sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

μην άλλο μου μιλάς

κοιμήσου ακόμα λίγο σύντροφε

γιατί η νύχτα ακόμα στάζει πίσσα από τα μάτια μας

καήκανε σύντροφε τα βλέφαρά μας από την αναμονή

και πάντα το αύριο που περιμέναμε δεν ερχότανε

ξεκούρασε σύντροφε τα μάτια σου

γιατί στον πόλεμο των πλανητών είδες πολλά

αστέρια να φλέγονται και γαλαξίες να ξορκίζουνε το θάνατο

ανάπαυσον σύντροφε τα χέρια σου

που χτίσανε μετερίζια λεβεντιάς πάνω στο γράμμο

αυτά τα χέρια που κοπήκανε για τριάντα αργύρια βρετανικά

μην άλλο μου μιλάς καλέ μου σύντροφε

γιατί μου στάθηκες πιστός σε μέρες που μας ξεγελούσαν όλοι

πολίτες και οπλαρχηγοί και εν αποστρατεία σοσιαλιστές

κι αυτός ο ίδιος ο ξεδιάντροπος ο ήλιος βασιλιάς

που έπρεπε στη βάρκιζα να μην ξημέρωνε

παρά να έστελνε δυνάμεις σκοτεινές καταστολής

για να ξεπλύνουν τη ντροπή κι εκείνα τα δάκρυα τα καυτά

που κύλησαν μέχρι τη θάλασσα του αργοσαρωνικού

κι ίσαμε σήμερα καίει τούτος ο κόλπος

ξεκούρασε τα πόδια τα πολεμικά σου σύντροφε

που περπατήσανε όλο το μακρονήσι ψάχνοντας για νερό

ξεκούρασε πεθαμένε από χρόνια σύντροφε όλα τα βάσανά σου

γιατί η νύχτα μας κρατάει ακόμα για χρόνια τριάντα τρία

γιατί η ιστορία που πάντοτε οι προδότες την γράφανε

μας τιμωρεί με την αιώνια πανσέληνο

καταδικάστηκε το γένος μας καλέ μου σύντροφε

το φως την τιμιότητα το δίκιο να ξεχάσει

καταδικάστηκε η ατιμασμένη ανθρώπινη φυλή

αιώνια άυπνη λίγο νερό και φως απ’ το φεγγάρι να ζητάει

γιατί δεν είμαστε οι άνθρωποι αυτό που νόμιζες

γιατί βολεύτηκε το αίμα μας άβραστο να κυλάει

γιατί κι εγώ που σου μιλώ κατάπια τον λυγμό μου

και πρώτη έσυρα προχτές των ηττημένων το χορό αδάκρυτη

κοιμήσου σύντροφε ακόμα λίγο

γιατί η νύχτα τρύπωσε στα μαλλιά μας στάζοντας φρίκη

και πέθαναν ανεπίστρεπτα καλέ πιστέ μου σύντροφε

όσα για χάρη τους ολάκερη τη νιότη σου με αφειδία ξόδεψες

κοιμήσου για να μην μας δεις

που θα γεννιόμαστε και θα πεθαίνουμε στα είκοσί μας

υπέρβαροι αξόδευτοι στο άδικο ολότελα εθισμένοι

αδιάβαστοι ανέραστοι και ανεπίστρεπτα πια για πάντα μοναχοί

Advertisements

επικήδειος, η

ένιωθα περίεργα

η μουσική δεν ηχούσε πια στα αυτιά μου

η αφή δεν άγγιζε πια τα χέρια μου

και το βλέμμα σου δεν έφτανε πια στα μάτια μου

ένιωθα ξαφνικά περίεργα

όλα τα ζωτικά όργανα του βίου μου απεργούσαν

και τρόπο δεν είχα πια για να υπάρξεις

ένιωθα τόσο μόνη

γιατί δεν μπορούσα να ξεδιαλέξω αν κάποιος πέθανε ή αν ζει

ήμουν στ’ αλήθεια κείμενη σε φέρετρο φτηνό

έτοιμη για ταξίδι ανεπίστρεφο μέσα στον εφιάλτη της μάνας

ή μήπως καθόμουν δίπλα σου

ενώ εσύ κοιμόσουνα εσαεί αδάκρυτη και ζώσα αναιμάκτως

 

και η νύχτα δεν τελείωνε

δεν ξημέρωνε ξεκάθαρα επιτέλους η αλήθεια

μόνο ένιωθα τόσο περίεργα

γιατί δεν μπορούσα πια τίποτα να νιώσω

τα δάχτυλά μου δεν λύγιζαν όσο κι αν τα πίεζα

και ο αέρας δεν βλεφάριζε τα μάτια μου

δεν με ενοχλούσε πια η ζωή που σφύριζε γύρω μου

και δεν είχα έναν τρόπο να θυμηθώ το ηχόχρωμά σου

πώς άκουγες

πώς φίλαγες

πώς φώναζες

και πώς ανάσαινες

 

κι η νύχτα τραβούσε αιώνια

τόσο αργά

που άρχισα να σιγουρεύομαι για τούτο το όνειρο

τηλεγράφησα στον πατέρα μου να ησυχάσει τη μάνα

μείνε ψύχραιμος· πρέπει

πίεσα το αίμα μου να φτάσει στο μυαλό για μια ύστατη φορά

κι έσκυψα πονώντας οικτρά σε όλη μου τη ράχη

να κυνηγήσω έστω κλεφτά έστω για τελευταία φορά

τη μόνη αίσθηση που ανέπαφη απ’ τον οδυρμό είχε μείνει

κείνη τη γεύση του φιλιού σου που αγέρωχη πάντα έστεκε

στο θάνατο και στη ζωή στο τώρα και στο πάντα

κακοποιός χορωδία, η

κόρη κλεπταποδόχου και ερμηνεύτρια στίχων λαϊκών

αφήνω πίσω μου τον ήλιο του δικαίου

και ξεκινώ εκστρατεία ανίχνευσης των παρανόμων

θα τους μαζέψω όλους σε κελί ευήλιον ευάερον και απαστράπτον

θα απαγγείλω ενώπιόν τους ποιήματα γραφιάδων

που δεν εκδόθηκαν ποτέ

θα δανειστώ φωτιά  από τσακμάκι ναυτικού

κι ύστερα θα οργανώσω χορωδία παρανόμων

τούτη η μπάντα θα καντάρει τραγούδια μόνο αντιεπαναστατικά

γιατί τα μέλη της αναλωμένα θα ‘ναι

στον μάταιο της επιβίωσης αγώνα

τενόροι μπάσοι και σοπράνοι θα άδουνε συναισθηματικά νεκροί

πώς η ζωή τους χάθηκε μέσα στις αίθουσες των εφετείων

χειμώνα μήνα με θέρμανση μόνο στα έδρανα των δικαστών

ζεστοί γλουτοί καμπυλωμένες τσέπες σέντρα στων τάξεων την πάλη

 

άδετε παρανόμοι μου, να λιώσει η μουσική τα υπουργεία!

