sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: αίμα

μην άλλο μου μιλάς

κοιμήσου ακόμα λίγο σύντροφε

γιατί η νύχτα ακόμα στάζει πίσσα από τα μάτια μας

καήκανε σύντροφε τα βλέφαρά μας από την αναμονή

και πάντα το αύριο που περιμέναμε δεν ερχότανε

ξεκούρασε σύντροφε τα μάτια σου

γιατί στον πόλεμο των πλανητών είδες πολλά

αστέρια να φλέγονται και γαλαξίες να ξορκίζουνε το θάνατο

ανάπαυσον σύντροφε τα χέρια σου

που χτίσανε μετερίζια λεβεντιάς πάνω στο γράμμο

αυτά τα χέρια που κοπήκανε για τριάντα αργύρια βρετανικά

μην άλλο μου μιλάς καλέ μου σύντροφε

γιατί μου στάθηκες πιστός σε μέρες που μας ξεγελούσαν όλοι

πολίτες και οπλαρχηγοί και εν αποστρατεία σοσιαλιστές

κι αυτός ο ίδιος ο ξεδιάντροπος ο ήλιος βασιλιάς

που έπρεπε στη βάρκιζα να μην ξημέρωνε

παρά να έστελνε δυνάμεις σκοτεινές καταστολής

για να ξεπλύνουν τη ντροπή κι εκείνα τα δάκρυα τα καυτά

που κύλησαν μέχρι τη θάλασσα του αργοσαρωνικού

κι ίσαμε σήμερα καίει τούτος ο κόλπος

ξεκούρασε τα πόδια τα πολεμικά σου σύντροφε

που περπατήσανε όλο το μακρονήσι ψάχνοντας για νερό

ξεκούρασε πεθαμένε από χρόνια σύντροφε όλα τα βάσανά σου

γιατί η νύχτα μας κρατάει ακόμα για χρόνια τριάντα τρία

γιατί η ιστορία που πάντοτε οι προδότες την γράφανε

μας τιμωρεί με την αιώνια πανσέληνο

καταδικάστηκε το γένος μας καλέ μου σύντροφε

το φως την τιμιότητα το δίκιο να ξεχάσει

καταδικάστηκε η ατιμασμένη ανθρώπινη φυλή

αιώνια άυπνη λίγο νερό και φως απ’ το φεγγάρι να ζητάει

γιατί δεν είμαστε οι άνθρωποι αυτό που νόμιζες

γιατί βολεύτηκε το αίμα μας άβραστο να κυλάει

γιατί κι εγώ που σου μιλώ κατάπια τον λυγμό μου

και πρώτη έσυρα προχτές των ηττημένων το χορό αδάκρυτη

κοιμήσου σύντροφε ακόμα λίγο

γιατί η νύχτα τρύπωσε στα μαλλιά μας στάζοντας φρίκη

και πέθαναν ανεπίστρεπτα καλέ πιστέ μου σύντροφε

όσα για χάρη τους ολάκερη τη νιότη σου με αφειδία ξόδεψες

κοιμήσου για να μην μας δεις

που θα γεννιόμαστε και θα πεθαίνουμε στα είκοσί μας

υπέρβαροι αξόδευτοι στο άδικο ολότελα εθισμένοι

αδιάβαστοι ανέραστοι και ανεπίστρεπτα πια για πάντα μοναχοί

Advertisements

τσιγάρο δανεικό έσοδο κρατικό μηδέν

τσιγάρο δανεικό έσοδο κρατικό μηδέν

κοπάδια και αηδόνια και πέτρες στο χωματόδρομο
περπατάω όπως τότε
ουαί αν τη γραμμή πατήσω και όχι το πλακάκι
στοίχημα βάζω το βιος μου και να χάσω έχω ουδέν

θάλασσα πράσινη αντάρα τρομαγμένη από τον αέρα
κολυμπάω όπως ποτέ
αλίμονο αν στον αφρό χαθώ και δεν επιπλεύσω
καθίσταμαι φελλός και κίνδυνος να χαθώ ουδείς

κορδέλες στα μαλλιά κραγιόν στα χείλη χαμόγελο νεκρό
μεγαλώνω όπως πάντα
μυαλά ατροφικά σε σχήμα ώριμου τέρατος
κλείνω τις σκέψεις μου σε φέρετρο ρίχνω το πρώτο χώμα

κραυγές εν ώρα κοινής ανησυχίας ρυτιδιασμένες κλήσεις
θα πεθάνω όπως όλοι
μα αφήνω πίσω δόξα τιμή και απραξία διανοία ταλέντου
εντέλλω η διαθήκη να ανοιχτεί παρόντων εχθρών και συγγενών

χαλί ασκούπιστο τζάκι καιόμενο αλισίβες στα βλέφαρα
να καείτε όπως σας πρέπει
αποτεφρώνω τη στιγμή που αγάπησα ταρίχευσα τα χέρια σου
όστις στη φωτιά σου να αντισταθεί απεπειράθη πάγωσε εσαεί

σύννεφα φρύδια τσέπες κάλτσες πέτρες στους πολιτευτές
ψηφίζω όπως κανένας
δένω το στομάχι κόμπο και λευτερώνω το μυαλό
πεινάσαμε με επάρκεια αγκάλιασέ με να χυθούνε οι λέξεις

τσιγάρο δανεικό παράνομο έσοδο κρατικό μηδέν
καπνίζω όπως εσύ
να τα πάρει όλα η βία ο αέρας να κοκκινίσει το νερό
ίσα να ζήσουμε μαζί κείνο που γέννησε η μοίρα μου να είμαι

