sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: αγάπη

ζωή, λευτεριά και τιμή του λαού, Εσύ

σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει να έχει η ζωή:
το Μεγάλο, το Ωραίο και το Συγκλονιστικό.
το Μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην Πάλη για μια Καλύτερη Ζωή. όποιος δεν το κάνει σέρνεται πίσω από τη ζωή.
το Ωραίο είναι καθετί που στολίζει τη ζωή. η Μουσική, τα Λουλούδια, η Ποίηση. το Συγκλονιστικό είναι η Αγάπη.

Νίκος Μπελογιάννης

μπελογιάννης

Μη φοβάσαι. Κοίτα ψηλά. Σήκωσε το κεφάλι, τι είναι και το αυχενικό νομίζεις, σύνδρομο του μυαλού και όχι του κορμιού, κοίτα ψηλά, όλοι τον ίδιο ουρανό κοιτάζουμε κι όλοι στο ίδιο χώμα περπατάμε, σκοτωνόμαστε, μας θάβουνε κι ύστερα από χρόνια μας ξανανοίγουν το λάκκο για να περισυλλέξουνε λέει τα οστά μας, να τα πλύνουνε, να τα βάλουνε σ’ ένα κουτί και ν’ αναπαυτεί η ψυχή μας. Μόνο που τα χώματα τούτης της γης δεν παίρνουνε πια άλλους νεκρούς, διαμαρτύρονται οι νεκροθάφτες, μην πεθαίνετε άλλο πια γιατί δεν έχουμε πού να σας βάζουμε, η γη σας δεν σας δέχεται άλλο, δεν λιώνουν τα κορμιά σας αδέρφια, τα σκουλήκια που κάποτε κάνανε τούτη τη δουλειά βγήκανε από το χώμα και καθίσανε στο σβέρκο σας, από γαιοσκώληκες γίνανε άρχοντες του τόπου, και διόλου δεν τους νοιάζει πώς πεθαίνετε πια, δεν πα’ να πέφτετε από ταράτσες, από γεφύρια, δεν πα’ να σας κόβεται το νήμα γιατί δεν έχετε λεφτά για τα φάρμακα, εξάλλου ούτε καν ο καρκίνος δεν θεωρείται κατάσταση επείγουσα παρά μόνο στα τελευταία του στάδια, αλήθεια σου λέω, το είπε εκείνος που καμώνεται τον μεταρρυθμιστή του ευρωπαϊκού οράματος, στην πραγματικότητα είναι ένα τόσο μικρό ανθρωπάκι, τόσο αδύναμο, τόσο κενό μέσα του, φέρετρο που ούτε νεκρό κουφάρι δεν αξιώθηκε να δει, φέρετρο που έμεινε στ’ απούλητα του νεκροθάφτη.

Πάλι σε πολυλόγησα με τα δικά μου, ήθελα να σου πω απλά πως αν σήμερα κοιτάξεις ψηλά στον ουρανό θα δεις πέταλα από κατακόκκινα γαρύφαλλα να στροβιλίζονται μαζί με την ανοιξιάτικη γύρη. Ένας κόσμος γεμάτος γαρύφαλλα και οράματα. Για το δίκαιο, για το όμορφο, για το ερωτικό, για το ευωδιαστό. Κι εγώ κοιμήθηκα σχεδόν ξημερώματα, είδα στον ύπνο μου πως απόψε θα βγούμε στους δρόμους όλοι με κόκκινα γαρύφαλλα στο πέτο και τη ζωγραφιά του Πικάσο στο χέρι. Πολιτιστική επανάσταση. Γαμημένη πολιτιστική επανάσταση.

Μα όταν ξύπνησα, από τα μεγάφωνα της πόλης ακούγονταν απειλητικά μηνύματα, εγώ γεννήθηκα αντικομμουνιστής και έτσι θα πεθάνω, ποιοι είσαστε εσείς ρε διακόσιοι της Καισαριανής, ποιοι κι εσείς οι τετρακόσιοι της Κοκκινιάς, ποιοι είσαστε, κάτσατε ποτέ σε θώκους, αγγίξατε ποτέ δρύινα γραφεία, γευτήκατε ποτέ την αλητεία, την ψευτιά, νιώσατε την εξουσία να σας φουσκώνει τα παντελόνια με δήθεν ανδρισμό; Εξαφανιστείτε πια από τη γη, από τη χώρα, από το σύμπαν, δεν θέλουμε Ανθρώπους, εμείς τους Ανθρώπους τους ρίχνουμε στο χώμα άψυχους ξημερώματα Κυριακής, κανείς να μην προλάβει να αντιδράσει, να πεθάνουν όλοι όσοι δώσανε κάποτε ελπίδα και πνοή στον τόπο, να βυθιστούν όλοι στην απελπισία, έχουμε βρει το κόλπο πια, αυχενικό και άγιος ο θεός, έχουμε σπείρει στους ανθρώπους σπασμένους αυχένες, να μην σηκώνουν κεφάλι, να μην αναπνέουν παρά πάνω από όσο τους επιτρέπει η τσέπη τους, οι ανάσες γίνανε πια κερμάτινες, οι αγάπες επί πληρωμή, η ελευθερία θάφτηκε κάπου βαθιά στη γη, κερδίσαμε σας λέω, εμείς, οι άψυχοι, οι κούφιοι, τα κενοτάφια, οι απάνθρωποι, οι αδάκρυτοι, ποια λουλούδια και ποια ποίηση, ένα κι ένα κάνουν δύο, τίποτα άλλο δεν μετράει πια, χάσατε.

