sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Month: Ιουνίου, 2014

τα βατράχια της κωπαΐδας

οι πιο μεγάλες βρώμικες αλήθειες
πνιγήκανε στον πάτο της πάλαι ποτέ λίμνης κωπαΐδος
έπεσε ξηρασία τούτον τον αιώνα
κάποιος να τρέξει στο νεκροταφείο του χωριού
ερώτηση να θέσει σε όποιον απέθαντος σαπίζει
είχανε τάχα όλοι οι αιώνες ξηρασία;

τόσες βροχές ριχτήκανε μανιωδώς στη γη
τόσα νερά πιτσίλισαν τους ώμους των λαών
κι όμως ο κόσμος συνεχίζει την πικρή ξερή πνοή του
γέμισε η προδότρα πόλη μας με σήματα καπνού
χαρίζεται αέρας
πωλείται υδρογόνο όξινο

οι άρχοντες προστάξανε να κλείσουν οι δεξαμενές
κάποιος ονόματι εφιάλτης τους σφύριξε το μέγα μυστικό
πως των ανθρώπων τα μυαλά όταν βραχούν γεννούν αγάπη
είμεθα οι συνεχιστές του σωτηρίου γένους των ασπόνδυλων
γεμάτων κόμπους σπόγγων
ξέρεις τι είναι οι ποιητές;
οι σφουγγαράδες του καιρού μας

μα εμάς μας απαγόρεψαν δια ροπάλου αστυνομικού
και με διάταγμα βασιλικό των βασιλιάδων που δεν έζησαν γυμνοί ποτέ τους
μας απαγόρεψαν λέω με την καρδιά μας να βουτάμε στη βροχή
κι ύστερα ιδέες όλο χρώμα να γεννάμε
κι έτσι μείναμε σαν αποστεωμένοι σκελετοί δίχως ρυθμό στο βάδην
σαν άνθη αποξηραμένα μέσα σε βάζο από φτηνό γυαλί
νεκροί κι όμως αναγκασμένοι να αναπνέουμε
σώθηκε το νερό από καιρό·
δεν φτάνει ούτε για να πλύνεις τις πληγές σου

κάποτε ξεκινήσαμε η διψασμένη συνομοσπονδία εργατών
πορεία πολέμου με πλακάτ τα σύννεφα ως την κωπαΐδα
δικαίωμα στην υγρασία και σύνταγμα υγρό ζητήσαμε
μια πυροβολαρχία πύρινη μας σταμάτησε έξω από την αττική
έσπασε τα πλακάτ και μας διέταξε βιαίως
στον ανεπίστρεπτο της ιστορίας ρου να υποταχθούμε

κι έτσι από τότε κάθε που καλοκαιριάζει τριγυρνάμε στα νησιά
κάνοντας μάταιη προσπάθεια αφαλάτωσης του μπλε της θάλασσας
εισπνέουμε τόνους ιώδιο και μας φυτρώνουν λέπια
και ούτε κι εμείς μα ούτε και οι άρχοντες μπορούν να νιώσουν
πως βασανιστικά και αργά μα αποτελεσματικά
έφτασε πια ο αιώνας και ο καιρός
ξανά στη θάλασσα η ανθρωπότητα να γυρίσει
οι άνθρωποι να αναπνέουμε με βράγχια και λυγμούς
κι οι ποιητές να μείνουνε τα μόνα αμφίβια του πλανήτη
μοναδικοί ακροβάτες ανάμεσα σε γη και μέλλον
ίστορες της παλιάς ζωής του νέου υποθαλάσσιου πληθυσμού
παράφωνα βατράχια· ραψωδοί πνιγμών νερών και ονείρων

 

 

Advertisements

αρόδου

μου ζητάς να γράψω με ηρεμία. να μην βρίζω. υπόσχομαι να προσπαθήσω. απόψε η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι. όχι γιατί αυτοκτόνησε ένας φαρμακοποιός στην πτολεμαΐδα. όχι γιατί οι κρατούμενοι στις φυλακές συνεχίζουν την απεργία πείνας. όχι γιατί στις νέες φυλακές που ετοιμάζονται δεν θα μπορείς να αναπνεύσεις χωρίς άδεια. όχι γιατί πουλιέται η θάλασσα και η ακτή. αυτή τη στιγμή που σου γράφω ακούω κορναρίσματα χαράς στη γειτονιά. βεγγαλικά. δεν παντρεύεται κανείς. μόνο οι φτωχοί βλέπουνε μπάλα. στρογγυλοκάθονται μπροστά στις οθόνες της δτ και ακούνε τους ομιλητές να κραυγάζουνε για το ποδόσφαιρο. προσπαθώ να μην βρίζω όπως βλέπεις και να συγκρατήσω την οργή μου. αλλά δεν με βλέπει κανείς. κι έτσι μπορώ να κλαίω ελεύθερα. κλαίω γιατί θυμάμαι πως τη νύχτα που οι χρυσαυγίτες σκοτώσανε τον παύλο φύσσα τα κανάλια είπανε πως κάποιοι τσακωθήκανε για τη μπάλα. κλαίω γιατί στη χώρα που έτυχε να γεννηθούμε κι εσύ κι εγώ οι τηλεοράσεις δεν έκλεισαν ποτέ. δεν τις σπάσαμε. θυμάσαι που κλείσανε την ερτ; μωρέ λες; είπαμε. μπα. οι ποδοσφαιρόφιλοι ξερνάνε επιχειρήματα πως έλα μωρέ λίγη εκτόνωση θέλουμε κι εμείς. η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι κι εγώ είμαι τόσο μόνη απόψε. τόσο μόνοι μας είμαστε. όσο οι κονκάρδες του τσε στις έξωμες μπλούζες και στα παντελόνια που φτιαχτήκανε για να καυλώνουν όσους το μυαλό τους παραγέμισε με περιττώματα. απόψε είμαστε μόνοι. στείροι. δεν γεννάμε. δεν ελπίζουμε. απόψε παίζουμε μπάλα κεκλεισμένων των θυρών. καίμε αποδυτήρια και ξανακλεινόμαστε στη σιωπή μας. γιατί γράφεις ρε μαλάκα; γελοίε τύπε. συγγνώμη. είπα δεν θα βρίζω. χρειάζομαι όμως νέες λέξεις. νέα πληκτρολόγια. χρειάζομαι αέρα που δεν είναι γαλανόλευκος. γιατί ο γαλανόλευκος αέρας μυρίζει σβάστικα. λυπάμαι αλλά απόψε είμαι με το αιγαίο. ανήκω στα ψάρια μου. ανήκω στα νεκρά κουφάρια των αδελφών μου που δεν βγήκαμε από την ίδια μήτρα αλλά θα πεθάνουμε πάνω στον ίδιο πλανήτη. επανέρχομαι. γιατί γράφετε ρε. πόσο αφελείς και γελοίοι καταντήσαμε. δεν το βλέπετε απόψε; οι λαοί το ρίξανε στα βαριά αντικαταθλιπτικά και απομείναμε να παίζουμε ποδόσφαιρο δωματίου με τις θλίψεις μας. απαντήστε μου. για ποιον γράφετε. γιατί. μα δεν το βλέπετε; προκριθήκαμε. για πάντα στον πάτο του βαρελιού φτάνει να ‘χουμε να λέμε ιστορίες από το παρελθόν. το ένδοξο παρελθόν της χώρας που μέλλον δεν θέλει να έχει. εδώ στη γειτονιά ακόμα πανηγυρίζουν. και είναι η γειτονιά μου προσφυγική. εδώ πιο δίπλα οι ορίτζιναλ πήγανε να κάψουνε τη στρούγκα. γιατί καλά όλα αλλά κάτω τα χέρια από τα ποδόσφαιρα. αριστεροί δεξιοί και άμπαλοι ενώνονται σε μία ενιαία άμορφη μάζα γκολτζήδων. ο πειραιάς έβγαλε δήμαρχο τον πρόεδρο του ολυμπιακού. κι ο βόλος. εγκληματίες. εγκληματίες είμαστε δεν το βλέπεις; άσε τους κόσμους να χύνουν υγρά με τα δοκάρια και τα βυζιά των τσιρλίντερς κι έλα να πάμε μια τσάρκα στις φαβέλες. σταμάτα να μιλάς επιτέλους. περισσεύεις από τούτο τον κόσμο. ο κόσμος των περιττωμάτων δεν χρειάζεται εσένα. εσύ δεν ξέρεις να βάζεις γκολ. τραγουδάς παράφωνα τον εθνικό ύμνο και όλο ταξιδεύεις για την ουτοπία. ηλίθιε. μεγάλε φίοντορ, ιδού ο νέος κόσμος. από τη μία ο μεγάλος αδερφός και από την άλλη οι ηλίθιοι. γιατί στα γράφω όλα αυτά; γιατί θέλω να φύγω από δω. όσο ο τόπος θα γεμίζει από αυτό που οι ακριβοπληρωμένες οθόνες ονομάζουν ευημερία εγώ θα ψάχνω πάντα την ευτυχία.

