sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ένστολος

αστόχημα ζωής*

*για αστόχημα βολής (aberratio ictus) γίνεται λόγος όταν ο δράστης δεν προσβάλλει το υλικό αντικείμενο που είχε ήδη εξατομικεύσει και κατά του οποίου κατευθυνόταν η πράξη του, αλλά ένα άλλο, το οποίο δεν ήθελε να προσβάλλει.

(από τη θεωρία του γενικού ποινικού δικαίου)

 

σε εύστοχα ερωτήματα αστόχως σήμερα θα προσπαθήσω να απαντήσω

διερωτηθήκατε λοιπόν ποτέ

ποιοι πάνε στα ακροατήρια των δικαστηρίων ως φιλοθέαμον κοινό

πού αναγκάζονται να ακουμπάνε τα δάχτυλα των χεριών τους οι μάρτυρες

ώστε το ευαγγέλιο να μην αναγκαστούν να αγγίξουν

με πόσο περιπαιχτικό ύφος ο ναζωραίος κρεμασμένος από ψηλά όλους σας κοιτάζει

αν ο ένστολος ανθρωποφύλακας κάθε πρωί εντίμως τη στολή του σιδερώνει

αν τα πηλίκια έχουν μέγεθος, αρίθμηση, οσμή και κατά πόσον σε καλύπτουν έναντι του ήλιου

πόσα μειδιάματα χωράνε τα εννέα ημερών άλουστα μαλλιά της αξιοτίμου κυρίας δικαστού

παρατηρείστε σας παρακαλώ

πώς τρίβουν χαρισματικά οι γραμματείς τις παλάμες των χεριών τους

να ‘ναι άραγε λόγω κρύου ή να ‘ναι μήπως από την άγρια χαρά που προκαλεί η καταπάτηση ηθών

που η κοινωνία της γάγγραινας ως τάχα μου χρηστά ονομάτισε

κι ύστερα άνευ συναινέσεως στους ώμους σας σας φόρτωσε;

δείτε ακόμα το αυτάρεσκο χάιδεμα του προσώπου της δικαστού

επιτρέπεται ο δημόσιος βαυκαλισμός· απαγορεύεται επί ποινή ο ιδιωτικός αυνανισμός

κοιτάξτε γύρω τα μεγάλα φωτεινά παράθυρα

για δείτε πώς με σιδερόβεργες οριζοντίως και καθέτως βιάζεται νομίμως η ομορφιά τους

ξέρετε πως των χαρτοπαικτών οι λέσχες παράθυρα δεν έχουνε ποτέ

ώστε επιθυμία για φυγή στους δύστυχους της ατυχίας λάτρεις ποτέ να μην γεννιέται;

εν μέσω της δικαστικής αιθούσης αντιθέτως επιδιώκουν οι εξουσιαστές

μοναδική επιθυμία θύτη θύματος και μάρτυρα η ηρωική έξοδος να αποτελεί

και τέλος αναρωτηθείτε

αν άραγε τα ακροατήρια είναι πάντοτε ψηλοτάβανα

προκειμένου των υπηρετών της θέμιδος το ανύπαρκτο πανύψηλο ανάστημα εντός τους να χωράει

φα

φα

φακός
ψευδαίσθηση ελπίδας στο σκοτάδι

φαρίνα
κυριακή παιδιού που μυρίζει μητρικό γλυκό

φαρέτρα
αδειάσαμε από επιχειρήματα και τόξο δεν κρατήσαμε ποτέ

φάση
το ορόσημο της γενιάς της αφασίας

φαβέλα
εμπρός της γης οι ινδιάνοι

φάνηκες
αλλά η πλάτη μου έμαθε στο σχολείο μόνο το όχι του νησιώτη δικτάτορα

φασαρία
συνθήματα και οργή που δεν αντικαθίσταται απ’ το δάκρυ

φαρσί
έμαθες ξένες γλώσσες για να αποβάλεις τη λαθραία σου πατρίδα

φακίδες
τα κορίτσια των παραμυθιών σκοτώθηκαν από υπερβολική δόση αλήθειας

φα
έβαλα στη βαλίτσα μου τρία κλειδιά του σολ και πέντε διαπασών

κι ύστερα έφυγα

τώρα κάθομαι εδώ στο περιθώριο της πρωτεύουσας
σας γράφω με λυγμούς για τη δειλία μου
που μουντζουρώνω τα χαρτιά δίχως να λέω αυτό που μου τρυπάει τα ρουθούνια
δίχως να παραδέχομαι πως έφαγα τόσα ληγμένα δακρυγόνα
για να γεννήσει η γενιά μου μια λέξη από φα που την ήλπιζα νεκρή