 

κυκλοφορεί τυπωμένο σε χαρτί στο τσακμάκι #4

 

συλλ-αλητήριοι, οι

ο επαναστάτης

περπάτησε περήφανα μέχρι την πλατεία

φώναξε δυο συνθήματα

κι αφού έριξε άτσαλα στεφάνι ακάνθινο

στο μνημείο των πεσόντων καιρού αλλοτινού

επέστρεψε στο αγαπημένο του στέκι

τριγύρισε στο διαδίκτυο

έψαξε για δικαιολογίες

κι αφού χιλιάδες βρήκε

ήπιε με καλαμάκι φαρδύ τις αμαρτίες του κόσμου

 

ύστερα

εφησυχασμένος πια

επέστρεψε στο κυριακάτικό του σπίτι

τας τύψεις του ένιψε

και κάθισε συν γυναιξί και τέκνοις στη ροτόντα

φτιαγμένη από το ξύλο το φτηνό, μη φανταστείς

ευχήθηκε στο θεό της αφοσίωσης

κι ύστερα έφαγε ψωμί με κρέας και λαχανικά

ήπιε κρασί και γέλασε με τη διαφήμιση στο ραδιόφωνο

 

στο τέλος σώπασε

βάρυνε από τις ερινύες και το κρασί

ακούστηκε από μέσα του κάπου μακριά

ένα τραγούδι ίδιο παράπονο

για τους νεκρούς τους πονεμένους τους πνιγμένους

τους που δεν φάγανε ψωμί με κρέας και λαχανικά

 

το απόγευμα χτύπησε η πόρτα

φίλος καρδιάς υπάλληλος στην εφορία

του ‘φερε νέα άσχημα

το σπίτι του λέει

δάνειο στο δάνειο για να το χτίσει, μη φανταστείς

το σπίτι το χτισμένο στο προικώο της συζύγου

αναγκασμένος να το δώσει σε εταίρους εχθρικούς ήτανε πια

γιατί αφερέγγυος στάθηκε

γιατί το χρέος του έριξε μπόι πια

κι ήτανε ώρα το δρόμο του να πάρει για χέρια αλλότρια

 

ο επαναστάτης

στάθηκε κάτω απ’ της πόρτας του την κάσα

σεισμός του φάνηκε πως ήρθε

μέτρησε της ζωής του τα συλλαλητήρια

κι ύστερα τα πλούσια γεύματα επάνω στη φτηνή ροτόντα

πήρε τηλέφωνο τον επιτόπιο βουλευτή

μα κείνος στα γεμάτα απόγνωση τηλέφωνα των πολιτών

από καιρό σταμάτησε να απαντάει λόγω εργασίας φόρτου

 

κι έτσι ο επαναστάτης έμεινε μόνος

μέσα στο σπίτι που εκείνος έχτισε μα σε άλλα χέρια θα ‘φτανε

κοίταξε τα παιδιά του ύστερα τη γυναίκα του

και φρικωδώς κατάλαβε

πως η επανάσταση από τα ραδιόφωνα δεν θα μεταδοθεί

πως η παρένθεση σε αγκύλη που τρυπάει μεταμορφώθηκε

κι ακόμα

πως η ζωή του άτσαλα

μέσα στο λάκκο τον σκαμμένο από τα ίδια του τα χέρια

την τελευταία της κραυγή οικτρά ανασαίνει

ζωή, λευτεριά και τιμή του λαού, Εσύ

σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει να έχει η ζωή:
το Μεγάλο, το Ωραίο και το Συγκλονιστικό.
το Μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην Πάλη για μια Καλύτερη Ζωή. όποιος δεν το κάνει σέρνεται πίσω από τη ζωή.
το Ωραίο είναι καθετί που στολίζει τη ζωή. η Μουσική, τα Λουλούδια, η Ποίηση. το Συγκλονιστικό είναι η Αγάπη.

Νίκος Μπελογιάννης

μπελογιάννης

Μη φοβάσαι. Κοίτα ψηλά. Σήκωσε το κεφάλι, τι είναι και το αυχενικό νομίζεις, σύνδρομο του μυαλού και όχι του κορμιού, κοίτα ψηλά, όλοι τον ίδιο ουρανό κοιτάζουμε κι όλοι στο ίδιο χώμα περπατάμε, σκοτωνόμαστε, μας θάβουνε κι ύστερα από χρόνια μας ξανανοίγουν το λάκκο για να περισυλλέξουνε λέει τα οστά μας, να τα πλύνουνε, να τα βάλουνε σ’ ένα κουτί και ν’ αναπαυτεί η ψυχή μας. Μόνο που τα χώματα τούτης της γης δεν παίρνουνε πια άλλους νεκρούς, διαμαρτύρονται οι νεκροθάφτες, μην πεθαίνετε άλλο πια γιατί δεν έχουμε πού να σας βάζουμε, η γη σας δεν σας δέχεται άλλο, δεν λιώνουν τα κορμιά σας αδέρφια, τα σκουλήκια που κάποτε κάνανε τούτη τη δουλειά βγήκανε από το χώμα και καθίσανε στο σβέρκο σας, από γαιοσκώληκες γίνανε άρχοντες του τόπου, και διόλου δεν τους νοιάζει πώς πεθαίνετε πια, δεν πα’ να πέφτετε από ταράτσες, από γεφύρια, δεν πα’ να σας κόβεται το νήμα γιατί δεν έχετε λεφτά για τα φάρμακα, εξάλλου ούτε καν ο καρκίνος δεν θεωρείται κατάσταση επείγουσα παρά μόνο στα τελευταία του στάδια, αλήθεια σου λέω, το είπε εκείνος που καμώνεται τον μεταρρυθμιστή του ευρωπαϊκού οράματος, στην πραγματικότητα είναι ένα τόσο μικρό ανθρωπάκι, τόσο αδύναμο, τόσο κενό μέσα του, φέρετρο που ούτε νεκρό κουφάρι δεν αξιώθηκε να δει, φέρετρο που έμεινε στ’ απούλητα του νεκροθάφτη.