μέχρι τότε, θα παραμείνω πεισματικά αρόδου.

τα τρικοτυλήδονα

άφησα το σπίτι ανοιχτό την τηλεόραση κλειστή

ανέβηκα στην τεράστια σφεντόνα του μυαλού

άφησα την ονείρωξη να με παρασύρει μακριά

 

τι ανάλαφρο συναίσθημα να ‘σαι η πέτρα

κι όχι το χέρι που οργισμένα την κλοτσάει

-καλώς ήρθατε στη λίθινη εποχή των υπολογιστών-

 

πέταξα πάνω απ’ τη μνήμη και τη λήθη

είδα τα όνειρα του μέλλοντος

σινιάλο να μου κάνουνε από μακριά

μα φοβήθηκα να πλησιάσω

 

-προσπερνάμε τα όνειρά μας πάντα από απόσταση ασφαλείας

κι ύστερα με την πλάτη τάχα γυρισμένη

καμωνόμαστε πως δεν τα βλέπουμε

την ώρα που μας αποχαιρετούν

με χειρονομίες λίαν υβριστικές-

 

κάποτε έφτασα σε λιβάδι που δεν ήταν χλοερό

-μήπως στην κόλαση;-

πήρα επιφοίτηση ονειρική αδεία

και πλησίασα έναν θάμνο

που πιότερο με ζώο παρά με φυτό έμοιαζε

ένα φυτό με τρεις καρδιές

τρεις καρδιές μ’ έναν κορμό

-φύλλα καρποί κλαδιά και μίσχοι

όλα πλουσιοπάροχα απ’ το θεό της κόλασης δοσμένα-

 

έμοιαζε τούτο το φυτό σαν μια παραφωνία

στα σχολικά βιβλία της φυτολογίας

κανείς ποτέ επιστήμων βιολόγος

δεν είχε ανακαλύψει τούτη την αναίσχυντη ομορφιά

 

κι έτσι αφού η επιστήμη δεν τόλμησε σε ποτέ ν’ ανακαλύψει

πώς οι άνθρωποι σε άλλους χρόνους

άλλους τόπους

άλλες μήτρες

και άλλες αγκαλιές γεννιούνται

κάποτε φτάνουν να τίκτονται μαζί

-ομοούσιοι με της δυστυχίας την άγρια χαρά-

βρέθηκε η φτηνή μου τέχνη σε θέση λίαν δυσχερή

νέα κατηγορία στα φυτολόγια να εφεύρει

μα θα ‘ρθουν ύστερα από μένα

σπουδαίοι και μεγάλοι θεριστές

τους σπόρους της αγάπης μας να δρέψουν

να τους πατήσουν απαλά με τις παλάμες

να βγάλουν των νέων κόσμων τα υγρά

-πράσινα, διαυγή, με γεύση κάπως παλιακή-

 

ξημέρωνε κι επέστρεψα στο διπλοκλειδωμένο σπίτι

η τηλεόραση ανοιχτή· κάποιος λογύδριο έβγαζε

πως γέμισαν οι πόλεις με τρελούς

που στην αέναη εξέλιξη του γένους

τροχοπέδη αποτελούν

όλοι αυτοί έπρεπε να συσσωρευτούν

στα νέα του καιρού μας στρατόπεδα χαράς

να μάθουν να χαμογελάνε δίχως να δείχνουν δόντια

να μάθουν να αγαπάνε δίχως να ρωτάνε πάντα το γιατί

να πεθαίνουν ζωντανοί χωρίς να λαχταράνε την καύση των παθών

η πρόοδος άλλωστε επιτάσσει

να γίνουμε όλοι μια ενιαία εμετικά απαλή μάσκα ομορφιάς

οι εφηβικές ακμές και οι πολεμικές ουλές

να εκλείψουν απ’ της ανθρωπότητας το πρόσωπο

 

πήρα βαθιά ανάσα· τι ατυχία να χωράνε τόσα τα πνευμόνια μου

σήκωσα τη μοντέρνα και κομψή οθόνη· τι ατυχία να αντέχει τόσο λίγο το κορμί μου

σύρθηκα ως τον πράσινο ανακυκλωτικό μεταμοντέρνο κάδο

άφησα εκεί την τηλεόραση που επίτευγμα λαμπρό δύο μηνιάτικων αποτελεί

 

κι ύστερα με τα μπράτσα πληγωμένα

ένιωσα στην καρδιά μου να φυτρώνουνε φτερά

πετάχτηκα ως το κοντινότερο άλσος

βρήκα στην τσέπη μου πέντε έξι σπόρους

-που μοιάζανε θαρρώ με ωάρια απ’ το πάθος γονιμοποιημένα-

και φύτεψα εκεί της φαντασίας μου το πιο όμορφο λουλούδι

τρία κλαδιά σε μια καρδιά

τρία δάχτυλα σε σχήμα νίκης υψωμένα

τρεις φαντασίες σε μια ζωή

ανώμαλα προσγειωμένες.

δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον

Νομίζω πήγαινα λύκειο. Θυμάμαι εκείνο το βράδυ. Κάποιος στην τηλεόραση σε τηλεοπτικό σταθμό νομίζω που δεν υπάρχει πια, έβγαζε πύρινους λόγους περί ηθικής, σεμνότητας και οικογένειας. Τα πίστευε όλα αυτά που έλεγε. Τα μάτια του πετούσαν φωτιές. Κι ύστερα θυμάμαι έναν τραγουδιστή να κάνει έρωτα με μια κοπέλα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Και η χώρα να παρακολουθεί με βδελυγμία πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει κάποιος. Πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει κάποιος; Μέχρι το έσχατο σημείο να θέλει να κάνει έρωτα με κάποιον άλλον ας πούμε; Θυμάμαι το βλέμμα του δημοσιογράφου. Θυμάμαι ότι η εκπομπή του χτυπούσε υψηλή τηλεθέαση. Θυμάμαι ότι η καλλιτεχνική πορεία του τραγουδιστή καταβαραθρώθηκε από τότε. Θυμάμαι ύστερα ότι ο ίδιος μαζί με έναν άλλον μπήκανε σε μια μπανιέρα και έπιναν σαμπάνια. Και έγιναν εκδότες. Κι ύστερα τα χαλάσανε. Έσπασε η συνεργασία. Κρίμα γιατί μου φαινόταν τόσο αγαστή. Ταιριάζανε οι δυο τους. Οι πορείες τους ακολούθησαν δρόμους παράλληλους. Κομιστής που συνεντευξιάζεται και χαριεντίζεται με νεοναζί ο ένας, κατακίτρινος δημοσιογράφος ο άλλος με το όνομά του να ακούγεται σε υποθέσεις που φτάσανε ακόμα και στο θάνατο. Θυμάμαι. Δεν ξεχνώ.

Αλλά εγώ δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτά. Όσοι τα ξέρετε τα ξέρετε, οι υπόλοιποι δεν με ενδιαφέρετε. Το αίμα μου όμως έχει ανέβει στο κεφάλι. Και όχι λόγω σεξουαλικής επιθυμίας. Για ποιο πράγμα μιλάτε, άνθρωποι; Για ποιον λόγο κατηγορείτε έναν άνθρωπο; Για ποιο ακριβώς γεγονός γίνεστε σύμμαχοι του καθημερινού φασισμού, που νιώθω πια ότι κατέκλυσε τις ζωές μας; Σας ρωτήσαμε εμείς ποτέ με ποιον ερωτοτροπείτε, γιατί δεν πηδιέστε, πόσες τσόντες τη μέρα κατεβάζετε από τα πορνογραφικά σάιτ, αν σας αρέσουν οι μπανάνες ή τα καρότα, αν είστε ετεροφυλόφιλοι ή ομοφυλόφιλοι, αν σας αρέσουν οι παρτούζες ή το διαδικτυακό σεξ, αν έχετε αραχνιάσει ή όχι, αν την τελευταία φορά που κάνατε έρωτα είχαμε οθωμανική κατοχή, αν πάτε κάθε μέρα και με άλλον ή άλλη, αν έχετε αφροδίσια ή όχι, αν ο αριθμός των ερωτικών σας παρτενέρ φτάνει τον αριθμό όλων των παικτών που πήρανε μέρος στην αιματοβαμμένη φιέστα της βραζιλίας;

Ο αγώνας γίνεται για να μπορεί ο καθένας από σας να κάνει ό,τι του γουστάρει. Τόσο απλά.

Το ζητούμενο είναι η ελευθερία.

Δεν σας ρωτήσαμε τι κάνετε τις νύχτες γιατί δεν μας νοιάζει. Εσείς γιατί σηκώνετε το χέρι και δείχνετε κάποιον σαν τους ταγματασφαλίτες; Σας ενόχλησε; Σας καταπάτησε κάποιο δικαίωμα; Κάποια ελευθερία ίσως; Ποιοι στο διάολο είσαστε όλοι εσείς που μπήκατε νταβατζήδες στα κρεβάτια των ανθρώπων; Σας έδερναν μικρούς; Σας βίαζαν; Σας κορόιδευαν στο σχολείο; Κι εμένα με λέγανε φυτό στο σχολείο αλλά δεν μου ‘μεινε κουσούρι ρε μάγκες. Όσο εγώ γούσταρα να είμαι άριστη άλλο τόσο γούσταρε ο άλλος να μένει από απουσίες. Πόσο γαμημένα απλό είναι το θέμα;

Δεν με ενδιαφέρει ποια είναι η αλήθεια. Στ’ αρχίδια μου τι κάνει ο κόσμος στο κρεβάτι του. Πώς αλλιώς να το πω; Όταν λάτρεψα τον Καβάφη βρέθηκε ένας φιλόλογος να μου απαγγείλει πρώτα ένα ποίημά του κι ύστερα να μου πει πως ο Καβάφης ήταν ομοφυλόφιλος. Μα τι να με νοιάξει; Τι σημασία είχε αν οι ερωτικές του περιγραφές αφορούσαν νεαρά αγόρια; Είναι κομμάτια τέχνης. Πώς επηρεάζει τη δική σου τη ζωή πώς και με ποιον κοιμάται ένας πολιτικός τα βράδια; Τα πρωινά πρέπει να σε ενδιαφέρουν αδερφέ. Τα πρωινά του έχει αφιερώσει σε σένα. Οι νύχτες του ανήκουν και θα του ανήκουν πάντα.

Πώς φτάσαμε να συζητάμε τα αυτονόητα; Πόσο πίσω γυρίζουμε; Ο φασισμός δεν έχει μόνο σβάστικα. Έχει και χριστιανορθόδοξο σταυρό. Περιέχει και φληναφήματα περί ηθικής. Φασισμός είναι η σεμνοτυφία. Η σεμνότητα. Οι κλειδαρότρυπες. Ο φασισμός σκοτώνει και τον έρωτα. Και την καύλα. Ποιοι είσαστε εσείς που θα ορίσετε την ερωτική επιθυμία; Νομοθέτες των ερωτικών περιπτύξεων; Καρφάκι δεν σας καίγεται για τους νόμους που ορίζουν την κοινωνική σας ζωή και σας απανθρακώνουν ως πολιτικές οντότητες, αλλά η κάψα σας είναι ποιος πηδιέται και με ποιον τρόπο.