ρεκβivere

kalavrita-ereipia

οδηγώ στην αριστερή λωρίδα
όσο πιο αριστερά τόσο πιο καλά
έτσι μου λέει το ένστικτό μου
μα κάνουν λάθος τα ένστικτα ερωτηματικό
η ταμπέλα γράφει έξοδος προς θριάσιο
μα πού το ξανάδα αυτό
διερώτηση
α ναι η πράξη θανάτου που κουβαλάω μαζί μου
γράφει τόπος θανάτου θριάσιο ίδρυμα ή κάπως έτσι
για να πιστοποιήσεις την απραξία του θανάτου
απαιτείται πράξη
αγκαλιάζω την ειρωνεία για το ρεβεγιόν
όχι όχι γαλλικά δεν ξέρω γρι
ρεβεγιόν μπορεί να είναι ένα φαγητό
ή μια πόλη ή ένα κρασί ή μια γιορτή
οδηγώ αριστερά
ο κ μου λέει να μην τρέχω τόσο
τι να θέλω άραγε να προλάβω
χθες τη νύχτα δεν κοιμήθηκα είχα δυσφορία
τον ξανάδα στον ύπνο μου
πώς γίνεται να βλέπω όνειρα ξύπνια
τον βλέπω συχνά να χαμογελάει όχι σε μένα
να χαμογελάει στο σύμπαν έτσι έκανε όσο ζούσε
φτάνω στην επαρχιακή πόλη
πολύ πριν γίνει θέρετρο για τζιπ ήταν πόλη μαρτυρική
πόλη του θανάτου και της λευτεριάς
μπαίνω σε μια έκθεση ζωγραφικής με θέμα το ολοκαύτωμα
παντού γυναίκες να κλαίνε
μου καρφώνεται στο μυαλό ένας πίνακας
ένα άσπρο πουκάμισο επί ξύλου κρεμάμενο
με έναν κόκκινο λεκέ στο μέρος της καρδιάς
κι από πίσω ατάκτως γραμμένα
όλα τα ονόματα των δολοφονημένων της θηριωδίας
τίτλος του έργου κάτι σχετικό με τη μνήμη
μνήμη όπως μνήμα
μνήμη όπως μνημόνιο
μνήμη όπως άνυδρο κλάμα
μπαίνω στο ειρηνοδικείο
άκου εκεί ειρηνοδικείο
δηλαδή για να καταλάβεις δικάζει με γνώμονα την ειρήνη
δηλαδή για να συναισθανθείς δικάζει με στόχο την κοινωνική ειρήνη
εκεί θα πλειστηριάζονται τα σπίτια σας στα ειρηνοδικεία του πολέμου
εκεί μέσα θα ρίχνουν τις ναπάλμ
οι άλφαμπανκ και οι γιούρομπανκ και άπασες οι εις μπανκ λήγουσες
και εκεί θα λιποθυμάς όταν θα ανακηρύσσεσαι σε μη συνεργάσιμο
και ταυτόχρονα άστεγο γιατί ο καπιταλισμός δεν αστειεύεται σύντροφοι
ειρηνοδικείο που λες και όχι ούτε τώρα θα βάλω στίξεως σημεία
καλημέρα σας για μια αποποίηση ήρθα
ποιος ο αποθανών
κανένας ήθελα να της πω
αλλά έξω ένα πουλί τιτίβιζε και μπερδεύτηκα κάπως
με το θράσος της φύσης που συνεχίζει να ζει κι ας πεθαίνουμε εμείς
και της αποκάλυψα το όνομά του
έχετε πράξη θανάτου ναι μάλιστα έχω πέθανε στα σίγουρα
και όλα πολύ απλά και πολύ εορταστικά
σφραγίδες και υπογραφές και καλές χρονιές
και η ειρωνεία πουλί περιπλανώμενο
να ίπταται πάνω από τα κεφάλια μας
πώς να γιορτάζει άραγε την πρωτοχρονιά
ο πρώτος των υπουργών άλλως ο πρωθυπουργός
when you look at yourself do you see what i see
if you do why the fuck are you looking at me
ο ν τις προάλλες μου είπε ότι φοβάται ότι είμαστε λόγια μόνο λόγια
και στο τέλος θα κρεμαστούμε από τα γραπτά μας για να τελειώνουμε
για τη νέα χρονιά φοβάμαι μήπως στερέψω από έμπνευση
και από οργή και από εμμονές
όχι τις εμμονές μου θα τις κρατήσω καλά φυλαγμένες μέσα μου
θα τις κάνω φρούριο και θα ζήσω εκεί μέσα
θα γράφω πάντα τα ίδια και τα ίδια
μέχρι που ούτε κι εγώ η ίδια να μην με διαβάζω
έξω από το μουσείο η προτομή του πετμεζά
σκουντουφλάω πάνω στα τζιπ αλλά δεν γρατζουνίζονται καν
μόνο η μνήμη μου γρατζουνίζεται
εκατομμύρια έτη φωτός πριν
δημοτικό σχολείο τα μισά μου μαλλιά πιασμένα ψηλά με φιόγκο
απαγγέλω ποίημα για τον πλάτανο της λεφτεριάς
διαβάτη εδώ σε τούτο το πλατάνι φωτήλας ζαΐμης πετμεζάς
κι ο γέρος του μωριά εκάμαν το συμβούλιο τους να ιδούμε λεφτεριά
γεράσαμε πριν να ζήσουμε μόνη μόνη πολύ μόνη
βαρέθηκαν να με ακούνε να λέω τα ίδια και τα ίδια
κι έτσι τώρα περπατάω στο δρόμο και παραμιλάω
αλλά μπορεί να μιλάω και στα δέντρα ή στις γάτες ποτέ δεν ξέρεις
ψάχνω τις τσέπες μου μπας και βρω ένα κόμμα ή μια τελεία
κάπου να ξαποστάσω να ακουμπήσω σε μιαν άνω τελεία τουλάχιστον
αλλά ξέμεινα έδωσα τα τελευταία μου σημεία στίξης σε έναν λαχειοπώλη
για να πάρω το πρωτοχρονιάτικο που κληρώνει αύριο
γιατί κάπως πρέπει να χτιστεί και το γήπεδο της αεκ ρε συντρόφια
και εξάλλου εγώ μεγάλωσα δίπλα στα γήπεδα της αεκ και του απόλλωνα
και μόλις ακούσω περιγραφή ποδοσφαιρικού αγώνα από σπίκερ
ή έστω τη μουσική της αθλητικής κυριακής
παθαίνω δεκαεφτά καταθλίψεις
και πρέπει να φάω πέντε σοκολάτες για να συνέλθω
τι σου έλεγα α ναι
λοιπόν αποφάσισα εγώ τη χρονιά δεν θα την αλλάξω αύριο
δεν είμαι έτοιμη να την αφήσω ακόμα
ίσως σε κανά μήνα να μπορέσω να την αποχαιρετήσω
έτσι κάνω με όλα και κυρίως με τους νεκρούς
τους τοποθετώ σε έναν δικό μου χωροχρόνο
και δεν τους αποχαιρετώ ποτέ
νομίζω πως δεν θέλω κάτι άλλο να πω γιατρέ μου για σήμερα
γιατί έπεσε το ζάχαρό μου και θέλω κάτι γλυκό πάλι
ούτε μισό δόντι δεν θα μου μείνει στο τέλος
και άντε να τρέχεις να πουλάς νεφρά για να βάζεις εμφυτεύματα μετά
έξοδα πολλά έξοδα αλλά προς το παρόν όλα καλά
έχω δυο νεφρά δυο πνευμόνια δέκα δάχτυλα
δυο μάτια άπειρα δάκρυα ανάλατα
και μια μόνο μια μόνο γαμημένη ζωή
που όχι ρε συντρόφια
δεν σκοπεύω να την πετάξω σε δαύτους
αμαχητί

