sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: Άδης

του νεκρού φωτογράφου

«πετάγομαι το βράδυ απ’ το κρεβάτι και κόβω βόλτες.
πού γυρνάς μες στη νύχτα; με ρωτάει.
δεν ξέρω τι να της απαντήσω.
τι να της απαντήσω;
της είπα προχθές ότι για εμάς καμία Νυρεμβέργη δεν θα υπάρξει.
ότι εμείς ξέραμε.
αυτό που μας τρώει τα σωθικά και για το οποίο ταχθήκαμε να χαλάμε τη ζωή μας, που δεν είναι αναγκαστικά σπουδαίο, ίσως ούτε και συνταρακτικό, είναι οπωσδήποτε κάπως αδύνατο πλέον να ειπωθεί με το συνήθη τρόπο.
ψάχνω.»

ν. α.

1779294_10203532044556620_1418356629904746154_n

να βγω κι εγώ μια φωτογραφία
γελαστή και γυμνασμένη με χείλη ροζ και βλέμμα ασταθές
τραβήξτε με κι εμένα μια φωτογραφία
ίσα να δω πώς φαίνεται η αδιαφορία στο φακό
να με θυμάμαι όταν περάσει ο πόλεμος
μα σας παρακαλώ· τραβήξτε με κι εμένα μια φωτογραφία
κρίμα να πάει χαμένη μια ολόκληρη βραδιά
θέλω να με θυμάμαι όταν ολάκεροι λαοί δεν θα υπάρχουν πια
όταν οι βόμβες αφανίσουν πια λογής ανθρώπους και χωράφια
να με θυμάμαι επιθυμώ
να, βγάλτε με εδώ δίπλα στο αφρίζον κύμα
εδώ που ξέβρασε η μάνα θάλασσα κουφάρια
εδώ που υπερχείλισε ο αχέρων ποταμός
μόνο προσέξτε της γενιάς μου το φεγγάρι
θέλω να φαίνομαι χλωμή τάχα φτωχή και ταλαιπωρημένη
κι ας πλέουν γύρω μου μωρά φουρτουνιασμένα
κι ας μείνανε τα στόματα αδειανά από ζωή
κι ας έρχεται ολόγυρα ο άδης χορτασμένος

τραβήξτε με ακόμα μια φωτογραφία
γιατί οι άνθρωποι χωράμε πια σε έναν τόσο δα φακό
ίσα να φαίνονται τα άδεια μας κρανία
ίσα να γράφουμε συνθήματα στους τοίχους
ίσα να σπαταλάμε τα υγρά του σώματος για ίδιους σκοπούς

μα σας παρακαλώ· μια τελευταία λήψη επιθυμώ
εδώ κάτω από της άπληστης ένδειας το φεγγάρι
ίσα να με θυμάμαι
όταν αντίκρισα για τελευταία φορά της ύπαρξής μου το κενό

 

*φωτογραφία τραβηγμένη στο λένινγκραντ εν έτει 1937, περιμένοντας την επέλαση των ναζί

ad hominem

«να φτύσω μέσα με θυμό που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο»

θaνάσης παπακωνσταντίνου

κλειδαμπαρώνω τη θάλασσα
δεσποινίς νεοφώτιστη ετών γηραιών
περίκλειστη από άψυχα μυαλά

ο παράλογος ερμής εναπόθεσε ειρηνικά
αποβραδίς στην πόρτα μου
το ψυχρό μήνυμα του πολέμου

άκουσα τον αντίλαλο της φωνής μου
από τον άλλο κόσμο
και πρέπει να πω σε σας
τους πολιτισμένα θρήσκους
τους ζεστά ντυμένους
τους ειρηνικά υποταγμένους
πως ο άλλος κόσμος δεν υπάρχει

άκου ερμή
έμαθα να γεννιέμαι εν ειρήνη
και να πεθαίνω εν πολέμω

άκου ανθρωπότητα
δεν επιθυμώ ούτε ένα τίμιο δάκρυ σου

άκου κυρία των γηραιών ετών και πάντων δήθεν των λαών
στα σύνορά σου οι θάλασσες ξερνούν ποτάμια αίμα

άκου κι εσύ που δήθεν γράφεις με λυγμό
πως ήμουν μόλις εν σοφία τριών ετών