Δεν με ενδιαφέρει ποια η αλήθεια και ποιο το ψέμα. Με πονάει που δεν στέλνουμε στο διάολο όλους αυτούς τους γαιοσκώληκες που μας τρώνε τη σάρκα. Με τρομάζετε όλοι εσείς που δεν ονειρευτήκατε ποτέ μια κοινωνία ελευθερίας και ελευθεριότητας. Σας μισώ όλους εσάς που δεν βλέπετε το υψωμένο ναζιστικά χέρι των μπράβων της νύχτας χωμένο παντού. Στους υπονόμους και στα σπίτια σας. Στη μανωλάδα και στην τέταρτη εξουσία. Στο αιγαίο και στα αστυνομικά τμήματα. Στην εκκλησία και στο στρατό. Αντέχετε να βλέπετε τον κάθε νεοναζί να γελάει εις βάρος των νεκρών και ζωντανών παιδιών σας αλλά γουστάρετε να φοράτε τη στενή σας κουκούλα, να σκύβετε στην κλειδαρότρυπα και να αυνανίζεστε με τις ζωές των άλλων.

Μόνο που ρε μάγκες έτσι χτίζονται οι χούντες. Κι ύστερα θα αποζητάτε ήρωες να αγωνιστούν για την ελευθερία. Μα για ποια κοινωνία να αγωνιστούν οι ήρωες;

Δεν γνωρίζω την αλήθεια. Δεν με ενδιαφέρει η αλήθεια. Δεν είμαι ψηφοφόρος του δήμου αθηνών.

Αλλά απόψε και κάθε απόψε είμαστε όλοι Γαβριήλ.

Και οι υπόλοιποι είσαστε εχθροί μας.

Ξεκάθαρα. Και ξηγημένα.

κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει

»Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς. »

[Ο Μάνος Χατζιδάκις εν έτει 1990 μιλά για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα. Εντωμεταξύ, εν έτει 2014 και κατά τη διάρκεια των απολογιών ενώπιον των ανακριτών των νεοναζί βουλευτών και μελών της εγκληματικής οργάνωσης που ευθύνεται για το θάνατο αθώων και για τα πογκρόμ κατά πολλών περισσότερων κάποιοι άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το Εφετείο εν είδει διαμαρτυρίας για την προφυλάκιση των φασιστών.]

10470928_677407822329035_4363966819359641633_n

// τα παιδιά κάτω στον κάμπο δεν μιλάν με τον καιρό // ο δρόμος κλεισμένος πάλι από κλούβες // μόνο πέφτουν στα ποτάμια για να πιάσουν το σταυρό // χρυσοί σταυροί κρέμονται από τους λαιμούς // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγούν έναν τρελό // μπροστά μου ένα ανθρωπάκι // τον επνίγουν με τα χέρια και τον καίνε στο γυαλό // δολοφόνοι με ύφος αδικημένου πολίτη //

 // έλα κόρη της σελήνης κόρη του αυγερινού // εικοσάχρονα κορίτσια με μπλούζες πίτμπουλ // να χαρίσεις στα παιδιά μας λίγα χάδια του ουρανού // ο ουρανός προσπαθεί να κρυφτεί από τα σκοτάδια της λουκάρεως // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς // αντί να τους κυνηγάμε εμείς μας σφάζουν αυτοί // πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς και από πιστούς // υπολογίζω τα κρυμμένα μαχαίρια στις τσέπες //


// τα παιδιά κάτω στον κάμπο κόβουν δεντρολιβανιές //
μυρίζει θάνατο η πόλη των περιπολικών // και στολίζουν τα πηγάδια για να πέσουν μέσα οι νιες // περνάω ανάμεσά τους δεν σας φοβάμαι ρε // τα παιδιά μες τα χωράφια κοροϊδεύουν τον παπά // σας κοιτάζω όλους κατάματα // του φοράνε όλα τα άμφια και τον παν στην αγορά // μάτια άδεια τσιγάρα που δεν καίνε μυαλά που μυρίζουν στάχτη

// έλα κόρη της σελήνης έλα και άναψε φωτιά // πού πήγαν οι φλεγόμενες καρδιές μας // κοίτα τόσα παλληκάρια που κοιμούνται στη νυχτιά // ο παύλος και ο σεχτζάτ είναι αδέρφια μου // τα παιδιά δεν έχουν μνήμη τους προγόνους τους πουλούν // πατρίδα μου σε μισώ // και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν // ούτε φόβος ούτε θλίψη μόνο μίσος //

φωτογραφία: νιώσε

τζάνκια της ομορφίνης*

 

ανάσα

*σκηνές από τα ηλιόλουστα σαββατοκύριακα της ασχήμιας

*

αν οι κλεισμένοι σε κελιά μετρούν τις μέρες της σκλαβιάς τους

γράφοντας πάνω στους τοίχους την αντίστροφη των φυλακών αλφάβητο

τότε όλοι εμείς πού πρέπει άραγε τις μέρες της αφθόνου μας σκλαβιάς να τις χαράξουμε;

σχίζω τον άνεμο τις νύχτες και τραγουδάω ανάποδα τις νότες της ελευθερίας

γύρω μου πόρτες και παράθυρα κλείνουνε σχεδόν ερμητικά

μια χαραμάδα μόνο αφήνουνε οι γείτονες σχεδόν αόρατη

ίσα για να χωρέσουν οι εφιάλτες της αστυφιλίας στο δωμάτιο να μπούνε

*

κάποτε ξέρετε στου νησιού μου τα νερά βαρύς εγκέλαδος την πόρτα χτύπησε

και όταν κάνοντας μια βόλτα να θαυμάσω την υπεροχή της φύσης καθ’ ημών

αντίκρισα το πιο υπέροχο θέαμα -τοίχοι κελιών ερείπια-

κατάλαβα πως οι σεισμοί έργο θεού του δωδεκάθεου αποτελούν

παλιές αγροτικές πετρόχτιστες και άνευ χρήσεως φυλακές

μόνο και μόνο για να δίνεις στίγμα πού είσαι φτάνεις

εδώ περνάω απ’ τις αγροτικές τις φυλακές σε ένα τέταρτο είμαι εκεί

μέσα λοιπόν στη μανία και την ολοσχερή καταστροφή

όπως αρέσκονται οι τηλεοπτικοί πομποί να την παρουσιάζουν

ξάφνου ο θεός της ομορφιάς διέταξε τις φυλακές να γκρεμιστούν

κι ύστερα έτερη εντολή εξέδωσε

στη θέση τους έχυσε θάλασσα απάτητη μέχρι χτες

κι έτσι λοιπόν έχουμε τώρα στο νησί θάλασσα αντί για φυλακές

σα να μας διατάσσει ο εγκέλαδος που αφανώς την ομορφιά υπηρετεί

να σπάσουμε τις αλυσίδες τα δεσμά τα ψέμματα και ό,τι βιδωμένους στο τσιμέντο μας κρατάει