Πάλι σε πολυλόγησα με τα δικά μου, ήθελα να σου πω απλά πως αν σήμερα κοιτάξεις ψηλά στον ουρανό θα δεις πέταλα από κατακόκκινα γαρύφαλλα να στροβιλίζονται μαζί με την ανοιξιάτικη γύρη. Ένας κόσμος γεμάτος γαρύφαλλα και οράματα. Για το δίκαιο, για το όμορφο, για το ερωτικό, για το ευωδιαστό. Κι εγώ κοιμήθηκα σχεδόν ξημερώματα, είδα στον ύπνο μου πως απόψε θα βγούμε στους δρόμους όλοι με κόκκινα γαρύφαλλα στο πέτο και τη ζωγραφιά του Πικάσο στο χέρι. Πολιτιστική επανάσταση. Γαμημένη πολιτιστική επανάσταση.

Μα όταν ξύπνησα, από τα μεγάφωνα της πόλης ακούγονταν απειλητικά μηνύματα, εγώ γεννήθηκα αντικομμουνιστής και έτσι θα πεθάνω, ποιοι είσαστε εσείς ρε διακόσιοι της Καισαριανής, ποιοι κι εσείς οι τετρακόσιοι της Κοκκινιάς, ποιοι είσαστε, κάτσατε ποτέ σε θώκους, αγγίξατε ποτέ δρύινα γραφεία, γευτήκατε ποτέ την αλητεία, την ψευτιά, νιώσατε την εξουσία να σας φουσκώνει τα παντελόνια με δήθεν ανδρισμό; Εξαφανιστείτε πια από τη γη, από τη χώρα, από το σύμπαν, δεν θέλουμε Ανθρώπους, εμείς τους Ανθρώπους τους ρίχνουμε στο χώμα άψυχους ξημερώματα Κυριακής, κανείς να μην προλάβει να αντιδράσει, να πεθάνουν όλοι όσοι δώσανε κάποτε ελπίδα και πνοή στον τόπο, να βυθιστούν όλοι στην απελπισία, έχουμε βρει το κόλπο πια, αυχενικό και άγιος ο θεός, έχουμε σπείρει στους ανθρώπους σπασμένους αυχένες, να μην σηκώνουν κεφάλι, να μην αναπνέουν παρά πάνω από όσο τους επιτρέπει η τσέπη τους, οι ανάσες γίνανε πια κερμάτινες, οι αγάπες επί πληρωμή, η ελευθερία θάφτηκε κάπου βαθιά στη γη, κερδίσαμε σας λέω, εμείς, οι άψυχοι, οι κούφιοι, τα κενοτάφια, οι απάνθρωποι, οι αδάκρυτοι, ποια λουλούδια και ποια ποίηση, ένα κι ένα κάνουν δύο, τίποτα άλλο δεν μετράει πια, χάσατε.

Από το πρωί αυτά ακούγονται απ’ άκρη σ’ άκρη στη μικρή χώρα με τη μνήμη χρυσόψαρου. Κι ο κόσμος φοβήθηκε. Φοβηθήκαμε να ζήσουμε, μ’ ακούς; Έφτασα σχεδόν τριάντα και είμαι στην πραγματικότητα ογδόντα. Η γενιά μου είναι οι πεθαμένοι των ξερονησιών, οι σακάτηδες που γυρίσανε από τη Μακρόνησο, οι ανώνυμοι του προαύλιου χώρου του Πολυτεχνείου, οι συμφοιτητές του Πέτρουλα, οι φίλοι του Φύσσα, οι Λαμπράκηδες, οι εικοσάρηδες πια φίλοι του Αλέξη που κάψανε την πόλη της ανανδρίας μοιράζοντας οργασμούς στο διάβα τους, οι μαθητές του Τεμπονέρα που κλάψανε το δάσκαλό τους σαν πατέρα τους, η γενιά μου είναι τα ποιήματα που έγραφε ο Ρίτσος στην εξορία, είναι τα ποιήματα του Αλέκου τα γραμμένα με το ίδιο του το αίμα μέσα στο κελί της απομόνωσης, η γενιά μου είσαστε όλοι εσείς που κλαίτε αν δείτε πολύχρωμη πεταλούδα να πετάει κάπου στον Περισσό, η οικογένειά μου είναι όλο το κορμί του Κοροβέση που του το τσακίσανε στις ταράτσες και στα υπόγεια, το στόμα μου ανοίγει και μιλάει τη γλώσσα του Άρη σε κείνο το μπαλκόνι στη Λαμία, τα έχω μπερδεμένα μέσα μου θα μου πεις, αλλά ίσως και όχι, θέλω να κάνω την ασφυξία μου δώρο στους βιαστές μου, αυτοί να πεθάνουνε από βέβαιο πνιγμό, εγώ να ζήσω, να παλέψω, να χάσω και να κερδίσω, να ερωτευτώ και να με ερωτευτούν, εγώ να βγω στους δρόμους και να βροντοφωνάξω τις σιωπές μου, εγώ να συναντήσω όλους εσάς πίσω από τις οθόνες σας, τα δάκρυά μου εξατμίζονται μόλις πέφτουν πάνω στο άψυχο πληκτρολόγιο, τα δάκρυα βλέπεις θέλουν ανθρώπινο ώμο για να πέσουν και να δώσουνε ζωή.

– Νίκο, ήρθε η ώρα.

– Πάμε για καθαρό αέρα ε;

Και ύστερα ένα χαμόγελο γλυκόπικρο. Χαμόγελο Αθανασίας. Τι να μας πει ο θάνατος, όταν ο αγώνας για ζωή και ελευθερία είναι πάντα παρών; Νίκησες. Νίκησες για πάντα. Κέρδισες τη λήθη, το θάνατο, το φασισμό, νίκησες γιατί στάθηκες ορθός, έτσι μόνο αξίζει να πεθάνει ένας Άνθρωπος, για να ζήσει για πάντα μέσα μας, τα παιδιά που θα γεννήσουμε θα είναι τα δικά σου παιδιά, οι στροφές των τραγουδιών θα είναι για πάντα λεύτερες, θέλω να σου υποσχεθώ ότι κάθε χρόνο τέτοια μέρα θα στήνουμε γλέντι. Θα χορεύουμε στητοί και αγέρωχοι, θα τραγουδάμε κόκκινα τραγούδια, κόκκινο το αίμα των ηρώων μας, των αγίων μας, των που δεν γονατίσανε ποτέ, που στηθήκανε απέναντι από την αδικία με ασπίδα την Ανθρωπιά.

