sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Month: Δεκέμβριος, 2014

λεφτεριά, η*

θέλω να γίνω κανονική. θέλω να είμαι κανονική. θέλω να χωρέσω κάπου κι εγώ. να βουλιάξω στον καναπέ. να παρακολουθήσω τρία σήριαλ αυτή τη χρονιά. θέλω να μάθω μαθηματικά. πάλι. αφαίρεση αφαίμαξη άφεση. θέλω να χωρέσω σε μια καρέκλα γραφείου επιτέλους. θέλω να καπνίσω γυναικεία τσιγάρα. θέλω να φωτογραφίζομαι πίσω από το λευκό μου κρασί. μπροστά από το κόκκινο κραγιόν μου. θέλω να νοικιάσω ένα νυφικό γεμάτο πέρλες. να σε νοικιάσω κι εσένα και να σου δώσω για εγγύηση την αγάπη μου. να σε σύρω στην φαρμακολύτρια ενώπιον ψαλτάδων και να σου πατήσω το πόδι την κατάλληλη στιγμή. κι ύστερα στου παιδιού μου τη χαρά έσφαξα ένα κοτέτσι ολόκληρο. θέλω να σας κοιτάζω να σφάζετε κόκορες. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να οδηγήσω ένα καινούριο μεταχειρισμένο αμάξι με υδραυλικό τιμόνι. θέλω να ανήκω κάπου μαζί σας. να μιλάμε για τα ίδια πράγματα. να κλαίμε με τις βαριές ταινίες. τις ακαταλαβίστικες. να έχω τις αγωνίες σας. θέλω να συζητάω ήρεμα για το ποτάμι του μπόμπολα. να μην μου τινάζονται οι φλέβες στο πρόσωπο. γυναίκα είμαι, τι στο διάολο ασχολούμαι. θέλω να μην με λέτε σκληροπυρηνική. θέλω να ξεσπάω οδηγώντας. να γράφω ποιήματα για την ικαρία. κανένα μακρονήσι. καμία λαμπεντούζα. να κλαίω για τα παιδιά στην αφρική, στη σρι λάνκα, στη συρία. μέχρι να πατήσουν το πόδι τους εδώ τα κωλόπαιδα. θέλω μετά να με ενοχλούν. θέλω να αποδεχτώ τον βορίδη. θέλω να ονειρεύομαι τον τσίπρα πρωθυπουργό. θέλω να αρκούμαι. να ψάξω για γαμπρό με σπίτι και αμάξι. να μην με νοιάζει κανένα ηλίθιο όνειρο. να ονειρεύομαι τις νύχτες και όχι όταν περπατάω στο δρόμο. μαλακισμένες ονειρώξεις. να βλέπω δόντια να μου πέφτουν και μωρά να γεννιούνται. όνειρα κανονικά. με κούρασα πια. θέλω να μην είχες πεθάνει δύο μέρες μετά τα χριστούγεννα. με έπνιξα. δεν ανήκω πουθενά. είμαι τόσο μόνη όσο και ένας πεθαμένος. θέλω να με πληγώνει μόνο ο θάνατος. θέλω να ανάβω ένα κερί στην εκκλησία. θέλω να φοράω κολλητά παντελόνια. θέλω να δείχνω το στήθος μου. γυναίκα είμαι ρε αδελφέ. θέλω να σφυρίζω μόρτικα. να με καίει μόνο πόσα έχω στο πορτοφόλι μου. θέλω να πεταρίζω τα βλέφαρά μου με θηλυπρέπεια. θέλω να δακρύζω όταν ακούω τον εθνικό ύμνο. θέλω να γίνω κανονική. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να βρω μια γωνιά να πεθάνω ήσυχα. θέλω να με καταθλίβουν οι γιορτές. θέλω να μην γεμίζω με άγρια χαρά για ό,τι καινούριο έρχεται. θέλω να διαβάζω με ψυχραιμία τις ειδήσεις. να μην με νοιάζει ο διπλανός. θέλω να αγαπήσω αυτή τη χώρα. θέλω να αγαπήσω τις βρώμικες θάλασσες της αττικής. θέλω να ξεχάσω τα πράσινα νερά του νησιού για πάντα. θέλω να ζήσω κανονικά. να μην ξαναγράψω. γράφω τα ίδια και τα ίδια. νόμιζα πως θα νικήσω τον καρκίνο με το γράψιμο. πως θα διώξω τα κονδυλώματα. πως θα ηττηθούν τα πνευμονικά οιδήματα. νόμιζα πως σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. πολιτιστική επανάσταση. γαμημένε σοσιαλισμέ. θέλω να πηγαίνω μέχρι το σούνιο. όχι στο λαύριο. ποτέ ξανά στο λαύριο. ποτέ, μ’ ακούς; να θαυμάζω τους αρχαίους ναούς. όχι τα σύγχρονα νεκροταφεία. θέλω να με ραίνουν με γαρύφαλλα από νεκροταφεία την ώρα που θα χορεύω ζεϊμπέκικο. να ‘χω βγάλει τις γόβες μου. κι αυτό να είναι η επανάστασή μου. με κούρασα. θέλω να πατήσω στη γη και να μην ξανακουνηθώ ποτέ. ρεαλισμός. θέλω να ζήσω παρέα με τα απρόσωπα ρήματα. θέλω να γίνω ένα απαρέμφατο. να ζήσω μια ζωή κλεισμένη μέσα σε μια μετοχή παθητικής φωνής. να παθαίνω ζημιές. να είμαι το θύμα του συστήματος. να μην φταίω ποτέ για τίποτα. θέλω να μην σε είχα ερωτευτεί. να δίνω λεφτά σε πέντε ασφαλιστικές εταιρείες για παν ενδεχόμενο και πάλι να νιώθω ανασφάλεια.