Από το πρωί αυτά ακούγονται απ’ άκρη σ’ άκρη στη μικρή χώρα με τη μνήμη χρυσόψαρου. Κι ο κόσμος φοβήθηκε. Φοβηθήκαμε να ζήσουμε, μ’ ακούς; Έφτασα σχεδόν τριάντα και είμαι στην πραγματικότητα ογδόντα. Η γενιά μου είναι οι πεθαμένοι των ξερονησιών, οι σακάτηδες που γυρίσανε από τη Μακρόνησο, οι ανώνυμοι του προαύλιου χώρου του Πολυτεχνείου, οι συμφοιτητές του Πέτρουλα, οι φίλοι του Φύσσα, οι Λαμπράκηδες, οι εικοσάρηδες πια φίλοι του Αλέξη που κάψανε την πόλη της ανανδρίας μοιράζοντας οργασμούς στο διάβα τους, οι μαθητές του Τεμπονέρα που κλάψανε το δάσκαλό τους σαν πατέρα τους, η γενιά μου είναι τα ποιήματα που έγραφε ο Ρίτσος στην εξορία, είναι τα ποιήματα του Αλέκου τα γραμμένα με το ίδιο του το αίμα μέσα στο κελί της απομόνωσης, η γενιά μου είσαστε όλοι εσείς που κλαίτε αν δείτε πολύχρωμη πεταλούδα να πετάει κάπου στον Περισσό, η οικογένειά μου είναι όλο το κορμί του Κοροβέση που του το τσακίσανε στις ταράτσες και στα υπόγεια, το στόμα μου ανοίγει και μιλάει τη γλώσσα του Άρη σε κείνο το μπαλκόνι στη Λαμία, τα έχω μπερδεμένα μέσα μου θα μου πεις, αλλά ίσως και όχι, θέλω να κάνω την ασφυξία μου δώρο στους βιαστές μου, αυτοί να πεθάνουνε από βέβαιο πνιγμό, εγώ να ζήσω, να παλέψω, να χάσω και να κερδίσω, να ερωτευτώ και να με ερωτευτούν, εγώ να βγω στους δρόμους και να βροντοφωνάξω τις σιωπές μου, εγώ να συναντήσω όλους εσάς πίσω από τις οθόνες σας, τα δάκρυά μου εξατμίζονται μόλις πέφτουν πάνω στο άψυχο πληκτρολόγιο, τα δάκρυα βλέπεις θέλουν ανθρώπινο ώμο για να πέσουν και να δώσουνε ζωή.

– Νίκο, ήρθε η ώρα.

– Πάμε για καθαρό αέρα ε;

Και ύστερα ένα χαμόγελο γλυκόπικρο. Χαμόγελο Αθανασίας. Τι να μας πει ο θάνατος, όταν ο αγώνας για ζωή και ελευθερία είναι πάντα παρών; Νίκησες. Νίκησες για πάντα. Κέρδισες τη λήθη, το θάνατο, το φασισμό, νίκησες γιατί στάθηκες ορθός, έτσι μόνο αξίζει να πεθάνει ένας Άνθρωπος, για να ζήσει για πάντα μέσα μας, τα παιδιά που θα γεννήσουμε θα είναι τα δικά σου παιδιά, οι στροφές των τραγουδιών θα είναι για πάντα λεύτερες, θέλω να σου υποσχεθώ ότι κάθε χρόνο τέτοια μέρα θα στήνουμε γλέντι. Θα χορεύουμε στητοί και αγέρωχοι, θα τραγουδάμε κόκκινα τραγούδια, κόκκινο το αίμα των ηρώων μας, των αγίων μας, των που δεν γονατίσανε ποτέ, που στηθήκανε απέναντι από την αδικία με ασπίδα την Ανθρωπιά.

Θέλω να σου υποσχεθώ πως θα σηκωθούμε. Ο λήθαργος είναι για όσους ζουν ήδη νεκροί. Μα εμάς τα στήθη μας θα σπάσουνε από ζωή. Θέλουμε να ζήσουμε. Και θα ζήσουμε. Το αστέρι το δικό μας είναι τα λόγια σου. Καλή αντάμωση στις σελίδες της Ιστορίας που δεν γράφτηκαν ποτέ σε χαρτί, καλή αντάμωση στην Ιστορία που γράφουν οι κατακόκκινες καρδιές.

Σύντροφε, σήκωσε το κεφάλι σου λέω. Τα γαρύφαλλα πετάνε παντού τριγύρω μας. Ξέρεις τι είναι η άνοιξη στ’ αλήθεια; Είναι η Επανάσταση της ζωής. Σπάσε τους αυχένες των βιαστών σου. Ζήσε.

Σ’ ευχαριστώ, Σύντροφε, άγιε και θεέ μου.

Αθάνατος.

Advertisements

θηρεύοντας

στιγμές κυνηγάω στιγμές
τότε που ανοίγει το κλειστό αγιόκλημα
τότε που η νύχτα κάποτε τελειώνει
τότε που παίρνει φωτιά το μηχάνημα των τραπεζιτών

όμορφη εγώ
τράπεζα εγώ
καίγομαι εγώ

κλείνω τα μάτια στον ίλιγγο που τρέχει κατά πάνω μου
αφήστε με να μετράω τσιμπήματα από ζήλεια και από σκνίπα
αφήστε με εδώ να μην ξανακοιμηθώ ποτέ
γιατί δεν έχω πια άλλα όνειρα να φαντασιωθώ

στιγμές κυνηγάω στιγμές
ίσως στο τέλος τέλος να με κυνηγούν αυτές
ζητώ ένα χάπι δυνατό ίσως και αντιβίωση ποιος ξέρει
να μην ζω άλλο πια έτσι
αντί βίου πικρά σύκα σε τούτο το άνυδρο καλοκαίρι

μιλώ έτσι εύκολα για το θάνατο γιατί τον τρέμω
κι έτσι ξορκίζοντας τον προσκαλώ στα ποιήματά μου
κάποιος μου ‘πε δεν γράφεις ποιήματα μην ξεγελιέσαι
αφήστε με να ξεγελαστώ πως δεν τελείωσε το μέλλον χτες

ποιήτρια εγώ
ανίκανη εγώ
άνυδρη εγώ

ξέμεινα από καλοκαίρι
ξέμεινα από φάρμακα
ξέμεινα από σπόρο αγιόκλημα
κρατώ τα τελευταία φύλλα του βασιλικού μου
του μιλώ για να μην πεθάνει κι αυτός
φτύνω μίσος στα φύλλα του

το ‘ξερες ότι το μίσος είναι υγρό;