Θέλω να σου υποσχεθώ πως θα σηκωθούμε. Ο λήθαργος είναι για όσους ζουν ήδη νεκροί. Μα εμάς τα στήθη μας θα σπάσουνε από ζωή. Θέλουμε να ζήσουμε. Και θα ζήσουμε. Το αστέρι το δικό μας είναι τα λόγια σου. Καλή αντάμωση στις σελίδες της Ιστορίας που δεν γράφτηκαν ποτέ σε χαρτί, καλή αντάμωση στην Ιστορία που γράφουν οι κατακόκκινες καρδιές.

Σύντροφε, σήκωσε το κεφάλι σου λέω. Τα γαρύφαλλα πετάνε παντού τριγύρω μας. Ξέρεις τι είναι η άνοιξη στ’ αλήθεια; Είναι η Επανάσταση της ζωής. Σπάσε τους αυχένες των βιαστών σου. Ζήσε.

Σ’ ευχαριστώ, Σύντροφε, άγιε και θεέ μου.

Αθάνατος.

revolution re koufales

revolution re koufales

κοιτάξτε τον
ιδού ο επαναστάτης
μα κοιτάξτε τον σας παρακαλώ
τσιτάρει ερνέστο τσε
πατάει με τις μύτες πάνω σε ευρωπαϊκό χαλί τεχεράνης
δαχτυλοδείχνει με οργή προς ανατολάς
ανήκει εις την δύσιν
κρύβει προσεκτικά τις φαλακρές του ιδεολογίες
κάτω από επιμελείς βόστρυχας
χορεύει πίνοντας τσίπουρο
παραχθέν εις την ελληνική επαρχία
την επαρχία εκείνη που την καθορά μόνον σε γιορτές και απεργίες
κοιτάξτε τον επαναστάτη σας θερμοπαρακαλώ
μούσια αρωματισμένα
δάχτυλα ακούραστα
διαβάζει ανελλιπώς χωρίς να σαλιώνει τις σελίδες
φιλοσοφία παρτιτούρες βλέμματα
ξέρει να διαβάζει τα πάντα ο επαναστάτης
μαθητής την κοπάναγε μόνο την ώρα της γυμναστικής
κάπνιζε ιδέες στο αποχωρητήριο των κοριτσιών
κάποτε ξεχάστηκε
και αποκάλεσε έναν πακιστανό αράπη
κάποτε ξεμπροστιάστηκε
και σκέφτηκε πως ο τόπος δεν χωρά άλλους
ύστερα αγόρασε με έξοδα κρατικά
θέση δημοσίου υπαλλήλου ξύνοντος όνυχες
και ξανάβαλε μπρος την επανάσταση
άλλη μια φορά θα σας παρακαλέσω
να τον κοιτάξετε προσεκτικά
έχει ταξιδέψει δύο φορές εξόδοις πατρικοίς στην κούβα
μία φορά στου λένιν το μαυσωλείο
και τις προάλλες βρέθηκε ομιλητής
σε συνέδριο κόμματος κεντρώου απολίτικου
σαφή κλίση προς τις τέχνες διαθέτει
αδιάθετο ταλέντο παρακμάζον δίπλα σε τσιγάρα στριφτά και κορίτσια στριμμένα
έφηβος τρύπησε τα αυτιά του
ρούφηξε τέσσερις τζούρες χασίσι
άφησε τα μαλλιά του δέκα μέρες να στάξουν λάδι
κι ύστερα μπανιαρίστηκε με βύνη και λυκίσκο
αγόρασε γυαλιά πρεσβυωπίας για να βλέπει το μέλλον
και ξεκίνησε την επανάσταση
σκίζοντας τις αφίσες του δωματίου του
η μάνα του σκούπισε τα σκισμένα χαρτιά από το πάτωμα
κι ύστερα σκούπισε τα μάτια της
ξέροντας πως ο γιος της μεγάλος και τρανός μια μέρα θα γίνει
για ύστατη φορά θα σας καλέσω
να τον κοιτάξετε προσεκτικά
ιδού ο επαναστάτης του καιρού μας
θλιμμένος
αέναος
επισκέπτης ψυχολόγου
τηλεθεατής του διαδικτύου
ωσεί παρών στην κοινωνία
καλλιτέχνης κατά πλάσμα δικαίου
ριζοσπάστης κατά φαντασίαν
άτυχος μέσα στην τύχη του
αντιδραστικός σαν λάδι μέσα στο νερό
διευθύνων σύμβουλος μη κυβερνητικής οργάνωσης
με σπουδές εντός εκτός κι επί τα αυτά της επικράτειας

ταπεινά σας προσκαλώ μετά μεγίστης προσοχής να τον κοιτάξουμε
κι ύστερα άνευ ενδοιασμού ουδενός
με μια πετριά τον καθρέφτη μας να σπάσουμε

τσιγάρο δανεικό έσοδο κρατικό μηδέν

τσιγάρο δανεικό έσοδο κρατικό μηδέν

κοπάδια και αηδόνια και πέτρες στο χωματόδρομο
περπατάω όπως τότε
ουαί αν τη γραμμή πατήσω και όχι το πλακάκι
στοίχημα βάζω το βιος μου και να χάσω έχω ουδέν

θάλασσα πράσινη αντάρα τρομαγμένη από τον αέρα
κολυμπάω όπως ποτέ
αλίμονο αν στον αφρό χαθώ και δεν επιπλεύσω
καθίσταμαι φελλός και κίνδυνος να χαθώ ουδείς

κορδέλες στα μαλλιά κραγιόν στα χείλη χαμόγελο νεκρό
μεγαλώνω όπως πάντα
μυαλά ατροφικά σε σχήμα ώριμου τέρατος
κλείνω τις σκέψεις μου σε φέρετρο ρίχνω το πρώτο χώμα