θέλω να ζήσω κανονικά. αναίμακτα. βολικά. τραγανά.

ζήτω η κανονικότητα ρε κουφάλες*

ούζο διαλυμένο σε δραχμές

στέκομαι κάτω από το δοκάρι
η καύτρα του τσιγάρου μου αναρωτιέται
γιατί δεν την πετάω στ’ άχρηστα
στέκομαι κάτω από το δοκάρι
δήθεν με την αφηρημάδα της ανάπαυλας
σκέφτομαι πού θα χώραγε ένα στολισμένο έλατο
πού έχω κρύψει το πριόνι μου
πόσο μακριά είναι το βουνό
και γιατί πάντα η θάλασσα να είναι πιο κοντά απ’ το βουνό

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
ο εγκέλαδος ναι, είναι πάντα εδώ
ο φόβος του δεν έφτασε ποτέ μέχρι την πόρτα μου
μα κι από πού να μπει η ευτυχία δίχως να σκουντουφλήσει
εκτός σπιτιού ο εγκέλαδος εκτός και η ευτυχία λοιπόν

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
και οι σπόνδυλοι της μέσης μου αναρωτιούνται
γιατί δεν τους ξεκουράζω έστω για λίγο
κι αν άραγε θα στόλιζα τις ανεμογεννήτριες
πόσο θα κόστιζε το αυτόφωρο
εγώ με τα λαμπάκια τυλιγμένα γύρω μου στο κρατητήριο
και ξέρεις, είναι να μην βρεθεί γυναίκα εκεί μέσα
κι εκείνοι με τα πριόνια που ξεγυμνώσαν το βουνό
στη σαββατιάτικη ταβέρνα οικογενειακώς
να πίνουν ούζο διαλυμένο σε δραχμές
κι απ’ έξω απ’ τη βιτρίνα της ταβέρνας
οι άστεγοι να πίνουν διψασμένοι το βρόχινο νερό

οι βιτρίνες είναι μάλλον το μοναδικό πράγμα
που η ανθρωπότητα κατάφερε να κατακτήσει
σου μιλάω για βιτρίνες
μα η σκέψη μου δεν πήγε στο γυαλί
θυμήθηκα κάτι βιτρίνες ολόκληρες από μασίφ
από μπετόν αρμέ φτιαγμένες και πανάκριβες
και με ταμπέλα αυτή θα είναι τώρα η ζωή μας

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
καπνίζω για τσιγάρο μου ένα φλεγόμενο πουρνάρι
αναφορά στη βίβλο μαζί κι ευχή για βιβλικές καταστροφές
δηλώνω βλέπεις άθεη μέχρι να μπω σε ένα νεκροταφείο
και με ηδονή να ανάψω τα καντήλια ξένων πεθαμένων
γιατί να ξέρεις οι δικοί μου οι νεκροί δεν πεθάνανε ποτέ

