sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: έγκλημα

sangria, ποτήρια, δύο

οι κουβέντες σας
στον καφέ του απογεύματος
περισσεύουν
μπροστά στο λυγμό της ζωής
μιλάτε για την ελλάδα της κρίσης
δαγκώνοντας με ηδυπάθεια το πολύχρωμο καλαμάκι του καφέ
αλήθεια ποια χώρα να ‘ναι αυτή
την ώρα που ένας πατέρας
βαμμένος το γκρίζο του πολέμου
τυλίγει το μωρό του με μαύρες σακούλες σκουπιδιών
γιατί βρέχει ασταμάτητα στο νησί που τον έριξε ο αριστοφάνης
μεγάλες μαύρες ασφυκτικές σακούλες
σαν εκείνες που χρησιμοποιείτε για να ξεφορτώνεστε την υπερεργασία που ξεχειλίζει από το κορμί σας

οι άρχοντές σας συνεδριάζουν τούτη την ώρα διεθνώς
αποφασίζοντας ότι οι πρόσφυγες την αναπτυσσόμενη δυστυχία των χωρών τους παρακωλύουν
κι έτσι τρόπο ψάχνουν
για να μην τους γράψει η ιστορία ως φονιάδες των λαών

κι εσείς συνεχίζετε να συνομιλείτε ελαφρά
γέρνω την καρέκλα πίσω
ψάχνω να βρω των ματιών σας τις κόρες
− τι διάβολο, δεν συστέλλονται ποτέ από ντροπή
και μη νομίζετε πως καμώνομαι ανωτερότητα εν συγκρίσει με εσάς
εδώ είμαι κι εγώ
πίνω το κρασί μου ρουφώντας αμερικάνικο καπνό
πατώ πάνω στα εφευρήματα της κεφαλαιοκρατίας
ανανεώνω το κραγιόν μου
κι αναρωτιέμαι
ποία η λύσις για τα παραπάνω κιλά του αυγούστου

όμως δεν μιλώ
πού και πού σου σφίγγω το χέρι
αναζητώ την αγκαλιά σου
ξανανάβω τσιγάρο
με πιάνει πανικός
ο πατέρας ανοίγει τη μαύρη σακούλα της ασφυξίας
αγκαλιάζει το πτώμα του γιου του
που αγνοείται ήδη από το πρωί
σε κείνο το νησί συνεχίζει να βρέχει
να βρέχει θάνατο

βρέχει θάνατο γύρω μας παντού
κι εμείς πιάνουμε τα μαλλιά μας
μην τύχει και ποτίσουν την οσμή του κορακιού
μετράμε κέρματα για ένα ακόμα ποτήρι κρασί
πλέκουμε όνειρα παχιά για το φτωχό μας μέλλον
φτιάχνουμε τεράστιες βαρετές παρέες
καθόμαστε σε λίβινγκ ρουμ φτηνιάρικα
κι εκεί
στην πρώτη ερώτηση του επιδαπέδιου παιχνιδιού
απαριθμείστε όλα τα επισήμως καταγεγραμμένα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας
στεκόμαστε βουβοί
καθώς τεράστιες νάυλον σακούλες σκουπιδιών
πέφτουν απ’ το ταβάνι του σπιτιού
πνίγοντας με φτηνό ισπανικό κρασί
την αναίτια ύπαρξή μας
δια παντός

Advertisements

καμιά φορά διψάω για ποίηση*

και μιλάω
για τα εξάχρονα στο δημοτικό
που πετάνε
τις τσάντες κάτω
και παλεύουν
μεταξύ τους
όπως
δεν παλεύουν
οι πατεράδες τους
με την
πραγματικότητα

γιώργος δομιανός
(άτιτλο I)

οι επισκέψεις στην πρωτεύουσα
είναι στην πραγματικότητα πρότζεκτς
εργασίες δηλαδή καταστροφής στερεότυπων
κατέβηκα λοιπόν μέχρι τον πειραιά
γιατί η θάλασσα δεν είναι θάλασσα μόνο στο νησί
κατέβηκα στο λιμάνι μ’ ένα οικείο ουρλιαχτό στο στομάχι μου
και κει την είδα
κι αν θες να ξέρεις
μύριζε υπέροχα
καυσαριώδες ιώδιο
κάθισα σε μια αποβάθρα
υποκρινόμενη έναν ερχομό
τα λιμάνια δεν αφορούν τη φυγή
αλλά τον ερχομό που δεν έρχεται

στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα μανάβικα πουλάγανε κεράσια σαν τρελά
καυσαριώδες κεράσι
και γω επιβεβαίωσα την αλήθεια
όσων έμαθα χτες
πως όχι
δεν είναι η εποχή των κερασιών
κι ύστερα σκέφτηκα
πως δεν έχω δοκιμάσει κεράσι ποτέ στη ζωή μου
το κεράσι βλέπεις κρύβει κάτι
και γω τις νύχτες ζω αγκαλιασμένη με τους φόβους μου
φυλάω τις ανασφάλειές μου θαρρείς και αποτελούν
υμένα παρθενικό της δεκαετίας του πενήντα
δεν σκοπεύω να χαρίσω τις φοβίες μου
στο πρώτο τυχόν ελκυστικό φρούτο
τουναντίον
έχω στόχο να πετάξω κάθε φόβο μου
από το μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου του πατρογονικού μου
την πρώτη νύχτα του θανάτου μου

περπάτησα για εβδομήντα λεπτά
έμεινα μέσα στα δικαστήρια της περιοχής για σαράντα λεπτά
κι αυτή νομίζω
είναι μια πολύ πολύ κακή αναλογία

δεν μπορώ να αποφασίσω αν μου λείπουν οι πόλεις
ή αν αντίθετα
δεν έπρεπε ποτέ να γεννηθώ μέσα σ’ αυτές
προσπαθώ να εντοπίσω το αληθινό μου πρόβλημα
και συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα έγκειται
στη συγκίνηση που ξεχύνεται από μέσα μου
όταν διαβάζοντάς τα
ενώνω φθόγγους και διφθόγγους ποιημάτων
ποιήματα που κρύβουν σε μια φράση μόνο
ψέματα ολόκληρων εποχών

ζηλεύω την αφαιρετικότητά τους
γράφω πάντα τόσα μα τόσα πολλά
γιατί είμαι τόσο αστάθμητη
που δεν μπορώ καν να αποφασίσω
τι είναι πεζό και τι ποίημα

έλεγα για τη συγκίνησή μου
που είναι αδικαιολογήτως υφιστάμενη
και ξέρω και πάλι σε αυτό το σημείο
πως αναπόφευκτα για τον εαυτό μου θα μιλήσω
υπάρχουν λέξεις που τις διαβάζω και καρφώνονται πάνω μου
σαν καρφιά σχεδόν χριστιανικά
θέλω να ρωτήσω τον κύριο τάδε πώς τα κατάφερε
και νίκησε την ηθική της εποχής της βολικής φτώχειας
μέσα από το τσιγάρο του κοριτσιού στα κτελ
κι ακόμα αν ξέρει να μου πει
σε ποιου φρούτου την εποχή ζούμε
μήπως και το ‘χω δοκιμάσει
μήπως και πατήσω πόδι σε μια έστω γαμημένη βάρκα

κάνω κουπί πατώντας στο κενό και πια κουράστηκα

ξέρετε
οι άνθρωποι με αγαπάνε
εξ αποστάσεως
μέχρι να με ζήσουνε λιγάκι
ύστερα προτιμούν να με ξαναγαπήσουν εξ αποστάσεως
γιατί γαντζώνω απάνω τους ασφυχτικά
μια μοναξιά
πολύβουη
ανέξοδη
παρθένα
και γιατί χωράω μέσα στη σιωπή
όπως ο αναπτήρας στο πακέτο με τα μείον τέσσερα τσιγάρα
καθίσταμαι έτσι μια ύπαρξη
ωσεί παρούσα εσαεί

κάθε ξημέρωμα στις τέσσερις κλείνω την τηλεόραση
αφού έχω εξιχνιάσει κάθε έγκλημα
λαβόν χώρα στις πολιτείες του νέου κόσμου που μας σύστησε ο αμέριγκο βεσπούτσι
λέω στον εαυτό μου λοιπόν
πως είναι αργά
πως η κούραση θα μου κλείσει τα μάτια
προσπαθώ να ερωτευτώ το μαξιλάρι
μα ύστερα μου μπαίνουν ιδέες πάλι

