sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: αγώνας

ζωή, λευτεριά και τιμή του λαού, Εσύ

σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει να έχει η ζωή:
το Μεγάλο, το Ωραίο και το Συγκλονιστικό.
το Μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην Πάλη για μια Καλύτερη Ζωή. όποιος δεν το κάνει σέρνεται πίσω από τη ζωή.
το Ωραίο είναι καθετί που στολίζει τη ζωή. η Μουσική, τα Λουλούδια, η Ποίηση. το Συγκλονιστικό είναι η Αγάπη.

Νίκος Μπελογιάννης

μπελογιάννης

Μη φοβάσαι. Κοίτα ψηλά. Σήκωσε το κεφάλι, τι είναι και το αυχενικό νομίζεις, σύνδρομο του μυαλού και όχι του κορμιού, κοίτα ψηλά, όλοι τον ίδιο ουρανό κοιτάζουμε κι όλοι στο ίδιο χώμα περπατάμε, σκοτωνόμαστε, μας θάβουνε κι ύστερα από χρόνια μας ξανανοίγουν το λάκκο για να περισυλλέξουνε λέει τα οστά μας, να τα πλύνουνε, να τα βάλουνε σ’ ένα κουτί και ν’ αναπαυτεί η ψυχή μας. Μόνο που τα χώματα τούτης της γης δεν παίρνουνε πια άλλους νεκρούς, διαμαρτύρονται οι νεκροθάφτες, μην πεθαίνετε άλλο πια γιατί δεν έχουμε πού να σας βάζουμε, η γη σας δεν σας δέχεται άλλο, δεν λιώνουν τα κορμιά σας αδέρφια, τα σκουλήκια που κάποτε κάνανε τούτη τη δουλειά βγήκανε από το χώμα και καθίσανε στο σβέρκο σας, από γαιοσκώληκες γίνανε άρχοντες του τόπου, και διόλου δεν τους νοιάζει πώς πεθαίνετε πια, δεν πα’ να πέφτετε από ταράτσες, από γεφύρια, δεν πα’ να σας κόβεται το νήμα γιατί δεν έχετε λεφτά για τα φάρμακα, εξάλλου ούτε καν ο καρκίνος δεν θεωρείται κατάσταση επείγουσα παρά μόνο στα τελευταία του στάδια, αλήθεια σου λέω, το είπε εκείνος που καμώνεται τον μεταρρυθμιστή του ευρωπαϊκού οράματος, στην πραγματικότητα είναι ένα τόσο μικρό ανθρωπάκι, τόσο αδύναμο, τόσο κενό μέσα του, φέρετρο που ούτε νεκρό κουφάρι δεν αξιώθηκε να δει, φέρετρο που έμεινε στ’ απούλητα του νεκροθάφτη.

Πάλι σε πολυλόγησα με τα δικά μου, ήθελα να σου πω απλά πως αν σήμερα κοιτάξεις ψηλά στον ουρανό θα δεις πέταλα από κατακόκκινα γαρύφαλλα να στροβιλίζονται μαζί με την ανοιξιάτικη γύρη. Ένας κόσμος γεμάτος γαρύφαλλα και οράματα. Για το δίκαιο, για το όμορφο, για το ερωτικό, για το ευωδιαστό. Κι εγώ κοιμήθηκα σχεδόν ξημερώματα, είδα στον ύπνο μου πως απόψε θα βγούμε στους δρόμους όλοι με κόκκινα γαρύφαλλα στο πέτο και τη ζωγραφιά του Πικάσο στο χέρι. Πολιτιστική επανάσταση. Γαμημένη πολιτιστική επανάσταση.

Μα όταν ξύπνησα, από τα μεγάφωνα της πόλης ακούγονταν απειλητικά μηνύματα, εγώ γεννήθηκα αντικομμουνιστής και έτσι θα πεθάνω, ποιοι είσαστε εσείς ρε διακόσιοι της Καισαριανής, ποιοι κι εσείς οι τετρακόσιοι της Κοκκινιάς, ποιοι είσαστε, κάτσατε ποτέ σε θώκους, αγγίξατε ποτέ δρύινα γραφεία, γευτήκατε ποτέ την αλητεία, την ψευτιά, νιώσατε την εξουσία να σας φουσκώνει τα παντελόνια με δήθεν ανδρισμό; Εξαφανιστείτε πια από τη γη, από τη χώρα, από το σύμπαν, δεν θέλουμε Ανθρώπους, εμείς τους Ανθρώπους τους ρίχνουμε στο χώμα άψυχους ξημερώματα Κυριακής, κανείς να μην προλάβει να αντιδράσει, να πεθάνουν όλοι όσοι δώσανε κάποτε ελπίδα και πνοή στον τόπο, να βυθιστούν όλοι στην απελπισία, έχουμε βρει το κόλπο πια, αυχενικό και άγιος ο θεός, έχουμε σπείρει στους ανθρώπους σπασμένους αυχένες, να μην σηκώνουν κεφάλι, να μην αναπνέουν παρά πάνω από όσο τους επιτρέπει η τσέπη τους, οι ανάσες γίνανε πια κερμάτινες, οι αγάπες επί πληρωμή, η ελευθερία θάφτηκε κάπου βαθιά στη γη, κερδίσαμε σας λέω, εμείς, οι άψυχοι, οι κούφιοι, τα κενοτάφια, οι απάνθρωποι, οι αδάκρυτοι, ποια λουλούδια και ποια ποίηση, ένα κι ένα κάνουν δύο, τίποτα άλλο δεν μετράει πια, χάσατε.

Από το πρωί αυτά ακούγονται απ’ άκρη σ’ άκρη στη μικρή χώρα με τη μνήμη χρυσόψαρου. Κι ο κόσμος φοβήθηκε. Φοβηθήκαμε να ζήσουμε, μ’ ακούς; Έφτασα σχεδόν τριάντα και είμαι στην πραγματικότητα ογδόντα. Η γενιά μου είναι οι πεθαμένοι των ξερονησιών, οι σακάτηδες που γυρίσανε από τη Μακρόνησο, οι ανώνυμοι του προαύλιου χώρου του Πολυτεχνείου, οι συμφοιτητές του Πέτρουλα, οι φίλοι του Φύσσα, οι Λαμπράκηδες, οι εικοσάρηδες πια φίλοι του Αλέξη που κάψανε την πόλη της ανανδρίας μοιράζοντας οργασμούς στο διάβα τους, οι μαθητές του Τεμπονέρα που κλάψανε το δάσκαλό τους σαν πατέρα τους, η γενιά μου είναι τα ποιήματα που έγραφε ο Ρίτσος στην εξορία, είναι τα ποιήματα του Αλέκου τα γραμμένα με το ίδιο του το αίμα μέσα στο κελί της απομόνωσης, η γενιά μου είσαστε όλοι εσείς που κλαίτε αν δείτε πολύχρωμη πεταλούδα να πετάει κάπου στον Περισσό, η οικογένειά μου είναι όλο το κορμί του Κοροβέση που του το τσακίσανε στις ταράτσες και στα υπόγεια, το στόμα μου ανοίγει και μιλάει τη γλώσσα του Άρη σε κείνο το μπαλκόνι στη Λαμία, τα έχω μπερδεμένα μέσα μου θα μου πεις, αλλά ίσως και όχι, θέλω να κάνω την ασφυξία μου δώρο στους βιαστές μου, αυτοί να πεθάνουνε από βέβαιο πνιγμό, εγώ να ζήσω, να παλέψω, να χάσω και να κερδίσω, να ερωτευτώ και να με ερωτευτούν, εγώ να βγω στους δρόμους και να βροντοφωνάξω τις σιωπές μου, εγώ να συναντήσω όλους εσάς πίσω από τις οθόνες σας, τα δάκρυά μου εξατμίζονται μόλις πέφτουν πάνω στο άψυχο πληκτρολόγιο, τα δάκρυα βλέπεις θέλουν ανθρώπινο ώμο για να πέσουν και να δώσουνε ζωή.

