sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: άνοδος

ο τελευταίος των γλάρων

άκου με, γλάρε
κοίταξέ με την ώρα που κολυμπάω μέσα στη βαρυχειμωνιά
κατακαλόκαιρο και φέτος ο νοέμβρης
ο νοέμβρης λέω
ο μήνας του εξεγερμένου κλάματος
να ‘χεις ποτέ σου πάθει αμνησία, γλάρε;
να υποφέρεις άραγε από μυωπία, να θες γυαλιά;
παθαίνουν μυωπία τα πουλιά;

άκου με πάντως
σ’ αυτόν τον τόπο κολυμπάς αγκαλιά με το θεό αίολο
απέναντί σου οι γεννήτριες απειλητικά αγέρωχες
μετατρέπουν την ενέργεια σε σκόνη
οι αγρότες εκεί πάνω φυλάνε τα χωράφια τους με καλάσνικοφ
μπερδέψανε βλέπεις τις γεννήτριες με τους ανεμόμυλους
το σφάλμα της εποχής
έγινε ήρωας ο δον ζουάν
και λησμονήθηκε ο άλλος δον
ο κιχώτης

την ώρα που κολυμπάω ξέρεις, γλάρε
δεν σκέφτομαι με το μυαλό
αλλά με τα πνευμόνια
μουλιάζω το κεφάλι μου για ώρα πολλή
για να μου προκαλέσω φρικτό πονοκέφαλο
είμαι έτοιμη για τα βασανιστήριά σας, κοινωνία
ξεδιαλέγω λοιπόν τα όργανά μου
εξερευνήσαμε που λες το εκατό τοις εκατό του στομαχιού μας
αλλά ένα ασήμαντο μόνο κομμάτι του εγκεφάλου μας
κι έτσι ξέρουμε με σιγουριά
τι σημαίνει πεινάω
τι σημαίνει χορταίνω
και τι σημαίνει κλέβω για να φάω
ο πολιτισμός του στομαχιού
η πρόοδος του εντέρου
η επιτυχία της στομαχικής πλύσης
και οι εγκέφαλοι ανενεργοί
ε ας τους πετάξουμε

σου ‘λεγα ότι κάνω ξεσκαρτάρισμα
θέλω λοιπόν τα πνευμόνια αλλά όχι τον εγκέφαλο

κι η θάλασσα ξέρεις, γλάρε
η θάλασσα γελάει και μου δείχνει τα δόντια της
είναι θυμωμένη και νιώθει μοναξιά
το λάθος της εποχής
λατρέψαμε τη θάλασσα μόνο στους σαράντα υπό σκιάν
ξεχάσαμε πώς είναι να αγαπάς στα δύσκολα
να αγαπάς τους νοέμβρηδες
να επαναστατείς σε καιρούς άβολους
και να χαμογελάς σε χρόνια βροχερά

σου ‘λεγα για τη θάλασσα
αγαπάω τις αντιθέσεις, στο ‘πα;
λοιπόν πόσο αντίθετα είναι όλα τώρα πια εδώ
η δροσιά είναι τώρα πάνω στη γη
η ζέστη υπάρχει μόνο μέσα στο νερό
τα νερά που το καλοκαίρι δροσίζουν τους λουόμενους
γίνονται −φευ− το μοναδικό καταφύγιο θέρμης

άσε που τώρα δεν υπάρχουν λουόμενοι εδώ
μόνο εσύ κι εγώ
ένας γλάρος και δύο πνευμόνια
για σκέψου
νιώθουν τα πουλιά μοναξιά;
υπάρχει αμηχανία στον αέρα;

θέλω γλάρε με την ευκαιρία να διορθώσω και κάτι ιστορικό
συνηθίζουν οι άνθρωποι να λένε πως τάχα φοβούνται
τη φωτιά τη γυναίκα και στο τέλος μόνο το θαλασσινό νερό
όμως τους χειμώνες μόνο παίρνουν σάρκα και οστά
τα ρητά της ανθρώπινης δειλίας
άκου τώρα την αλήθεια γλάρε
πυρ γυνή και θάλασσα
αυτό θα αναφωνώ κάθε που θα σε κοιτώ
γιατί ξεκίνησα να ζήσω την άνοδο των μυρίων εξαθλιωμένων λαών
και τώρα πια βυθίζομαι όλο και πιο βαθιά στην ταπείνωση

μόνη μου διέξοδος γλάρε
να φωνάζω
θάλαττα θάλαττα
κάθε που θα ‘ρχομαι να σε κοιτώ
κάθε που θα με αγκαλιάζει το κρύο νερό
και κάθε που θα ελπίζω πως θα μου χαρίσεις τα φτερά σου

Advertisements

άνοδος των μυρίων, η

1208747_10200888393947007_499785804_n

 