ad hominem

«να φτύσω μέσα με θυμό που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο»

θaνάσης παπακωνσταντίνου

κλειδαμπαρώνω τη θάλασσα
δεσποινίς νεοφώτιστη ετών γηραιών
περίκλειστη από άψυχα μυαλά

ο παράλογος ερμής εναπόθεσε ειρηνικά
αποβραδίς στην πόρτα μου
το ψυχρό μήνυμα του πολέμου

άκουσα τον αντίλαλο της φωνής μου
από τον άλλο κόσμο
και πρέπει να πω σε σας
τους πολιτισμένα θρήσκους
τους ζεστά ντυμένους
τους ειρηνικά υποταγμένους
πως ο άλλος κόσμος δεν υπάρχει

άκου ερμή
έμαθα να γεννιέμαι εν ειρήνη
και να πεθαίνω εν πολέμω

άκου ανθρωπότητα
δεν επιθυμώ ούτε ένα τίμιο δάκρυ σου

άκου κυρία των γηραιών ετών και πάντων δήθεν των λαών
στα σύνορά σου οι θάλασσες ξερνούν ποτάμια αίμα

άκου κι εσύ που δήθεν γράφεις με λυγμό
πως ήμουν μόλις εν σοφία τριών ετών

πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία*

διατηρώ την τηλεόραση ανοιχτή όλη μέρα
θέλω να με τρομοκρατήσεις όσο αντέχεις
θέλω να νιώσω το φόβο να μπαίνει κάτω από το πετσί μου
να ρέει στο αρρωστημένο μου αίμα
να κάθεται στα νεφρά μου
κι ύστερα να περπατάω διπλωμένη από τον πόνο στα δύο
και άρα σκυφτή για πάντα

προσπαθώ να βρω το φόβο μέσα μου
αλλά τα μόνα πράγματα που φοβάμαι
είναι αν θα νιώθω ασφυξία την ώρα που θα με θάβουν
αν κάποια στιγμή θα βολευτώ με τρόπο εκκωφαντικό
σε μια ζωή χαρούμενη ακροπατώντας στα ρηχά
και κυριότερα
αν ξημερώσει μια μέρα που δεν θα μου κρατάς το χέρι
στον καύσωνα στους μείον δύο
και κάτω από την ανθισμένη αμυγδαλιά σου

ξέρετε
σήμερα απαίτησα από μια τράπεζα ιδιωτική
χτισμένη από το αίμα των νεκρών σας
να εκτελέσει έργο για το οποίο υποχρεούται
κι όταν μου επικαλέστηκαν το τάχα χάος
μετ’ ευκολίας απεκδύθηκα την κατ’ επίφαση ευγένεια
και φώναξα μέσα από τη γραμμή
σε κάποιον συνομήλικό μου ίσως
πως εργάζεται με τρόπο τόσο σώφρονα
για κάποιον που τρέφεται από τον ιδρώτα όλων μας
κι ύστερα ένιωσα ελεύθερη
τόσο ψεύτικα ελεύθερη
γιατί η αληθινή ελευθερία θα σήμαινε
να έφτανα ως το γραφείο του υπαλλήλου των πεντακοσίων
ευρώ
να τον έπαιρνα από το χέρι με ορμή
και μέχρι το μεσημέρι να πίναμε κρύο ρακόμελο κάπου στην πόλη