μόλις περάσανε οι ένστολοι τοποτηρητές της θηριωδίας από δω
μου σκίσαν το χαρτί
με χαστουκίσανε
με διέταξαν στο νέο λεξικό να υπακούσω
να καταπιώ το μίσος που αρχίζει από φα
να πορευτώ στο κλίμα του ευρωπαϊκού καλοκαιριού*

κυρίως όμως
ό,τι γράφω
στην επιτροπή λογοκρισίας να το στέλνω πριν το δημοσιεύσω
– κοινοποιούνται οι κραυγές;-
ειδάλλως ως εχθρός του έθνους θα λογίζομαι
και μέσα σ’ ένα πάλλευκο υπερσύγχρονο κελί
το υπόλοιπο του βίου μου θα ζήσω

*τρέξτε να πείτε στις αγέννητες ακόμα νεολαίες
πως του καιρού μας το κυκλοφοριακό
για φαεινό σηματοδότη τον τρόμο είχε

υπέρ παρτίδος

δον κιχώτης_2

ζω σε μια χώρα πάνλαμπρη στυγνή και δοξασμένη

οι κάτοικοι των πόλεων ξυπνάνε τους χειμώνες

ανάβουν τα τσιγάρα τους και κλαίνε ανυπαιτίως

στης νικοτίνης τη γιορτή ακάλεστοι σιμώνουν

 

και μη θαρρείς πως στα χωριά πιο όμορφα ξημερώνει

γιατί στον ανοιχτό ουρανό της φτώχειας νέφη φτάνουν

αν κάποιος πιο άνετα βιοί είν’ ίσως τα μουλάρια

άζευγα ανολοκλήρωτα και με το νου στο χόρτο

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

 

οι άστεγοι των πόλεων γυρεύουν χαρακίρι

-μνημόνιο και μνημόσυνο ταυτόσημο και αχρείο-

μιμνήσκουν εποχές παλιές να ζήσουνε τις δόξες

όταν ο πλούσιος κι ο φτωχός αδερφικά πεθαίναν

 

στη χώρα μου την πάνλαμπρη που στέγνωσε κι εχάθη

οι άνθρωποί της βούτηξαν στου κέρματος τη λήθη

κι αναζητάνε τη χαρά σε ξηλωμένες τσέπες

λησμόνησε ο κόσμος πια τι είναι η ζωή η καθάρια

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

 

και οι λίγοι που αρνηθήκανε ψυχές να εμπορευτούνε

κλειστήκαν στα λευκά κελιά του νου και του ονείρου

στων πόλεων τις στέγες που δεν έχουν κεραμίδια

κοιμήθηκαν υψώνοντας του τίποτα σημαίες

 

να τους περιγελάς λαέ τους νέους σου παρίες

κι ύστερα σε ταβέρνα εσύ τραγούδα τους καημούς σου

λαέ εσύ που δεν τολμάς στον ήλιο να φωνάξεις

κι έτσι ατελέσφορα έδωσες στο σκότος την πνοή σου

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

nullum crimen nulla poena sine lege

nullum crimen nulla poena sine lege 

ο ένστολος που έχει δει το χαμόγελο της ελευθερίας

μονάχα σε φωτογραφία

 

ο σπουδασμένος, ο μορφωμένος

ο γαλουχηθείς με τις αρχές της δικαιοπολιτείας

ο κατέχων τη γνώση όλου του κόσμου

ο οικοδόμος της ιεραρχίας

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

πώς μετριούνται τα χρόνια σε ανάσες

πώς περνάνε οι μέρες μέσα σε κλουβιά

και ποιος άραγε να μπήκε

αυτόκλητος του χρόνου μετρητής

 

χαμογελάς

απάντησέ μου

γιατί χαμογελάς

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

αν κοιτάξεις πίσω από τις λέξεις

ησυχία

τάξη

ασφάλεια

αν προσπαθήσεις τελωσπάντων

ανάποδα να τις διαβάσεις

ακούγεται ένας βρυχηθμός

κι ύστερα εμφανίζεται ένα τέρας

που λόγο βγάζει

πως οι παραβάτες θα τυφεκίζονται

δια νόμου

 