κραυγές εν ώρα κοινής ανησυχίας ρυτιδιασμένες κλήσεις
θα πεθάνω όπως όλοι
μα αφήνω πίσω δόξα τιμή και απραξία διανοία ταλέντου
εντέλλω η διαθήκη να ανοιχτεί παρόντων εχθρών και συγγενών

χαλί ασκούπιστο τζάκι καιόμενο αλισίβες στα βλέφαρα
να καείτε όπως σας πρέπει
αποτεφρώνω τη στιγμή που αγάπησα ταρίχευσα τα χέρια σου
όστις στη φωτιά σου να αντισταθεί απεπειράθη πάγωσε εσαεί

σύννεφα φρύδια τσέπες κάλτσες πέτρες στους πολιτευτές
ψηφίζω όπως κανένας
δένω το στομάχι κόμπο και λευτερώνω το μυαλό
πεινάσαμε με επάρκεια αγκάλιασέ με να χυθούνε οι λέξεις

τσιγάρο δανεικό παράνομο έσοδο κρατικό μηδέν
καπνίζω όπως εσύ
να τα πάρει όλα η βία ο αέρας να κοκκινίσει το νερό
ίσα να ζήσουμε μαζί κείνο που γέννησε η μοίρα μου να είμαι

μπαλάντα των απέξω, η

«επιδοκιμάζετε την σημερινήν δράσιν της συμμοριακής σπείρας;»

απόσπασμα από τη διαβόητη δήλωση μετάνοιας της ελληνικής δημοκρατίας


θυμήσου

να κλείσω τα στόρια να κατεβάσω τα βλέφαρα να πέσει το βράδυ βαρύ στους ώμους μου να με ζεστάνει να κλείσω τα φώτα προτού μου τα κλείσουν αυτοί να καθίσω εδώ μέσα μόνη να σκεφτώ τι να σκεφτώ τίποτα δεν έχω να σκεφτώ να καθίσω στο γραφείο μήνες έχω να καθίσω στο γραφείο να διαβάσω όχι δεν θέλω να διαβάσω να κάνω μουτζούρες όλη νύχτα πάνω στο τζάμι με κείνον το μαρκαδόρο που αγόρασα για να κάνω γκράφιτι να κλείσω κι αυτό ακόμα το φως του γραφείου με ενοχλεί το φως γιατί μου φωτίζει τα σκοτάδια απρόσκλητο στάσου να φέρω ένα κερί καλύτερα ρομαντζάδα και πατάτα βραστή κουράστηκα πια τα παρατάω να μην μιλάω σε κανέναν απαξιώνω τον ανθρώπινο διάλογο κατακρίνω τους αρχαίους δασκάλους η αξία του διαλόγου μηδενική μιλάμε μόνο για να αυτοπροβληθούμε στον έναντι ημών κουράστηκα τόσο είχατε δίκιο όλοι πεινάω κάμποσο καιρό τώρα νόμισα η πείνα θα με αγριέψει νόμισα θα γίνω θηρίο αδάμαστο εγώ και το άδειο στομάχι μου όμως κουράστηκα πείνασα έπεσα σε λήθαργο είμαι δική σας πια δεν κινούμαι μόνο ανοίγω τα στόρια το πρωί έχω το νου μου μην λερωθεί το χαλί αερίζω το πάπλωμα κι ύστερα βυθίζομαι στη λάσπη του τίποτα μέχρι το βράδυ που το κρύο με ξυπνάει από τη νάρκη όχι όχι η πείνα δεν με εξαγρίωσε η φτώχεια με έκανε αυτό που εξαρχής ήμουν κατασκευασμένη να γίνω να μένω σιωπηλή ήρεμη φρόνιμη έχασα όλη μου την οργή στη διαδρομή και τώρα κάθομαι απαλά στον καναπέ φάρδυνε το κορμί μου πήρε το σχήμα της αμαχητί παράδοσης είμαι ένας φίλος του συστήματος καρδιακός κάθομαι και παρακολουθώ το αίμα μου να χάνει το χρώμα του γίνεται απαλό πράσινο ναι ναι πράσινο το χρώμα της ελπίδας θυμάστε δεν αντέχουν τα μάτια μου στο φως με ζάλισε τούτο το κερί με κούρασε τούτη η ζωή παραδίνομαι εντάξει έχετε δίκιο μόνο μην με αναγκάσετε να μιλήσω σε κανέναν ποτέ ξανά φέρτε μου εκείνο το χαρτί να το υπογράψω απλά ύστερα αφήστε με να βυθιστώ μόνη στην εξορία μου μην με ξαναστείλετε πίσω στη ζωή γιατί δεν θα αντέξω να βλέπω την ήττα ζωγραφισμένη στο βλέμμα του αδέσποτου σκύλου της παλιάς μου γειτονιάς μάνα με θέλεις πίσω να με ταΐζεις να με πλένεις να μου χώνεις στην τσέπη τρία κέρματα για να πιω καφέ να με αγαπάς να με κοιτάζεις και να αναρωτιέσαι για το μέλλον μου με νευριάζει τούτο το γραφείο το έχω από τότε που ήμουνα μαθήτρια και όλα πήγαιναν καλά ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα θα βγω στη βροχή στο ασκούπιστο μπαλκόνι και θα το πετάξω κάτω και το γραφείο και την καρέκλα ποτέ άλλωστε δεν μπορούσα να χωρέσω σε μια καρέκλα θα το πετάξω να βρει στο κεφάλι κανέναν πρώην εχθρό γιατί τώρα πια υπογράφω να δείτε μετανοώ υπαναχωρώ και εχθρόν ουκ έχω είστε όλοι φίλοι μου σε τούτον τον πουλημένο από τα αποδυτήρια αγώνα γιατί κουράστηκα και πεινάω και διψάω και το νερό της βρύσης μου δεν πίνεται και τυλίγω αμπελόφυλλα σε χαρτοπετσέτες και τα καπνίζω και ύστερα ζαλίζομαι τόσο που δεν βρίσκω τον καναπέ μου και σωριάζομαι στο πάτωμα και σφίγγω τα δόντια για να έρθει κάποιο όνειρο για παρέα αλλά τα όνειρα είναι για τους αμετανόητους και όχι για τα ανθρωπάκια σαν και του λόγου μου κι έτσι τέρμα τα όνειρα τέρμα το πόσιμο νερό τέρμα οι νύχτες και οι μέρες και οι ζωές μια δήλωση έσχατη να κάνω πριν σβήσω και αυτό ακόμα το κερί απόψε δεν θα καθίσω στον καναπέ θα κοιμηθώ με τα μάτια ανοιχτά καθιστή σε μιαν άβολη καρέκλα θα κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά μέχρι να κλάψουν ακουσίως θα θυμηθώ όλα αυτά που με δημιουργήσανε ό,τι έζησα ό,τι δεν τόλμησα να κάνω όσους στέκονται ακόμα εδώ και παλεύουν όσους υπογράψανε τη μετάνοιά τους και τώρα ζούνε τρισευτυχισμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στρουθοκάμηλων θα κάνω νοητό αντιχριστιανικό μνημόσυνο για τα κορμιά που κείνται στο καταγάλανο αιγαίο γιατί φταίξανε που θελήσανε να ζήσουνε κι ύστερα ποιος ξέρει ίσως σηκωθώ από την άβολη καρέκλα ίσως ανάψω μέρα μεσημέρι όλα τα φώτα του σπιτιού και του κτιρίου ολόκληρου και φωνάξω ελάτε να τα σβήσετε μόνοι σας κόψτε μου το ρεύμα κόψτε μου το φαγητό κόψτε μου βρώση πόση αέρα πάρτε πνευμόνια συκώτια μάτια αλλά όχι βλέμματα κάποια δήλωση ήθελα να κάνω αλλά την ξέχασα δεν έχει πια καμία σημασία τίποτα δεν έχει σημασία μόνο η μνήμη που αναζωπυρώθηκε απόψε ξύπνησε το θηρίο όχι από φτώχια όχι από πείνα όχι από απόγνωση απλά να θυμήθηκα το μέλλον που έρχεται κατά πάνω μας και λέω να είμαι παρούσα όταν έρθει έρχεται σας λέω ακούστε με έζησα στο σκοτάδι των κεριών κι έτσι ξέρω πως το φως έρχεται όχι τα αμπέρ που δεν πληρώνουμε αλλά εκείνο το άλλο το ελευθέριο φως που κοντέψαμε να το ξεχάσουμε ότι υπάρχει υπάρχει ρε υπάρχει ξεκινάει από τα κορμιά μας φτάνει στον ορίζοντα και καταλήγει σε μιαν έκρηξη φαντασμαγορική έσβησα το κερί μου τρέμω από φόβο κι από κρύο αλλά θυμήθηκα ζωντάνεψα τα χείλη μου κινήθηκαν φιλώ το τζάμι του γραφείου γεμίζω σκόνες τα χαλιά σκάβω το πάτωμα θάβω τον καναπέ και ξεκινώ πορεία προς τα εκεί που προορίζομαι μετά βασάνων όρθια να φτάσω·

