θηρεύοντας

by nullapoenasinelege

στιγμές κυνηγάω στιγμές
τότε που ανοίγει το κλειστό αγιόκλημα
τότε που η νύχτα κάποτε τελειώνει
τότε που παίρνει φωτιά το μηχάνημα των τραπεζιτών

όμορφη εγώ
τράπεζα εγώ
καίγομαι εγώ

κλείνω τα μάτια στον ίλιγγο που τρέχει κατά πάνω μου
αφήστε με να μετράω τσιμπήματα από ζήλεια και από σκνίπα
αφήστε με εδώ να μην ξανακοιμηθώ ποτέ
γιατί δεν έχω πια άλλα όνειρα να φαντασιωθώ

στιγμές κυνηγάω στιγμές
ίσως στο τέλος τέλος να με κυνηγούν αυτές
ζητώ ένα χάπι δυνατό ίσως και αντιβίωση ποιος ξέρει
να μην ζω άλλο πια έτσι
αντί βίου πικρά σύκα σε τούτο το άνυδρο καλοκαίρι

μιλώ έτσι εύκολα για το θάνατο γιατί τον τρέμω
κι έτσι ξορκίζοντας τον προσκαλώ στα ποιήματά μου
κάποιος μου ‘πε δεν γράφεις ποιήματα μην ξεγελιέσαι
αφήστε με να ξεγελαστώ πως δεν τελείωσε το μέλλον χτες

ποιήτρια εγώ
ανίκανη εγώ
άνυδρη εγώ

ξέμεινα από καλοκαίρι
ξέμεινα από φάρμακα
ξέμεινα από σπόρο αγιόκλημα
κρατώ τα τελευταία φύλλα του βασιλικού μου
του μιλώ για να μην πεθάνει κι αυτός
φτύνω μίσος στα φύλλα του

το ‘ξερες ότι το μίσος είναι υγρό;

όχι δεν θα ξανακυνηγήσω άλλο πια στιγμές
γιατί με διάταγμα πρωθυπουργικό ορίστηκε
πως η εποχή του κυνηγιού για όνειρα ηλιθίων
δια παντός απαγορεύεται
εδώ σε τούτο το νησί
που ξεγελάει το τελευταίο του άνυδρο θέρος
με σμήνη βρεττανών που ανταλλάξαν τις ναπάλμ με χρήμα

χρήμα εγώ
βρεττανίδα εγώ
νησί εγώ

το ‘ξερες πως η αγάπη είναι νερό;

Advertisements