sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: αγωνία

χαίρε σταυρε, οικουμένης φύλαξ

1176116_10200991043553183_1276714551_n

Γράφω και ακούω. Πώς το λέγαμε στο δημοτικό; Γράφω και μαθαίνω. Ε λοιπόν εγώ τώρα αντιστρέφω τους όρους. Ακούω και γράφω. Το φεγγάρι έχει ανέβει πια ψηλά στον ουρανό. Η ώρα περασμένη. Ένα σμάρι κόσμου έχει μαζευτεί σε ένα τηλεοπτικό στούντιο και περιμένει να ακούσει πώς θα σωθεί από έναν κύριο που πήρε το ακριβοπληρωμένο του σακίδιο επ’ ώμου και αποφάσισε ότι θα κινήσει τα νήματα της πολιτικής ζωής. Αυτή τη στιγμή που γράφω τον ακούω να μιλά. Ίσως και να θέλω να νυστάξω, ποιος ξέρει. Με νανουρίζει. Αυτή είναι η αλήθεια. Έχει ωραία χροιά. Προσπαθώ να πιάσω το βαθύτερο νόημα αυτών που λέει. Στις περισσότερες κουβέντες του δεν υπάρχει νόημα. Απολαμβάνω την τηλεοπτική δημοκρατία ωστόσο. Παρατηρώ ότι νέοι άνθρωποι τον ρωτούν με αγωνία και ολίγον τι θαυμασμό. Θαυμασμό. Άκουσον άκουσον. Λοιπόν είναι πολύ εύκολο να γίνεις πολιτικός ανήρ. Ή και θυγάτηρ. Φτιάχνεις λίγο το μαλλί. Όχι με τρόπο λαϊκό όπως η Σοφία Βούλτεψη. Λιγάκι πιο μοντέρνο. Λιγάκι πιο αφηρημένο. Λιγάκι πιο πιασάρικο. Ύστερα φτιάχνεις λίγο το ντύσιμο. Πετάς τσιτάτα. Καταργείς το χαμόγελο. Εισάγεις το μειδίαμα. Σηκώνεσαι όρθιος. Θα τους εκπλήξεις. Θα μείνουν με το στόμα ανοιχτό. Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους. Δεν είσαι μαγκωμένος. Έχεις γνώση του χώρου και του χρόνου. Θα απαντήσεις σε όρθια στάση. Ο κοινός ελληνικός νους θα σκεφτεί ρε, αυτός δεν είναι σαν τους άλλους, είναι άνετος. Ο ίδιος κοινός νους που έδωσε χρυσούς δίσκους στο Νότη, που τίναξε το μέγκα τσάνελ στην κορυφή της τηλεθέασης, που έτρεξε να πανηγυρίσει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που έβαψε τα μαλλιά πλατινέ, που φόρτωσε τις πιστωτικές για διακοποδάνεια, που πήρε αυτοκίνητα αξίας σπιτιών, ο ίδιος κοινός νους που όπλισε χέρια νεοναζί. Εξάλλου ξέρεις πού απευθύνεσαι. Απευθύνεσαι σε κόσμο που