Άκου. Άμα είναι να πούμε αλήθειες τότε να μην φοβηθούμε. Άκουσέ με. Μην κοιτάς που χαμογελάω όλη μέρα σαν ηλίθια, μην κοιτάς που σου γελάω συνωμοτικά και σου λέω δεν έχω κάρτα, θα σου κάνω αναπάντητη όταν έρθω- άλλο που εσύ, κανενός παπά ευαγγέλιο, πήγες και μου αγόρασες μονάδες για να έχω στο κινητό- το νιώθω πως πάμε κατά διαόλου. Κάτι αλλάζει προς το χειρότερο. Θυμάσαι που λέγαμε ότι ο πάτος δεν έχει πάτο; Κατεβαίνουμε κι άλλο. Αργά, υγρά, βασανιστικά. Η κάθοδος των μυρίων της εποχής μας και δεν βρέθηκε ένας ιστορικός της προκοπής να την καταγράψει. Ένας πελοποννησιακός και κλείσαμε. Είπαμε να μην το βάλουμε κάτω αλλά ψάχνω να ελπίσω σε κάτι και καταντάω να ακούω έξω φωνή τους Κερκυραίους που ξημεροβραδιάζονται ανάμεσα στη σύγχυση και το γέλιο και να διαβάζω από την ανάποδη- το πίσω μπρος, αν έχεις το θεό σου– τον Επαναστατημένο Άνθρωπο του Αλμπέρ μήπως βρεθεί και κάτι ακόμα για οξυγόνωση. Κανένας δεν ήθελε να τελειώσει ο Αύγουστος και μόνο εγώ ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα, με κούρασε η νωχέλεια, να γυρίσω στη δουλειά μου, να σιγουρευτώ ότι ακόμα έχω δουλειά, ο ένας απολύθηκε, ο άλλος ετοιμάζεται για έξω, ο τρίτος θα δουλεύει πια τρεις μέρες και τις υπόλοιπες θα αναρωτιέται γιατί ανέβηκε η μυωπία του τρεις βαθμούς μέσα στο Μετσόβιο τόσα χρόνια, ρε στραβώνει το πράγμα ολοένα και πιο πολύ, δεν το βλέπετε; Κι ύστερα βγαίνεις μια βόλτα στις γειτονιές το σούρουπο και βλέπεις κόσμο στα μαγαζιά, χαμός, φέρε μπύρες να πιούμε, έχει ο θεός, μαλάκα μου αλήθεια έλεγε ο άλλος, λεφτά υπάρχουν, και πιο πολύ από όλα με πειράζει που ακόμα πιστεύουν σε θεούς και δαίμονες όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κι άμα τους πεις λίγο στην πλάκα λίγο σοβαρά πως πάνω από τα σύννεφα είναι τα αστέρια, πιο πάνω η στρατόσφαιρα και πιο κει άλλα σύμπαντα, αλλά τίποτα το θεϊκό γιατί θεοί είμαστε μόνο εμείς οι ίδιοι, ο θεός κατάγεται από τον πίθηκο ρε μάγκες, σε στήνουν στον τοίχο και σε πυροβολούν, πάει αυτή αποτρελάθηκε, κάπου έχει μπλέξει. Δεν αντέχουν μάτια μου οι άνθρωποι να νιώσουν πως είναι μόνοι, οι μόνοι υπεύθυνοι για τη ζωή τους, κλείνουν τα μάτια στην αλήθεια, καλά όλοι το κάνουμε αυτό δε λέω, αλλά καμιά φορά που ανοίγω τα μάτια μου ορθάνοιχτα στην καταιγίδα μετά τον τρόμο έρχεται η απελευθέρωση, αλήθεια σου λέω, δοκίμασέ το έστω μια φορά, είναι ωραίο, σα να κάνεις έρωτα φαντάσου.

Ωραία και τα νησιά και οι θάλασσες και τα τοπία και τα φαγητά αλλά εγώ φέτος έψαχνα για [α]γωνίες. Κοιτούσα τους ανθρώπους στα μάτια, λαχταρούσα να δω την αγωνία στο βλέμμα τους, γιατί από την αγωνία γεννιέται ο ελεύθερος, από τη γωνία ξεπηδά η ιδέα και η σκέψη, μην τα στρογγυλεύετε όλα ρε παιδιά, άμα έχεις γωνίες μαθαίνεις να είσαι ευλύγιστος, άμα είσαι στρογγυλός κουτρουβαλάς από τις κατηφοριές αδιάφορα και μόνο ο θάνατος σε σταματάει κι ούτε που νιώθεις πόνο ή χαρά, απλά κατρακυλάς. Στις εσοχές και τις εξοχές σου είναι που πληγώνεσαι, κι άμα πληγώνεσαι παλεύεις να επουλωθείς, κι άμα μαθαίνεις να παλεύεις μαθαίνεις να νικάς.