να μην σπέρνω το διχασμό μου ψιθυρίζουν στο ακουστικό
μα εγώ είμαι ήδη αλλού
αποθηκεύω σε βαζάκια δάκρυα αντάρτη από τη βάρκιζα
φυλάσσω σε τρόπο δροσερό τις στάχτες όσων
από κάποια ταράτσα του κλεινόν άστεως για τελευταία φορά ανάσαναν
συντάσσω παράνομες εξώδικες διαμαρτυρίες
όσων νομίμως κλοτσηδόν απολυθήκανε
γιατί του αφεντικού το δίκιο
ήτανε τόσα χρόνια ο νέος της βαρύτητας κανόνας
κερδίζει πάντοτε η βαρυτέρα τσέπη
πεθαίνει πάντα ο φτωχός στο τέλος του παραμυθιού

κι έτσι τώρα λύσιν άλλη δεν κατέχω
παρά τον βάναυσό σας διχασμό
γιατί έφτασε νομίζω πια η ώρα
η ήρα από το στάρι και ο αμνός απ’ το ερίφιο
ξέχωρα έξω από το παραβάν να στέκουν
ανήκω βλέπετε σε κείνους τους ανόητους
τους στους αιθέρες πάντοτε πετώντες
που διατυμπανίζουνε ψευδώς και εν γνώσει τους
πως η ρόζα γράφτηκε για μια ηρωίδα
κι όχι για μια κοπέλα που τάχα μου
βαθιά τον στιχουργό κάποτε πλήγωσε
κι έτσι πλημμυρισμένη από ευτυχία και άγνοια μαθηματικών
με ανακούφιση δηλώνω πως όχι δεν καταλαβαίνω
ούτε το συν ούτε το πλην ούτε κυρίως τους αγκυλωτούς κανόνες
και έτσι ανέτοιμη και με το χέρι πάντα δίπλα στο δικό σου
διαλέγω όρθιο το κεφάλι
άδειο το στομάχι
τρύπια την τσέπη
και ελεύθερη για πάντα την καρδιά

*στίχος του άλκη αλκαίου

κι εσύ σκυφτός και φράουλες στη μανωλάδα*

είμαι σε νόμιμη άμυνα. με πλησιάζουν απειλητικά οι εργάτες που ‘χω στη δούλεψή μου και μου ζητάνε -θεός φυλάξει- λεφτά για τη δουλειά τους. να σας πω εδώ ότι βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. τι θέλουν από μένα; σιγά τη δουλειά. μαζεύουνε φράουλες. βόλτα κάνουν στα χωράφια. ρώτα κι εμάς για τον κόπο και το άγχος μας να φτιάξουμε ολόκληρη περιουσία πίνοντας το αίμα των φτωχών ως σύγχρονοι δράκουλες. ρώτα για τα ξενύχτια στις ταβέρνες, που καθόμαστε συν γυναιξί και τέκνοις, ξερνάμε ρατσιστικά ανέκδοτα και γελάμε δυνατά. εμάς να ρωτήσεις. εμάς. τι τραβάμε για να κρατήσουμε αυτόν τον τόπο γόνιμο. αυτά τα χωράφια καρπερά. για να πάμε μπροστά αυτή την έρμη χώρα που μας τη ρημάξανε οι αλήτες. αλήτες. όλοι τους. κι ένας να βρεθεί να πει καμιά αλήθεια μέσα στη βουλή τον μπουζουριάζουνε αμέσως, γιατί λέει είναι τάχα μου φασίστας. πού τα ‘δατε γραμμένα αυτά ρε απατεώνες; όποιος αγαπάει την ελλαδίτσα μας δηλαδή είναι φασίστας; σημειώνω πως βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. να, ρωτήστε το συνήγορό μου. ξέρει αυτός από εξοστρακισμούς σφαίρας. ξέρετε όλοι κύριοι δικαστές και αξιότιμοι ένορκοι που μου φαίνεστε νοικοκύρηδες άνθρωποι όπως σας βλέπω, ξέρετε από εξοστρακισμό ζωής. εδώ μέσα στις αίθουσες δικαστηρίων πετάτε την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη στα σκουπίδια, χώνετε κάτω από τις τηβέννους σας ό,τι παπαγαλίσατε κάποτε για την αλήθεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα. γι’ αυτό ξέρω ότι θα με καταλάβετε. είμαι σε νόμιμη άμυνα. με απείλησαν. με έβρισαν. ποιοι, αυτοί. οι άπλυτοι. οι κατάμαυροι. δεν φτάνει δηλαδή που ήρθανε παράνομα εδώ, δεν φτάνει που δεν έχουμε βάλει φρουρούς στα σύνορα να τους πυροβολάνε αμέσως, δεν φτάνει που τους έχουμε τσουβαλιάσει σε καταυλισμούς και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, δε φτάνει που τους πετάμε ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί και δεν πεθαίνουνε από την πείνα, έχουνε και απαιτήσεις. όξω ρε. εδώ είναι ελλάδα. πώς να το κάνουμε, έλληνας γεννιέσαι. δεν είναι το ίδιο αγαπητοί μου υπηρέτες της θέμιδος να ‘σαι λαθραίος μουσουλμάνος και να ‘σαι χριστιανός ορθόδοξος έλληνας. δε συμφωνείτε; εδώ είναι η χώρα του φωτός. άλλοι γεννιούνται δουλικά και άλλοι άρχοντες. έτσι είναι. πρέπει να σας ξαναπώ κι ας γίνομαι κουραστικός πως βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. κοιτάχτε με κύριοι δικαστές. παίρνω τις λέξεις που κάποτε σήμαιναν κάτι και τις πυροβολώ με καραμπίνα. δείτε με. αρπάζω τις έννοιες του ποινικού κώδικα και τους φοράω μάσκα. είμαι σε νόμιμη άμυνα. σημειώστε το αυτό. βγείτε στα κανάλια και πείτε το. πυροβόλησα, ναι. αλλά στον αέρα. απείλησα μόνο. κάτι έγινε στην επιστροφή της σφαίρας στο έδαφος και πήγε και τους πέτυχε. αλλάξανε οι νόμοι της φυσικής. χρόνια τώρα οι ζωές κυλάνε όπως θέλουμε εμείς και όχι όπως θα ‘πρεπε. εγώ ήθελα μόνο να τους διώξω. να μην είναι στο οπτικό μου πεδίο. να μην μου ασχημίζουν τη θέα. έχω τον κάμπο δικό μου ξέρετε. έχω φτύσει αίμα για να δημιουργήσω την περιουσία μου. ξέρετε καλύτερα από μένα πως ό,τι χτίστηκε στον όμορφο τόπο μας χτίστηκε από τους δυνατούς. τους ισχυρούς. τα αφεντικά πάνε μπροστά τις κοινωνίες, κύριοι δικαστές. οι αφέντες. το ξέρετε, έτσι δεν είναι; τα υπόλοιπα είναι για τις ταινίες. έφτασε πια ο καιρός να σταματήσουνε οι φωνές και οι διαμαρτυρίες. ο τόπος θα προχωρήσει. με όπλα. με αίμα. βουτηγμένος στην αδικία και την παραφροσύνη. γεμάτος κακία και ρατσισμό. ξαναγεννημένος από το φασισμό. θα πάμε μπροστά.