όχι δεν θα ξανακυνηγήσω άλλο πια στιγμές
γιατί με διάταγμα πρωθυπουργικό ορίστηκε
πως η εποχή του κυνηγιού για όνειρα ηλιθίων
δια παντός απαγορεύεται
εδώ σε τούτο το νησί
που ξεγελάει το τελευταίο του άνυδρο θέρος
με σμήνη βρεττανών που ανταλλάξαν τις ναπάλμ με χρήμα

χρήμα εγώ
βρεττανίδα εγώ
νησί εγώ

το ‘ξερες πως η αγάπη είναι νερό;

με το κεφάλι στο πλακάκι

από τα ποιήματα τσέπης*

θα σέρνομαι αενάως σε συνόδους κορυφής
έχεις ταλέντο μου λένε
έχω ανάγκη απαντώ
άλλοτε αγαπώ τις συναιρέσεις
κι άλλοτε τις αποδιώχνω από τα γραπτά μου
όπως τις μύγες τους ιούλιους από το παιδικό καρπούζι μου
εδώ στον κόσμο μου τα πάντα έχουνε τη δική τους τη μιλιά
ονόματα και κατσαρολικά και ρήματα και κάλτσες
άλλοτε ξημερώνει μέρα συναιρέσεων
όταν εν απαρτία αποφασίζουμε
τη μέρα με λιγότερα φωνήεντα να ζήσουμε
κι άλλοτε πάλι έρχονται κάτι νύχτες ασυναίρετες
τότε
κοιμάμαι εμβρυακά με αναίδεια
καπνίζω μόνο λίγο γιατί αγαπώ τη μοναξιά μου
μιλάω μεγαλόφωνα και καταργώ τις συναιρέσεις
και εντέλει στέκομαι ανάποδα στο μπαλκόνι με το κεφάλι στο πλακάκι μέχρι να ξημερώσει
κερδίζοντας επάξια το χρυσό μετάλλιο κοινωνικής παράνοιας

θα επιστρέφω πάντα εν τιμή
ταπεινωμένη από τις ψεύτικες αλήθειες σας
έχεις ταλέντο μου λένε
είμαι φτωχή και ψάχνω τρόπο να ξεγελάσω την οργή μου απαντώ
χαρίζω πάντα μια ανάσα παραπάνω
σ’ όποιον με ένα μινόρε κουνάει την καρδιά του από τα μέσα του
εφτά ακριβώς εκατοστά
κι ακόμα
χαρίζομαι ανεπιστρεπτί
σε κείνους που φοράνε πάντα ρούχο με τσέπη
για να ‘χουνε κάπου παράνομα να χώσουν τη χαρά
γιατί ποτέ δεν έμαθαν πώς να την κάνουν πράξη

θα σέρνομαι δια παντός λαός νεκρός
σε όλα της υφηλίου τα συνέδρια
διατρανώνοντας παντού αμάθεια και αγάπη
έχεις ταλέντο μου λένε
έρχομαι απ’ τον κόσμο των νεκρών τους απαντώ

 

*η πικρή αλήθεια είναι πως χωράω ολόκληρη
στην τσέπη σας
αρκεί ωστόσο να ‘ναι τρύπια

καμιά φορά διψάω για ποίηση*

και μιλάω
για τα εξάχρονα στο δημοτικό
που πετάνε
τις τσάντες κάτω
και παλεύουν
μεταξύ τους
όπως
δεν παλεύουν
οι πατεράδες τους
με την
πραγματικότητα

γιώργος δομιανός
(άτιτλο I)

οι επισκέψεις στην πρωτεύουσα
είναι στην πραγματικότητα πρότζεκτς
εργασίες δηλαδή καταστροφής στερεότυπων
κατέβηκα λοιπόν μέχρι τον πειραιά
γιατί η θάλασσα δεν είναι θάλασσα μόνο στο νησί
κατέβηκα στο λιμάνι μ’ ένα οικείο ουρλιαχτό στο στομάχι μου
και κει την είδα
κι αν θες να ξέρεις
μύριζε υπέροχα
καυσαριώδες ιώδιο
κάθισα σε μια αποβάθρα
υποκρινόμενη έναν ερχομό
τα λιμάνια δεν αφορούν τη φυγή
αλλά τον ερχομό που δεν έρχεται

στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα μανάβικα πουλάγανε κεράσια σαν τρελά
καυσαριώδες κεράσι
και γω επιβεβαίωσα την αλήθεια
όσων έμαθα χτες
πως όχι
δεν είναι η εποχή των κερασιών
κι ύστερα σκέφτηκα
πως δεν έχω δοκιμάσει κεράσι ποτέ στη ζωή μου
το κεράσι βλέπεις κρύβει κάτι
και γω τις νύχτες ζω αγκαλιασμένη με τους φόβους μου
φυλάω τις ανασφάλειές μου θαρρείς και αποτελούν
υμένα παρθενικό της δεκαετίας του πενήντα
δεν σκοπεύω να χαρίσω τις φοβίες μου
στο πρώτο τυχόν ελκυστικό φρούτο
τουναντίον
έχω στόχο να πετάξω κάθε φόβο μου
από το μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου του πατρογονικού μου
την πρώτη νύχτα του θανάτου μου

περπάτησα για εβδομήντα λεπτά
έμεινα μέσα στα δικαστήρια της περιοχής για σαράντα λεπτά
κι αυτή νομίζω
είναι μια πολύ πολύ κακή αναλογία

δεν μπορώ να αποφασίσω αν μου λείπουν οι πόλεις
ή αν αντίθετα
δεν έπρεπε ποτέ να γεννηθώ μέσα σ’ αυτές
προσπαθώ να εντοπίσω το αληθινό μου πρόβλημα
και συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα έγκειται
στη συγκίνηση που ξεχύνεται από μέσα μου
όταν διαβάζοντάς τα
ενώνω φθόγγους και διφθόγγους ποιημάτων
ποιήματα που κρύβουν σε μια φράση μόνο
ψέματα ολόκληρων εποχών

ζηλεύω την αφαιρετικότητά τους
γράφω πάντα τόσα μα τόσα πολλά
γιατί είμαι τόσο αστάθμητη
που δεν μπορώ καν να αποφασίσω
τι είναι πεζό και τι ποίημα