– Νίκο, ήρθε η ώρα.

– Πάμε για καθαρό αέρα ε;

Και ύστερα ένα χαμόγελο γλυκόπικρο. Χαμόγελο Αθανασίας. Τι να μας πει ο θάνατος, όταν ο αγώνας για ζωή και ελευθερία είναι πάντα παρών; Νίκησες. Νίκησες για πάντα. Κέρδισες τη λήθη, το θάνατο, το φασισμό, νίκησες γιατί στάθηκες ορθός, έτσι μόνο αξίζει να πεθάνει ένας Άνθρωπος, για να ζήσει για πάντα μέσα μας, τα παιδιά που θα γεννήσουμε θα είναι τα δικά σου παιδιά, οι στροφές των τραγουδιών θα είναι για πάντα λεύτερες, θέλω να σου υποσχεθώ ότι κάθε χρόνο τέτοια μέρα θα στήνουμε γλέντι. Θα χορεύουμε στητοί και αγέρωχοι, θα τραγουδάμε κόκκινα τραγούδια, κόκκινο το αίμα των ηρώων μας, των αγίων μας, των που δεν γονατίσανε ποτέ, που στηθήκανε απέναντι από την αδικία με ασπίδα την Ανθρωπιά.

Θέλω να σου υποσχεθώ πως θα σηκωθούμε. Ο λήθαργος είναι για όσους ζουν ήδη νεκροί. Μα εμάς τα στήθη μας θα σπάσουνε από ζωή. Θέλουμε να ζήσουμε. Και θα ζήσουμε. Το αστέρι το δικό μας είναι τα λόγια σου. Καλή αντάμωση στις σελίδες της Ιστορίας που δεν γράφτηκαν ποτέ σε χαρτί, καλή αντάμωση στην Ιστορία που γράφουν οι κατακόκκινες καρδιές.

Σύντροφε, σήκωσε το κεφάλι σου λέω. Τα γαρύφαλλα πετάνε παντού τριγύρω μας. Ξέρεις τι είναι η άνοιξη στ’ αλήθεια; Είναι η Επανάσταση της ζωής. Σπάσε τους αυχένες των βιαστών σου. Ζήσε.

Σ’ ευχαριστώ, Σύντροφε, άγιε και θεέ μου.

Αθάνατος.

Advertisements

μπαλάντα των απέξω, η

«επιδοκιμάζετε την σημερινήν δράσιν της συμμοριακής σπείρας;»

