τα τρικοτυλήδονα

by nullapoenasinelege

άφησα το σπίτι ανοιχτό την τηλεόραση κλειστή

ανέβηκα στην τεράστια σφεντόνα του μυαλού

άφησα την ονείρωξη να με παρασύρει μακριά

 

τι ανάλαφρο συναίσθημα να ‘σαι η πέτρα

κι όχι το χέρι που οργισμένα την κλοτσάει

-καλώς ήρθατε στη λίθινη εποχή των υπολογιστών-

 

πέταξα πάνω απ’ τη μνήμη και τη λήθη

είδα τα όνειρα του μέλλοντος

σινιάλο να μου κάνουνε από μακριά

μα φοβήθηκα να πλησιάσω

 

-προσπερνάμε τα όνειρά μας πάντα από απόσταση ασφαλείας

κι ύστερα με την πλάτη τάχα γυρισμένη

καμωνόμαστε πως δεν τα βλέπουμε

την ώρα που μας αποχαιρετούν

με χειρονομίες λίαν υβριστικές-

 

κάποτε έφτασα σε λιβάδι που δεν ήταν χλοερό

-μήπως στην κόλαση;-

πήρα επιφοίτηση ονειρική αδεία

και πλησίασα έναν θάμνο

που πιότερο με ζώο παρά με φυτό έμοιαζε

ένα φυτό με τρεις καρδιές

τρεις καρδιές μ’ έναν κορμό

-φύλλα καρποί κλαδιά και μίσχοι

όλα πλουσιοπάροχα απ’ το θεό της κόλασης δοσμένα-

 

έμοιαζε τούτο το φυτό σαν μια παραφωνία

στα σχολικά βιβλία της φυτολογίας

κανείς ποτέ επιστήμων βιολόγος

δεν είχε ανακαλύψει τούτη την αναίσχυντη ομορφιά

 

κι έτσι αφού η επιστήμη δεν τόλμησε σε ποτέ ν’ ανακαλύψει

πώς οι άνθρωποι σε άλλους χρόνους

άλλους τόπους

άλλες μήτρες

και άλλες αγκαλιές γεννιούνται

κάποτε φτάνουν να τίκτονται μαζί

-ομοούσιοι με της δυστυχίας την άγρια χαρά-

βρέθηκε η φτηνή μου τέχνη σε θέση λίαν δυσχερή

νέα κατηγορία στα φυτολόγια να εφεύρει

μα θα ‘ρθουν ύστερα από μένα

σπουδαίοι και μεγάλοι θεριστές

τους σπόρους της αγάπης μας να δρέψουν

να τους πατήσουν απαλά με τις παλάμες

να βγάλουν των νέων κόσμων τα υγρά

-πράσινα, διαυγή, με γεύση κάπως παλιακή-

 

ξημέρωνε κι επέστρεψα στο διπλοκλειδωμένο σπίτι

η τηλεόραση ανοιχτή· κάποιος λογύδριο έβγαζε

πως γέμισαν οι πόλεις με τρελούς

που στην αέναη εξέλιξη του γένους

τροχοπέδη αποτελούν

όλοι αυτοί έπρεπε να συσσωρευτούν

στα νέα του καιρού μας στρατόπεδα χαράς

να μάθουν να χαμογελάνε δίχως να δείχνουν δόντια

να μάθουν να αγαπάνε δίχως να ρωτάνε πάντα το γιατί

να πεθαίνουν ζωντανοί χωρίς να λαχταράνε την καύση των παθών

η πρόοδος άλλωστε επιτάσσει

να γίνουμε όλοι μια ενιαία εμετικά απαλή μάσκα ομορφιάς

οι εφηβικές ακμές και οι πολεμικές ουλές

να εκλείψουν απ’ της ανθρωπότητας το πρόσωπο

 

πήρα βαθιά ανάσα· τι ατυχία να χωράνε τόσα τα πνευμόνια μου

σήκωσα τη μοντέρνα και κομψή οθόνη· τι ατυχία να αντέχει τόσο λίγο το κορμί μου

σύρθηκα ως τον πράσινο ανακυκλωτικό μεταμοντέρνο κάδο

άφησα εκεί την τηλεόραση που επίτευγμα λαμπρό δύο μηνιάτικων αποτελεί

 

κι ύστερα με τα μπράτσα πληγωμένα

ένιωσα στην καρδιά μου να φυτρώνουνε φτερά

πετάχτηκα ως το κοντινότερο άλσος

βρήκα στην τσέπη μου πέντε έξι σπόρους

-που μοιάζανε θαρρώ με ωάρια απ’ το πάθος γονιμοποιημένα-

και φύτεψα εκεί της φαντασίας μου το πιο όμορφο λουλούδι

τρία κλαδιά σε μια καρδιά

τρία δάχτυλα σε σχήμα νίκης υψωμένα

τρεις φαντασίες σε μια ζωή

ανώμαλα προσγειωμένες.

Advertisements