κύριοι δικαστές. βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα.

αθωώστε με.

για το καλό όλων μας.

ζήτω η ελλάδα μας.

πάτρα, σωτήριον έτος 2014

*στίχος των social waste, από το τραγούδι φράουλες στη μανωλάδα

τελευταία συνομιλία

τελευταία συνομιλία

όχι όχι κράτα τα ρέστα σου ίσως στο παρακάτω να σου χρειαστούν
εγώ θα μείνω με την τσέπη άδεια σ’ έναν κόσμο πλήρη ημερών
γέμισε τα πνευμόνια του με μίσος και φούσκωσε τη σπλήνα του με ψέμα
και δολοφόνησε εκατομμύρια φορές τις κόρες και τους γιους του

ξέρεις ο πόλεμος που ήδη άρχισε μπροστά στα απαθή μας μάτια
θα είναι πόλεμος θρησκευτικός· τυφλοί ενάντια στους κουφούς
οι άθεοι θα ‘μαστε ο άμαχος πληθυσμός· οι πρώτοι των πεσόντων
και οι θεοί θα είναι οι νέοι στρατηλάτες των ματωμένων σταυροφοριών

δεν ξέρω πώς να πολεμάω· όμως αποδεικνύω με έγγραφα τη σήψη μου
επίσημα χαρτιά και πιστοποιητικά που ράφτηκαν στη ραχοκοκαλιά μου
πιστοποιούν πως γέννημα θρέμμα είμαι κόσμου που γεννήθηκε νεκρός
πολιτική κηδεία της ανθρωπότητας αύριο· χορηγία δαπάνης οπλικής

κράτα λοιπόν τα ρέστα σου εγώ χρειάζομαι μονάχα ένα κέρμα
− ακολουθώ τους μύθους με ευλάβεια από φόβο για το θάνατο −
βλέπεις εδώ και αιώνες τα χρήματα αλλοιώσανε το αίμα μας
κι εγώ επιθυμώ στο θάνατο γυμνή και αδέκαρη να συστηθώ

qui tacet consentit

όλοι εμείς
που προσπερνάμε βιαστικά τις κηλίδες αίματος στο δρόμο
που καταδικάζουμε τον πόλεμο μέσα σε σχολικές αίθουσες
που βγάζουμε πύρινο κήρυγμα κατά της βίας μέσα σε εκκλησίες

όλοι εμείς
που νομίσαμε ότι οι σειρήνες ηχούν μακριά μας
που πουλήσαμε την αξιοπρέπεια για την ασφάλεια
που αγοράσαμε μισοτιμής τη μισανθρωπιά

όλοι εμείς
που βουλιάξαμε σε έναν καναπέ μισοκοιμισμένοι
που πετάξαμε από το παράθυρο την αλληλεγγύη
που κάναμε τα παιδιά μας υπάκουους στρατιώτες

όλοι εμείς
που λερώσαμε με αίμα τα αβασάνιστα χέρια μας
που κάναμε σημαία μας τις σοφιστείες των αρχόντων
που κοιμηθήκαμε με υπνωτικά και δεν ξυπνήσαμε ποτέ