Είπαμε, θα σου πω αλήθειες. Με κυριεύει ο φόβος πολλές φορές, όχι τις νύχτες, οι νύχτες με αγαπάνε γιατί τους χαρίζομαι, αλλά είναι κάτι πρωινά που φοβάμαι, οδηγώ και σκέφτομαι γιατί να μην υπάρχει και έκτη και έβδομη ταχύτητα, ο συμπλέκτης σταματάει στην πέμπτη και μετά τι; Δεν υπάρχει τίποτα άλλο μετά, κι αυτό είναι που με κάνει να κλαίω, η ανυπαρξία του μετά.

Η πιο μισητή λέξη της δεκαετίας είναι η λέξη μέλλον. Τη φοβόμαστε γιατί την καταστρέψαμε. Κι αυτή μας εκδικείται γιατί της στερήσαμε το λόγο ύπαρξης.

Κι έτσι τι κάνουμε οι άνθρωποι; Ξαναγυρνάμε πίσω. Στον κουβά του παρελθόντος. Κι ούτε μαθαίνουμε απ’ αυτό, ούτε το αγαπάμε, ούτε συμφιλιωνόμαστε. Αναμασάμε τις ίδιες έχθρες ξανά και ξανά, ξανανάβουμε φωτιές από χρόνια σβησμένες μπας και νιώσουμε λίγη ασφάλεια, την οικειότητα του ξανά και ξανά καμένου δάσους. Δεν μας νοιάζει που είναι καμένα τα δέντρα, φτάνει που ξέρουμε πώς είναι, το έχουμε ξαναζήσει, παίζουμε στο γήπεδό μας. Μα για αναδάσωση ούτε λόγος.

Κοίτα δεν σου κρύβομαι. Φοβάμαι. Είναι που φέτος στο διάβα μου από Αιγαίο και Ιόνιο είδα πολλούς με κάτι σβάστικες στο μπράτσο και κάτι ελληνικές σημαίες- κουρελόπανα, πανάθεμά τα- και με έπιασε μια θλίψη. Συνομήλικοι. Θα μπορούσαμε να πίναμε χυμό μαζί και να γελάμε με τους μαλάκες τους παλιούς που κύλησαν αίμα την Ευρώπη και όχι μόνο γιατί δεν είδαν ποτέ στ’ αλήθεια τι είναι αυτό που τους φταίει στις ζωές τους. Μα τι χυμό να πιεις με βλέμμα κενό απέναντί σου; Κι εγώ πια, έλεος, το στόμα μου δεν ξέρω να το κλείνω, βγαίνω από τα ρούχα μου και παλεύω να εξηγήσω σε αυτιά που δεν ακούνε πια γιατί έχουν βουλώσει οι φλέβες και οι αρτηρίες και οι αδένες από κακία ότι η αγάπη και η ελευθερία θα με στείλουν στον αγύριστο πριν την ώρα μου, ναι το ξέρω ότι η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή ρε βλάκες ηδονιστές, αλλά δεν με νοιάζει αν είναι μικρή ή μεγάλη, με νοιάζει να είναι όμορφη.

Κι από ειρωνεία; Πού να στα λέω. Πόσες φορές άκουσα και φέτος από φίλους και γνωστούς και συγγενείς και αγνώστους και εχθρούς για τις βλακείες που κάθομαι και γράφω, για τις χαζές μου τις ιδέες, για τα όνειρά μου που είναι τόσο μα τόσο ηλίθια, μια χαρά κορίτσι είσαι, έχεις τη δουλίτσα σου, έχεις τις σπουδές σου, θα κάνεις κι έναν καλό γάμο κι όλα τα άλλα να πα’ να γαμηθούν, τι τα θες και τα σκαλίζεις μωρέ όλα αυτά, εμείς διαβάζουμε ό,τι λες και γελάμε πολλές φορές, μην ασχολείσαι και μην πωρώνεσαι, ούτε στη δουλειά σου κάνει καλό αυτό, και μέσα σε όλα αυτά ένας πατέρας που μου χαμογελάει συνωμοτικά, μην σταματήσεις να γράφεις μου λέει, κι εγώ σηκώνω και πάλι κεφάλι, εντάξει, ήσουν ποτέ με τις πλειοψηφίες για να είσαι και τώρα ή νοιάστηκες ποτέ αν σε λένε τρελή και αλλοπαρμένη; Άστους μωρέ. Ου γαρ οίδασιν.

Χαμόγελο.

Εντάξει τώρα που στα είπα πάνω κάτω νιώθω καλύτερα.

Εξάχνωση φόβου θα το ονομάσω το φαινόμενο.

Καλύτερα είμαι, αλήθεια σου λέω.

Ε γι’ αυτό μάλλον γράφω. Για να ξορκίσω το φόβο, που θα ‘λεγε και κάποιος χριστιανός.

Κερνάω όνειρα, ψήνεσαι;