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
κι ας είναι το μόνο που φοβάμαι η συνέχιση της ομαλότητας
κάπου στο βάθος θάλασσα και βουνό ενώνονται
δεσμοί αίματος ανάμεσά τους οι φάροι του λιμανιού
μετράμε το χρόνο που φεύγει φορώντας τα καλά μας
γιορτάζουμε πάντα το θάνατο ακόμα μιας ομαλής μετάβασης
αλλά όποιος προσπάθησε να μετρήσει το νερό
έμεινε με κάτι στατιστικές της πλάκας
τόσο αλάτι τόσο ιώδιο τόση πυκνότητα
κι ύστερα αποσύρθηκε για πάντα στο βουνό
με ακμή αντιεπαναστατική ολούθε στο κορμί του

λοιπόν, στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι κι ας βράδιασε
η μέση δεν πονάει πια
το πουρνάρι έσβησε άκαυτο
τα σπλάχνα της γης σε νάρκη
τα έλατα ζωντανά πάνω στα βουνά
τα νεκροταφεία γεμάτα πολύχρωμα σπίτια
και μοναδικό στολίδι του νησιού
τρεις φάροι που συνωμοτούν παμπόνηροι
ίδιοι με μαθητές της τρίτης τάξης του δημοτικού
ενάντια στο θάνατο
ενάντια στα τσιμέντα με ονομασία ημίθεων

και ενάντια στις γιορτές που τίποτα άλλο δεν αποτελούν
παρά έναν άθλιο συμβιβασμό
ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος
και τον ανεπίστρεπτο θάνατό του

έχω το νου μου στο παιδί

hki

τρεις φορές το ‘δωσα το γαμημένο. τρεις φορές και δεν μπορούσα να το περάσω με τίποτα. και να φανταστείς ότι γι’ αυτό ήθελα να μπω στη σχολή. με αφήνανε αδιάφορη οι διαθήκες, τα χωράφια, τα διαζύγια, η ίδρυση εταιρειών. εγώ ήθελα να μάθω μόνο αυτό. ποινικό. όμως δεν μπορούσα να το καταλάβω. πήγαινα στις παραδόσεις. αλλά ό,τι άκουγα δεν έμπαινε μέσα μου. συγκρουόταν με ό,τι εγώ ένιωθα. με ό,τι εγώ πίστευα. ξύλινοι καθηγητές αναφέρονταν με βδελυγμία στη ληστεία. αδιάφοροι διδάσκοντες αναφέρονταν στην επιμέτρηση ποινής. καλοντυμένοι γιοι δικηγόρων ρωτούσαν για την ύπαρξη πρόθεσης ή μη στην ανθρωποκτονία. όλα διαδικαστικά. το δίκαιο με γνώμονα την πολιτική αγωγή και όχι τον ίδιο τον Άνθρωπο. τους περίμεναν ήδη τα γραφεία τους βλέπεις τους τότε συμφοιτητές. με πελάτες έτοιμους για όλα. στα θέματα των εξετάσεων απαντούσα με το δικό μου τρόπο. και κοβόμουν. πανηγυρικά. για άλλη μια φορά, τα ίδια. τι δουλειά έχω εγώ εδώ μέσα; γιατί είσαστε όλοι ξύλινοι; έβγαινα από το αμφιθέατρο και έκανα βόλτα μέσα στη σχολή. παλιά και βρώμικη, καθαριζόταν μόνο όταν οι δαπίτες σχεδιάζανε πάρτι. μεγάλα αμφιθέατρα. ψηλά ταβάνια. ξύλινα θρανία με αφιερώσεις αγάπης πολλών χρόνων. και μια ταράτσα που με συντάραζε. όμορφο κτίριο. ανέδυε κάτι. κάποτε τελείωσε κι αυτό. νέο κτήριο, τώρα πια γραμμένο με ήττα. καθόλου τυχαίος ο φθόγγος. νέα ήθη, καινούρια, μοντέρνα. ασφυξία. ύστερα κατηφόριζα προς τα κάτω. προς την πλατεία. οι υπόλοιποι συνήθως προς τα πάνω. προς την άλλη πλατεία. στα χρόνια μου η πάλη των τάξεων έγινε η πάλη των πλατειών.