όλοι εμείς
που μετράμε νεκρούς λες και είναι κέρματα
που αγωνιούμε για τον καιρό και όχι για τις θάλασσες
που ευγνωμονούμε τους βιαστές μας γιατί μας άφησαν να ζήσουμε

όλοι εμείς
που σκεφτόμαστε με οδηγό μια αριθμομηχανή τσέπης
που διώξαμε τα δέντρα για να ζήσουμε στην πολυτέλεια του διοξειδίου
που ψιθυρίζουμε στον καθρέφτη ποιος είσαι εσύ δεν σε θυμάμαι

όλοι εμείς
που κλείσαμε εμετικά τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής
που εγκαθιδρύσαμε μια νέα ανθρωπότητα τρόμου
που σπείραμε νεκρούς σε κάθε γη της υφηλίου

να ξέρετε πως πια θεατές δεν είμαστε
παρά οι φρικτοί πρωταγωνιστές της τελευταίας πράξης

Νήσος Ελένη

388449_2374991089079_1802381414_n

τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά

Μάνος Ελευθερίου

 

γνωρίζει τάχα άραγε κανένας από σας
πως η φόνισσα του άντρα της η Κλυταιμνήστρα
αδερφικά την κόρη μου Ιφιγένεια μεγάλωσε;

γνωρίζετε άραγε όλοι εσείς
που απόψε την πόρτα μου βιαίως την χτυπάτε
ζητώντας να τιμωρηθώ σκληρά
για ολάκερο το αίμα που χύθηκε τότε στο Σκάφανδρο
τα βάσανα, τις γέννες μου, τους άντρες, τις αγάπες;

σε πόσα τάχα κρεβάτια με ξάπλωσε η ομορφιά αναρωτιέστε
-έχε στο νου σου πως οι μάχες οι μεγάλες δόθηκαν πάντα από εραστές-
με καταράστηκαν θνητοί και αθάνατοι
γιατί υπήρξα όμορφη σε εποχές που απαγορευότανε η ελπίδα
γεννήθηκα την εποχή των άμορφων
καταδικάστηκα από τέρατα
σύρθηκα πα’ σε κράσπεδα
-κάθε εποχή έχει και τη Μαγδαληνή της-

κι ήτανε ξέρετε πάντοτε για τους εραστές μου
συνθήκη και αναγκαία και ικανή
πως ένα κορμί με δάχτυλα μακριά και βλέφαρα υγρά
χρεία άλλου πράγματος δεν έχει για να ‘ναι ευτυχισμένο

όμως οι Μοίρες
που άλλο δεν είναι απ’ τις Επιθυμίες πράγμα
αλλιώς φαντάστηκαν την ομορφιά μου να πεθαίνει

γιατί τα τρόπαια το ποδόσφαιρο αφορούν
γιατί τα είδωλα τις θρησκείες ενδιαφέρουν

μάθετε τώρα όλοι εσείς οι υποψήφιοι βασανιστές μου
οι γιοι και οι πρόγονοι των εσατζήδων
πως πάτησα σε άγια γη
πως γέννησα την Επανάσταση απέναντι απ’ το Λαύριο
πως άγγιξα όλες τις πληγές εκείνων που με αίμα υπογράψανε για τη δική σας την Ελευθερία

ποτέ λοιπόν στην Τροία και καμιά Αίγυπτος
-ίσως μια στάλα Βερολίνο· ποιος το ξέρει-
κατάφερα και φύτεψα φτερά στις πλάτες μου
κι έφτασα ένα ξημέρωμα στο Μακρονήσι
αρνήθηκα κόρες και γιους κι ανέβηκα κρυφά σε άλογο
έχτισα μόνη τα κελιά της απομόνωσης του μέλλοντος
χάιδεψα βότσαλα που κάποτε θα ζωγραφίσουν ποιητές
έκλαψα για αιώνες για τους ήρωες της χώρας
έθαψα κάπου κόκκινο μαντήλι από ερωτικά υγρά εμποτισμένο
χάραξα ένα έψιλον σε αμμουδιά κρυφή
για να θυμάται κάποιος κάποτε στο μέλλον
πως η Ελένη έζησε ουρλιάζοντας για Αγάπη
πως η Επανάσταση είναι της Ομορφιάς η κόρη
πως η Ελπίδα γέννησε καρπούς στο Μακρονήσι

άκου βασανιστή κορμιών ψυχών και ηρώων
μάθε πως οι Αθάνατοι μου είπαν την Αλήθεια
μάθε πως τ’ αηδόνια γίνανε σύμμαχοι της Λευτεριάς
έχε στο νου σου πως στην Άγια Μακρόνησο
μη με λησμόνει άνθος δε θεάθηκε ποτέ
γνώριζε ακόμα πως του Διηφόβου η γυναίκα άνοιξε νύχτα την κοιλιά της
για να ξεπεταχτούνε από μέσα της οι άλικοι εξεγερμένοι όλου του κόσμου

από καταβολής του κόσμου βλέπεις οι παραμυθάδες με ονόμασαν Ωραία
τι κι αν εγώ ήθελα πάντα να προτάσσω το Γενναία
με φίμωσαν οι ιστορικοί μετά των χαρτοφυλακίων τους
νόμισαν βλέπεις πως ο πόλεμος κερδήθηκε κι εγώ πως πάει, πέθανα

