sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: άγαλμα

τω υπερμάχω

το πεπερασμένο της ζωής μας οδηγεί σε σταυροδρόμια
δεν χωράνε όλα μέσα σε μια παρτίδα
κι έτσι άλλοι πίνουν
άλλοι κυβερνάνε
άλλοι αγαπιούνται
και άλλοι αγαπάνε

 

δεν προλαβαίνω να χωρέσω μέσα σε δυο τρεις τέσσερις σελίδες
μία πλημμύρα του μυαλού αλλιώτικη απ’ τις άλλες
το βλέμμα που θαρρείς πως δεν κοιτάζει πουθενά
είναι του ανθρώπου εκείνου που μέσα από την παρατήρηση έγινε σοφός

λοιπόν, στα κράσπεδα του άστεως των φτωχών
περιπλανήθηκα όλο τούτο το μαρτιάτικο πρωί
ανακριτής ο ήλιος μου και εφέσιμη η ποινή μου
άλλοτε βέβαια τα πεζοδρόμια ήσαν πιο φιλόξενα
-κι αν δηλαδή το δέρμα μου ήταν μελαμψό
τι θα άλλαζε σε μένα-
πάντως εγώ
ακροβατώντας επιδεικτικά ανάμεσα στους επιβήτορες του κρατικού μηχανισμού
και στους θεούς μου που εντός ναού δεν θα τους βρεις
-στέκονται αγαλματένιοι στις πλατείες·
περιστερώνες ιδεών-
απεγνωσμένες έστειλα στα σύννεφα ευχές
να ερωτοτροπήσουν λίγο ακόμα με τις στάλες της βροχής
μέχρι ο ηλιάτορας συμπέρασμα να βγάλει
αν πρέπει έγκλειστη κάπου να ζω
-τι κλινική τι φυλακή· τα κάγκελα είναι που πονάνε-
ή μήπως λόγω ανέντιμου προτέρου βίου
θα συνεχίσω το περπάτημα στα άστη και στα πέριξ
θα τυραννώ τον έρωτα κι ας ζω με την ελπίδα
πως η επιστήμη κάποτε το φάρμακο θα δώσει
με ένα χαπάκι μαγικό να μην ξαναρρωστήσω
να γίνει ο έρωτας ζωή· να μην με κρεβατώνει

απόψε ξέρεις, οι χριστιανοί σε εκκλησία θα μπούνε
της θεοτόκου οι χαιρετισμοί θε να τους ανυψώσουν
μα εγώ κοντράρω το θεό και ανάποδα ρωτάω
πότε τους αποχαιρετισμούς οι άνθρωποι θα αντέξουν

 

 

όταν οι εραστές βρουν έναν τρόπο
το τραύμα του αποχαιρετισμού
αναίμακτα να ζούνε
τότε ο έρωτας θα ‘χει
το θάνατο αναμφιβόλως
δια παντός νικήσει

Εν Ληξουρίω, 202 μ.Λ.

// οι φαντασίες μπαίνουν εύκολα στα κούφια κρανία //

// στην είσοδο δεν είναι νους θυρωρός//

// και μέσα βρίσκουν ευρυχωρία //

α. λ.

͂Εν Ληξουρίω, 202 μ.Λ.

ο χρόνος που περνά πάνω από τα δάχτυλά σου δεν θα επιστρέψει ποτέ

η διάταξη των βιβλίων στο ράφι θα αγωνίζεται πάντα ενάντια στη σκόνη της λήθης

το κρύο που σου τεντώνει το δέρμα κάτι θέλει να σου πει

παντού υπάρχουν άστεγοι

γιατί όχι κι εδώ

το άγαλμα του βλαδίμηρου έπεσε με θόρυβο

η ευρώπη μαζεύει στη χιονισμένη της αγκαλιά όλους όσοι τόλμησαν να αποσκιρτήσουν

έτσι θα ζήσουμε

χωρίς ηγέτες

χωρίς ιδέες

μόνο με κρύο και χαρτόκουτα

οι ποιητές θα ενοχλούνται από την παρουσία μας στα παγκάκια

οι δεκαετίες θα περνάνε ανεπιστρεπτί

τα παιδιά μας θα πεθαίνουν από το κρύο

θα παλεύουμε να τα κρατήσουμε παραπάνω μέσα στη μήτρα μας

αλλά φευ

οι γιατροί δεν θα μπορέσουν ποτέ να νικήσουν το θάνατο

μόνο οι συγγραφείς θα ονειρεύονται πως τον νικούν

θα πουλάνε χιλιάδες αντίτυπα από τα βιβλία τους

και δεν θα μάθουν ποτέ πώς είναι να πεθαίνεις από το κρύο

έτσι θα ζήσουμε, σου λέω

φοβάμαι, λίγο

μα πιο πολύ, αρνούμαι

η μάνα παλεύει να μη σε χάσει

ό,τι της απέμεινε από ελπίδα στο χαρίζει

κι ας μείνει εκείνη μόνη μετά

 

τα δάχτυλά σου θωπεύουν ξανά τον αέρα

ψάχνουν στη στρατόσφαιρα τις χαμένες ώρες

μα εκείνες δεν θέλουν να γυρίσουν πίσω πια

η σκόνη τρυπώνει ύπουλα παντού

όλες οι προτομές των ηγετών μας πέσανε

κι εμείς μείναμε να κοιτάμε το άγαλμα του αντρίκου

το μόνο που παραμένει παγωμένο και αγέραστο ακόμα

και πάνω κει

στο κρύο μάρμαρο

η σκόνη, ο χαμένος χρόνος, τα δάχτυλά σου, τα βιβλία

βρίσκουν τη ζεστασιά που αθανασία θα τους χαρίσει.

γιατί σε τάφους και σε αγάλματα το ίδιο υλικό να βρίσκω;

͂

* το κείμενο ενέπνευσε τον @Soulis Thomopoylos για την αλίευση της φωτογραφίας από το διαδίκτυο