ελάτε

*φωτό από niwse

scribo ergo sum

γράφω. γράφω χωρίς να έχω υπόψιν μου κάποια τεχνική. οι γνώσεις μου περί της γραφής περιορίζονται σε ό,τι μου μάθανε οι δάσκαλοί μου στο σχολείο. τους άκουγα προσεχτικά. όλος μου ο κόσμος ήταν τα στόματα των δασκάλων μου. ήμουνα βέβαια κάπως δαχτυλοδειχτούμενη. οι ελεύθεροι της τάξης δεν πατάγανε στην αίθουσα. κάνανε ανταρσίες γιατί οι καθηγητές έρχονταν στο μάθημα. κατά τη γνώμη τους οι δάσκαλοι δεν έπρεπε να έρχονται στην τάξη. κατά τη γνώμη τους ήμουνα κι εγώ κομμάτι του συστήματος. μου άρεσε το διάβασμα και ήξερα πάντα όλες τις απαντήσεις στα διαγωνίσματα. φόραγα φόρμα κι από πάνω φούτερ κι από μέσα φανελάκι αθλητικό για να μην κρυώνω και τα φρύδια μου ήταν άβγαλτα την ώρα που άλλες συνομήλικες περνούσαν με μολύβι τη γραμμή των φρυδιών τους και φούσκωναν τα σουτιέν τους με βάτες. ήθελα να μάθω. ένα σφουγγάρι σε σχήμα παιδικού άγαρμπου κορμιού. μα τι σημασία είχε πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας; σημασία είχε να κάνουμε φασαρία επαναστατώντας για το τίποτα. όλα τούτα ήτανε πολύ συστημικά για τους επαναστάτες συμμαθητές μου. σήμερα αναρωτιέμαι πού να ‘ναι και τι να κάνουνε οι ελεύθεροι συμμαθητές μου. τους συναντάω στα μέσα δικτύωσης. υπάλληλοι δημοσιοσχετίστες σε νυχτερινά μαγαζιά αναλαβόντες τη στημένη δουλειά του πατέρα τους ντυμένοι ακριβά ενασχολούμενοι με τη μπάλα. εγώ; εγώ συνεχίζω να ξέρω πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας όμως δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι. συστημικοί και μη συστημικοί μπερδευτήκαμε. δεν ξέρω πια ποιος βολεύτηκε και ποιος κουνιέται από τη θέση του μην τυχόν και βολευτεί το κορμί του σε μία μόνο θέση και συνηθίσει. η ελευθερία ξεχείλωσε σαν τη γυμνασιακή μου φόρμα. το σύστημα μας χώρεσε όλους.

όλους; γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα. τα ποιήματά μου που δεν είναι ποιήματα απορρίπτονται πανταχόθεν. γράφω και δεν έχω ειρμό. επαναλαμβάνομαι τραγικά. οι ίδιες λέξεις ο ίδιος πόνος οι ίδιες ανάγκες. μπορώ να σας απαριθμήσω τις αρνητικές κριτικές που λέγονται χωρίς να τις ακούω. απουσία ρυθμού. έλλειψη θεματολογίας. παραφιλολογία. εντυπωσιασμός χωρίς περιεχόμενο. αντίδραση για την αντίδραση. άγνοια σύνταξης. γραμματικά λάθη. μα εγώ κατέκτησα κάποτε ολάκερη την ελληνική γραμματική και το συντακτικό για να μπορέσω σήμερα να τα αποδομήσω με την ησυχία μου. χωρίς τύψεις. δεν έχω απωθημένα. ένιωσα στο πετσί μου τι είναι οι εγκλίσεις. και τώρα ξέρω καλά πως οι εγκλίσεις είναι μια απάτη. αυτό που ζούμε δεν υπάρχει. δεν ορίζεται. δεν εκφράζεται με μια φτωχή οριστική έγκλιση. αυτό που εύχομαι δεν θα ‘ρθει ποτέ. τι να μου κάνει μια ευκτική; υποστηρίζω τάχα πως δεν υπακούω σε προσταγές. μα σκύβω το κεφάλι και κάνω ό,τι μου λένε. η προστακτική μπήκε στο γονίδιό μου πια. είναι αργά.

