της λαμπρής

ας ήτανε τη μοίρα μου για λίγο να γελούσα

πες μου αν στη μικρή ζωή σου είδες ποτέ
παπά ανυπόμονο να καίει εκκλησία
τα μανουάλια να υψώνονται σαν λάβαρα
κεριά που αγόρασες για άφεση να λιώνουν αμαρτίες
θεούς να μάχονται επί γης πεθαίνοντας για σένα
αγίους να κάνουν έρωτα δίπλα στα μνήματα αθανάτων

πιστεύω εις ένα πάθος μεγάλο άγιο και ομοούσιο τω λαώ

το σ’ αγαπάω θα λέω πάντα ασυναίρετα κι ασύνδετα
και για τους νεκρούς μου θα μιλάω πάντα σε χρόνο ενεστώτα
να μη χαθούμε στις ορθογραφίες της συναίρεσης
να φτιάξουμε γραμματικές καινούριες παλιακές φθαρμένες
να μην πεθαίνουν οι νεκροί ούτε να λησμονιούνται
έρως ανέστη σύντροφοι, νικήσαμε το χρόνο

ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου πάθος

τις νύχτες χάνομαι σε γολγοθάδες κατηφορικούς
υψώνω τα μάγουλά μου στον όξινο της πόλης μου αέρα
να λάβω πατρικό φιλί σταλμένο απ’ τα ξένα
να στείλω όσιο σινιάλο πως όπου να ‘ναι φτάνω
πως έρχομαι κι εγώ κι οι νέες μου γραμματικές
να ‘χεις το νου σου στις φωτιές τις άσταχτες

των ορατών και αοράτων δρόμων ποιητές γίνατε οι θεοί μου

και ποιος ορίζει το νωρίς, το τώρα και το πάντα
ποιος έφτιαξε τα σπίτια τρίγωνα τα λάθη με γωνίες
τα χέρια των νεκρών ποιος όρισε να τα σταυρώνουν
να ζήσουμε μαρτυρικά και να πεθάνουμε ήσυχα
για ό,τι όμορφο έρχεται να στρώσουμε το δρόμο
να χαμηλώσει ο γολγοθάς να υψωθούν τα πάθη

με έρωτα τον θάνατο πατήσαντες ιδρύσαμε τη νέα ελευθερία