έλεγα για τη συγκίνησή μου
που είναι αδικαιολογήτως υφιστάμενη
και ξέρω και πάλι σε αυτό το σημείο
πως αναπόφευκτα για τον εαυτό μου θα μιλήσω
υπάρχουν λέξεις που τις διαβάζω και καρφώνονται πάνω μου
σαν καρφιά σχεδόν χριστιανικά
θέλω να ρωτήσω τον κύριο τάδε πώς τα κατάφερε
και νίκησε την ηθική της εποχής της βολικής φτώχειας
μέσα από το τσιγάρο του κοριτσιού στα κτελ
κι ακόμα αν ξέρει να μου πει
σε ποιου φρούτου την εποχή ζούμε
μήπως και το ‘χω δοκιμάσει
μήπως και πατήσω πόδι σε μια έστω γαμημένη βάρκα

κάνω κουπί πατώντας στο κενό και πια κουράστηκα

ξέρετε
οι άνθρωποι με αγαπάνε
εξ αποστάσεως
μέχρι να με ζήσουνε λιγάκι
ύστερα προτιμούν να με ξαναγαπήσουν εξ αποστάσεως
γιατί γαντζώνω απάνω τους ασφυχτικά
μια μοναξιά
πολύβουη
ανέξοδη
παρθένα
και γιατί χωράω μέσα στη σιωπή
όπως ο αναπτήρας στο πακέτο με τα μείον τέσσερα τσιγάρα
καθίσταμαι έτσι μια ύπαρξη
ωσεί παρούσα εσαεί

κάθε ξημέρωμα στις τέσσερις κλείνω την τηλεόραση
αφού έχω εξιχνιάσει κάθε έγκλημα
λαβόν χώρα στις πολιτείες του νέου κόσμου που μας σύστησε ο αμέριγκο βεσπούτσι
λέω στον εαυτό μου λοιπόν
πως είναι αργά
πως η κούραση θα μου κλείσει τα μάτια
προσπαθώ να ερωτευτώ το μαξιλάρι
μα ύστερα μου μπαίνουν ιδέες πάλι

εκείνη η νύχτα
που ακούσαμε τον ρίτσο να μας απαγγέλλει τον επαναστάτη
και έκλαιγα λες και η βάρκιζα συνέβη μόλις χθες
− στην πραγματικότητα το κλάμα είχε να κάνει με την πικρή διαπίστωση πως σε αδικώ κατάφωρα γιατί σε αγαπώ παράφορα −

εκείνος ο άνθρωπος που εκτίει ποινή φυλάκισης τέρατος
αγκαλιά με την αθωότητά του

εκείνο το πρωινό
που η μάνα μου και ο πατέρας μου γέννησαν ένα μωρό
ένα μωρό που έμελλε να γίνει
το κέντρο του πληγωμένου κόσμου μας

κι ύστερα σκέφτομαι πώς θα γίνει
άλλο ένα στερεότυπο να χαλάσουμε
άλλον έναν συρμό να διαρρήξουμε
− μιλάω σε πρώτο πληθυντικό απαρεξήγητα
γιατί υπάρχει άμεση ανάγκη για μεταμόσχευση ανθρωπιάς −
όταν φτάνει κοντά να ξημερώσει εντελώς
έχω καταλήξει σε ένα σχέδιο ιδιοφυές
να αλλάξετε πρέπει οι ψυχολόγοι μια μόνο λέξη
όπου κατάθλιψη γράψτε στα τεφτέρια και στις διατριβές σας μιζέρια
κι ύστερα δείτε πώς θα ξεχωρίσουμε εν ριπή ωτός
οι εντός του κλίματος των ημερών
− άλλως μοντέρνοι −
από τους αληθινά θλιμμένους
από κείνους δηλαδή που ξυπνούν από εννιάωρο βαθύ ύπνο
με χέρια βαριά και πόδια ήδη νεκρά

ξημερώνει
και γω κλείνω επιτέλους τα μάτια
άλλος ένας λαθεμένος απολογισμός έλαβε τέλος
από αύριο
θα πατάω ξυπόλητη στα πατώματα των ξενοδοχείων
θα πεινάω τα μεσημέρια
θα κάνω πράξη τις αρχές επαγγελματικού προσανατολισμού
και ίσως
− λέω ίσως γιατί εμπιστοσύνη καμιά δεν μου ‘χω πια −
να τολμήσω να δοκιμάσω ένα κεράσι εμποτισμένο από την πίκρα της πόλης που με έδιωξε
να στείλω το φόβο μου στον αγύριστο
και να ζήσω μαζί σου σε μέρες και νύχτες
χωρίς τη χρεία βάρκας
με μόνο δυο σωσίβια φτηνά
που στην πρώτη φουρτούνα θα αχρηστευτούν
κι έτσι αναγκασμένοι θα ‘μαστε
χέρι χέρι ως την ακτή της αλήθειας μας να φτάσουμε

 