απόσπασμα από τη διαβόητη δήλωση μετάνοιας της ελληνικής δημοκρατίας


θυμήσου

να κλείσω τα στόρια να κατεβάσω τα βλέφαρα να πέσει το βράδυ βαρύ στους ώμους μου να με ζεστάνει να κλείσω τα φώτα προτού μου τα κλείσουν αυτοί να καθίσω εδώ μέσα μόνη να σκεφτώ τι να σκεφτώ τίποτα δεν έχω να σκεφτώ να καθίσω στο γραφείο μήνες έχω να καθίσω στο γραφείο να διαβάσω όχι δεν θέλω να διαβάσω να κάνω μουτζούρες όλη νύχτα πάνω στο τζάμι με κείνον το μαρκαδόρο που αγόρασα για να κάνω γκράφιτι να κλείσω κι αυτό ακόμα το φως του γραφείου με ενοχλεί το φως γιατί μου φωτίζει τα σκοτάδια απρόσκλητο στάσου να φέρω ένα κερί καλύτερα ρομαντζάδα και πατάτα βραστή κουράστηκα πια τα παρατάω να μην μιλάω σε κανέναν απαξιώνω τον ανθρώπινο διάλογο κατακρίνω τους αρχαίους δασκάλους η αξία του διαλόγου μηδενική μιλάμε μόνο για να αυτοπροβληθούμε στον έναντι ημών κουράστηκα τόσο είχατε δίκιο όλοι πεινάω κάμποσο καιρό τώρα νόμισα η πείνα θα με αγριέψει νόμισα θα γίνω θηρίο αδάμαστο εγώ και το άδειο στομάχι μου όμως κουράστηκα πείνασα έπεσα σε λήθαργο είμαι δική σας πια δεν κινούμαι μόνο ανοίγω τα στόρια το πρωί έχω το νου μου μην λερωθεί το χαλί αερίζω το πάπλωμα κι ύστερα βυθίζομαι στη λάσπη του τίποτα μέχρι το βράδυ που το κρύο με ξυπνάει από τη νάρκη όχι όχι η πείνα δεν με εξαγρίωσε η φτώχεια με έκανε αυτό που εξαρχής ήμουν κατασκευασμένη να γίνω να μένω σιωπηλή ήρεμη φρόνιμη έχασα όλη μου την οργή στη διαδρομή και τώρα κάθομαι απαλά στον καναπέ φάρδυνε το κορμί μου πήρε το σχήμα της αμαχητί παράδοσης είμαι ένας φίλος του συστήματος καρδιακός κάθομαι και παρακολουθώ το αίμα μου να χάνει το χρώμα του γίνεται απαλό πράσινο ναι ναι πράσινο το χρώμα της ελπίδας θυμάστε δεν αντέχουν τα μάτια μου στο φως με ζάλισε τούτο το κερί με κούρασε τούτη η ζωή παραδίνομαι εντάξει έχετε δίκιο μόνο μην με αναγκάσετε να μιλήσω σε κανέναν ποτέ ξανά φέρτε μου εκείνο το χαρτί να το υπογράψω απλά ύστερα αφήστε με να βυθιστώ μόνη στην εξορία μου μην με ξαναστείλετε πίσω στη ζωή γιατί δεν θα αντέξω να βλέπω την ήττα ζωγραφισμένη στο βλέμμα του αδέσποτου σκύλου της παλιάς μου γειτονιάς μάνα με θέλεις πίσω να με ταΐζεις να με πλένεις να μου χώνεις στην τσέπη τρία κέρματα για να πιω καφέ να με αγαπάς να με κοιτάζεις και να αναρωτιέσαι για το μέλλον μου με νευριάζει τούτο το γραφείο το έχω από τότε που ήμουνα μαθήτρια και όλα πήγαιναν καλά ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα θα βγω στη βροχή στο ασκούπιστο μπαλκόνι και θα το πετάξω κάτω και το γραφείο και την καρέκλα ποτέ άλλωστε δεν μπορούσα να χωρέσω σε μια καρέκλα θα το πετάξω να βρει στο κεφάλι κανέναν πρώην εχθρό γιατί τώρα πια υπογράφω να δείτε μετανοώ υπαναχωρώ και εχθρόν ουκ έχω είστε όλοι φίλοι μου σε τούτον τον πουλημένο από τα αποδυτήρια αγώνα γιατί κουράστηκα και πεινάω και διψάω και το νερό της βρύσης μου δεν πίνεται και τυλίγω αμπελόφυλλα σε χαρτοπετσέτες και τα καπνίζω και ύστερα ζαλίζομαι τόσο που δεν βρίσκω τον καναπέ μου και σωριάζομαι στο πάτωμα και σφίγγω τα δόντια για να έρθει κάποιο όνειρο για παρέα αλλά τα όνειρα είναι για τους αμετανόητους και όχι για τα ανθρωπάκια σαν και του λόγου μου κι έτσι τέρμα τα όνειρα τέρμα το πόσιμο νερό τέρμα οι νύχτες και οι μέρες και οι ζωές μια δήλωση έσχατη να κάνω πριν σβήσω και αυτό ακόμα το κερί απόψε δεν θα καθίσω στον καναπέ θα κοιμηθώ με τα μάτια ανοιχτά καθιστή σε μιαν άβολη καρέκλα θα κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά μέχρι να κλάψουν ακουσίως θα θυμηθώ όλα αυτά που με δημιουργήσανε ό,τι έζησα ό,τι δεν τόλμησα να κάνω όσους στέκονται ακόμα εδώ και παλεύουν όσους υπογράψανε τη μετάνοιά τους και τώρα ζούνε τρισευτυχισμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στρουθοκάμηλων θα κάνω νοητό αντιχριστιανικό μνημόσυνο για τα κορμιά που κείνται στο καταγάλανο αιγαίο γιατί φταίξανε που θελήσανε να ζήσουνε κι ύστερα ποιος ξέρει ίσως σηκωθώ από την άβολη καρέκλα ίσως ανάψω μέρα μεσημέρι όλα τα φώτα του σπιτιού και του κτιρίου ολόκληρου και φωνάξω ελάτε να τα σβήσετε μόνοι σας κόψτε μου το ρεύμα κόψτε μου το φαγητό κόψτε μου βρώση πόση αέρα πάρτε πνευμόνια συκώτια μάτια αλλά όχι βλέμματα κάποια δήλωση ήθελα να κάνω αλλά την ξέχασα δεν έχει πια καμία σημασία τίποτα δεν έχει σημασία μόνο η μνήμη που αναζωπυρώθηκε απόψε ξύπνησε το θηρίο όχι από φτώχια όχι από πείνα όχι από απόγνωση απλά να θυμήθηκα το μέλλον που έρχεται κατά πάνω μας και λέω να είμαι παρούσα όταν έρθει έρχεται σας λέω ακούστε με έζησα στο σκοτάδι των κεριών κι έτσι ξέρω πως το φως έρχεται όχι τα αμπέρ που δεν πληρώνουμε αλλά εκείνο το άλλο το ελευθέριο φως που κοντέψαμε να το ξεχάσουμε ότι υπάρχει υπάρχει ρε υπάρχει ξεκινάει από τα κορμιά μας φτάνει στον ορίζοντα και καταλήγει σε μιαν έκρηξη φαντασμαγορική έσβησα το κερί μου τρέμω από φόβο κι από κρύο αλλά θυμήθηκα ζωντάνεψα τα χείλη μου κινήθηκαν φιλώ το τζάμι του γραφείου γεμίζω σκόνες τα χαλιά σκάβω το πάτωμα θάβω τον καναπέ και ξεκινώ πορεία προς τα εκεί που προορίζομαι μετά βασάνων όρθια να φτάσω·

ελάτε

*φωτό από niwse

nullum crimen nulla poena sine lege

nullum crimen nulla poena sine lege 

ο ένστολος που έχει δει το χαμόγελο της ελευθερίας

μονάχα σε φωτογραφία

 

ο σπουδασμένος, ο μορφωμένος

ο γαλουχηθείς με τις αρχές της δικαιοπολιτείας

ο κατέχων τη γνώση όλου του κόσμου

ο οικοδόμος της ιεραρχίας

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

πώς μετριούνται τα χρόνια σε ανάσες

πώς περνάνε οι μέρες μέσα σε κλουβιά

και ποιος άραγε να μπήκε

αυτόκλητος του χρόνου μετρητής

 

χαμογελάς

απάντησέ μου

γιατί χαμογελάς

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

αν κοιτάξεις πίσω από τις λέξεις

ησυχία

τάξη

ασφάλεια

αν προσπαθήσεις τελωσπάντων

ανάποδα να τις διαβάσεις

ακούγεται ένας βρυχηθμός

κι ύστερα εμφανίζεται ένα τέρας

που λόγο βγάζει

πως οι παραβάτες θα τυφεκίζονται

δια νόμου

 

μα δεν ακούς;

μισή ζωή για το αδίκημα του γέλιου

κοίταξα παντού· όλη τη νύχτα έψαχνα

σου λέω την αλήθεια

τέτοιο έγκλημα δεν στοιχειοθετείται πουθενά

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

είσαι θρασύς και ονειροπόλος

και αν είχαμε ακόμα λαιμητόμους

μπορεί ως απόψε η ζωή σου να ‘τανε

 

αλλά ευτυχήσαμε

κερδίσαμε μεγάλα δικαιώματα

ελεύθεροι σε φυλακές να ζούμε

 

κι εσύ ακόμα να απαντήσεις

προς τι το τόσο θράσος

κι εγώ ακόμα να ρωτήσω

ως πότε αντέχετε τους νόμιμους βασανισμούς

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

βλέμμα βλέμμα έχεις πολύ καθάριο βλέμμα

persona non grata

[η επιστολή δημοσιεύεται όπως έφτασε στο mail, με μόνο ορθογραφικές διορθώσεις]

 

Αγαπητέ Πρωθυπουργέ,

όχι εσείς καλέ, ο άλλος, ο νέος, ο ορμητικός.