μα εγώ αγάπησα βαθιά τον Πολυμήχανο
που ήρθε ένα σούρουπο έξω απ’ της Θέμιδος το Μέλαθρον και με συνάντησε
μου ‘βγαλε τα φτερά και μου ‘μαθε ξανά να κολυμπώ
-η μάνα μου ήτανε γοργόνα και οι Διόσκουροι ιχθείς του ποταμού-
φτάσαμε απέναντι όταν πια βράδιαζε ο Απρίλης
σταθήκαμε στην εσχατιά της Αττικής που Λαύριο ονομάστηκε
-μόνο και μόνο θαρρείς για να ‘χει μέσα του το Αύριο-
κι αποφασίσαμε πως ήρθε η ώρα πια καμπάνες νίκης να ηχήσουν
χαράξαμε σ’ ένα παγκάκι ποιήματα που γράψαμε πριν από εικοσαετίες
και αγκαλιαστήκαμε σφιχτά πετώντας μες στη θάλασσα για πάντα τη Σιωπή

λοιπόν επίδοξοι βασανιστές δηλώνω τώρα διάφανη
μίλησα την αλήθεια μου κι έσπασα τα δεσμά μου
οι κόρες μου και οι γιοι μου ξέρουνε πια την πάσα αλήθεια
σκοτώστε με δυο και τρεις και εφτά φορές
κι εγώ υπόσχομαι τις στάχτες μου πέρα στο Μακρονήσι να τις στείλω
να φοβηθεί ο Θάνατος
να θρέψει η Ελευθερία.

 

περσεφόνεια νάρκη

ο ήλιος νικάει το φόβο

κι έτσι η χειμερία νάρκη του φόβου είναι πάντα καλοκαιρινή

 

οι υμνητές του ίσως αγαπούν την άνοιξη

οι αγωνιστές του τώρα θεριεύουν το καλοκαίρι

οι δύο εποχές έχουν μία μόνο διαφορά

από τους οπαδούς τους ετεροπροσδιοριζόμενη

 

για να πεις άνοιξη αρκεί να κρατήσεις τα χείλη σου ανοιχτά

για να έρθει η άνοιξη αρκεί να μυρίσεις τις νεραντζιές

μαγικά νεράντζια φυτρώνουν παντού σε πόλεις και σε στρατόπεδα

αγαπούν καταπώς φαίνεται την ένωση με το τσιμέντο

και ύστερα τη νίκη τους επ’ αυτού

 

για να πεις καλοκαίρι αρκεί το κορμί σου να βουτήξει στο ιώδιο με μόνη επιθυμία να κλείσει τις πληγές του ψύχους, του έρωτα και της βραχνάδας

για να έρθει το καλοκαίρι αρκεί μια ανεπαίσθητη αλλαγή στο πράσινο του θαλασσινού νερού

 

μια αλλαγή που θα τη δουν μόνο

η τελευταία ακτίνα του ήλιου

ένα κοράκι

και το πρώτο αστέρι που φέρνει τη νύχτα

κι ίσως και κάποιος ποιητής που θάλασσα ποτέ δεν είδε

 

-μην απορείς που λέω τα νερά πράσινα

και όχι γαλάζια

δεν εμπιστεύομαι ούτε τα μάτια μου

ούτε τον ηρωικό τους αστιγματισμό

στη χώρα του μυαλού μου είμαστε όλοι δαλτονικοί

και εξάλλου αναρχία είναι η τάξη και η ασφάλεια των χρωμάτων-

 

επιμένουμε να κομματιάζουμε τα χρόνια σε εποχές

προσπαθούμε να ξεχάσουμε

πως το κομμάτιασμα, το ξεκοίλιασμα και οι διαχωριστικές γραμμές του χρόνου

έργο της πιο αιματοβαμμένης ασθένειας είναι

άλλοι την είπαν έρωτα

άλλοι Περσεφόνη

άλλοι πληγή που δεν την έψησε το ιώδιο

 

και τη λέω αιματοβαμμένη

γιατί κάθε μήνα οι γυναίκες θρηνούν και αιμορραγούν

για τα παιδιά που δεν γέννησαν

 

όλοι οι έρωτες της πόλης μας

κείτονται στους υπονόμους της

γι’ αυτό οι αρουραίοι είναι ζώα ερωτικά και σαρκοβόρα

 

όταν οι νύχτες μεγαλώνουν

δεν επιθυμούμε να ανοίγουμε πολύ το στόμα

τα σύμφωνα του αλφάβητου είναι η μπότα του κατακτητή

 

τι κάνεις

πώς είσαι

τα νέα σου

φθινόπωρο είναι η απάντηση σε όλα

 

και όταν πια λυγίσουμε από το κρύο

κλείνουμε το φόβο μας σε λέξεις κούφιες και αδιάφορες

 

τι έχεις

χειμώνας

 

κι ύστερα πάλι όλα από την αρχή

μέχρι να καταλάβουμε πως του Κορνάρου τα λόγια

δεν είναι στίχος αλλά Προφητεία

 

αλλά την ώρα που καταλαβαίνουμε

πως η καμπύλη του χωροχρόνου χωράει εντός της και τα αστέρια και τη Φυσική και τους θεούς

ακούμε ήδη τις φτυαριές

πέφτουν πάνω μας στεφάνια με μωβ αφιερώσεις

 

αν κατηγορώ τον καπιταλισμό για κάτι

είναι που πρέπει να πληρώσεις για να θάψεις και να θαφτείς

 