εκείνη η νύχτα
που ακούσαμε τον ρίτσο να μας απαγγέλλει τον επαναστάτη
και έκλαιγα λες και η βάρκιζα συνέβη μόλις χθες
− στην πραγματικότητα το κλάμα είχε να κάνει με την πικρή διαπίστωση πως σε αδικώ κατάφωρα γιατί σε αγαπώ παράφορα −

εκείνος ο άνθρωπος που εκτίει ποινή φυλάκισης τέρατος
αγκαλιά με την αθωότητά του

εκείνο το πρωινό
που η μάνα μου και ο πατέρας μου γέννησαν ένα μωρό
ένα μωρό που έμελλε να γίνει
το κέντρο του πληγωμένου κόσμου μας

κι ύστερα σκέφτομαι πώς θα γίνει
άλλο ένα στερεότυπο να χαλάσουμε
άλλον έναν συρμό να διαρρήξουμε
− μιλάω σε πρώτο πληθυντικό απαρεξήγητα
γιατί υπάρχει άμεση ανάγκη για μεταμόσχευση ανθρωπιάς −
όταν φτάνει κοντά να ξημερώσει εντελώς
έχω καταλήξει σε ένα σχέδιο ιδιοφυές
να αλλάξετε πρέπει οι ψυχολόγοι μια μόνο λέξη
όπου κατάθλιψη γράψτε στα τεφτέρια και στις διατριβές σας μιζέρια
κι ύστερα δείτε πώς θα ξεχωρίσουμε εν ριπή ωτός
οι εντός του κλίματος των ημερών
− άλλως μοντέρνοι −
από τους αληθινά θλιμμένους
από κείνους δηλαδή που ξυπνούν από εννιάωρο βαθύ ύπνο
με χέρια βαριά και πόδια ήδη νεκρά

ξημερώνει
και γω κλείνω επιτέλους τα μάτια
άλλος ένας λαθεμένος απολογισμός έλαβε τέλος
από αύριο
θα πατάω ξυπόλητη στα πατώματα των ξενοδοχείων
θα πεινάω τα μεσημέρια
θα κάνω πράξη τις αρχές επαγγελματικού προσανατολισμού
και ίσως
− λέω ίσως γιατί εμπιστοσύνη καμιά δεν μου ‘χω πια −
να τολμήσω να δοκιμάσω ένα κεράσι εμποτισμένο από την πίκρα της πόλης που με έδιωξε
να στείλω το φόβο μου στον αγύριστο
και να ζήσω μαζί σου σε μέρες και νύχτες
χωρίς τη χρεία βάρκας
με μόνο δυο σωσίβια φτηνά
που στην πρώτη φουρτούνα θα αχρηστευτούν
κι έτσι αναγκασμένοι θα ‘μαστε
χέρι χέρι ως την ακτή της αλήθειας μας να φτάσουμε

 

* ο τίτλος του παρόντος αποτελεί

παράφραση του στίχου του γιώργου δομιανού

καμιά φορά διψάω για σταύρωση

από τη συλλογή

δεν είναι η εποχή των κερασιών

αιτία θανάτου πως δεν πρόλαβε ποτέ του να χαμογελάσει

«Οι επιχειρήσεις διάσωσης απαιτούν τεράστια κονδύλια, τόσο σε αναλώσιμα υλικά όσο και σε εργατοώρες και κανείς δεν επιβαρύνεται αυτό το κόστος, πέραν του Ελληνικού Λαού. Πόσο επιβαρύνεται ο ετήσιος προϋπολογισμός των Υπουργείων εξαιτίας των επιχειρήσεων διάσωσης των λαθρομεταναστών;»

Γεωργιάδης Σπυρίδων-Άδωνις, Β΄ Αθηνών, Νέα Δημοκρατία

Αθήνα, 16 Ιουλίου 2012

*

μέσα σε ένα γραφείο

τοίχοι παντού χωρίς παράθυρα

κάποιος ισιώνει τη γραβάτα του

κάποιος τα χείλη του σαλιώνει

και κάποιος τρίτος το χάρτη της ελλάδας

με αίμα σχεδιάζει

από την αρχή

 

-ούτε ταφή ούτε και καύση· μόνο πνιγμός-

 