Αγαπητέ κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, θα ήθελα με όλο το θάρρος να σας εκφράσω την πλήρη απογοήτευσή μου για τα όσα παρακολουθώ να λαμβάνουν χώρα τον τελευταίο καιρό εντός των κόλπων του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Επιτρέψατέ μου, κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, πρωτίστως μια μικρή υποκειμενική ανασκόπηση των τελευταίων χρόνων. Μάιος του 2012. Τρομοκρατία εντός και εκτός της χώρας. Άμα βγει ο Σύριζα θα βγούνε οι άπλυτοι με τα κονσερβοκούτια στους δρόμους και θα μας σφάξουν ζωντανούς αδέρφια, μια περίληψη του τι έλεγαν τα κανάλια, τα ενημερωτικά sites και φυσικά οι εφημερίδες. Ταυτόχρονα, οι Ευρωπαίοι απειλούσαν ανοιχτά πως σε περίπτωση που ο λαός διαπράξει το λάθος και δεν στηρίξει τους μνημονιακούς, μαύρες μέρες τον περιμένουν, χωρίς πετρέλαιο, χωρίς γάλα, χωρίς δουλειά, χωρίς μέλλον. Εν ολίγοις, το χάος ante portas. Ταυτόχρονα, ανθρωπίδια σε μορφή αμοιβάδας βγήκαν από τα καβούκια τους και εξεδήλωσαν περήφανα την αγάπη τους για το ναζισμό, τα Τάγματα Ασφαλείας, το θάνατο, τη μισαλλοδοξία και το ρατσισμό. Κατέλαβαν γειτονιές και πλατείες και έσπειραν το φόβο σε όλους όσοι υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή ως αξία πρωτεύουσα, αυθύπαρκτη και ανεξάρτητη από καταγωγή, γλώσσα, χρώμα δέρματος και λοιπές άχρηστες πληροφορίες.

Σαφώς τα ξέρετε όλα αυτά, μην σας σπαταλώ τον πολύτιμο χρόνο σας. Οι εκλογές ήλθαν, είδαν και απήλθαν, οι υποστηρικτές των φιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών της Ευρώπης των λαών (sic) κέρδισαν με διαφορά στήθους, και η χώρα τράβηξε ξανά τον ανήφορο, αποφεύγοντας τους σκοπέλους της άτακτης χρεωκοπίας, της επιστροφής στη δραχμή και της ευρωπαϊκής απομόνωσης.

Ο λαός ανακουφισμένος πια από την απαλλαγή του από τις βάναυσες αριστερές πολιτικές παρακολούθησε τη ζωή του να ρημάζεται κυριολεκτικά, καθώς οδηγήθηκαν σε βίαιη αποψίλωση ατομικά συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως αυτά της κατοικίας, της συνάθροισης, της εργασίας, της παιδείας και της υγείας. Η ανεργία ομοιάζει με στύση πορνοστάρ καθώς βρίσκεται μόνιμα σε ανοδική πορεία, οι νέοι αποδημούν στο εξωτερικό στελεχώνοντας την καινούρια περήφανη γενιά των γκασταρμπάιτερς, οι αυτοκτονίες αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, οι αγωνιστές διώκονται, οι διαμαρτυρίες αποσιωπούνται, οι πορείες και οι διαδηλώσεις απαγορεύονται κάθε τόσο με απλές εγκυκλίους της Αστυνομίας, οι καθηγητές καίγονται στην πυρά σαν μεσαιωνικές μάγισσες, τα Πανεπιστήμια ερημώνουν, τα νοσοκομεία προσφέρουν υπηρεσίες μόνο επί πληρωμή, οι γιατροί εξωθούνται στις μαύρες δοσοληψίες, τα σκάνδαλα των κεφαλαιοκρατών που κάθε τόσο αποκαλύπτονται δεν συγκινούν κανέναν, οι φασίστες βγήκαν παγανιά και μαχαιρώνουν, ο Φύσσας ζει, τσακίστε τους ναζί, οι Υπουργοί της Κυβερνήσεως κάνουν κάθε τόσο δηλώσεις πιστά αντίγραφα των όσων ο Υπουργός Προπαγάνδας της χιτλερικής Γερμανίας είχε κατά καιρούς πει, στα σύνορα της χώρας οι λιμενικοί πνίγουν ανθρώπους που έρχονται από την Ασία προκειμένου να επιβιώσουν, με σαφείς εντολές της Ελληνικής Κυβερνήσεως, οι αστυνομικοί φοράνε άλλοτε μαύρες μπλούζες με μαιάνδρους κι άλλοτε στολές και βαράνε στο ψαχνό, δεν κουνιέται φύλλο, λαέ δέρνουν τα παιδιά σου και κάθεσαι και ακούς τον Πρετεντέρη, τα Μ.Μ.Ε. δίνουν την ύστατη μάχη προκειμένου να μην χαθούν τα αμέτρητα προνόμια των καναλαρχών και ταυτοχρόνως εργολάβων του Δημοσίου, κάπως έτσι κυλά η καθημερινότητά μας αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, τα ξέρετε, άλλωστε κι εσείς εδώ σ’ αυτή τη χώρα που μετατράπηκε σε εφιάλτη ζείτε.

Και τώρα;

Τώρα που οι ελπίδες και τα κουράγια όσων έχουν το θράσος να ζουν ακόμα εδώ και να ελπίζουν όσο πάνε και λιγοστεύουν, τώρα πλησιάζουν οι πολυπόθητες εκλογές. Αν θέλετε τη γνώμη μου, ίσως τώρα πια να είναι πολύ αργά. Ίσως πέρασε το χρονικό σημείο, κατά το οποίο μπορείς ακόμα να σώσεις όποιον έπεσε μέσα στο βούρκο, και το μόνο που μας απομένει να είναι να μας παρακολουθήσουμε να βουλιάζουμε στο βούρκο με τις ακαθαρσίες. Αλλά ίσως εγώ να έχω απολέσει κάθε ελπίδα και τα πράγματα να μην είναι έτσι. Ίσως να μην είναι αργά. Ίσως να υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να διώξουμε το σκοτάδι και το θάνατο που αναπνέουμε τόσα χρόνια.

Αλλά εσείς τι ακριβώς πράττετε, κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ; Συνομιλείτε με ιερείς, χειροφιλάτε προκαθήμενους της Εκκλησίας, πάνω που λέγαμε ότι είναι ίσως καιρός η θρησκεία να λάβει το χώρο που της αρμόζει και όχι να ρυθμίζει ως παράγων της Πολιτείας τα καθέκαστα, ότι ήγγικεν το πλήρωμα του χρόνου η Εκκλησία να φορολογηθεί για τις απέραντες εκτάσεις που έχει στη διάθεσή της, ότι είναι ώρα να εφαρμοστεί στην πράξη η ανεξιθρησκία και το ελεύθερο δικαίωμα κάθε πολίτη της χώρας να επιλέγει όποια θρησκεία θέλει ή και καμία, χωρίς αυτό να αποτελεί πρόσκομμα στους υπόλοιπους τομείς της ζωής του, εσείς παλεύετε για τις ψήφους των πωρωμένων χριστιανών ή όσων δεν έχουν την πνευματική ευρύτητα να αντιληφθούν, ότι η πίστη ή μη σε οτιδήποτε αποτελεί θεμέλιο λίθο των κοινωνιών που θέλουν να λένε πως βασίστηκαν στα διδάγματα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης.

