sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Month: Ιουλίου, 2015

θηρεύοντας

στιγμές κυνηγάω στιγμές
τότε που ανοίγει το κλειστό αγιόκλημα
τότε που η νύχτα κάποτε τελειώνει
τότε που παίρνει φωτιά το μηχάνημα των τραπεζιτών

όμορφη εγώ
τράπεζα εγώ
καίγομαι εγώ

κλείνω τα μάτια στον ίλιγγο που τρέχει κατά πάνω μου
αφήστε με να μετράω τσιμπήματα από ζήλεια και από σκνίπα
αφήστε με εδώ να μην ξανακοιμηθώ ποτέ
γιατί δεν έχω πια άλλα όνειρα να φαντασιωθώ

στιγμές κυνηγάω στιγμές
ίσως στο τέλος τέλος να με κυνηγούν αυτές
ζητώ ένα χάπι δυνατό ίσως και αντιβίωση ποιος ξέρει
να μην ζω άλλο πια έτσι
αντί βίου πικρά σύκα σε τούτο το άνυδρο καλοκαίρι

μιλώ έτσι εύκολα για το θάνατο γιατί τον τρέμω
κι έτσι ξορκίζοντας τον προσκαλώ στα ποιήματά μου
κάποιος μου ‘πε δεν γράφεις ποιήματα μην ξεγελιέσαι
αφήστε με να ξεγελαστώ πως δεν τελείωσε το μέλλον χτες

ποιήτρια εγώ
ανίκανη εγώ
άνυδρη εγώ

ξέμεινα από καλοκαίρι
ξέμεινα από φάρμακα
ξέμεινα από σπόρο αγιόκλημα
κρατώ τα τελευταία φύλλα του βασιλικού μου
του μιλώ για να μην πεθάνει κι αυτός
φτύνω μίσος στα φύλλα του

το ‘ξερες ότι το μίσος είναι υγρό;

όχι δεν θα ξανακυνηγήσω άλλο πια στιγμές
γιατί με διάταγμα πρωθυπουργικό ορίστηκε
πως η εποχή του κυνηγιού για όνειρα ηλιθίων
δια παντός απαγορεύεται
εδώ σε τούτο το νησί
που ξεγελάει το τελευταίο του άνυδρο θέρος
με σμήνη βρεττανών που ανταλλάξαν τις ναπάλμ με χρήμα

χρήμα εγώ
βρεττανίδα εγώ
νησί εγώ

το ‘ξερες πως η αγάπη είναι νερό;

Advertisements

με το κεφάλι στο πλακάκι

από τα ποιήματα τσέπης*

θα σέρνομαι αενάως σε συνόδους κορυφής
έχεις ταλέντο μου λένε
έχω ανάγκη απαντώ
άλλοτε αγαπώ τις συναιρέσεις
κι άλλοτε τις αποδιώχνω από τα γραπτά μου
όπως τις μύγες τους ιούλιους από το παιδικό καρπούζι μου
εδώ στον κόσμο μου τα πάντα έχουνε τη δική τους τη μιλιά
ονόματα και κατσαρολικά και ρήματα και κάλτσες
άλλοτε ξημερώνει μέρα συναιρέσεων
όταν εν απαρτία αποφασίζουμε
τη μέρα με λιγότερα φωνήεντα να ζήσουμε
κι άλλοτε πάλι έρχονται κάτι νύχτες ασυναίρετες
τότε
κοιμάμαι εμβρυακά με αναίδεια
καπνίζω μόνο λίγο γιατί αγαπώ τη μοναξιά μου
μιλάω μεγαλόφωνα και καταργώ τις συναιρέσεις
και εντέλει στέκομαι ανάποδα στο μπαλκόνι με το κεφάλι στο πλακάκι μέχρι να ξημερώσει
κερδίζοντας επάξια το χρυσό μετάλλιο κοινωνικής παράνοιας

θα επιστρέφω πάντα εν τιμή
ταπεινωμένη από τις ψεύτικες αλήθειες σας
έχεις ταλέντο μου λένε
είμαι φτωχή και ψάχνω τρόπο να ξεγελάσω την οργή μου απαντώ
χαρίζω πάντα μια ανάσα παραπάνω
σ’ όποιον με ένα μινόρε κουνάει την καρδιά του από τα μέσα του
εφτά ακριβώς εκατοστά
κι ακόμα
χαρίζομαι ανεπιστρεπτί
σε κείνους που φοράνε πάντα ρούχο με τσέπη
για να ‘χουνε κάπου παράνομα να χώσουν τη χαρά
γιατί ποτέ δεν έμαθαν πώς να την κάνουν πράξη