δεν επιθυμεί να αντιληφθεί την ουσία εδώ και πολλά χρόνια. Μιλάς σε αυτιά πολλάκις τρυπημένα. Σε κοιτούν μάτια ενισχυμένα με μπότοξ. Σε νιώθουν χείλη περασμένα με κραγιόν. Ξέρεις από απλοϊκότητα. Δούλευες σε ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό επί σειρά ετών. Γνωρίζεις τι θέλει το κοινό. Διαχωρίζεις τα πράγματα. Παιδιά να ξέρετε. Από τη μία είναι η ακροδεξιά και από την άλλη η ακροαριστερά. Βορίδης εναντίον Λαφαζάνη. Ακροδεξιός ο εις, σταλινικός ο έτερος. Δεν του αντιμιλά κανείς. Ναι μωρέ. Καλά τα λέει. Πάνω κάτω έτσι είναι. Συνεχίζεις όρθιος. Βγάζεις επιφωνήματα. Κουνάς χέρια. Συνεχίζεις να μη λες τίποτα. Ζητώ την ψήφο σας. Δεν έχω να απαντήσω σε τίποτα. Δεν είμαι αριστερός – καλά αυτό το ξέραμε. Δεν είμαι δεξιός. Αυτά τα πράγματα είναι ντεμοντέ. Χρειάζονται πρόσωπα. Νέα πρόσωπα. Εγώ ειμί το φως. Είμαι μια δύναμη αλλαγής. Η Ελλάδα μπορεί να αλλάξει. Μπορώ να σας φέρω την αλλαγή. Μην με ρωτάτε λεπτομέρειες. Φανταστείτε απλά τη ζωή σας να κυλά σαν τηλεοπτική εκπομπή. Με soundtrack των Calexico. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στην πορεία. Ξέρεις πώς να φερθείς. Ο παρουσιαστής σε αποκαλεί πρόεδρο. Γουστάρεις. Τον αποκαλείς φίλο. Άκου φίλε. Οι τηλεθεατές ψηφοφόροι σε προσφωνούν Σταύρο. Γουστάρουν. Τους κοιτάς στα μάτια. Δεν έχει σημασία τι λες. Αλλά ο τρόπος που το λες. Ό,τι δηλώσεις είσαι. Έτσι δεν μας μάθαιναν παλιά;
Είσαι η πραγμάτωση της χώρας μου. Είσαι η χώρα μου. Είσαι οι άνθρωποι αυτού του τόπου. Είσαι η Ελλάδα. Μας αξίζεις. Κουβέντα για τις πληγές μας. Κουβέντα για τα τραύματά μας. Κουβέντα για την αλήθεια. Άλλο το φαίνεσθαι και άλλο το είναι. Στα γεννητικά μας όργανα γραμμένο το ‘χουμε το είναι. Το φαίνεσθαι μας νοιάζει. Αυτό είναι όλα τα λεφτά. Εκεί στη ρημάδα τη θεωρητική κατεύθυνση προ δεκαετίας μερικοί βγάλαμε τα μάτια μας με τον Επιτάφιο του Περικλή. Μαθαίναμε από το Θουκυδίδη πως το είναι πρέπει να ταυτίζεται με το φαίνεσθαι. Μαλακίες.