* ο τίτλος του παρόντος αποτελεί

παράφραση του στίχου του γιώργου δομιανού

καμιά φορά διψάω για σταύρωση

από τη συλλογή

δεν είναι η εποχή των κερασιών

ένας δεύτερος χριστός*

βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που κανείς ποτέ δεν τον κατάλαβε γιατί όλοι τον μισούσαν για όλα αυτά που ποτέ δεν θα κατάφερναν να νιώσουν βαθιά μέσα τους γιατί έτσι φτιαχτήκαμε οι άνθρωποι να διακοσμούμε δήθεν ευφυώς σπίτια να οδηγάμε αμάξια να αλείφουμε το κορμί μας με αισθησιακά λάδια να πεταρίζουμε τα βλέφαρα να καυλώνουμε με το γυμνό στήθος της γειτόνισσας να ονειρευόμαστε ψηλοτάβανα σπίτια μα ποτέ καλύβια με πάτωμα που κρύβει λαγούμια που σε οδηγούν στον πυρήνα της γης και από κει στα μύχια της καρδιάς αχ η καρδιά πολύπαθη και άτυχη αλλά πιο δυνατή από τις λιπόψυχες καρδιές ημών των υγιών βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που ετοιμάζεται για τη μάχη εδώ και σαράντα χρόνια όλα έτοιμα σας λέω τα παντελόνια με τις πλαϊνές τσέπες τα μαχαίρια τα βιβλία τα συνθήματα όλα έτοιμα ανέκαθεν και η μάχη δεν ήρθε ποτέ γιατί προτιμήσαμε να σπείρουμε τον κάμπο με βιολογική σοδειά που κοστίζει ένα και μισό μεροκάματο το βαζάκι παρά να χώσουμε το αλέτρι βαθιά μέσα στη γη να πληγώσουμε το χώμα για να σπείρουμε ιδέες και ύστερα περήφανα να θερίσουμε τη θύελλα του σοσιαλισμού βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που τον περιγελάσανε τον μισήσανε τον λατρέψανε και τον σκοτώσανε μόνο και μόνο για να τους επιβεβαιώσει το αναστάσιμο ψέμα του χριστιανισμού εδώ που φτάσαμε σύντροφοι νομίζω πως μόνο ο εξιστορητής της ιστορίας του ξεροκέφαλου κεμάλ θα μείνει στο τέλος ζωντανός για να μας πει κατ’ επανάληψη πως ο κόσμος ο διαβολικά πλασμένος αυτός κόσμος θα προχωράει πάντα με φωτιά και με μαχαίρι και κείνος τα ‘χε όλα έτοιμα και το μαχαίρι και τη φωτιά αλλά του ‘πανε να κάτσει σε μιαν άκρη και να κοιτάζει τη ζωή να κυλάει αργόσυρτα σε μιαν επαρχία βρώμικη γεμάτη γραμματείς και φαρισαίους θέλησε να διδάξει και να διδαχτεί μα ο κόσμος άλλαξε βιαίως και τώρα πια τους χριστούς δεν τους σταυρώνουν τώρα πια τους επαναστάτες των πιο άδειων καιρών της υφηλίου τους κρατάνε ζωντανούς δια της βίας με μηχανήματα με τη γλώσσα κομμένη και τα χέρια δεμένα με κοινωνικές συμβάσεις τι θα πει ο κόσμος το χωριό η πόλη η μάνα ο πατέρας ο τριτοξάδελφος ιούδας έτσι τώρα πια ζούνε οι χριστοί σύντροφοι ζωντανοί μα μέσα τους νεκροί για πάντα και οι μαγδαληνές τα ξεπουλήσανε όλα δώσανε σας λέω ακόμα και τα σημεία στίξης στους ρωμαίους συγκλητικούς μόνο και μόνο για να ξαναδούνε το χριστό τους να ανασαίνει και πλύνανε τα πόδια όλων των ανελεύθερων αφεντικών και γονατίσανε και ικετέψανε όλους τους αντιεισαγγελείς του κρατιδίου μόνο και μόνο γιατί μια μέρα ένα αστέρι τους οδήγησε σε μια φάτνη που γεννιότανε κάτι που αργότερα οι ανιστόρητοι το είπανε αγάπη αλλά τα δάκρυα της κάθε χαμογελαστής πουτάνας δεν αρκούνε πια σύντροφοι για να ξεπλύνουνε τη δυσωδία του καθωσπρεπισμού και φοβάμαι τόσο πολύ ότι ο κάμπος δεν θα πάρει φωτιά ποτέ γιατί οι εμπρηστές φυλακιστήκανε εκουσίως σε τύπου δ΄ φυλακές και μεις θα μείνουμε δω πάντα σκυφτοί πάντα σκελετωμένοι πάντα ανίεροι πάντα να προσδοκούμε το πέρασμα από τη νεκρά θάλασσα και πάντα να πεθαίνουμε ατελέσφοροι

*τσαφ

σε γνωρίζω από την όψη // της ελιάς στο στέρνο σου

arbeit macht frei. γύρισα στη γερμανία κλαίγοντας. μα γιατί κλαις; με ρωτούσαν οι γερμανοί. τι να τους απαντήσω; τι ξέρουν για τον δεκέμβρη του αλέξη, για τον ιούνιο της πλατείας, για τους νεκρούς της μαρφίν, για τα χημικά που ζουν μέσα μας, δε λυγάνε τα ξεράδια, και πονάνε τα ρημάδια, ολόκληρο ipod και να ακούς βάρναλη καταμεσής στην alexanderplatz, πού ακούστηκε; τι ξέρουν για τις ταράτσες που γέμισαν απόγνωση, τι να τους πρωτοπώ; ψωμί, παιδεία, ελευθερία, και μας έμεινε μόνο το ψωμί, κι αυτό για πόσο; μεταπολίτευση, μετανάστευση, μετενσάρκωση κι όλο ένα μετά να περιμένει ο άνθρωπος. τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις;

22.11.2012
s. l.

το βλέμμα μου καρφωμένο σε κείνη την ελιά στο στέρνο
η ελιά σου σε συνοδεύει στους μονολόγους σου
θέλω να γίνω ο αγαπημένος σου ακροατής
θέλω συνέχεια να μου μιλάς
τι υπέροχες μέρες πόσο βρώμικα χρόνια
νικάμε χάνοντας
θες να βγούμε στο βουνό;
από κυβέρνηση και από τσάι προτιμώ του βουνού, ευχαριστώ
μίλα μου
η ελιά σου με κοιτάζει
σαράντα χρόνια ιστορίας κουβαλημένα πάνω σε ένα κορμί

