το κάπνισμα σκοτώνει

by nullapoenasinelege

τα τσιγάρα σας
διαχωρίζονται από όποιον νόμους θέτει

με γνώμονα αποκλειστικό των βιομήχανων την τσέπη

σε μαλακά και σε σκληρά
το ίδιο άλλωστε και τα πακέτα τους
βιομηχανία μαζική

εκλέπτυνσης της βαρβαρότητας
λείανσης της σκληράδας
και φοροαποφυγής των ευθυνών

τα σκληρά τσιγάρα εισβάλλουν μέσα σου
σε ξεγυμνώνουν
τα ρούχα σου πεταμένα στην καρέκλα
το μυαλό σου έκθετο στον υπέροχο τρόμο της ζωής
τα χέρια σου κρεμασμένα ζητούν βοήθεια
τα στερεμένα ποτάμια μοιάζουνε ξαφνικά να κυλάνε ανάποδα
κι εσύ ακίνητος απορείς πώς άραγε έφτασες μέχρι εδώ

τα μαλακά τσιγάρα σε χαιρετίζουν φιλικά
ύπουλα σου σφίγγουν τα πνευμόνια
πίσσα και νικοτίνη σου χαρίζουν με αφειδία

και μια συντροφιά που τάχα δε ζητάει ανταλλάγματα

ένας αναπτήρας στέκει εξάλλου πάντα κάπου εκεί κοντά

φίλος καρδιακός
και συ νομίζεις δήθεν

πως μόνος σου ξανά ποτέ δεν θα ‘σαι

έτσι και τα πακέτα σας

τα καυτά ζητήματα της τσέπης αφορούν

τα μαλακά πακέτα χωράνε παντού
στα δύσκολα και στα εύκολα
μια τόση δα τσέπη αποζητούν
στο βόλεμά σου σύντροφοι και πρωτεργάτες
κυκλοφορούν παντού μαζί σου και άλλο τίποτα δεν αποζητούν
μόνο ένα άγγιγμα δικό σου μέσα απ’ την τσέπη του μπουφάν
ίσα για να αισθανθούν κι αυτά πως κάπου υπάρχουν
κι ας στερηθήκανε όλες της ύπαρξής τους τις γωνίες
για να μονίμως άλλοι στέκονται στα πόδια τους
αγέρωχοι και όμορφοι
και σίγουροι για της ζωής τους τα σήματα καπνού

μα τα πακέτα τα σκληρά
γωνίες γεμάτα και σκληράδα
αρνούνται να συμβιβαστούν με μία τσέπη ενός μπουφάν
ρόλο πρωταγωνιστικό επί του τραπεζιού κατέχουν
κι αν θες στ’ αλήθεια το βράδυ σου μαζί τους να το μοιραστείς
πρέπει από τον εαυτό σου χώρο και χρόνο να δώσεις
θα σου χαρίσω δηλητήριο κι απόψε μα πρέπει από όλα τα άλλα εμένα να προτάξεις
μοιάζουν σαν να σου λένε

και η ταμπακέρα
όχι όχι κουβέντα απόψε για την ταμπακέρα
τρέμω να την ανοίξω
ξέρω πως από μέσα της του πόνου μου τα τέρατα

σταυροφόροι ετοιμοπόλεμοι θα δραπετεύσουν

και πως θα τρέξεις να την κλείσεις

πριν καν προλάβει η ελπίδα μου μια αναπνοή να πάρει

γι’  αυτό σου λέω άφησε την πανδώρα ήσυχη απόψε

ίσα το μύθο της να καταπιεί

και να επιστρέψει ύστερα βουβά

σε ένα κιτάπι εικονογραφημένο

εγώ θα σου μιλήσω μόνο για μύθους αντικαπνιστικούς
παραβολές αχρείαστες και άκακες
που δεν πληγώνουν δεν χαράζουν δεν σπαράζουν
και τα νερά αφήνουν απαλά νανουριστά να κυματίζουν
μόνο για παραμύθια με επιμύθια παιδικά θα σου μιλάω πια
κρατώντας άπασες τις γωνίες μου στρογγυλεμένες
χωρώντας μες στην τσέπη σου αβίαστα
ίσα για να με κουβαλάς σε μια εσοχή αθέατη
χωρίς να σου κοστίζω πια
χωρίς βάρος χωρίς πόνο χωρίς ερωτηματικά

δίχως ούτε να φαίνομαι
εδώ θα μείνω στριμωγμένη μαζί με τα θαυμαστικά μου
αποσιωπώντας με αυταπάρνηση της στίξης τα σημεία
ελπίζοντας κι εγώ σ’ ένα τσιγάρο κάποτε
που με καπνό βαρύ και αποπνικτικό
με θράσος την ατέρμονη νύχτα μου θα αναστατώσει
και δίχως του πόνου το αντάλλαγμα
την καινούρια μου ζωή
ανέπαφη από προπετάσματα καπνού
θα μου επιστρέψει