Ωραία τα λες, πρόεδρε. Είσαι όλα τα λεφτά. Είσαι το μέλλον, το παρελθόν και το παρόν. Είσαι η Ελλάδα. Αυτή που ανήκει στον κάλαθο των αχρήστων. Ωραία τα λες, πρόεδρε.

Αλλά νύσταξα.

άνοδος των μυρίων, η

1208747_10200888393947007_499785804_n

 

Άκου. Άμα είναι να πούμε αλήθειες τότε να μην φοβηθούμε. Άκουσέ με. Μην κοιτάς που χαμογελάω όλη μέρα σαν ηλίθια, μην κοιτάς που σου γελάω συνωμοτικά και σου λέω δεν έχω κάρτα, θα σου κάνω αναπάντητη όταν έρθω- άλλο που εσύ, κανενός παπά ευαγγέλιο, πήγες και μου αγόρασες μονάδες για να έχω στο κινητό- το νιώθω πως πάμε κατά διαόλου. Κάτι αλλάζει προς το χειρότερο. Θυμάσαι που λέγαμε ότι ο πάτος δεν έχει πάτο; Κατεβαίνουμε κι άλλο. Αργά, υγρά, βασανιστικά. Η κάθοδος των μυρίων της εποχής μας και δεν βρέθηκε ένας ιστορικός της προκοπής να την καταγράψει. Ένας πελοποννησιακός και κλείσαμε. Είπαμε να μην το βάλουμε κάτω αλλά ψάχνω να ελπίσω σε κάτι και καταντάω να ακούω έξω φωνή τους Κερκυραίους που ξημεροβραδιάζονται ανάμεσα στη σύγχυση και το γέλιο και να διαβάζω από την ανάποδη- το πίσω μπρος, αν έχεις το θεό σου– τον Επαναστατημένο Άνθρωπο του Αλμπέρ μήπως βρεθεί και κάτι ακόμα για οξυγόνωση. Κανένας δεν ήθελε να τελειώσει ο Αύγουστος και μόνο εγώ ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα, με κούρασε η νωχέλεια, να γυρίσω στη δουλειά μου, να σιγουρευτώ ότι ακόμα έχω δουλειά, ο ένας απολύθηκε, ο άλλος ετοιμάζεται για έξω, ο τρίτος θα δουλεύει πια τρεις μέρες και τις υπόλοιπες θα αναρωτιέται γιατί ανέβηκε η μυωπία του τρεις βαθμούς μέσα στο Μετσόβιο τόσα χρόνια, ρε στραβώνει το πράγμα ολοένα και πιο πολύ, δεν το βλέπετε; Κι ύστερα βγαίνεις μια βόλτα στις γειτονιές το σούρουπο και βλέπεις κόσμο στα μαγαζιά, χαμός, φέρε μπύρες να πιούμε, έχει ο θεός, μαλάκα μου αλήθεια έλεγε ο άλλος, λεφτά υπάρχουν, και πιο πολύ από όλα με πειράζει που ακόμα πιστεύουν σε θεούς και δαίμονες όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κι άμα τους πεις λίγο στην πλάκα λίγο σοβαρά πως πάνω από τα σύννεφα είναι τα αστέρια, πιο πάνω η στρατόσφαιρα και πιο κει άλλα σύμπαντα, αλλά τίποτα το θεϊκό γιατί θεοί είμαστε μόνο εμείς οι ίδιοι, ο θεός κατάγεται από τον πίθηκο ρε μάγκες, σε στήνουν στον τοίχο και σε πυροβολούν, πάει αυτή αποτρελάθηκε, κάπου έχει μπλέξει. Δεν αντέχουν μάτια μου οι άνθρωποι να νιώσουν πως είναι μόνοι, οι μόνοι υπεύθυνοι για τη ζωή τους, κλείνουν τα μάτια στην αλήθεια, καλά όλοι το κάνουμε αυτό δε λέω, αλλά καμιά φορά που ανοίγω τα μάτια μου ορθάνοιχτα στην καταιγίδα μετά τον τρόμο έρχεται η απελευθέρωση, αλήθεια σου λέω, δοκίμασέ το έστω μια φορά, είναι ωραίο, σα να κάνεις έρωτα φαντάσου.

Ωραία και τα νησιά και οι θάλασσες και τα τοπία και τα φαγητά αλλά εγώ φέτος έψαχνα για [α]γωνίες. Κοιτούσα τους ανθρώπους στα μάτια, λαχταρούσα να δω την αγωνία στο βλέμμα τους, γιατί από την αγωνία γεννιέται ο ελεύθερος, από τη γωνία ξεπηδά η ιδέα και η σκέψη, μην τα στρογγυλεύετε όλα ρε παιδιά, άμα έχεις γωνίες μαθαίνεις να είσαι ευλύγιστος, άμα είσαι στρογγυλός κουτρουβαλάς από τις κατηφοριές αδιάφορα και μόνο ο θάνατος σε σταματάει κι ούτε που νιώθεις πόνο ή χαρά, απλά κατρακυλάς. Στις εσοχές και τις εξοχές σου είναι που πληγώνεσαι, κι άμα πληγώνεσαι παλεύεις να επουλωθείς, κι άμα μαθαίνεις να παλεύεις μαθαίνεις να νικάς.

Είπαμε, θα σου πω αλήθειες. Με κυριεύει ο φόβος πολλές φορές, όχι τις νύχτες, οι νύχτες με αγαπάνε γιατί τους χαρίζομαι, αλλά είναι κάτι πρωινά που φοβάμαι, οδηγώ και σκέφτομαι γιατί να μην υπάρχει και έκτη και έβδομη ταχύτητα, ο συμπλέκτης σταματάει στην πέμπτη και μετά τι; Δεν υπάρχει τίποτα άλλο μετά, κι αυτό είναι που με κάνει να κλαίω, η ανυπαρξία του μετά.

Η πιο μισητή λέξη της δεκαετίας είναι η λέξη μέλλον. Τη φοβόμαστε γιατί την καταστρέψαμε. Κι αυτή μας εκδικείται γιατί της στερήσαμε το λόγο ύπαρξης.