λοιπόν θα βγω στο σαλόνι να κάτσω
τα παράθυρα μπάζουν αέρα
και δεν είναι αέρας αλλαγής
ακούγονται ιστορίες από την περεστρόικα του γκόρμπι
σου ‘πα ότι ο πατέρας μου έλεγε γκόρμπι το λάντα μας;
έτσι μεγαλώσαμε μωρέ σε κείνο το σπίτι
να διαβάζετε παιδιά να είσαστε δυνατοί
γιατί έφυγες μπαμπά από την κνε
πες μου την αλήθεια
λοιπόν έλα κερνάω τσιγάρο
όπου να ‘ναι το κόβουμε μη σε νοιάζει
την περπάτησα λίγο την πόλη
είδα τις αφίσες με την ελπίδα που είναι καθοδόν
η ζωή είναι άδικη
η ζωή είναι άτυχη
η ζωή είναι η εκτέλεση του νίκου μπελογιάννη
ξημερώματα κυριακής
ο θάνατος είναι πάντα παρών
ο θάνατος είναι πάντα δίπλα μας
ο θάνατος είναι η μαχαιριά στην καρδιά του παύλου
υπόσχομαι να χτυπάω για δύο, ψιθύρισε μια καρδιά
βία νοθεία και έρωτας
το δικαίωμα του εκλογικεύειν και του παραλογίζεσθαι
σαράντα χρόνια αγώνα λοιπόν
κι ο πέτρουλας ήτανε παιδί μη νομίζεις
ελεύθεροι αγωνιζόμενοι τηλεθεατές
αρρυθμία γιατρέ μου
επίπονη επικίνδυνη επελθούσα και επ’ ώμου αρμ
ψέματα σας είπα τούτα δω τα λόγια δεν είναι πολιτικά
τώρα είμαι ελεύθερη να μιλήσω για την οργή της αγάπης
θέλω μόνο να μιλήσω για τα τρία έψιλον
έρωτας
επανάσταση
και ποιο να ‘ναι άραγε το τρίτο ξέχασα
πάντως να θυμάστε πως κάπου κάπως κάποτε στο τέλος
η ζωή δικαιώνει τους που αγαπήσανε
τους που οργιστήκανε
τους που βγήκανε από το νοσοκομείο όρθιοι
στα δυο τους πόδια χαμογελώντας πικρά

θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
η μαρία νεφέλη ζει, στο ‘πα;
θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
και μια μέρα
− σύντομα, πολύ σύντομα −
θα χαμογελάσουμε γλυκά
γιατί κύριε οδυσσέα ήρθε θαρρώ η ώρα

ήρθε η ώρα να πεθάνω σαν χώρα
μόνο και μόνο για να ξαναγεννηθώ
θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
να το θυμάσαι

π

ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή
μόλις τα βλέφαρά μου ανασηκώθηκαν
είδα τον πολιτισμό των ανθρώπων να παρελαύνει
στρατιωτικά
παιάνες εμβατήρια χλαμύδες καρυάτιδες και πανοπλίες των βίκινγκ
ο γαλάζιος ουρανός υπέροχη αντίθεση με τις μαύρες μπλούζες
οι μαύρες μπλούζες γεννημένες από μαύρες καρδιακές αρτηρίες
κάποιος ξάπλωσε στο κράσπεδο − εσύ −
η χιλιετηρίδα άλλαξε βίαια
φύσηξε μέσα σου αέρας
− στρίβουν το μαχαίρι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο −
ο αέρας άνοιξε τα χρονοντούλαπα
καλώς ήρθατε στο μεσαίωνα
αλλά μην περιμένετε αναγέννηση
σε ονομάσανε στυγερή δολοφονία
− και δεν παίρνω όρκο για το στυγερή −
η νέα μόδα διέταξε να περπατάω με τα μάτια στην πλάτη
αποφάσισα να μην την ακολουθήσω
− ούτε αυτήν −
τις τελευταίες τριακόσιες εξήντα μέρες αναρωτιέμαι
πότε πεθαίνουν αμετάκλητα οι νεκροί
τρεις οι βαθμίδες του θανάτου βλέπεις
οριστικός
τελεσίδικος
αμετάκλητος
τα τελευταία δέκα χρόνια διερωτώμαι
πόσες άχρηστες γνώσεις χωράνε μέσα σ’ ένα μέτριο μυαλό
ανεβαίνω στη ζυγαριά
από τη μία εγώ − οι τσέπες άδειες −
από την άλλη άπασες οι κενολογίες που γραφτήκανε ποτέ
περί δικαιοσύνης
η ζυγαριά αναποφάσιστη
− η φυσική τα πάντα πληρούσα όμως εντέλει −
οι κενολογίες νικάνε τον άνθρωπο
είμαστε αποτιμητοί σε κιλογκράμ βλέπεις
τα κιλογκράμ λιώνουν όταν πεθαίνουμε
αλλά τα όνειρά μας δραπετεύουν από το σφυροδρέπανο
− από όλων των ειδών τα σφυροδρέπανα −
νομίζω πως τριακόσιες εξήντα μέρες μετά
βρήκα μια φρούδα απάντηση
για να μπορέσω να κλάψω κι ύστερα να κοιμηθώ − κάπως −
ο αμετάκλητος θάνατος έρχεται
όταν εξαφανιστεί το ιδεόγραμμα του ανθρώπου
και επομένως
ο αμετάκλητος θάνατος επαφίεται στην κρίση
του καθένα από μας
που ζούμε
− ή έτσι νομίζουμε −
ο θάνατος έχει σύμμαχό του τη λήθη
διάβασα κάπου πως στα εργαστήρια δημιουργήθηκε ένας ειδικός ιός
που ωθεί την ανθρωπότητα στην τεχνητή λήθη
κι ύστερα πως διέσπειραν τον ιό αυτόν σε πόλεις και χωριά
με τη βοήθεια των μέσων μαζικής αμνησίας
συνήθως δεν πιστεύω σε τέτοιου είδους φήμες
− ζούμε άλλωστε στον αιώνα της υποψιασμένης ηλιθιότητας −
η φήμη αυτή μου φάνηκε τόσο αληθινή όσο και τα νέα των οχτώ
ωστόσο
για παν ενδεχόμενο
βρήκα το αντίδοτο γι’ αυτόν τον ανίκητο ιό
λοιπόν νομίζω πως μπορούμε να νικήσουμε
τα όπλα μας είναι δύο
και μη σας φανούν αντικρουόμενα
θέλουν μόνο μιαν ισορροπημένη αναλογία
απαιτείται οργή και αγάπη