Και τι άλλο κάνετε, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ; Συνομιλείτε με εκπροσώπους της ευρύτερης δεξιάς παράταξης, που δηλώνουν αντιμνημονιακοί μεν, βρίσκονται δε στην αντίπερα όχθη της ιδεολογίας σας. Τι είδους συνεργασία μπορεί να επιτευχθεί ανάμεσα σε τιμητές των μεγάλων δασκάλων του Σοσιαλισμού και σε εκπροσώπους του Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια; Την ίδια στιγμή μάλιστα, που απορρίπτεται από τους πάντες και μετ’ επιτάσεως οποιουδήποτε είδους συνεργασία ή συμπαράταξη με άλλα αριστερά κόμματα, εντός και εκτός Κοινοβουλίου; Δεν υπάρχουν δηλαδή κοινά σημεία έναρξης συζητήσεων με μαοϊκούς ή σταλινικούς, αλλά σκοπεύετε να συνεργαστείτε με παραφυάδες του Καρατζαφερισμού;

Και τι άλλο κάνετε επίσης, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ; Στην πρόβα τζενεράλε των εθνικών εκλογών, στις εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση, δίνετε χρίσμα υποψήφιου του κόμματός σας σε ανθρώπους που στήριξαν τις μνημονιακές πολιτικές, που κάλεσαν στις εκπομπές τους υμνητές του Αδόλφου Χίτλερ και συνομίλησαν μαζί τους, σε άτομα που προκαλούν βδελυγμία στον κόσμο, σε πολιτικούς που λένε και ξαναλένε ότι το μνημόνιο δεν ήταν λάθος, σε βουλευτές που παλεύουν τα βράδια να ξεπλύνουν τα χέρια τους από το αίμα των νεκρών της χώρας. Αλλά το αίμα δεν βγαίνει. Γιατί το αίμα δεν είναι ένας απλός λεκές. Το αίμα είναι η αέναη υπενθύμιση των φονικών τακτικών που ο άκρατος καπιταλισμός επέβαλε στην Ελλάδα. Και εσείς τώρα δέχεστε στο κόμμα σας κάθε καρυδιάς καρύδι. Κι εσείς τώρα παίζετε με τον πόνο μας. Κι εσείς τώρα παρουσιάζετε το κόμμα σας σαν τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη που τους χωράει όλους.

Όμως, κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, αν αυτό το κόμμα που πάτε να δημιουργήσετε τώρα τους χωράει όλους, δεν χωράει πια εμένα. Στο χωνευτήρι της Ιστορίας δεν μπορώ να μπω και να συναγελαστώ με όλους όσους θεωρώ εχθρούς της ελευθερίας και της ζωής μου. Αρνούμαι κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ να ξεπουλήσω τις όποιες ιδέες μου στο βωμό της Τρόικας και του μνημονίου. Η ψήφος ήταν για μένα κάτι ιερό, έκρυβε δύναμη μέσα της, ήταν η ελεύθερη επιλογή ενός ανθρώπου που παλεύει για την ελευθερία του. Ήταν. Γιατί δεν σας κρύβω ότι η αστική δημοκρατία μου προκαλεί στομαχικό ίλιγγο τώρα πια. Σας ακούγονται μήπως πολύ εαμικά όλα αυτά;

Αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, μπορεί το καλοκαίρι να σας βρει να κυβερνάτε τον τόπο. Τον κόσμο που πιστεύει στην αλλαγή των δεδομένων της κεφαλαιοκρατίας δεν θα τον βρει όμως κοντά σας. Όταν επί χρόνια τα σκυλιά της εξουσίας των Μ.Μ.Ε. σας παρουσίαζαν σαν τύπους που κοιμούνται αγκαλιά με τα κονσερβοκούτια τους, έτοιμους να λιντσάρουν κόσμο, δεν σας καλούσαν καν να παρουσιάσετε το πρόγραμμά σας και σας καθύβριζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, πώς τους επιτρέπετε τώρα να εκθειάζουν τα άρθρα των στελεχών σας στις εφημερίδες των εργολάβων;

Μην τα θυσιάζετε όλα, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ.

Υπάρχει κόσμος που σας στήριζε όσο ήσασταν ένα μικρό ονειροπόλο κόμμα του 3%, που όμως δεν θα συνεχίσει να σας στηρίζει στο δρόμο προς την εξουσία.

Γιατί για κάποιους, οι ιδέες δεν εκπίπτουν.

Δεν ψάχνουμε για ηγέτες, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ. Οι δικοί μας ήρωες ζούνε στα τραγούδια μας, δεν ξεπουλήθηκαν ποτέ, δεν πέθαναν ποτέ. Δώστε προσοχή στις φωνές του πλήθους. Τα πλήθη φτιάχνουν τις κοινωνίες από την αρχή. Όχι τα ιδρυτικά συνέδρια και οι διακηρύξεις.

Εμείς θα συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε την αλλαγή, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ.

Ακόμα και χωρίς εσάς.

 

Βάρκιζα Τέλος

ω τάνενμπαουμ

 

1468618_10201526844347868_127492506_n

*

αν τα φίδια αλλάζουν δέρμα μία φορά το χρόνο εγώ παρατηρώ το δέρμα μου να αλλάζει χρώμα και υφή πολλές φορές τη μέρα.

κι αλήθεια, πόσο ειρωνικό να λέγεται πουκάμισο το δέρμα των φιδιών;

ειδικά τις στιγμές πριν κοιμηθώ νιώθω ότι τα ερυθρά και τα λευκά αιμοσφαίρια, τα αιμοπετάλια και όλο το παρεάκι θέλουν να βγουν έξω στο δρόμο κι ας κρυώνουν. η θερμοκρασία του σώματός μου πέφτει δραματικά τα βράδια· υποθέτω πως ο εγκέφαλος δίνει εντολή να νεκρώσουν τα πάντα για να ξεκουραστούν οι καταπονημένες μου γάμπες.

τα βράδια λοιπόν το δέρμα μου αρνείται να μου προσφέρει άλλη κάλυψη, το σώμα μου παραπαίει, το μυαλό μου καίει, θέλω να γδάρω με τα μισοφαγωμένα μου νύχια όλη τη βρωμιά της ημέρας. οι σκέψεις κάνουν ολομέλεια κι αποφασίζουν την απόρριψη της αίτησης αποφυλάκισης του πόνου μου, ένεκα των ημερών.