*

τρίβω με μανία. έχω χαλάσει ήδη δύο συρμάτινα σφουγγάρια. ο λεκές δεν βγαίνει. η χαρωπή νοικοκυρά δεν είναι χαρωπή. όμως κάτι πρέπει να κάνω με τα χέρια μου. επινοώ λεκέδες. η κίνηση των χεριών αφήνει το μυαλό ελεύθερο να ταξιδέψει. είναι σάββατο έξι δεκέμβρη και ο υπολογιστής με πληροφορεί για ό,τι γίνεται στη χώρα. τι να ‘πεσε άραγε πάνω στο μάτι της κουζίνας και επιμένει να μένει εκεί; ποια λαδιά δεν ξεθωριάζει όσο κι αν παλεύει η εξουσία του σύρματος; εντωμεταξύ, πείνασα. πόσο άραγε να αντέχω χωρίς φαγητό; τι καρδιά να κουβαλάω άραγε; ο λεκές εκεί. μαζί και οι ενοχές μου πάνω στο μάτι της κουζίνας. θυμάμαι μια έκτη δεκέμβρη πριν από τρία νομίζω χρόνια. η μικρή θα ’τανε τότε στην ηλικία του αλέξανδρου. θέλω να πάω να αφήσω ένα λουλούδι, μου ‘πε. πάμε, της είπα. κάναμε βόλτα. της αφηγήθηκα τα γεγονότα με τη δική μου ματιά. τελείως υποκειμενικά. ένας απόφοιτος της σχολής μου θα ‘πρεπε να μπορεί να μιλάει για την ανθρωποκτονία ψύχραιμα. εξ αποστάσεως. εγώ της μιλάω για φόνο. φόνο. φόνο. φόνο. ύστερα την κέρασα καφέ στην πλατεία. δεν ήξερε τι να πάρει. δεν έπινε καφέ. τελικά ήπιε τον δικό μου. οι φασαρίες δεν άργησαν να ξεκινήσουν. βρεθήκαμε αποκλεισμένες μέσα στην καφετέρια. έξω να πέφτουν δακρυγόνα και εκείνη να μου κρατάει σφιχτά το χέρι. κάποτε καταφέραμε να βγούμε και να περπατήσουμε μέχρι την πατησίων. όσο μου κρατάς το χέρι δεν θα αφήσω να σου συμβεί τίποτα, της είχα πει. αργότερα, μέσα στο λεωφορείο μου είπε την αλήθεια που γεννήθηκε μέσα της. ο κόσμος μας είναι άδικος. αλλά δεν φοβήθηκα. σ’ ευχαριστώ για αυτήν τη βόλτα.

ούτε κι εγώ φοβήθηκα.

*

κοντεύω τα τριάντα. κοντεύει μεσημέρι και τα χέρια μου αρνούνται να κάνουν κάτι άλλο πέρα από τρίψιμο λεκέδων. συνήθως βλέπεις το μυαλό είναι εκείνο που τα οδηγεί σε ένα πληκτρολόγιο. σήμερα εκείνα οδηγούν το μυαλό να σκεφτεί γιατί οι λεκέδες δεν βγαίνουν. γιατί όσα έζησα παραμένουν κοφτερά, όξινα, γεμάτα οργή. σήμερα δεν έχει νόημα να γράφεις. να διαβάζεις. να συζητάς. σήμερα είμαι στείρα από λέξεις. σήμερα είμαι μια μικροαστή με γάντια που τρίβει λαδιές. έχω μόνο μνήμη και απορία. και λεκέδες. παντού λεκέδες και βρωμιά. ρωτάω τη βρωμιά. απευθύνομαι στους επίμονους λεκέδες και πετάω με βία το σφουγγάρι.

*

πόσες μέρες μπορώ να αντέξω χωρίς φαγητό.
πόσο πονάει μια μαχαιριά.
πώς πεθαίνει ένα παιδί από σφαίρα.
πώς φτάσαμε ως εδώ.
φωτιά και στάχτη στα νοικοκυριά.
θέλω να γλιτώσει το παιδί.
κρέμομαι από αυτό το παιδί απόψε.

γιατί αυτό το παιδί είναι η ελπίδα μου.

και η δική σου.