οργή και αγάπη
αγάπη και οργή

και στο κάτω κάτω για να πω και την αλήθεια
καθόλου βέβαιη δεν είμαι ότι στο τέλος θα νικήσουμε
και ούτε η τροχιά μιας μαχαιριάς ξαναγυρνάει πίσω
το ξέρω
αλλά μπορούμε να χτίσουμε ένα ανθρώπινο τείχος
αδιαπέραστο από τη λήθη και το θάνατο
κι έτσι οι νεκροί μας δεν θα πεθαίνουνε ποτέ

μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθάνεις
όμορφα κι όρθιος σε δημόσια θέα
με λένε Παύλο Φύσσα από τον περαία

Παύλος Φύσσας

τζάνκια της ομορφίνης*

 

ανάσα

*σκηνές από τα ηλιόλουστα σαββατοκύριακα της ασχήμιας

*

αν οι κλεισμένοι σε κελιά μετρούν τις μέρες της σκλαβιάς τους

γράφοντας πάνω στους τοίχους την αντίστροφη των φυλακών αλφάβητο

τότε όλοι εμείς πού πρέπει άραγε τις μέρες της αφθόνου μας σκλαβιάς να τις χαράξουμε;

σχίζω τον άνεμο τις νύχτες και τραγουδάω ανάποδα τις νότες της ελευθερίας

γύρω μου πόρτες και παράθυρα κλείνουνε σχεδόν ερμητικά

μια χαραμάδα μόνο αφήνουνε οι γείτονες σχεδόν αόρατη

ίσα για να χωρέσουν οι εφιάλτες της αστυφιλίας στο δωμάτιο να μπούνε

*

κάποτε ξέρετε στου νησιού μου τα νερά βαρύς εγκέλαδος την πόρτα χτύπησε

και όταν κάνοντας μια βόλτα να θαυμάσω την υπεροχή της φύσης καθ’ ημών

αντίκρισα το πιο υπέροχο θέαμα -τοίχοι κελιών ερείπια-

κατάλαβα πως οι σεισμοί έργο θεού του δωδεκάθεου αποτελούν

παλιές αγροτικές πετρόχτιστες και άνευ χρήσεως φυλακές

μόνο και μόνο για να δίνεις στίγμα πού είσαι φτάνεις

εδώ περνάω απ’ τις αγροτικές τις φυλακές σε ένα τέταρτο είμαι εκεί

μέσα λοιπόν στη μανία και την ολοσχερή καταστροφή

όπως αρέσκονται οι τηλεοπτικοί πομποί να την παρουσιάζουν

ξάφνου ο θεός της ομορφιάς διέταξε τις φυλακές να γκρεμιστούν

κι ύστερα έτερη εντολή εξέδωσε

στη θέση τους έχυσε θάλασσα απάτητη μέχρι χτες

κι έτσι λοιπόν έχουμε τώρα στο νησί θάλασσα αντί για φυλακές

σα να μας διατάσσει ο εγκέλαδος που αφανώς την ομορφιά υπηρετεί

να σπάσουμε τις αλυσίδες τα δεσμά τα ψέμματα και ό,τι βιδωμένους στο τσιμέντο μας κρατάει

*

εχτές μέσα στη νύχτα σίμωσε κάποια στιγμή ένα πλάσμα θεϊκό

ο θεός του ύπνου και του εφιάλτη της νυχτιάς και της αυγής

ο δημιουργός των ονειρώξεων και του ιδρώτα των πελμάτων

απόρησε που οι δυνάμεις του επάνω μου καμιά πια επιρροή δεν είχαν

αλλά κι εγώ δεν τον φοβήθηκα· πες μου μορφέα

τι σε έσπρωξε σε τούτο το περίεργο είδος βιοπορισμού;

κι εκείνος μίλησε για ώρες πολλές για όσα πριν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει

μας βρήκε το ξημέρωμα με τον μορφέα στο σεντόνι μου να κλαίει

κάποτε ο θεός αυτός αγάπησε βαθιά με όλη του τη θεϊκή καρδιά

μία γυναίκα από τον κάτω κόσμο νεκρή μα αιωνίως ζωντανή

κι όταν εκείνη την αγάπη του αρνήθηκε εκείνος ήπιε δηλητήριο

μα αυτή του απαγόρευσε στον κάτω κόσμο

με γαλήνη νεκρική το υπόλοιπο του βίου του να ζήσει

κι έτσι οι θεοί που σαν παιδί τους τον μεγάλωσαν

του κάναν δώρο μια ζωή ενδιάμεση· μονίμως μεταβατικά να ζει

ούτε νεκρός ούτε εν ζωή μονάχα εν υπνώσει να διαβιοί

τις νύχτες να χαρίζει όνειρα σε ζώντες που ποτέ δεν έζησαν

αγκάλιασα σφιχτά τον άμορφο μορφέα

κατάλαβα πως κι οι θεοί πάντα τους θα κυνηγούν την ομορφιά

*

τα σούρουπα είναι οι μικροί θάνατοι των αστικών ζωών

βράδιαζε· τα φώτα των αυτοκινήτων φυλάκιζαν για πάντα τα αστέρια

ξάφνου χοροί και θόρυβοι και φώτα τεχνητά στον ουρανό

έσκυψα κάτω από την τέντα ανάμεσα στα κτήρια και ίσα πέρα στον ορίζοντα

κατάφερε το βλέμμα μου να φτάσει ως την πηγή της φασαρίας

βεγγαλικά ψηλά στον ουρανό δίπλα στο ενοριακό καμπαναριό

γάμος στην εκκλησία μας χαρές στα πατρικά μας

λοιπόν θαρρώ πως τα βεγγαλικά είναι μωρά που πεθαίνουν πάνω στη γέννα

μόλις φωτίζουν σβήνονται μόλις τα δεις πεθαίνουν

*

μα άνθρωποι και θεοί και όλοι μας για πάντα θα ποθούμε

στης ομορφιάς την αγκαλιά γλυκά να κοιμηθούμε

ξέρετε, έψαξα κι έμαθα πως η ομορφίνη μόνο σε ξέρες και σε βράχια ευδοκιμεί

αν θες να υμνήσεις το ωραίο είναι απαραίτητα τα ορειβατικά παπούτσια

και τα ψηλά και απάτητα βουνά είναι η πλατεία ομονοίας

για αυτούς που εθίστηκαν άνευ επιστροφής στην ομορφιά

φωτογραφία: νιώσε

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.