είναι αργά; γράφω χωρίς λόγο αν θέλετε να ξέρετε. γράφω γιατί αλλιώς η πίεση της καρδιάς θα φτάσει στο είκοσι πέντε και θα πάω να συναντήσω τους νεκρούς μου. το ξέρω δα πως οι νεκροί δεν είναι κανενός, μην σπεύδετε να με διορθώσετε. γνωρίζω. γνωρίζω μα δεν υποστηρίζω. δεν πιστεύω στις ορισμένες μορφές ποίησης και λογοτεχνίας και τέχνης και ζωής. σπούδασα μιαν επιστήμη που μάλλον δεν είναι επιστήμη μαθαίνοντας να αναλύω κανόνες. να τους ερμηνεύω φέρνοντάς τους στα μέτρα του απέναντί μου καθήμενου πελάτου. διάβασα χτες πως το να είναι κανείς ταυτόχρονα μαρξιστής και δικηγόρος τον καταδικάζει σε μια αντιφατική και σχιζοειδή ύπαρξη. θα το θυμάμαι. τούτη την εποχή είμαι απεργός. σε λίγο καιρό οι μικρομεσαίοι δικηγόροι θα εξαφανιστούν από το πρόσωπο του τόπου. ίσως και να ‘ναι καλύτερα. τίποτα δεν με πλήγωσε πιο πολύ στη ζωή μου από το γεγονός πως η αλήθεια δεν έχει μία όψη. η ζωή δεν είναι απλή. οι σχολικές γνώσεις δεν θα μπορούν να με στηρίζουν εσαεί. γι’ αυτό ψάχνω άλλα στηρίγματα. τίποτα το ορισμένο εκ των προτέρων. ανάποδα ποιήματα σφηνοειδή τραγούδια καρκινικοί πίνακες ζωγραφικής παράφωνες μουσικές. ο κόσμος δεν πήγε ποτέ παρακάτω αγκαλιά με το σύνηθες. αυτοί που τρώγαν τις κοινωνικές σφαλιάρες μπαίνανε πάντα στις παράλληλες διαστάσεις και μας προσκαλούσανε κι εμάς. οι δρόμοι ανοίγανε πάντα με μπουλντόζες με μπουνιές με νύχια με δόντια με βία. ακούω ξανά και ξανά το λόγο του άρη στη λαμία. αυτοί που τρώγανε σφαλιάρες μέσα στα αστυνομικά τμήματα λευτερώσανε τον τόπο. βία. η ιστορία είναι η μαμή της βίας. μου αρέσουν οι αντιστροφές. οι απότομες στροφές. όσο ευαίσθητο στομάχι έχω τόσο αντέχει το μυαλό μου στα ανεβοκατεβάσματα. ανδρώθηκα με τον εφιάλτη του στομαχικού ιλίγγου πάντα δίπλα μου. μα επιδιώκω τον εγκεφαλικό ίλιγγο σχεδόν κάθε στιγμή. ο κόσμος μας έχει ανάγκη από φαντασία. από έμπνευση. η ζωή μας έχει ανάγκη από ανατροπή. από πάθος.

πάθος. γράφω με πάθος. γράφω; δεν εκφράζω κανέναν παρά τον εαυτό μου. η εποχή μου επιτρέπει να βλέπετε κι εσείς αυτά που γράφω. ίσως και να το σταματήσω. μπορεί και όχι. ίσως και να επιστρέψω στη ρομαντική εποχή που δεν υπήρξε ποτέ αλλά υπάρχει μέσα μου. θα γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί δεν έχουν τεχνική και μέτρο και ισορροπία και θα τα κλείνω σε μπουκάλια. θα μολύνω τα νερά του ιονίου πετώντας μέσα τους μπουκάλια με άχρηστα ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί κάποτε ίσως να φτάσουν σε κείνο το νησί που μεταναστεύσανε οι νεκροί μου. και οι νεκροί σας.

γράφω. θα συνεχίσω να γράφω. έτσι ξεγελάω τη μαύρη θάλασσα που μαίνεται μέσα μου. να γράφετε. και να μιλάτε. και ποιος ξέρει. όλα είναι μια αλυσίδα. σαν την αλυσίδα της φύσης που μαθαίναμε στο σχολείο. η απογοήτευση φέρνει θλίψη η θλίψη οργή η οργή βία και η βία δένει την ιστορία στο άρμα της και προχωράει θέλουμε δεν θέλουμε. να μιλάτε. και να γράφετε. και ποιος ξέρει.