λοιπόν αγαπητοί

σας κάλεσα εδώ προς ενημέρωση

αλλάξανε τα παγκόσμια δεδομένα

η ανθρώπινη ζωή δεν είναι πια ανθρώπινη

και είναι ανάγκη πάραυτα

τον έντιμο έλληνα πολίτη

με τη βοήθεια της πειθούς να ενημερώσετε

 

-έχετε αμέριστη βοήθεια προς τούτο-

*

πάνω σε ένα καΐκι

μια μάνα αγκαλιάζει το παιδί της

γεμάτη πόνο

γιατί απ’ την ώρα που το γέννησε μέχρι και τώρα

ποτέ δεν είδε το μωρό της χορτασμένο

κι έχει μια υποψία φοβερή

πως είναι άρρωστο βαριά

 

-αιτία θανάτου που δεν πρόλαβε ποτέ του να χαμογελάσει-

*

με νόμο της παγκόσμιας χρηματαποστολής

ορίζεται αυστηρώς

πως όλοι οι νόμοι σε εξισώσεις μετατρέπονται

και πως οι άνθρωποι υψωμένοι στο τετράγωνο

γινόμενο ακέραιο σε νόμισμα θα δίνουν

ο ύψιστος του έθνους νόμος

μετονομάζεται ρητώς στη λέξη κόστος

 

-πετάχτε επιτέλους τα ηλίθια βιβλία σας· χαρίζονται υπολογιστές-

*

η μάνα όλα τούτα δεν τα γνώριζε

το μόνο που κατάλαβε ήταν

πως εδώ στα καταγάλανα νερά που αφρίζουν

το ύστατο χαίρε με το παιδί της θα λάβει χώρα

κι έτσι έσφιξε πάνω της το πλάσμα

με τ’ άλλο χέρι προσπάθησε το θάνατο να νικήσει

αλλά αντίπαλος δεν ήτανε ο θάνατος

 

-και θάνατος και θάλασσα τριγύρω κι αντίπαλος μοναδικός το θράσος-

*

την τελευταία στιγμή η ελπίδα αναθάρρησε

άνθρωποι φάνηκαν στο βάθος του γαλάζιου

η μάνα ύψωσε τη γροθιά της μανιασμένα

η θάλασσα από αλήθεια έγινε μύθος

καθώς διέταξε τα κύματα να ανοίξουν δρόμο στη ζωή

μόνο που δυστυχώς το εμπόδιο της γλώσσας

δεν άφησε τη μάνα να διαβάσει

 

-πάνω στα χέρια των σωτήρων με αίμα ήταν γραμμένη η λέξη επαναπροώθηση

και πάνω στα συκώτια τους με σίδερο καυτό είχε χαραχτεί πως

παιδιά γονιών που δεν έκαναν έρωτα ποτέ με ανοιχτό παράθυρο ήταν-

*

λοιπόν κύριοι

η ενημέρωση έλαβε τέλος

κάποιος χαλάρωσε λίγο τη γραβάτα του

ένας άλλος έβαλε υπογραφή στο νέο χάρτη της ελλάδας

μα ύστερα με τρόμο διαπίστωσε

πως το αίμα που αντί για μελάνι του είπανε να χρησιμοποιήσει

ήτανε το δικό του

 

-πως ξεψύχησε εκεί από τις πληγές που ο ίδιος στο κορμί του άνοιξε έγραψε αργότερα ο τύπος-

*

Ύστερα από αιώνες, οι δύτες που κατά καιρούς έκαναν έρευνες στα νερά αυτής εδώ της περιοχής, που ονομαζόταν Γαλάζια Θάλασσα της Λήθης, για να ανακαλύψουν πώς ήταν δομημένες κάποτε οι ταξικές καπιταλιστικές κοινωνίες, βρήκαν έναν πίνακα ζωγραφικής ζωγραφισμένο από αστερία· ο πίνακας απεικόνιζε μια γροθιά υψωμένη που αντιστεκόταν στα αφρισμένα νερά και δίπλα της μια επιγραφή σε μια γλώσσα άγνωστη. Σύμφωνα με υποθέσεις των ιστορικών, η επιγραφή έγραφε στο περίπου «Η επαναπροώθηση είναι το μόνο λαθραίο που συνάντησαν εδώ όλα τα πλάσματα που ζουν σε τούτα τα νερά.»