Νήσος Ελένη

388449_2374991089079_1802381414_n

τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά

Μάνος Ελευθερίου

 

γνωρίζει τάχα άραγε κανένας από σας
πως η φόνισσα του άντρα της η Κλυταιμνήστρα
αδερφικά την κόρη μου Ιφιγένεια μεγάλωσε;

γνωρίζετε άραγε όλοι εσείς
που απόψε την πόρτα μου βιαίως την χτυπάτε
ζητώντας να τιμωρηθώ σκληρά
για ολάκερο το αίμα που χύθηκε τότε στο Σκάφανδρο
τα βάσανα, τις γέννες μου, τους άντρες, τις αγάπες;

σε πόσα τάχα κρεβάτια με ξάπλωσε η ομορφιά αναρωτιέστε
-έχε στο νου σου πως οι μάχες οι μεγάλες δόθηκαν πάντα από εραστές-
με καταράστηκαν θνητοί και αθάνατοι
γιατί υπήρξα όμορφη σε εποχές που απαγορευότανε η ελπίδα
γεννήθηκα την εποχή των άμορφων
καταδικάστηκα από τέρατα
σύρθηκα πα’ σε κράσπεδα
-κάθε εποχή έχει και τη Μαγδαληνή της-

κι ήτανε ξέρετε πάντοτε για τους εραστές μου
συνθήκη και αναγκαία και ικανή
πως ένα κορμί με δάχτυλα μακριά και βλέφαρα υγρά
χρεία άλλου πράγματος δεν έχει για να ‘ναι ευτυχισμένο

όμως οι Μοίρες
που άλλο δεν είναι απ’ τις Επιθυμίες πράγμα
αλλιώς φαντάστηκαν την ομορφιά μου να πεθαίνει

γιατί τα τρόπαια το ποδόσφαιρο αφορούν
γιατί τα είδωλα τις θρησκείες ενδιαφέρουν

μάθετε τώρα όλοι εσείς οι υποψήφιοι βασανιστές μου
οι γιοι και οι πρόγονοι των εσατζήδων
πως πάτησα σε άγια γη
πως γέννησα την Επανάσταση απέναντι απ’ το Λαύριο
πως άγγιξα όλες τις πληγές εκείνων που με αίμα υπογράψανε για τη δική σας την Ελευθερία

ποτέ λοιπόν στην Τροία και καμιά Αίγυπτος
-ίσως μια στάλα Βερολίνο· ποιος το ξέρει-
κατάφερα και φύτεψα φτερά στις πλάτες μου
κι έφτασα ένα ξημέρωμα στο Μακρονήσι
αρνήθηκα κόρες και γιους κι ανέβηκα κρυφά σε άλογο
έχτισα μόνη τα κελιά της απομόνωσης του μέλλοντος
χάιδεψα βότσαλα που κάποτε θα ζωγραφίσουν ποιητές
έκλαψα για αιώνες για τους ήρωες της χώρας
έθαψα κάπου κόκκινο μαντήλι από ερωτικά υγρά εμποτισμένο
χάραξα ένα έψιλον σε αμμουδιά κρυφή
για να θυμάται κάποιος κάποτε στο μέλλον
πως η Ελένη έζησε ουρλιάζοντας για Αγάπη
πως η Επανάσταση είναι της Ομορφιάς η κόρη
πως η Ελπίδα γέννησε καρπούς στο Μακρονήσι

άκου βασανιστή κορμιών ψυχών και ηρώων
μάθε πως οι Αθάνατοι μου είπαν την Αλήθεια
μάθε πως τ’ αηδόνια γίνανε σύμμαχοι της Λευτεριάς
έχε στο νου σου πως στην Άγια Μακρόνησο
μη με λησμόνει άνθος δε θεάθηκε ποτέ
γνώριζε ακόμα πως του Διηφόβου η γυναίκα άνοιξε νύχτα την κοιλιά της
για να ξεπεταχτούνε από μέσα της οι άλικοι εξεγερμένοι όλου του κόσμου

από καταβολής του κόσμου βλέπεις οι παραμυθάδες με ονόμασαν Ωραία
τι κι αν εγώ ήθελα πάντα να προτάσσω το Γενναία
με φίμωσαν οι ιστορικοί μετά των χαρτοφυλακίων τους
νόμισαν βλέπεις πως ο πόλεμος κερδήθηκε κι εγώ πως πάει, πέθανα

μα εγώ αγάπησα βαθιά τον Πολυμήχανο
που ήρθε ένα σούρουπο έξω απ’ της Θέμιδος το Μέλαθρον και με συνάντησε
μου ‘βγαλε τα φτερά και μου ‘μαθε ξανά να κολυμπώ
-η μάνα μου ήτανε γοργόνα και οι Διόσκουροι ιχθείς του ποταμού-
φτάσαμε απέναντι όταν πια βράδιαζε ο Απρίλης
σταθήκαμε στην εσχατιά της Αττικής που Λαύριο ονομάστηκε
-μόνο και μόνο θαρρείς για να ‘χει μέσα του το Αύριο-
κι αποφασίσαμε πως ήρθε η ώρα πια καμπάνες νίκης να ηχήσουν
χαράξαμε σ’ ένα παγκάκι ποιήματα που γράψαμε πριν από εικοσαετίες
και αγκαλιαστήκαμε σφιχτά πετώντας μες στη θάλασσα για πάντα τη Σιωπή

λοιπόν επίδοξοι βασανιστές δηλώνω τώρα διάφανη
μίλησα την αλήθεια μου κι έσπασα τα δεσμά μου
οι κόρες μου και οι γιοι μου ξέρουνε πια την πάσα αλήθεια
σκοτώστε με δυο και τρεις και εφτά φορές
κι εγώ υπόσχομαι τις στάχτες μου πέρα στο Μακρονήσι να τις στείλω
να φοβηθεί ο Θάνατος
να θρέψει η Ελευθερία.