*

εχτές μέσα στη νύχτα σίμωσε κάποια στιγμή ένα πλάσμα θεϊκό

ο θεός του ύπνου και του εφιάλτη της νυχτιάς και της αυγής

ο δημιουργός των ονειρώξεων και του ιδρώτα των πελμάτων

απόρησε που οι δυνάμεις του επάνω μου καμιά πια επιρροή δεν είχαν

αλλά κι εγώ δεν τον φοβήθηκα· πες μου μορφέα

τι σε έσπρωξε σε τούτο το περίεργο είδος βιοπορισμού;

κι εκείνος μίλησε για ώρες πολλές για όσα πριν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει

μας βρήκε το ξημέρωμα με τον μορφέα στο σεντόνι μου να κλαίει

κάποτε ο θεός αυτός αγάπησε βαθιά με όλη του τη θεϊκή καρδιά

μία γυναίκα από τον κάτω κόσμο νεκρή μα αιωνίως ζωντανή

κι όταν εκείνη την αγάπη του αρνήθηκε εκείνος ήπιε δηλητήριο

μα αυτή του απαγόρευσε στον κάτω κόσμο

με γαλήνη νεκρική το υπόλοιπο του βίου του να ζήσει

κι έτσι οι θεοί που σαν παιδί τους τον μεγάλωσαν

του κάναν δώρο μια ζωή ενδιάμεση· μονίμως μεταβατικά να ζει

ούτε νεκρός ούτε εν ζωή μονάχα εν υπνώσει να διαβιοί

τις νύχτες να χαρίζει όνειρα σε ζώντες που ποτέ δεν έζησαν

αγκάλιασα σφιχτά τον άμορφο μορφέα

κατάλαβα πως κι οι θεοί πάντα τους θα κυνηγούν την ομορφιά

*

τα σούρουπα είναι οι μικροί θάνατοι των αστικών ζωών

βράδιαζε· τα φώτα των αυτοκινήτων φυλάκιζαν για πάντα τα αστέρια

ξάφνου χοροί και θόρυβοι και φώτα τεχνητά στον ουρανό

έσκυψα κάτω από την τέντα ανάμεσα στα κτήρια και ίσα πέρα στον ορίζοντα

κατάφερε το βλέμμα μου να φτάσει ως την πηγή της φασαρίας

βεγγαλικά ψηλά στον ουρανό δίπλα στο ενοριακό καμπαναριό

γάμος στην εκκλησία μας χαρές στα πατρικά μας

λοιπόν θαρρώ πως τα βεγγαλικά είναι μωρά που πεθαίνουν πάνω στη γέννα

μόλις φωτίζουν σβήνονται μόλις τα δεις πεθαίνουν

*

μα άνθρωποι και θεοί και όλοι μας για πάντα θα ποθούμε

στης ομορφιάς την αγκαλιά γλυκά να κοιμηθούμε

ξέρετε, έψαξα κι έμαθα πως η ομορφίνη μόνο σε ξέρες και σε βράχια ευδοκιμεί

αν θες να υμνήσεις το ωραίο είναι απαραίτητα τα ορειβατικά παπούτσια

και τα ψηλά και απάτητα βουνά είναι η πλατεία ομονοίας

για αυτούς που εθίστηκαν άνευ επιστροφής στην ομορφιά

φωτογραφία: νιώσε

che bel fior*

κάποτε
σταμάτησα στη μέση κάθε δρόμου κεντρικού και φώναξα
σας φώναξα μα δεν μ’ ακούγατε
πως όσο κι αν γελάτε με τα ψεύτικα κάτασπρα δόντια σας
εκεί που πίνετε ουίσκι με δυο παγάκια
όταν αγκαλιάζετε κάποια που δεν θυμάστε το όνομά της
την ώρα που πατάτε κουμπιά σε συσκευές πλάθοντας με τα δάχτυλα
τη σημαντικότητά σας την ανύπαρκτη
δίπλα σας κλαίνε παιδιά με μαύρα σαπισμένα δόντια
εκεί που φορτώνετε το αμάξι σας με βενζίνη κατοστάρα
-γιατί η ανυπαρξία των πόλεων θέλει ταχύτητα-
πεθαίνει από πείνα ένα μωρό
βουλιάζει μια βάρκα με ανθρώπους
που δεν προλαβαίνουν να φωνάξουν
γιατί το νερό μπαίνει μέσα στα πνευμόνια τους
και πνίγει τους χτύπους της καρδιάς
στο ίδιο εκείνο σημείο του πνιγμού
εσείς τους αύγουστους
απλώνετε πολύχρωμες χνουδωτές πετσέτες
χύνετε λίτρα λαδιού που μαυρίζει το δέρμα
διαβάζετε ποιος πήρε το πρωτάθλημα
και κρυφοκοιτάζετε τις ζωές των άλλων
τα κορμιά κάνουν περατζάδα στις παραλίες
σχεδόν γυμνά
και δεν ξέρω καθόλου
ποια κορμιά είναι πιο νεκρά
τα βράδια στις ταβέρνες πίνετε κρασί ροζέ
για να μην λεκιάζει τα ρούχα
-ο κόκκινος λεκές ο πιο θρασύς-
αναπολείτε τα καλά χρόνια του σοσιαλισμού
καθυβρίζετε όσους ψηφίσατε για να σας χώσουν σε μια τρύπα
ο καθείς και στην τρύπα του
-ελλάς η χώρα των τυφλών ποντικών του υπονόμου-
τις νύχτες κάνετε έρωτα με την ανάμνηση άλλου κορμιού
που κάπου πήρε κρυφά το μάτι σας
κι ύστερα στον καπνό απ’ το τσιγάρο σας
οι τοίχοι ζωγραφίζουνε το τεράστιο της ζωής σας ψέμμα
και το πρωί άνευ ξυπνητηριού
ξυπνάτε λόγω άγριας επίθεσης από σμήνη με μαρμότες
που ανεβαίνουν στο κρεβάτι σας
μπαίνουν στα αυτιά και τα ρουθούνια σας
και ψιθυρίζουνε γεμάτες ηδονή
πως ήρθε η επόμενη ολόιδια μέρα

σας τα ‘πα τότε όλα αυτά
μα μου φωνάξατε
-φύγε τρελή απ’ το δρόμο θα σε πατήσουμε-
κι έτσι τώρα πιστεύω έτοιμοι πως είσαστε
τσεκούρια να βλέπετε να πέφτουνε
πάνω απ’ τα κεφάλια των παιδιών σας
-ελλάς, η χώρα των κομμένων κεφαλιών των ποντικών-
οι άνθρωποι αποδείχτηκαν χειρότεροι
πιο πολύ ακόμα και από κείνα τα γουρούνια της φάρμας
η ιστορία της ανθρωπότητας δεν κάνει πια κύκλους
σταμάτησε σε μια κορυφή
πάνω στο όρος φαλακρόν
και μας κοιτάζει να πέφτουμε ένας ένας από τις ανεμογεννήτριες
πέφτοντας δεν κάνουμε θόρυβο
δεν ακούγεται ούτε κιχ
γιατί οι άξονες των γεννητριών μας έχουνε κόψει τις γλώσσες
όπως οι άξονες των μεγάλων δυνάμεων μας έχουνε κλέψει την ελευθερία

