έχω το νου μου στο παιδί

by nullapoenasinelege

hki

τρεις φορές το ‘δωσα το γαμημένο. τρεις φορές και δεν μπορούσα να το περάσω με τίποτα. και να φανταστείς ότι γι’ αυτό ήθελα να μπω στη σχολή. με αφήνανε αδιάφορη οι διαθήκες, τα χωράφια, τα διαζύγια, η ίδρυση εταιρειών. εγώ ήθελα να μάθω μόνο αυτό. ποινικό. όμως δεν μπορούσα να το καταλάβω. πήγαινα στις παραδόσεις. αλλά ό,τι άκουγα δεν έμπαινε μέσα μου. συγκρουόταν με ό,τι εγώ ένιωθα. με ό,τι εγώ πίστευα. ξύλινοι καθηγητές αναφέρονταν με βδελυγμία στη ληστεία. αδιάφοροι διδάσκοντες αναφέρονταν στην επιμέτρηση ποινής. καλοντυμένοι γιοι δικηγόρων ρωτούσαν για την ύπαρξη πρόθεσης ή μη στην ανθρωποκτονία. όλα διαδικαστικά. το δίκαιο με γνώμονα την πολιτική αγωγή και όχι τον ίδιο τον Άνθρωπο. τους περίμεναν ήδη τα γραφεία τους βλέπεις τους τότε συμφοιτητές. με πελάτες έτοιμους για όλα. στα θέματα των εξετάσεων απαντούσα με το δικό μου τρόπο. και κοβόμουν. πανηγυρικά. για άλλη μια φορά, τα ίδια. τι δουλειά έχω εγώ εδώ μέσα; γιατί είσαστε όλοι ξύλινοι; έβγαινα από το αμφιθέατρο και έκανα βόλτα μέσα στη σχολή. παλιά και βρώμικη, καθαριζόταν μόνο όταν οι δαπίτες σχεδιάζανε πάρτι. μεγάλα αμφιθέατρα. ψηλά ταβάνια. ξύλινα θρανία με αφιερώσεις αγάπης πολλών χρόνων. και μια ταράτσα που με συντάραζε. όμορφο κτίριο. ανέδυε κάτι. κάποτε τελείωσε κι αυτό. νέο κτήριο, τώρα πια γραμμένο με ήττα. καθόλου τυχαίος ο φθόγγος. νέα ήθη, καινούρια, μοντέρνα. ασφυξία. ύστερα κατηφόριζα προς τα κάτω. προς την πλατεία. οι υπόλοιποι συνήθως προς τα πάνω. προς την άλλη πλατεία. στα χρόνια μου η πάλη των τάξεων έγινε η πάλη των πλατειών.

*

τρίβω με μανία. έχω χαλάσει ήδη δύο συρμάτινα σφουγγάρια. ο λεκές δεν βγαίνει. η χαρωπή νοικοκυρά δεν είναι χαρωπή. όμως κάτι πρέπει να κάνω με τα χέρια μου. επινοώ λεκέδες. η κίνηση των χεριών αφήνει το μυαλό ελεύθερο να ταξιδέψει. είναι σάββατο έξι δεκέμβρη και ο υπολογιστής με πληροφορεί για ό,τι γίνεται στη χώρα. τι να ‘πεσε άραγε πάνω στο μάτι της κουζίνας και επιμένει να μένει εκεί; ποια λαδιά δεν ξεθωριάζει όσο κι αν παλεύει η εξουσία του σύρματος; εντωμεταξύ, πείνασα. πόσο άραγε να αντέχω χωρίς φαγητό; τι καρδιά να κουβαλάω άραγε; ο λεκές εκεί. μαζί και οι ενοχές μου πάνω στο μάτι της κουζίνας. θυμάμαι μια έκτη δεκέμβρη πριν από τρία νομίζω χρόνια. η μικρή θα ’τανε τότε στην ηλικία του αλέξανδρου. θέλω να πάω να αφήσω ένα λουλούδι, μου ‘πε. πάμε, της είπα. κάναμε βόλτα. της αφηγήθηκα τα γεγονότα με τη δική μου ματιά. τελείως υποκειμενικά. ένας απόφοιτος της σχολής μου θα ‘πρεπε να μπορεί να μιλάει για την ανθρωποκτονία ψύχραιμα. εξ αποστάσεως. εγώ της μιλάω για φόνο. φόνο. φόνο. φόνο. ύστερα την κέρασα καφέ στην πλατεία. δεν ήξερε τι να πάρει. δεν έπινε καφέ. τελικά ήπιε τον δικό μου. οι φασαρίες δεν άργησαν να ξεκινήσουν. βρεθήκαμε αποκλεισμένες μέσα στην καφετέρια. έξω να πέφτουν δακρυγόνα και εκείνη να μου κρατάει σφιχτά το χέρι. κάποτε καταφέραμε να βγούμε και να περπατήσουμε μέχρι την πατησίων. όσο μου κρατάς το χέρι δεν θα αφήσω να σου συμβεί τίποτα, της είχα πει. αργότερα, μέσα στο λεωφορείο μου είπε την αλήθεια που γεννήθηκε μέσα της. ο κόσμος μας είναι άδικος. αλλά δεν φοβήθηκα. σ’ ευχαριστώ για αυτήν τη βόλτα.

ούτε κι εγώ φοβήθηκα.

*

κοντεύω τα τριάντα. κοντεύει μεσημέρι και τα χέρια μου αρνούνται να κάνουν κάτι άλλο πέρα από τρίψιμο λεκέδων. συνήθως βλέπεις το μυαλό είναι εκείνο που τα οδηγεί σε ένα πληκτρολόγιο. σήμερα εκείνα οδηγούν το μυαλό να σκεφτεί γιατί οι λεκέδες δεν βγαίνουν. γιατί όσα έζησα παραμένουν κοφτερά, όξινα, γεμάτα οργή. σήμερα δεν έχει νόημα να γράφεις. να διαβάζεις. να συζητάς. σήμερα είμαι στείρα από λέξεις. σήμερα είμαι μια μικροαστή με γάντια που τρίβει λαδιές. έχω μόνο μνήμη και απορία. και λεκέδες. παντού λεκέδες και βρωμιά. ρωτάω τη βρωμιά. απευθύνομαι στους επίμονους λεκέδες και πετάω με βία το σφουγγάρι.

*

πόσες μέρες μπορώ να αντέξω χωρίς φαγητό.
πόσο πονάει μια μαχαιριά.
πώς πεθαίνει ένα παιδί από σφαίρα.
πώς φτάσαμε ως εδώ.
φωτιά και στάχτη στα νοικοκυριά.
θέλω να γλιτώσει το παιδί.
κρέμομαι από αυτό το παιδί απόψε.

γιατί αυτό το παιδί είναι η ελπίδα μου.

και η δική σου.

Advertisements