την ώρα του τελευταίου τσιγάρου μένω με το παράθυρο ορθάνοιχτο για να επιταχύνω τη διαδικασία παγώματος του αίματος· μια αρρωστημένη φωνή μέσα μου, μου ψιθυρίζει ύπουλα πως κάνω πρόβες θανάτου. κοιτάζω τα λαμπάκια που αναβοσβήνουν στα μπαλκόνια της γειτονιάς. τα βρίσκω άρρυθμα. τα κοιτάζω μέχρι τα μάτια μου να τυφλωθούν, μέχρι που όπου κι αν κοιτάξω να βλέπω λαμπάκια. συντονίζω το ρυθμό των φώτων με τις σκέψεις μου που πέφτουν από το ταβάνι όπως πέφτουν οι πατάτες στο καυτό λάδι και σχηματίζουν σταλακτίτες πάνω στο χαλί. λαμπάκι και σκέψη. ένας σύγχρονος άνθρωπος των σπηλαίων.

*

«το πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών είναι η αποξένωση». καλά τα λένε οι μεσημεριανοί ψυχοβγάλτες. γι’ αυτό κι εγώ όταν βγαίνω από το μπάνιο προσπαθώ να συμφιλιώνομαι με τον εαυτό μου. στέκομαι απέναντι από τον καθρέφτη και αποκαλύπτω αργά σε μένα το σώμα που παραμελώ μόνιμα, το κορμί που δεν πιστεύω ότι θα με αφήσει σύντομα, όσες πρόβες θανάτου κι αν κάνω. μια φλεβίτσα πετάγεται στο πίσω μέρος της γάμπας. ένα καινούριο σπυράκι στο μονίμως εφηβικό πρόσωπο. τα νύχια που πρέπει να σταματήσω να τρώω. το βλέμμα που σκοτεινιάζει άθελά του. μια σταγόνα νερού που ξέμεινε από το μπάνιο πάνω στον ώμο. χέρια και πόδια σε καθημερινό αγώνα δρόμου χωρίς σημείο τερματισμού. προσπαθώ να φανταστώ το σώμα μου από μέσα.

θα ήταν άραγε τα ανθρώπινα κορμιά τόσο σεξουαλικά αν ξέραμε τι συμβαίνει μέσα τους; αν βλέπαμε αίματα, αρτηρίες, όργανα και δαιδαλώδεις διαδρομές ουσιών, θα νιώθαμε την ίδια επιθυμία για ένα σώμα; πώς ξέρεις ότι τώρα που σου μιλάω όλα σου τα όργανα δουλεύουν κανονικά; έχεις αναρωτηθεί πόσοι άνθρωποι θα αλλάξουνε χρονιά- αν αλλάξουνε- μέσα σε θαλάμους νοσοκομείων, γιατί η καρδιά, το συκώτι ή το νεφρό αρνούνται να δουλέψουν άλλο; γνωρίζεις ποιος θα ζει και ποιος θα έχει πεθάνει μέχρι απόψε το βράδυ; οι πρωτοχρονιές μέσα στους θαλάμους της εντατικής είναι ωδή στην ελπίδα. τι αισθάνεται ένα παιδί που βρίσκεται διασωληνωμένο; βλέπει όνειρα; ακούει τους δισεκατομμύρια παλμούς της μάνας του;

-πείτε μου γιατί ο θεός σας κλείνει τους νέους ανθρώπους μέσα στις εντατικές-

*

έξω από ένα σχολείο στην ευελπίδων ένας μπαμπάς κρατά προβληματισμένος τους βαθμούς του γιου του. παρατηρώ τον έφηβο. δαγκώνει τα χείλη του, εκείνος βλέπεις ήξερε από πριν αν οι βαθμοί του θα είναι καλοί, σα να ντρέπεται λιγάκι, ο μπαμπάς του όμως δεν φαίνεται θυμωμένος. κοιτάζει σχεδόν με απορία τη φωτοτυπία με τους βαθμούς. ίσως και να σκέφτεται πόσο ανούσια είναι όλα αυτά. μάθε παιδί μου γράμματα αλλά ετοιμάσου να πεθάνεις σε κάποιο πεζοδρόμιο.

άμα πεθαίνεις μορφωμένος ο θάνατος διαφέρει;

θυμάμαι τη δική μου αγωνία κάθε που παίρναμε βαθμούς. ήθελα να τα έχω όλα είκοσι. αν είχα κανένα δεκαεννιά έπεφτα σε μελαγχολία. μα τι δεν έκανα σωστά; στην εφηβεία μου η ευτυχία μου ήταν κλεισμένη μέσα σε βιβλία. παντός είδους.

αν το μετανιώνω; όχι.

ο θάνατος δεν έχει διαφορά αν έχεις καταπιεί βιβλιοθήκες ολόκληρες, αλλά έχει μια μικρή ίσως διαφορά η ζωή. ανακαλώ ένα χαρτάκι που βρίσκεται μόνιμα κολλημένο στο γραφείο του αδερφού μου.

η μόρφωση είναι στολίδι στην ευτυχία και καταφύγιο στη δυστυχία.

τι τα θες, όπως μάθει ο καθένας.

*

μέσα στην ευελπίδων οι νέες δικηγορίνες κάνουν πασαρέλα. γόβες, φορέματα, αϊλάινερ και κραγιόν κάνουν καλλιστεία. κοιτάζω τη φούστα δεκαετίας που φοράω και χαμογελάω πονηρά. άσχετη μεταξύ ασχέτων είσαι πάλι. όλοι μιλούν ακατάσχετα στο τηλέφωνο κι εγώ ακούω μουσική πηγαίνοντας από κτίριο σε κτίριο. παλιοί συμφοιτητές, γνώριμα πρόσωπα, ξαναφοράω τα γυαλιά μου γιατί δεν θέλω να κάνω κουβέντες συμβατικές. τι έγινε, τι κάνεις, πού δουλεύεις, πώς πάει, δύσκολα τα πράγματα. όχι ρε, τα πράγματα δεν είναι δύσκολα. τα πράγματα είναι σκατά.

με την άκρη του ματιού μου βλέπω μια κοπέλα να προχωράει βιαστικά προς την έξοδο. είναι απεριποίητη. διαβάζω τα άγχη στα μάτια της. αλλά διαβάζω και κάτι άλλο. δεν έχει έρθει εδώ για να μας κάνει επίδειξη ρούχων, ύφους, γνώσεων. είναι η δικηγόρος του κώστα σακκά- και όχι μόνο. την έχω ξαναδεί πολλές φορές, την έχω ακούσει να μιλά σε συνέδρια. έχει μια σπίθα στο μάτι.

τόσο ελπιδοφόρα αυτή η σπίθα, που σχεδόν χαμογελώ.

