τρία καλά είναι στο ντουνιά

by nullapoenasinelege

33465_1555569404049_1470013_n

το βιος παντρεύει κούτσουρα
σκλαβώνει παλικάρια
(δημώδες)

τρία είναι μας είπε κάποτε τα καλά του κόσμου
τραγουδιστά τα ‘λεγε κι ας μην είχε πια φωνή

η μοναξιά βλέπεις
η μοναξιά του τρύπησε τα πνευμόνια
όρμησε βίαια στο αίμα
κάθισε στο συκώτι
έγινε η βασίλισσα των δοντιών του

κι ύστερα
όσο κρασί δεν ήπιαμε τις νύχτες με τ’ αηδόνια
κι όσο λάδι δεν φάγαμε τις μεγάλες παρασκευές
− τότε που μαζί με τον επιτάφιο
σπάγαν τα στομάχια από τη βουβαμάρα −
χυθήκανε πάνω του
κι ήταν σαν να κοιμόταν

πού να κοιτάξω
πού να στρέψω το βλέμμα
πώς να κλείσω τα αυτιά
να μην ακούω τα τελευταία του λόγια
μάνα μάνα μάνα

πατέρας και γιος και αδελφός και φάρος λιμανιού
που θάλασσα − φευ − δεν είδε ποτέ του

κοιτάζω μου ‘πε κάποιος κείνη την ώρα του χους εις χουν
κοιτάζω εκεί που τόνε βάζουνε τον ξάδελφό μου
να μην μπορεί να πάρει ανάσα

κι ύστερα στο γυρισμό
θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα
για την υπεραιωνόβια μάνα
που κάθε που έθαβε ένα της παιδί
έπιανε το τραγούδι στο χωράφι
κλάμα και τραγούδι και όργωμα
κι εκείνος τότε δεν καταλάβαινε
μα τώρα στο γυρισμό από κείνον τον τόπο
που γέννησε ανθρώπους καλούς σκληρούς και ευγενικούς
πιάσαμε το τραγούδι
τριγύρω τα βουνά της γόρτυνος
ψηλά άβατα σκοτεινά μα κάπως φιλικά
μαζί με μπόρα δυνατή που τύφλωνε κάθε τεχνολογικό εφεύρημα της κακόμοιρης ανθρωπότητας
άκουγες όπου κι αν ήσουν μια φωνή γεμάτη καημό και δύναμη

το τραγούδι βλέπεις
το τραγούδι και η μουσική ακουμπάνε πάνω στον πόνο
είναι αδέλφια του χαμού και όχι της χαράς

κι εκείνος έζησε αγκαλιάζοντας τους καημούς
σκορπώντας ελπίδα
φυτεύοντας χαμόγελα
όταν ο ίδιος δόντια δεν είχε πια για να χαμογελάσει
και είδα στ’ αλήθεια όλο το χωριό
πού βρεθήκανε τόσοι άνθρωποι σ’ ένα τόσο δα χωριό
είδα λέω όλο το χωριό να θρηνεί
γιατί άδειασε πια από καλοσύνη
είδα τους τοίχους της εκκλησίας που δεν αγιογραφήθηκε ποτέ
να στάζουν ψαλμωδία ψάλτη δεξιού
άκουσα τη φωνή του να ψέλνει τα εγκώμια του πένθους
κι ήταν γαλήνια όλα σαν από ύπνο

πάλεψα να πιστέψω κάπου
να σταματήσω τα δάκρυα
να φωνάξω ναι παπά, δίκιο έχεις
υπάρχει και μετά ζωή ας μην κλαίμε
άξαφνα θυμήθηκα πως τις προάλλες
πάνω στην απελπισία μου για το ανεπίστρεπτο του χάρου
μπήκα κρυφά στο αεροδρόμιο της περιοχής
σκαρφάλωσα πάνω στο αεροπλάνο
για να φτάσω μιαν ώρα αρχύτερα σ’ εκείνο το μικρό χωριό
και στη διαδρομή το είδα

σας λέω αλήθεια και όστις θέλει οπίσω μου πιστεύειν
είδα εκείνο το νησί ανάμεσα στα σύννεφα
δεν φαίνεται με μάτι γυμνό
παρά μονάχα με της αγάπης τη ματιά
έχει τριγύρω θάλασσα και ας είναι στον αέρα

κι έτσι τώρα ξέρω πως οι νεκροί μας
δεν βρίσκονται ούτε στο χώμα ούτε στον αέρα
όσοι φεύγουνε γίνονται βρόχινο νερό
κι ύστερα ταξιδεύουνε στα ποτάμια
προσφέρουν σπίτι στα ποταμίσια ψάρια
αναβλύζουν από κείνα τα ψηλά βουνά
και πέφτουν με ορμή πάνω μας για να θυμίσουν
πως όσο δεν τους ξεχνάμε κείνοι δεν πεθαίνουνε ποτέ

είμαι σίγουρη λοιπόν
πως οι νεκροί μας είναι η  δ ρ ο σ ι ά  που θα μας συντροφεύει
στις νύχτες που τα αηδόνια θα ξανάρθουν
στους επιτάφιους που θα ψέλνουμε για κείνους
στους γάμους που θα λέμε τα τραγούδια τους
και στα βλέμματα που θα τους θυμίζουν

για πάντα

εις μνήμην

Advertisements