θα σέρνομαι δια παντός λαός νεκρός
σε όλα της υφηλίου τα συνέδρια
διατρανώνοντας παντού αμάθεια και αγάπη
έχεις ταλέντο μου λένε
έρχομαι απ’ τον κόσμο των νεκρών τους απαντώ

 

*η πικρή αλήθεια είναι πως χωράω ολόκληρη
στην τσέπη σας
αρκεί ωστόσο να ‘ναι τρύπια

πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία*

διατηρώ την τηλεόραση ανοιχτή όλη μέρα
θέλω να με τρομοκρατήσεις όσο αντέχεις
θέλω να νιώσω το φόβο να μπαίνει κάτω από το πετσί μου
να ρέει στο αρρωστημένο μου αίμα
να κάθεται στα νεφρά μου
κι ύστερα να περπατάω διπλωμένη από τον πόνο στα δύο
και άρα σκυφτή για πάντα

προσπαθώ να βρω το φόβο μέσα μου
αλλά τα μόνα πράγματα που φοβάμαι
είναι αν θα νιώθω ασφυξία την ώρα που θα με θάβουν
αν κάποια στιγμή θα βολευτώ με τρόπο εκκωφαντικό
σε μια ζωή χαρούμενη ακροπατώντας στα ρηχά
και κυριότερα
αν ξημερώσει μια μέρα που δεν θα μου κρατάς το χέρι
στον καύσωνα στους μείον δύο
και κάτω από την ανθισμένη αμυγδαλιά σου

ξέρετε
σήμερα απαίτησα από μια τράπεζα ιδιωτική
χτισμένη από το αίμα των νεκρών σας
να εκτελέσει έργο για το οποίο υποχρεούται
κι όταν μου επικαλέστηκαν το τάχα χάος
μετ’ ευκολίας απεκδύθηκα την κατ’ επίφαση ευγένεια
και φώναξα μέσα από τη γραμμή
σε κάποιον συνομήλικό μου ίσως
πως εργάζεται με τρόπο τόσο σώφρονα
για κάποιον που τρέφεται από τον ιδρώτα όλων μας
κι ύστερα ένιωσα ελεύθερη
τόσο ψεύτικα ελεύθερη
γιατί η αληθινή ελευθερία θα σήμαινε
να έφτανα ως το γραφείο του υπαλλήλου των πεντακοσίων
ευρώ
να τον έπαιρνα από το χέρι με ορμή
και μέχρι το μεσημέρι να πίναμε κρύο ρακόμελο κάπου στην πόλη

να μην σπέρνω το διχασμό μου ψιθυρίζουν στο ακουστικό
μα εγώ είμαι ήδη αλλού
αποθηκεύω σε βαζάκια δάκρυα αντάρτη από τη βάρκιζα
φυλάσσω σε τρόπο δροσερό τις στάχτες όσων
από κάποια ταράτσα του κλεινόν άστεως για τελευταία φορά ανάσαναν
συντάσσω παράνομες εξώδικες διαμαρτυρίες
όσων νομίμως κλοτσηδόν απολυθήκανε
γιατί του αφεντικού το δίκιο
ήτανε τόσα χρόνια ο νέος της βαρύτητας κανόνας
κερδίζει πάντοτε η βαρυτέρα τσέπη
πεθαίνει πάντα ο φτωχός στο τέλος του παραμυθιού

κι έτσι τώρα λύσιν άλλη δεν κατέχω
παρά τον βάναυσό σας διχασμό
γιατί έφτασε νομίζω πια η ώρα
η ήρα από το στάρι και ο αμνός απ’ το ερίφιο
ξέχωρα έξω από το παραβάν να στέκουν
ανήκω βλέπετε σε κείνους τους ανόητους
τους στους αιθέρες πάντοτε πετώντες
που διατυμπανίζουνε ψευδώς και εν γνώσει τους
πως η ρόζα γράφτηκε για μια ηρωίδα
κι όχι για μια κοπέλα που τάχα μου
βαθιά τον στιχουργό κάποτε πλήγωσε
κι έτσι πλημμυρισμένη από ευτυχία και άγνοια μαθηματικών
με ανακούφιση δηλώνω πως όχι δεν καταλαβαίνω
ούτε το συν ούτε το πλην ούτε κυρίως τους αγκυλωτούς κανόνες
και έτσι ανέτοιμη και με το χέρι πάντα δίπλα στο δικό σου
διαλέγω όρθιο το κεφάλι
άδειο το στομάχι
τρύπια την τσέπη
και ελεύθερη για πάντα την καρδιά

*στίχος του άλκη αλκαίου