*

«οι γιορτές είναι μια ευκαιρία ανάπαυλας και ξεκούρασης. ταξιδέψτε, κάντε δώρα στους αγαπημένους σας, χαμογελάστε, βάλτε ένα σέξι μαύρο φόρεμα που δεν πρέπει να λείπει από τη ντουλάπα καμιάς γυναίκας.» οι νταβατζήδες της οθόνης συνεχίζουν να εκτελούν το εξουσιάρεστον έργο τους.

παιδιά, εγώ πάλι λέω ότι το μόνο που δεν χρειαζόμαστε είναι μια ανάπαυλα.

*

κάντε μου μια χάρη. μην με αφήνετε μόνη μου. οι φωνές λιγόστεψαν. συνηθίζουμε στο θάνατο. ξαναγυρνάμε στο θεό. η ελπίδα πάει περίπατο. ε, ας ζήσουμε έτσι, τι να γίνει.

όχι, όχι, όχι. όχι. να μη ζήσουμε έτσι. σταματήστε να καταπίνετε αντικαταθλιπτικά, αντισυλληπτικά, χάπια επόμενης μέρας, ηρεμιστικά, αντιβιώσεις. κάντε τα σκόνη και αλείψτε τα στο πρόσωπό σας. τα χάπια που αυτοί μας αναγκάζουν να παίρνουμε με το κιλό για να αντέξουμε ας είναι το όπλο μας απέναντι στα δακρυγόνα τους.

ελάτε να βγούμε στο δρόμο.

ο χρόνος μας τελειώνει.

*

καλά χριστούγεννα γιάννη πρετεντέρη, άδωνι γεωργιάδη, νίκο δένδια.

*

παιδιά, πάμε. μέχρι τη νίκη. μέχρι το τέλος.

*

«θέλω να νικήσω, αφού δεν μπορώ να νικηθώ»

10657_10200580463088928_1118917030_n

*

Είμαι στο γραφείο. Ανοίγω το παράθυρο, ο ήλιος μπαίνει εκτυφλωτικός από τα στόρια. Ο θόρυβος της Κηφισίας τρυπώνει στα αυτιά μου. Ξαφνικά ακούω ένα κελάηδισμα. Κάθαρμα Βωβέ, σκέφτομαι, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας.

Νιώθω ξαφνικά το περιλαίμιο της μισθωτής εργασίας να με πνίγει στο λαιμό. Θέλω να βγω στο δρόμο, να τρέξω μέχρι το σπίτι, να φορέσω τα αθλητικά μου και να κατηφορίσω ολόκληρη την Πατησίων. Να περπατήσω όλη τη διαδρομή μέχρι το κέντρο της πόλης, να χαμογελάσω στους άτυχους μετανάστες που η ευρωπαϊκή νομοθεσία τους κρατά φυλακισμένους στην βρώμικη, σκοτεινή και εξωτική Πατησίων, να καπνίσω τρία πακέτα τσιγάρα, να πιω πέντε μπύρες σε όποιο στέκι βρω μπροστά μου, να τραγουδήσω πως η χούντα δεν τελείωσε το ’73, να μην σκέφτομαι άλλο πια πως δεν έχω λεφτά στο πορτοφόλι μου, να σταματήσει ο χρόνος να κυλά τόσο αργά και βασανιστικά, σε κάποιους κάνανε φάλαγγα, σε μας κάνουν αφαίμαξη ψυχής, και τι να ‘ναι χειρότερο άραγε, όσα λουλούδια και να καταθέσω σε τόπους πεσόντων τα λουλούδια που μυρίζουν πιο πολύ θα είναι πάντα αυτά που από μόνα τους φυτρώνουν άναρχα στα νεκροταφεία, τι σου έλεγα;

Ναι.

Θέλω να φτάσω ξέπνοη στο Πολυτεχνείο, σαν να με βλέπω κιόλας, τα μαλλιά μου λύθηκαν και αρνούνται να με υπακούσουν, οι παλμοί μου έχουν υπερβεί κατά πολύ το φυσιολογικό, φτάνω στην είσοδο, μπαίνω μέσα, τα πόδια μου τρέμουν όχι από κούραση μα από ηδονή, σε μια γωνία βλέπω τον πατέρα μου, πρωτοετής φοιτητής με μακριά μαλλιά, αστεία ρούχα και βλέμμα που φωνάζει ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, η μαμά μου στέκεται διστακτική απ’ έξω, μαθήτρια ακόμα, ψάχνει να βρει τους αλήτες που άκουσε ότι κατέλαβαν το χώρο και δεν βλέπει κανέναν αλήτη πουθενά, κάτι πολύ περίεργο φυσάει στο προαύλιο, κάτι σαν αέρας απελευθέρωσης, χαμογελάνε όλοι και οι λευκές οδοντοστοιχίες τους τυφλώνουν το θάνατο, νικάνε τους προβολείς του τανκ, λυγίζουν τους φαντάρους, ταρακουνάνε την Κύπρο, ξαναζωντανεύουν το αίμα που κυλάει στις φλέβες του Αλέκου Παναγούλη, κι εγώ τώρα πια τρέμω ολόκληρη μπροστά στην επέλαση της ομορφιάς.

*

Σουρουπώνει, κι εγώ εκείνη την ώρα- αλήθεια, βρίσκω κι εγώ κάτι ώρες-θυμάμαι πριν δύο χρόνια που είχα έρθει στην Ελλάδα μόνο για να ψηφίσω στις εκλογές και μετά γύρισα στο Βερολίνο τρανταζόμενη από λυγμούς· «γύρισα στη Γερμανία κλαίγοντας. μα γιατί κλαις; με ρωτούσαν οι Γερμανοί. τι να τους απαντήσω; τι ξέρουν για τον Δεκέμβρη του Αλέξη, για τον Ιούνιο της πλατείας, για τους νεκρούς της Μαρφίν, για τα χημικά που ζουν μέσα μας, δε λυγάνε τα ξεράδια, και πονάνε τα ρημάδια, ολόκληρο ipod touch και να ακούς Βάρναλη καταμεσής στην Alexanderplatz, πού ακούστηκε; τι ξέρουν για τις ταράτσες που γέμισαν απόγνωση, τι να τους πρωτοπώ; ψωμί, παιδεία, ελευθερία, και μας έμεινε μόνο το ψωμί, κι αυτό για πόσο; μεταπολίτευση, μετανάστευση, μετενσάρκωση κι όλο ένα μετά να περιμένει ο άνθρωπος. τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις;»

*

Μπαίνω μέσα στο κτίριο· σε μια γωνία το ιατρείο, στην άλλη ένας πομπός που παλεύουν να φτιάξουν οι μηχανολόγοι. Σε λίγη ώρα θα ακούσω τις φωνές από το ραδιόφωνο που ξεκινά να εκπέμπει. Η χροιά της φωνής όσων μιλάνε θα τρυπώσει ανέμελα μέσα στα σπίτια, κερδίζοντας έτσι την πρώτη μάχη κατά της προπαγάνδας. Τα υπόγεια της οδού Μπουμπουλίνας θα κουνηθούν συθέμελα. Βασανίζουν τα παιδιά σου. Η λέξη λαός δεν με έχει συγκλονίσει ποτέ στη ζωή μου πιο πολύ, αυτά εδώ τα παιδιά βασανίζονται όσο κι εγώ, αυτά εδώ τα παιδιά είναι αδέρφια μου, τους έχουν κόψει την αναπνοή, πλησιάζω έναν κύριο που φοράει φόρμα εργασίας, εσείς τι κάνετε εδώ, τον ρωτάω. Είμαι εργάτης, μου απαντά, και άλλη εξήγηση δεν χρειάζομαι.