Κι έτσι τι κάνουμε οι άνθρωποι; Ξαναγυρνάμε πίσω. Στον κουβά του παρελθόντος. Κι ούτε μαθαίνουμε απ’ αυτό, ούτε το αγαπάμε, ούτε συμφιλιωνόμαστε. Αναμασάμε τις ίδιες έχθρες ξανά και ξανά, ξανανάβουμε φωτιές από χρόνια σβησμένες μπας και νιώσουμε λίγη ασφάλεια, την οικειότητα του ξανά και ξανά καμένου δάσους. Δεν μας νοιάζει που είναι καμένα τα δέντρα, φτάνει που ξέρουμε πώς είναι, το έχουμε ξαναζήσει, παίζουμε στο γήπεδό μας. Μα για αναδάσωση ούτε λόγος.

Κοίτα δεν σου κρύβομαι. Φοβάμαι. Είναι που φέτος στο διάβα μου από Αιγαίο και Ιόνιο είδα πολλούς με κάτι σβάστικες στο μπράτσο και κάτι ελληνικές σημαίες- κουρελόπανα, πανάθεμά τα- και με έπιασε μια θλίψη. Συνομήλικοι. Θα μπορούσαμε να πίναμε χυμό μαζί και να γελάμε με τους μαλάκες τους παλιούς που κύλησαν αίμα την Ευρώπη και όχι μόνο γιατί δεν είδαν ποτέ στ’ αλήθεια τι είναι αυτό που τους φταίει στις ζωές τους. Μα τι χυμό να πιεις με βλέμμα κενό απέναντί σου; Κι εγώ πια, έλεος, το στόμα μου δεν ξέρω να το κλείνω, βγαίνω από τα ρούχα μου και παλεύω να εξηγήσω σε αυτιά που δεν ακούνε πια γιατί έχουν βουλώσει οι φλέβες και οι αρτηρίες και οι αδένες από κακία ότι η αγάπη και η ελευθερία θα με στείλουν στον αγύριστο πριν την ώρα μου, ναι το ξέρω ότι η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή ρε βλάκες ηδονιστές, αλλά δεν με νοιάζει αν είναι μικρή ή μεγάλη, με νοιάζει να είναι όμορφη.

Κι από ειρωνεία; Πού να στα λέω. Πόσες φορές άκουσα και φέτος από φίλους και γνωστούς και συγγενείς και αγνώστους και εχθρούς για τις βλακείες που κάθομαι και γράφω, για τις χαζές μου τις ιδέες, για τα όνειρά μου που είναι τόσο μα τόσο ηλίθια, μια χαρά κορίτσι είσαι, έχεις τη δουλίτσα σου, έχεις τις σπουδές σου, θα κάνεις κι έναν καλό γάμο κι όλα τα άλλα να πα’ να γαμηθούν, τι τα θες και τα σκαλίζεις μωρέ όλα αυτά, εμείς διαβάζουμε ό,τι λες και γελάμε πολλές φορές, μην ασχολείσαι και μην πωρώνεσαι, ούτε στη δουλειά σου κάνει καλό αυτό, και μέσα σε όλα αυτά ένας πατέρας που μου χαμογελάει συνωμοτικά, μην σταματήσεις να γράφεις μου λέει, κι εγώ σηκώνω και πάλι κεφάλι, εντάξει, ήσουν ποτέ με τις πλειοψηφίες για να είσαι και τώρα ή νοιάστηκες ποτέ αν σε λένε τρελή και αλλοπαρμένη; Άστους μωρέ. Ου γαρ οίδασιν.

Χαμόγελο.

Εντάξει τώρα που στα είπα πάνω κάτω νιώθω καλύτερα.

Εξάχνωση φόβου θα το ονομάσω το φαινόμενο.

Καλύτερα είμαι, αλήθεια σου λέω.

Ε γι’ αυτό μάλλον γράφω. Για να ξορκίσω το φόβο, που θα ‘λεγε και κάποιος χριστιανός.

Κερνάω όνειρα, ψήνεσαι;