ρεκβivere

kalavrita-ereipia

οδηγώ στην αριστερή λωρίδα
όσο πιο αριστερά τόσο πιο καλά
έτσι μου λέει το ένστικτό μου
μα κάνουν λάθος τα ένστικτα ερωτηματικό
η ταμπέλα γράφει έξοδος προς θριάσιο
μα πού το ξανάδα αυτό
διερώτηση
α ναι η πράξη θανάτου που κουβαλάω μαζί μου
γράφει τόπος θανάτου θριάσιο ίδρυμα ή κάπως έτσι
για να πιστοποιήσεις την απραξία του θανάτου
απαιτείται πράξη
αγκαλιάζω την ειρωνεία για το ρεβεγιόν
όχι όχι γαλλικά δεν ξέρω γρι
ρεβεγιόν μπορεί να είναι ένα φαγητό
ή μια πόλη ή ένα κρασί ή μια γιορτή
οδηγώ αριστερά
ο κ μου λέει να μην τρέχω τόσο
τι να θέλω άραγε να προλάβω
χθες τη νύχτα δεν κοιμήθηκα είχα δυσφορία
τον ξανάδα στον ύπνο μου
πώς γίνεται να βλέπω όνειρα ξύπνια
τον βλέπω συχνά να χαμογελάει όχι σε μένα
να χαμογελάει στο σύμπαν έτσι έκανε όσο ζούσε
φτάνω στην επαρχιακή πόλη
πολύ πριν γίνει θέρετρο για τζιπ ήταν πόλη μαρτυρική
πόλη του θανάτου και της λευτεριάς
μπαίνω σε μια έκθεση ζωγραφικής με θέμα το ολοκαύτωμα
παντού γυναίκες να κλαίνε
μου καρφώνεται στο μυαλό ένας πίνακας
ένα άσπρο πουκάμισο επί ξύλου κρεμάμενο
με έναν κόκκινο λεκέ στο μέρος της καρδιάς
κι από πίσω ατάκτως γραμμένα
όλα τα ονόματα των δολοφονημένων της θηριωδίας
τίτλος του έργου κάτι σχετικό με τη μνήμη
μνήμη όπως μνήμα
μνήμη όπως μνημόνιο
μνήμη όπως άνυδρο κλάμα
μπαίνω στο ειρηνοδικείο
άκου εκεί ειρηνοδικείο
δηλαδή για να καταλάβεις δικάζει με γνώμονα την ειρήνη
δηλαδή για να συναισθανθείς δικάζει με στόχο την κοινωνική ειρήνη
εκεί θα πλειστηριάζονται τα σπίτια σας στα ειρηνοδικεία του πολέμου
εκεί μέσα θα ρίχνουν τις ναπάλμ
οι άλφαμπανκ και οι γιούρομπανκ και άπασες οι εις μπανκ λήγουσες
και εκεί θα λιποθυμάς όταν θα ανακηρύσσεσαι σε μη συνεργάσιμο
και ταυτόχρονα άστεγο γιατί ο καπιταλισμός δεν αστειεύεται σύντροφοι
ειρηνοδικείο που λες και όχι ούτε τώρα θα βάλω στίξεως σημεία
καλημέρα σας για μια αποποίηση ήρθα
ποιος ο αποθανών
κανένας ήθελα να της πω
αλλά έξω ένα πουλί τιτίβιζε και μπερδεύτηκα κάπως
με το θράσος της φύσης που συνεχίζει να ζει κι ας πεθαίνουμε εμείς
και της αποκάλυψα το όνομά του
έχετε πράξη θανάτου ναι μάλιστα έχω πέθανε στα σίγουρα
και όλα πολύ απλά και πολύ εορταστικά
σφραγίδες και υπογραφές και καλές χρονιές
και η ειρωνεία πουλί περιπλανώμενο
να ίπταται πάνω από τα κεφάλια μας
πώς να γιορτάζει άραγε την πρωτοχρονιά
ο πρώτος των υπουργών άλλως ο πρωθυπουργός
when you look at yourself do you see what i see
if you do why the fuck are you looking at me
ο ν τις προάλλες μου είπε ότι φοβάται ότι είμαστε λόγια μόνο λόγια
και στο τέλος θα κρεμαστούμε από τα γραπτά μας για να τελειώνουμε
για τη νέα χρονιά φοβάμαι μήπως στερέψω από έμπνευση
και από οργή και από εμμονές
όχι τις εμμονές μου θα τις κρατήσω καλά φυλαγμένες μέσα μου
θα τις κάνω φρούριο και θα ζήσω εκεί μέσα
θα γράφω πάντα τα ίδια και τα ίδια
μέχρι που ούτε κι εγώ η ίδια να μην με διαβάζω
έξω από το μουσείο η προτομή του πετμεζά
σκουντουφλάω πάνω στα τζιπ αλλά δεν γρατζουνίζονται καν
μόνο η μνήμη μου γρατζουνίζεται
εκατομμύρια έτη φωτός πριν
δημοτικό σχολείο τα μισά μου μαλλιά πιασμένα ψηλά με φιόγκο
απαγγέλω ποίημα για τον πλάτανο της λεφτεριάς
διαβάτη εδώ σε τούτο το πλατάνι φωτήλας ζαΐμης πετμεζάς
κι ο γέρος του μωριά εκάμαν το συμβούλιο τους να ιδούμε λεφτεριά
γεράσαμε πριν να ζήσουμε μόνη μόνη πολύ μόνη
βαρέθηκαν να με ακούνε να λέω τα ίδια και τα ίδια
κι έτσι τώρα περπατάω στο δρόμο και παραμιλάω
αλλά μπορεί να μιλάω και στα δέντρα ή στις γάτες ποτέ δεν ξέρεις
ψάχνω τις τσέπες μου μπας και βρω ένα κόμμα ή μια τελεία
κάπου να ξαποστάσω να ακουμπήσω σε μιαν άνω τελεία τουλάχιστον
αλλά ξέμεινα έδωσα τα τελευταία μου σημεία στίξης σε έναν λαχειοπώλη
για να πάρω το πρωτοχρονιάτικο που κληρώνει αύριο
γιατί κάπως πρέπει να χτιστεί και το γήπεδο της αεκ ρε συντρόφια
και εξάλλου εγώ μεγάλωσα δίπλα στα γήπεδα της αεκ και του απόλλωνα
και μόλις ακούσω περιγραφή ποδοσφαιρικού αγώνα από σπίκερ
ή έστω τη μουσική της αθλητικής κυριακής
παθαίνω δεκαεφτά καταθλίψεις
και πρέπει να φάω πέντε σοκολάτες για να συνέλθω
τι σου έλεγα α ναι
λοιπόν αποφάσισα εγώ τη χρονιά δεν θα την αλλάξω αύριο
δεν είμαι έτοιμη να την αφήσω ακόμα
ίσως σε κανά μήνα να μπορέσω να την αποχαιρετήσω
έτσι κάνω με όλα και κυρίως με τους νεκρούς
τους τοποθετώ σε έναν δικό μου χωροχρόνο
και δεν τους αποχαιρετώ ποτέ
νομίζω πως δεν θέλω κάτι άλλο να πω γιατρέ μου για σήμερα
γιατί έπεσε το ζάχαρό μου και θέλω κάτι γλυκό πάλι
ούτε μισό δόντι δεν θα μου μείνει στο τέλος
και άντε να τρέχεις να πουλάς νεφρά για να βάζεις εμφυτεύματα μετά
έξοδα πολλά έξοδα αλλά προς το παρόν όλα καλά
έχω δυο νεφρά δυο πνευμόνια δέκα δάχτυλα
δυο μάτια άπειρα δάκρυα ανάλατα
και μια μόνο μια μόνο γαμημένη ζωή
που όχι ρε συντρόφια
δεν σκοπεύω να την πετάξω σε δαύτους
αμαχητί