Τα δάκρυα έχουν θολώσει τα μάτια μου αλλά ξέρω πως βλέπω πιο καθαρά από ποτέ.

Ακούω από την καθεστωτική τηλεόραση πως ο Παττακός απειλεί με μηνύσεις τα ξένα μέσα ενημέρωσης που παρουσιάζουν τη χούντα σαν χούντα, σαν κάτι να μου θυμίζει αυτό, ανατριχιάζω ολόκληρη, δεν γίνεται όλα να μοιάζουν τόσο πολύ, δεν γίνεται ο Διομήδης Κομνηνός να σκοτώθηκε χωρίς αιτία, πώς αντέχετε, μου λέει ένας μαθητής της εποχής, πώς μπορείτε να ζείτε έτσι πενήντα χρόνια μετά, γιατί δεν ζείτε το δικό σας Πολυτεχνείο, του ιστορώ πως το άσυλο των πανεπιστημίων δεν υπάρχει πια και με κοιτάζει έκπληκτος, δηλαδή, μου λέει, παντού αστυνομία;

Παντού αστυνομία, Δικαιοσύνη πουθενά, του απαντάω και ανηφορίζω για τη Νομική, πηγαίνοντας το χρόνο κι άλλο προς τα πίσω- ίσως και προς τα εμπρός. Βρίσκω κόσμο μαζεμένο στην ταράτσα, εκεί και ο αγαπημένος μου δάσκαλος της νομικής, της δικηγορίας και της ζωής, έχει μακριά μαλλιά και την ίδια ζωντάνια στο βλέμμα που θα έχει και τριάντα χρόνια μετά, τώρα, μου λέει, τώρα είναι η δική σου ώρα, τώρα ανέβα σε ταράτσες και σε μπαλκόνια, συγκράτησε όσους θέλουν να πηδήξουν, θύμισέ τους πως ο αγώνας γίνεται μόνο όταν είσαι ζωντανός, μην τους πιστεύετε, είσαστε πολλοί, είσαστε πιο ζωντανοί από ποτέ, μην παραδοθείτε, μην·

*

Αποφασίζω να δράσω. Κατεβαίνω στην πλατεία της Κατερίνας Γώγου τραγουδώντας Άσιμο· θα βάλουμε μπροστά τη μαύρη και την κόκκινη σημαία, για αγώνα η λευτεριά μας είναι αναγκαία. Να τους το τρίψουμε στη μούρη το arbeit macht frei, να μην λυγίσουμε, να μην φύγουμε, να μην σκύψουμε άλλο πια, φωνάζω και δεν με νοιάζει πια που γυμνώνομαι έτσι.

Από παντού ακούγονται φωνές που λένε πως έφτασε η ώρα. Τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις; Ολόκληρο το διαδίκτυο πάτησε το πλήκτρο του οφ στον υπολογιστή και βγήκε στους δρόμους. Μαζευόμαστε κόσμος. Διάολε, είμαστε χιλιάδες, εκατομμύρια, είμαστε λαός.  Ποτάμι ανίκητο.

Ανίκητο.

Ας τους νικήσουμε.

*

νερό ψωμί και γιασεμί

ήμασταν λέει πολλοί μαζεμένοι

και φωνές, πολλές φωνές

μπλεκόταν η απόγνωση με την ελπίδα

δεν ξεχώριζα ποιος ούρλιαζε από αγάπη και ποιος έσβηνε από μίσος

τι διαφορά να έχει άραγε-

μου είπες δεν μπορείς να αναπνεύσεις

και δεν ήταν απ’ τα δακρυγόνα

 

άλλαξα πλευρό

τινάχτηκα·

 ε όχι και τις νύχτες μας

 

άλλαξα όνειρο

 

ήμασταν λέει οι δυο μας

αγκαλιασμένοι σφιχτά

και δεν φοβόμασταν

τα δυο μας χέρια ενωμένα

έπαιρναν και έδιναν δύναμη το ένα στο άλλο

και προχωρούσαμε

με βήμα βέβαιο

για πρώτη φορά από τότε που σε πρωταγκάλιασα

έδειχνες σίγουρος για το αβέβαιο των βημάτων σου

κι εγώ σε θαύμαζα

πολύ·

 

είδα στον ύπνο μου χαμόγελα

από κείνα τα αληθινά που έλειψαν πια στα χρόνια μας

είδα στον ύπνο μου αγάπη μόνο ρε

 

όταν ξημέρωσε σηκώθηκα πριν απ’ την πρέπουσα ώρα

εργάστηκα, φιλήσυχος πολίτης·

κόσμος πολύς μου μίλησε

κόσμος θαρρείς από άλλη πολιτεία

εισαγγελείς και δικαστές και βιαστές της θέμιδος

 

κόσμος ανύποπτος και τόσο ύποπτος

 

οι αίθουσες και τα γραφεία αυτής της πόλης αχνίζουν

μαύρος καπνός πετάγεται απ’ τα παράθυρά τους

εκλέξανε το νέο πάπα

εκλέξανε το νέο εχθρό

 

είμαστε λίγοι μου λες

να φύγουμε από δω μου λες

είμαστε μόνοι μου λες

 

σκέψου να βγαίναμε άτακτοι στους δρόμους

και οι γιαγιάδες να σκύβαν στα παράθυρα

και να μας δίναν νερό και ψωμί και γιασεμί

 

ποτέ δεν ήμασταν πολλοί

ποτέ δε θέλαμε να φύγουμε από δω

– εδώ να τα γεννήσουμε τα όμορφα παιδιά μας-

ποτέ δεν θα ‘μαστε μόνοι*

 

*διαδηλώνοντας·

είναι κάτι μαύρο αλλά όχι σκοτεινό

είναι κάτι που δεν το γνωρίζεις αλλά δεν σε τρομάζει

είναι κάτι που γεννιέται από το τίποτα αλλά σου θυμίζει γιατί είσαι άνθρωπος

είναι κάτι που δεν σε κάνει να λες θα νικήσω αλλά σε κάνει να λες θα παλέψω

είναι η γέννηση του πληθυντικού αριθμού μέσα σου