αλλά εσείς παραμένετε ευχαριστημένοι με τούτο τον αναξιοπρεπή θάνατο
γιατί ζήσατε σε γρήγορα αμάξια
σε αφιλόξενα κρεβάτια
σε παραλίες με γαλάζια σημαία και προϊστορία στα κοκτέιλ
σε τράπεζες με κλιματισμό για ευχάριστα τοκοχρεολύσια
και σε πεζοδρόμια ποτισμένα με το αίμα κάτι γραφικών

κι έτσι ξαναλέω τώρα πια απολαμβάνετε τις ζωές σας
χρυσές καδένες στο λαιμό οι αλυσίδες σας
ψυχοτρόπα αντικαταθλιπτικά οι καραμέλες σας
παιδιά του σωλήνα και του διαμερίσματος οι κληρονόμοι σας
τσιγάρα παράνομα από τη λαϊκή του σαββάτου η επανάστασή σας
και το θανάτω θάνατον πατήσας η ανήμπορη παρηγοριά σας

*τι ωραίο λουλούδι

έτσι νυχτώνει στις αθήνες*

2271-620x

έτσι γίνεται πάντα. κάτι θα τύχει να ακούσω στο ραδιόφωνο κάποιο απόγευμα σχολώντας και ύστερα θα τρέξω στο σπίτι σαν την ηρωινομανή, να βρω το δίσκο, να περάσω το τραγούδι στο άι-ποντ, να το ακούσω –πόσα χρόνια περάσανε από την τελευταία φορά που το άκουσα, πότε είχα αγοράσει το σιντί, αλήθεια έχω χρόνια να αγοράσω δίσκο– να το ξανακούσω, να γράψω τους στίχους σε ένα κομμάτι χαρτί, ύστερα να περάσω τα δάχτυλά μου πάνω από το χαρτί, πάνω από τις λέξεις, πάνω από τους φθόγγους, να σβήσω τα κεφαλαία, να τονίσω τις λέξεις αλλιώς, να μπούνε μέσα μου οι στίχοι, να βγουν ύστερα από την έξοδο των ματιών αλμυροί, κι ύστερα να κλάψω, να κλείσω το κινητό, να κλείσω το παντζούρι, να ανάψω ένα δύο πέντε δέκα τριάντα τσιγάρα, να ακούω ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, ένα ποίημα να μου στοιχειώσει το απόγευμα, τσιγάρα και αλμυρά υγρά τριγύρω στο σεντόνι μου, το μαξιλάρι σφιχτό όσο πρέπει για να παριστάνει το φίλο, ανοίγει η πόρτα διακριτικά, φοβισμένος ο πατέρας, τι συμβαίνει, τίποτα. τίποτα καινούριο δεν συμβαίνει. μα, κλαις κόρη μου. γι’ αυτό κλαίω. κι έτσι νυχτώνει στις αθήνες, έτσι βραδιάζει στις πάλαι ποτέ ορμητικές μας καρδιές, έτσι πέφτει η νύχτα στα μπαλκόνια μας, έτσι μαραίνονται οι γλάστρες μας, έτσι σβηστήκανε δια παντός τα σημεία στίξης από τα στομάχια μας -γράφω ό,τι μου κατέβει με το στομάχι και απαγγέλλω ποίηση με το συκώτι- έτσι γαμάει ο πειραιάς με το μαρινάκη βλαχοδημαρχαίο, έτσι λήξανε τα γάλατα στο ψυγείο και τώρα πια πίνουμε ληγμένα, τρώμε χημικά και ψαρεύουμε σόλες παπουτσιών στις θάλασσές μας. από ένα τραγούδι ξεκινήσανε όλα. ένα ποίημα παρακίνησε κάποτε το θεό να φτιάξει τον κόσμο. δύο μπορούν να φτιάξουν τον κόσμο όλο αφού κι ο κόσμος φτιάχτηκε από δύο, έλεγε κάπου ο λουντέμης, και δε νομίζω το υπονοούμενο να ‘ναι χριστιανικό, πιο πολύ ερωτικό μου ακούγεται.

λοιπόν το κορμί μου έγινε με τα χρόνια ένα μικρό δειλό φέρι μποτ. κάθε πρωί ανοίγει η μπουκαπόρτα. μπαίνουν μέσα πεζοί, λεωφορεία, ασφαλιστικά ταμεία, τραπεζοϋπάλληλοι, δικόγραφα, συγγενείς, έγγραφα Ε3, τρεις καφέδες στο χέρι ημερησίως, ένα περίπτερο, μια μάσκαρα, φωτογραφίες από το βερολίνο, το γιουσουρούμ του άσιμου και ένα τσιμπιδάκι φρυδιών. τη νύχτα όλοι αυτοί βγαίνουν από μέσα μου με ασκήσεις πανικού. ανάσες και τρόμος. μετά η μπουκαπόρτα πέφτει βαριά. τα μάτια μου κλείνουν ανεπίστρεπτα. το σώμα μου βουλιάζει κάτω από το δροσερό σεντόνι. όσο περνάει ο καιρός η μπουκαπόρτα δυσκολεύεται να ανοίξει το πρωί. οι δικές μου οι ρυτίδες δε φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. τα γεράματά μου κατέφτασαν λίαν προώρως και κατακάθισαν μέσα μου ύπουλα. κανείς δεν τα βλέπει. κανείς δεν τα νιώθει. τι ανάγκη έχεις εσύ. καμία ανάγκη δεν έχω. μόνο όνειρα. τι όνειρα; να περπατήσω πλάι σε ένα ποτάμι. να μυρίσω λίγο γιασεμί. να αυξήσω τη χωρητικότητα των πνευμόνων μου σε οξυγόνο. αυτά.