στην κοινωνία των ονείρων μου

κηδείες και γέννες δημοσία δαπάνη θα τελούνται

και θα συνοδεύονται πάντα από τραγούδια

 

πάντα πίστευα στα τραγούδια πιότερο από ό,τι στα λόγια

ο ρυθμός πήγαινε πάντα την ανθρωπότητα μπροστά

 

οι χοροί μας έφεραν πιο κοντά στην ανακούφιση και τη χαρά της θνητότητας

οι παρελάσεις μας έφεραν πιο κοντά στη φρίκη της πολεμικής αθανασίας

 

μνημεία να χτίσουμε για τους τροβαδούρους

τους ακκορντεονίστες της Ομόνοιας

τα παιδιά των Ρομά που τραγουδάνε τα κάλαντα δώδεκα μήνες το χρόνο

 

κατεβάστε τις σημαίες

υψώστε τις κιθάρες

 

θυμόμαστε πάντα εν τιμή στρατηγούς εθνοσωτήρες

που οδήγησαν τους γιους μας σε ξένο θάνατο στα βουνά της αλβανίας

και λησμονάμε πάντα τους ραψωδούς με τα μακριά μαλλιά

που χάρισαν στις κόρες μας τα δάκρυα της άνοιξης δεκέμβρη μήνα

 

αφότου εμφανίστηκαν στη γη οι αδόλφοι

κατακερματίσαμε το αξιακό μας σύστημα

και νομίσαμε πως ο κόσμος χτίζεται στην ησυχία

 

όμως ειρήνη σημαίνει πόλεμος

ησυχία βρίσκεις μόνο μέσα στο φέρετρο

 

η ελευθερία είναι ανήσυχη

αλλιώς δεν θα ‘χε μέσα της το γράμμα ρο

 

αγαπώ το γράμμα ρο

γιατί με αφήνει να κυλάω

μου λειαίνει τις γωνίες

το γράμμα ρο είναι ο Δημιουργός της καμπύλης

 

-αν σας αγάπησε κάποιος άντρας για τις καμπύλες του κορμιού σας

να ευχαριστείτε το γράμμα ρο-

 

το ρο είναι το γράμμα της γυναίκας

το ταυ είναι το γράμμα του άντρα

-καθώς θυμίζει φαλλό καταλαβαίνουμε πως ο επιβήτορας του αλφάβητου είναι-

 

και δεν είναι τυχαίο που έτσι αρχίζει η λέξη Τροία

 

γιατί οι Ελένες και οι Περσεφόνες της παγκόσμιας Ιστορίας

δε γεννήσανε παιδιά

αλλά αρουραίους

που πριν κλειστούν στους υπονόμους

ήταν ελεύθεροι να κυκλοφορούν σαν άνθρωποι

και να τραγουδούν τις ζωές των μανάδων τους

 

όμως η ωμή αλήθεια πόναγε τον αστικό πολιτισμό

κι έτσι έσβησαν κάθε αναφορά στα τρωκτικά από τις σελίδες της Ιστορίας

 

κι έμειναν μόνες οι γυναίκες

κλεισμένες σε διαμερίσματα

στο περιστέρι

στο μπραχάμι

και στα άνω λιόσια

να αιμορραγούν κάθε μήνα

να ερωτεύονται κάθε μέρα

να ψαχουλεύουν τη μήτρα τους

μήπως απόμεινε πουθενά λίγη αλήθεια

 

και μη θαρρείς πως κατηγορώ τους άντρες

κάθε στρατιώτης που βρέθηκε με ένα σπαθί ορθό και ετοιμοπόλεμο

νόμισε πως θ’ αλλάξει τον κόσμο

 

και στο κάτω κάτω όσων ποτέ δε γράφτηκαν

ο κόσμος πάντα αλλάζει

μόλις το σπαθί συναντηθεί με τη μήτρα

μόλις το ταυ ενωθεί με το ρο

μόλις ο Πάρης αγαπήσει πάλι την Ελένη

μόλις η Κλυταιμνήστρα σκοτώσει το μέγα νικητή Αγαμέμνονα

και μόλις η Περσεφόνη για πάντα με το θεό του Αχέροντα δεθεί

 

και μόλις στρατηλάτες και αοιδοί

για πάντα το αποτύπωμά τους

στην παγκόσμια πανανθρώπινη Ιστορία απαρνηθούν

 

ο φόβος δε νικιέται από τον ήλιο

πέφτει μόνο σε ακούσια νάρκη

όπως ο εραστής θεός ναρκώνεται από τα χάδια της θνητής γυναίκας

που έδεσε ζωή και θάνατο

με τη δύναμη της αγάπης

 

ο φόβος δε νικιέται από τον ήλιο

πέφτει μόνο σε νάρκη

την περσεφόνεια νάρκη

 

 *

εξ αφορμής μιας εικόνας

κυριακή μεσημέρι ζέστη νωχέλεια

Πακιστανοί που πίνουν αναψυκτικά κάθονται στα παγκάκια της πλατείας

χαμογελούν αφήνουν τον ήλιο να μπει μέσα τους

φτάνουν στο μέλλον με το νου

λησμονούν για λίγο το φόβο

ξεσκίζουν την άθλια λέξη μετανάστης

και ξεκινούν να χτίζουν εκεί

στο παγκάκι της πλατείας

τη νέα πανανθρώπινη χώρα

με σημαία μια κιθάρα

κι έμβλημα ένα μελαμψό χαμόγελο

 

στο ραδιόφωνο έπαιζε αυτό