μα δεν ακούς;

μισή ζωή για το αδίκημα του γέλιου

κοίταξα παντού· όλη τη νύχτα έψαχνα

σου λέω την αλήθεια

τέτοιο έγκλημα δεν στοιχειοθετείται πουθενά

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

είσαι θρασύς και ονειροπόλος

και αν είχαμε ακόμα λαιμητόμους

μπορεί ως απόψε η ζωή σου να ‘τανε

 

αλλά ευτυχήσαμε

κερδίσαμε μεγάλα δικαιώματα

ελεύθεροι σε φυλακές να ζούμε

 

κι εσύ ακόμα να απαντήσεις

προς τι το τόσο θράσος

κι εγώ ακόμα να ρωτήσω

ως πότε αντέχετε τους νόμιμους βασανισμούς

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

βλέμμα βλέμμα έχεις πολύ καθάριο βλέμμα

μεθ

207640_1818354213505_3612319_n

στον προθάλαμο μιας εντατικής

τρεις δάσκαλοι

ένας παλιννοστούντας έμπορος

ένας βουλευτής κομμουνιστής

κι ένας γιατρός

 

αναρωτιούνται αν ο νέος

που κοιμάται με οξυγόνο στο στόμα

θα θυμάται όταν ξυπνήσει

το κλάμα του πατέρα

τη λιποθυμία της μάνας

το μισθό που η νοσοκόμα του δεν πληρώθηκε

το σοσιαλισμό που ποτέ δεν ήρθε τελικά

τα όνειρα που έκανε τις νύχτες στα μπαρ

 

τα νοσοκομεία

είναι τα πιο μυστήρια κτήρια

στην ιστορία της ανθρωπότητας

 

τα νοσοκομεία

είναι τα στριπτιτζάδικα

του υπαρκτού καπιταλισμού

 

οι ασθενείς -αναίσθητοι-

φοράνε ρούχα διφυή

ή πιτζάμες που χρειάζονται για την ανάρρωση

ή πυτζάμες που σάβανα θα γίνουν

οι γιατροί -αναίσθητοι πρέπει να είναι-

φοράνε φόρμες απαλές και τρομακτικές

οι γονείς του άρρωστου νέου

γδύνονται μια για πάντα

και αφήνουν στους προθαλάμους των εντατικών

την παλιά ζωή τους

 

στην είσοδο ένας ένστολος

σε ρωτά αν έχεις κάνει κράτηση

για τους αποψινούς θανάτους

-παριστάνει πως δεν βλέπει

τις κόρες των ματιών σου

που διαστέλλονται

για να γεννήσουν την οδύνη-

 

το νερό στους ψύκτες

είναι αλμυρό και παγωμένο

 

στον αέρα πετάνε

τα πιο δυνατά μικρόβια

 

στις σκάλες ανεβοκατεβαίνουν

οι πιο ύπουλοι ιοί

 

για τη ζωή του νέου

προσεύχονται όλοι

 

οι δάσκαλοι στο θεό

ο έμπορος που απ’ τη βραζιλία γύρισε στο θαύμα

ο κομμουνιστής βουλευτής στον ιωσήφ

                          -πατέρα του θεού-

και ο γιατρός στα μηχανήματα

 

-τα μάτια των γιατρών γυαλίζουν

κι εγώ την προσευχή μου

σ’ αυτούς αφιερώνω-

 

τα ξημερώματα ο νέος ξύπνησε

η καρδιά του αποφάσισε πως θέλει κι άλλο να πονέσει

έξω ξημέρωναν χριστούγεννα

η μάνα λιποθυμούσε για μια τελευταία ευτυχισμένη φορά

ο γιατρός αποσύνδεσε τα μηχανήματα με αγάπη

θεός και ιωσήφ επέστρεψαν στην αιώνια παρτίδα σκάκι

 

κι εγώ σκαρφάλωσα ψηλά στο λυκαβηττό

ν’ ανάψω τα εορταστικά λαμπάκια των ημερών

-σινιάλο συνωμοτικό για τους νεκρούς μου-

πως καταφέραμε το θαύμα των ημερών

άνθρωποι μεταξύ ανθρώπων

 

κι ύστερα γδύθηκα μέσα στο κρύο

-σινιάλο συνωμοτικό για τους ζωντανούς μου-

πως εμείς θέλουμε ζωντανοί να είμαστε

 

όταν πεθάνει ο καπιταλισμός.