σε μισώ αθήνα. δεν μου φταις αλλά σε μισώ. πάνω σου περπατάνε αυτά τα μιάσματα με τα γαλανόλευκα κουρέλια, η παπάρια φυλή, τραβάτε ρε στις μανάδες του φύσσα και του σαχτζάτ, τραβάτε ρε γαμώ το έθνος σας και μην τους μιλήσετε, μόνο τολμήστε να σταθείτε απέναντί τους. δεν θα τα καταφέρετε. σε μισώ ρε αθήνα. οι τραγουδιστάδες από τα ριάλιτι βγαίνουν στις τηλεοράσεις βαμμένοι σαν γαλανόλευκοι ινδιάνοι και τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο στις ποδοσφαιρικές φιέστες και οι κόσμοι από κάτω χειροκροτάνε αφηνιασμένοι αντί να φτύνουν το έθνος. αντί να φτύνουν τη σημαία. αντί να ξερνάνε ελληνισμό. αντί να κατεβάζουν χριστοπαναγίες λίαν βυζαντινές και θεοσεβούμενες. οι υπουργοί μπαίνουνε μέσα στα μπουρδέλα και σέρνουν έξω γυναίκες οροθετικές τραβώντας τες από τα μαλλιά και κάτι λίγοι γραφικοί τολμάνε και μιλάνε, οι υπουργοί κάνουνε μηνύσεις -που δεν κατατίθενται ποτέ σε κανένα αστυνομικό τμήμα- στις εφημερίδες που τολμάνε να πούνε ότι οι μπάτσοι βασανίζουνε κόσμο σ’ αυτόν τον τόπο, μας απασχολεί πάρα πολύ που βρέχει λάσπη και σκονίζονται τα ακριβά και δανεικά μας αυτοκίνητα, τα κοινοβούλια κλείνουνε όποτε οι εξουσιαστές [δεν] έχουνε όρεξη για σεξ, ο κόσμος ψηφίζει όποιον έχει το καλύτερο σακίδιο στην πλάτη κι εγώ κατάντησα να λέω τα ίδια και τα ίδια κάθε λίγο και λιγάκι, επανάληψη μήτηρ πάσης αργίας ή κάπως έτσι τελωσπάντων, τις ξεχνάω τις παροιμίες και τις αναπληρώνω μόνη μου, κι ύστερα τις πετάω σε άσχετες συζητήσεις, άσχετες παροιμίες μεταξύ ασχέτων επιχειρημάτων ανάμεσα σε άσχετους συνομιλητές που δεν πρόκειται να συμφωνήσουν στον αιώνα τον άπαντα δικαιώνοντας όσους κυνικά και τρυφερά εξίσου ζήσανε μέσα σε πιθάρια χορταίνοντας με ηλιακή ενέργεια και ακονίζοντας μυαλά.

λοιπόν. μάνα. άκου. μην με ρωτήσεις πού πάω. δεν πάω στα καράβια. ξεκινώ ταξίδι. μην απορείς που παραληρώ. παραλήρημα είναι ολάκερη η ζωή μας, δεν το βλέπεις;

ξεκινώ ταξίδι μάνα και πατέρα. και έτσι μόνο θα ‘μαι πάντα εδώ.

ζωντανή.

zurückgegangen

θα ξανάρθουμε μια μέρα εδώ μαζί

στο ίδιο χώμα θα πατήσουμε και πάλι

θα πλημμυρίσουν με υγρασίες τα χωράφια των φτωχών

οι προλετάριοι θα δρέψουν τους καρπούς τους

οι γιοι και οι κόρες τους να μην πεινάνε πια

 

θα ξαναρθώ μια μέρα εδώ λίαν συντόμως

εδώ στον τόπο που γέννησε και τη δική σου τέχνη

καράβι μαυροκόκκινο παντιέρα θα ανεμίζει

η φτώχεια μου θα κελαηδά μονάχη της τα βράδια

κι εγώ θα ζω απ’ τις φωνές των ορεινών πουλιών

 

θα ξανάρθουμε πάλι εδώ στη γη του οδυσσέα

θα σβήνονται τα αστέρια από ντροπή

και θα ανθίζουν οι ροδιές με κοραλλένια φρούτα

θα είναι οι μέρες άυπνες κι οι νύχτες σκεπασμένες

κλινοσκεπάσματα υγρά· ο τόπος διψασμένος

 

τότε θα ξαναρθείς κι εσύ μαζί μου εδώ

στη γη που αναζητούσε αέναα να σπάει ρίζες

το μέλλον και ο αόριστος στήσανε ήδη το χορό

βιολιά κιθάρες τσίπουρο ζητάνε συνοδεία

να μπούμε στο γαϊτάνι τους πιασμένοι χέρι χέρι

 

σου ‘πα ποτέ πως το νησί σαλεύει πότε πότε;

πως οι άνθρωποι φοβήθηκαν και στήσανε επιστήμη

κι ονοματίσαν το φαινόμενο τάχα να το ξορκίσουν;

μα οι εγκέλαδοι δεν ήρθανε για να μπουν σε βιβλία

εντός μας γίνονται οι σεισμοί εντός μας και οι πλημμύρες

 

θα ξανάρθουμε σύντομα εδώ· μ’ ακούς ή έχεις φύγει;

θα κατεβούμε ανηφοριές και θα γλυστράν τα φύκια

θα σκάψουμε τη γη βαθιά να βρούμε σταλακτίτες

να μάθουμε επιτέλους από πού πηγάζουν τα ποτάμια

και θα νικήσουμε όποιον πάλεψε τα μάτια μας να υγράνει

 

θα ξαναρθούμε σύντροφε, πατέρα και εραστή μου

αγκαλιασμένοι αδάκρυτοι και πάντα βουρκωμένοι

δρόμο θα ανοίξουμε στις λίμνες που γέρασαν προώρως

νερά και στάχτες και φωτιές που καίνε τις πληγές μας

θα ξαναρθούμε σύντροφε, πατέρα και θεέ μου

πίνω όπιο και βλέπω μουντιάλ

10366033_481077755357684_6178996178496860312_n

έλα ρε, τι θα κάνουμε το βράδυ; έχει βγει πρόγραμμα; ποιοι παίζουν απόψε ρε φίλος; έχω παίξει και στοιχηματάκι, άμα το κερδίσουμε τις βγάλαμε τις διακοπούλες στο νησί.

τώρα που το σκέφτομαι ρε συ, δύσκολη χρονιά και φέτος. πολύ δύσκολη. εγώ άνεργος. η μάνα μου απολύθηκε. ο πατέρας μου συνταξιούχος που παίρνει πέντε κατοστάρικα μετά από σαράντα χρόνια ένσημα. χάλια.

κι εγώ ρε μαν, μια απ’ τα ίδια. σχεδόν με ζει η κοπέλα μου ρε φίλος, δεν βρίσκω δουλειά πουθενά. είναι που πέθανε και η οικοδομή ρε συ, αλλιώς όλο και κάπου θα με έχωνε ο πατέρας μου να κάνω κανα μεροκάματο. αλλά τι τα θες, εκεί μας φτάσανε.

