχτες. άσταχτες φωτιές που θα κάψουνε το λευκό της παράνοιας. το γκρίζο του αγοραίου έρωτα. το μωβ της μεγάλης παρασκευής. το μπεζ της απάθειας. το κίτρινο της συνήθειας. το πορτοκαλί του πόνου.

κι ύστερα ακούω αυτό. και λέω να σηκωθώ από το γραφείο. να πω συγγνώμη, με καλεί η ζωή. να κατέβω στο αυτοκίνητο. να λύσω μετανιωμένη το χαμόγελό μου και να το ξαναφορέσω. να βγω στην κηφισίας, να σκαρφαλώσω στα φανάρια και να τα απορυθμίσω. κανείς να μην μπορεί να πάει πουθενά. να μην υπάρχουν άνωθεν εντολές. να αναγκαστούν οι άνθρωποι να συνεννοηθούν επιτέλους. να μιλήσουν. να φωνάξουν. να αγαπήσουν.

συγγνώμη αφεντικό. συγγνώμη φανάρια. συγγνώμη συνήθεια.

με καλεί η ζωή.

λ//αύριο

κοίτα
βλέπεις απέναντι;
εκεί θα σταθούμε μια μέρα και θα στήσουμε γλέντι
θα ξυπνήσουν από τον αιώνιο ύπνο
όλοι οι αμετανόητοι
οι αδήλωτοι
λέγε ρε θα υπογράψεις
μια υπογραφή σου χαρίζει ζωή
σκυφτή αλλά ζωή
μια ιδέα σου προσφέρει θάνατο
εξευτελιστικό αλλά θάνατο

εκεί λοιπόν θα σταθούμε την επόμενη φορά
νικητές θα ‘μαστε
δεν θα μας χωράει στο νου πως ο κόσμος ημέρεψε
θα τραγουδάμε φάλτσα
θα πετάξουμε τις φαλτσέτες στα βρώμικα νερά
να καθίσουν στον πηχτό πάτο
σημάδι για τους δύτες της επόμενης μέρας
πως η ελευθερία ξεπηδάει μέσα από αίματος πίδακες

μέχρι τότε
για να ξημερώσει η μέρα ύστερα από την αέναη νύχτα των σκλάβων
μολύβι μην αφήσεις από το χέρι
μανιφέστα να γραφούν
να τα κάψουν οι επαναστάτες γελώντας στις φωτιές

οι φωτιές θα κάψουν το λευκό της παράνοιας
οι φωτιές θα είναι άσταχτες
έχεις δει ποτέ σου πολύχρωμη φωτιά;

ξέρεις, αν κάνουμε ησυχία
τούτη τη νύχτα που βουλιάζουνε τα οράματα σε έμψυχα παγκάκια
κι αν σταθούμε τυχεροί και σιωπήσουν μια για πάντα οι εξατμίσεις της αστικής επίδειξης
ακούγονται ακόμα από απέναντι
τα ποιήματα που οι ονειροπόλοι γέννησαν

ώρα να φύγουμε
γιατί
όταν το φεγγάρι εγκαταλείπει τον παραθαλάσσιο ουρανό
σειρά έχουν οι θρήνοι που σκίζουν στα τρία τον ουρανό
κι εσύ δεν πρέπει να φοβηθείς άμα το κλάμα ακούσεις
στη νιότη σου εμπόδιο ο φόβος του θανάτου να μην μπει

μόνο τη χάρη κάνε μου
να θυμάσαι
πως έρχονται μέρες
από το κλάμα σου χτισμένες
γιατί η ζωή κερδίζεται

από αυτούς που χάρισαν τον ουρανό και κράτησαν για τον εαυτό τους το ξερό χώμα

από κείνους που πάντρεψαν τη θλίψη με ένα μειδίαμα απαλό

κι από κείνους που ανταλλάξανε για πάντα την ησυχία με το θόρυβο που κάνουνε οι άνθρωποι όταν πέφτουν από τις ταράτσες υπουργείων