ρε δεν σε ρώτησα, τι σκατά ψήφισες ρε φίλε τις προάλλες; εγώ δεν ήξερα τι να ψηφίσω, με πίεσε η μάνα μου να πάω για να βάλω σταυρό σε έναν λέει υποψήφιο δημοτικό σύμβουλο γιο μιας φίλης της που μπορεί και να μου έβρισκε καμιά δουλίτσα στο δήμο κατόπιν. αυτός που λες κατέβαινε με έναν τάχα μου υποψήφιο ανεξάρτητο, δηλαδή πασόκ του κερατά εδώ που τα λέμε, κι εγώ έλεγα στη μάνα μου, ρε μάνα πας καλά; και πήγα που λες αλλά το ‘ριξα στο συριζαίο δήμαρχο που βγήκε κιόλας για να τα λέμε όλα, αλλά εντάξει δεν πιστεύω ότι θα γίνει κάτι και μ’ αυτόν. όλοι ίδιοι είναι ρε, όλοι θέλουν την καρέκλα της εξουσίας και να φάνε παραδάκι, έχω έναν ξάδερφο που ‘ναι στην ανταρσύα και μου πρήζει μη σου πω τι μου πρήζει κάθε φορά που τον βλέπω, ότι λέει το απολιτίκ και το μαζί τα φάγαμε μας έφερε ως εδώ και οδήγησε στην ενδυνάμωση της χ.α., αλήθεια ρε πώς σου φαίνονται αυτοί με τις σβάστικες; εμένα τι να σου πω, αδιάφοροι έως αντιπαθητικοί αλλά δεν τρελαίνομαι κιόλας όπως οι αριστεροί και οι άπλυτοι που νομίζουν ότι έχουν να κάνουν με τα εγγόνια του χίτλερ να πούμε, λες κι εκείνοι λίγα κάνανε στον εμφύλιο, σφάζανε ρε μαν, σφάζανε όποιον αρνιότανε να μπει στο στρατό τους, απίστευτο δεν είναι;

τελωσπάντων, στις ευρωεκλογές που ‘ναι πιο κυριλέ γενικώς ψήφισα ποτάμι γιατί πολύ κομπλέ τυπάκι ρε συ αυτός ο ρεπόρτερ, κάνει και κάτι εκπομπές μούρλια, φτάνει το μαχαίρι στο κόκκαλο. θυμάσαι την εκπομπή με τον φύσσα; και ποιος δεν την είδε. και ποιος δεν έκλαψε. και ποιος δεν άκουσε όλη την αλήθεια επιτέλους. πολύ χάρηκα που έκανε κόμμα κι άμα ιδρυθεί νεολαία θα πάω να γραφτώ γιατί μυρίζει αέρας αλλαγής ρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; οι άλλοι ρε μαν κατεβάζουνε στο ευρωκοινοβούλιο τον γλέζο. πόσων χρονών είναι ο γλέζος ρε; έλεος. σαράντα χρόνια οι ίδιοι και οι ίδιοι. να αλλάξουμε λίγο αέρα, προοπτική και ιδέες.

καλά τα λέει ο πατέρας μου μωρέ.

τελωσπάντων, πολύ ασχολήθηκα. τι μας νοιάζει εμάς για την πολιτική; η καθημερινότητα είναι το θέμα. τα μικρά πρακτικά προβλήματα. οι θεωρίες είναι για τους μαρξιστές, τους τροτσκιστές και για όλους αυτούς που είναι πιο γραφικοί και από τα καλάβρυτα. εμείς να ‘μαστε καλά ρε συ. να βρούμε μιαν ακρούλα κάπου να φτιάξουμε τη ζωή μας. μια δουλίτσα σίγουρη κι ας είναι πρωθυπουργός και ο γιος του παττακού. αλλάζει κάτι μωρέ για το λαό;

άσε που βλέπω κάτι περίεργα στο φέισμπουκ ρε συ. ότι λέει ο κόσμος στη βραζιλία δεν το θέλει το μουντιάλ. ότι εκκενώνουν με το ζόρι τα σπίτια οι μπάτσοι λέει, ότι γίνονται διαμαρτυρίες, πορείες και τα συναφή και πέφτει ξύλο, ότι σκοτώνουνε και κόσμο ακόμα, ότι φωνάζουν ότι είναι φτωχοί και δεν θέλουνε λέει ποδόσφαιρο αλλά ψωμί και παιδεία. ρε μαλάκα, τι καταλαβαίνουνε με τις πορείες και τα τοιαύτα; έτσι δεν έγινε και δω τότε με τη μαρφίν και φάγανε την κοπελίτσα που ήτανε κι έγκυος ρε; κι ακόμα ατιμώρητοι οι κουκουλοφόροι. ρε πάει καλά ο κόσμος ρε; ψέμματα είναι, εγώ δεν πιστεύω τίποτα. σιγά που δεν θα θέλουνε ολόκληρη διοργανωσάρα να γίνει στη χώρα τους. σκέψου να γινότανε εδώ μουντιάλ. θα ξεχνάγαμε όλα μας τα προβλήματα ρε φίλος, θα βλέπαμε μπαλίτσα από κοντά για ένα μήνα, όλες οι ομαδάρες και οι παιχτούρες θα μένανε στη χώρα μας, όνειρο θα ‘τανε.

αλλά τι τα θες. πάντα θα υπάρχουνε γραφικοί ρε φίλος. άκου εκεί δεν θέλουνε το μουντιάλ. τη γιορτή του ποδοσφαίρου ρε μαν. και είναι και κάτι αριστεροί του κώλου εδώ που συμφωνούν. όχι λέει. κλείνουμε τα μάτια στα αληθινά προβλήματα των λαών. ξεπλένουμε χρήμα. σπαταλάμε δισεκατομμύρια για το τίποτα. ε όχι και τίποτα. ρε αφήστε ρε τον κόσμο να ζήσει και καμιά χαρά ρε. όλα στραβά τα βρίσκετε. όλα σας ενοχλούν. αμάν πια.

για πες τώρα, τι απόδοση δίνει για απόψε; φίλε φαντάζεσαι να γίνει κανα θαύμα και να πάει η ελλαδάρα στον τελικό; ρε φίλε μιλάμε θα τρελαθώ. θα κατεβάσω από το πατάρι τη σημαία και θα βάλω φωτιά στην ομόνοια. όπως τότε θυμάσαι; τι περηφάνια. τι συγκίνηση. τι ρίγος. να ακούγεται ο εθνικός μας ύμνος μέσα σε ξένη χώρα. και τα δικά μας τα παιδιά να σηκώνουνε την κούπα. παιδιά λαϊκά ρε μαν, σαν εσένα και σαν εμένα. ναι εντάξει βγάζουνε εκατομμύρια, το ξέρω. αλλά λίγο το ‘χεις να μας κάνουν περήφανους στην άλλη άκρη της γης; κάτσε ρε, μην τα ισοπεδώνουμε και όλα. υπάρχει και κόσμος που αξίζει τα εκατομμύρια που τσεπώνει. εγώ αυτούς τους παραδέχομαι. χαλάλι και τα λεφτά που χάλασε το κράτος για να τους στείλει εκεί. φτωχοί άνθρωποι είμαστε, λίγες χαρές μας έχουνε μείνει. ε δεν θα στερηθούμε και το ποδόσφαιρο. έλεος δηλαδή.

τι να σου πω ρε μαν, μακάρι να ξαναζήσουμε τέτοιες στιγμές.