sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: Αθήνα

φι πι άλφα

κατέβηκε το δρόμο βιαστικά. το χέρι πιέζει τη μέσα τσέπη του σακακιού. στο σημείο της καρδιάς. όχι. δεν φοβάται μήπως τον προδώσει η καρδιά. αυτός ο φόβος εξαχνώνεται με τα χρόνια. μαθαίνεις να δίνεις στην καρδιά την αξία που της πρέπει. στη μέσα τσέπη όμως μαζεύτηκε κόπος μηνών. πόσο εύκολα βγαίνανε παλιά τα λεφτά. πώς πλήρωνε τα πάντα. πώς ταξίδευε. πώς ένιωθε σωστός οικογενειάρχης με μια τσέπη γεμάτη. και τώρα; ευρώ το ευρώ. να πληρωθεί το φροντιστήριο του παιδιού. τα φάρμακα της μάνας. η ασφάλεια του αυτοκινήτου. και κάτι να μείνει στην άκρη. όχι για οικονομίες. η μαγική λέξη της πρώτης φοράς αριστερά κυβέρνησης. διακανονισμός. μαζεύτηκε το φπα. όσο μπορεί φοροδιαφεύγει. όσο γίνεται πληρώνει και πληρώνεται μαύρα. αλλά και πάλι μαζεύτηκε ποσόν. φόρος προστιθέμενης αξίας. φόρος αφαιρούμενης ζωής. μαζεύτηκε. πήγε στον έφορο. παλιός πελάτης. τι να κάνουμε. διακανονισμός. διακόσια ευρώ το μήνα. διακόσια ευρώ. τι ήταν παλιά το διακοσάρι και τι είναι τώρα. τρίτος μήνας. τρίτη δόση. δεν ξέρει αν τον επόμενο μήνα θα το ‘χει το ρημάδι. καλοκαίρι γαρ. λίγη θάλασσα δεν πρέπει να δουν τα μάτια τους;

κατεβαίνει το δρόμο βιαστικά. φοβάται μήπως τον προδώσει η καρδιά. όσο μεγαλώνεις η καρδιά γίνεται όλο και πιο επίφοβη. να προλάβει. να μπει στο υποκατάστημα. να αντικρίσει τις γραβάτες. να κόψει την απόδειξη. να φύγει άλλη μια δόση. ο δρόμος. που είχε τη δική του ιστορία. κεντρικός δρόμος της πρωτεύουσας δευτέρα πρωί. έρημος. ειδοποιήστε τους συγγενείς. η εγχείρηση πέτυχε. ο ασθενής απεβίωσε. η αθήνα μας άφησε χρόνους. στη γωνία τον πνίγει ένας λυγμός. παλιά γραφεία. φίλοι. μπύρες. η γνωριμία με τη γυναίκα της ζωής του. χάνεται στις σκέψεις του. τα χρόνια που έφυγαν. και πού στα κομμάτια πήγανε; τα ρούφηξαν οι υπόνομοι της πόλης. θρέψανε οι κατσαρίδες. χόρτασαν ανθρώπινο χρόνο και πόνο.

τι είναι και ο χρόνος νομίζεις. μονάδα μέτρησης της ζωής.

να προλάβει να μπει στο κλιματιζόμενο κατάστημα. στρίβει αφηρημένος. πέφτει σχεδόν πάνω σε ένα δάκρυ. κάνει γκελ με τα πόδια για να μην ποδοπατήσει τον πόνο. μια άγνωστη που κλαίει βουβά. βουβά και φανερά. δεν τη νοιάζει που τη βλέπουν. ο πόνος σε τούτη την πόλη δεν κρύβεται πια. αυθόρμητα την αγγίζει στον ώμο. πάλι καλά που είμαστε εδώ στο νότο. αλλού το άγγιγμα είναι απαγορευτικό. την αγγίζει και κάνουν κύκλωμα. το βουβό κλάμα γειώνεται. μην κλαίτε. στην ηλικία της μάνας του. μην κλαίτε. υπερήλικας. άρρωστος. με μηχανική υποστήριξη. με πήρανε από το νοσοκομείο. δεν μπορούν να τον κρατήσουν άλλο πια. μην κλαίτε. δεν έχουν χώρο. πρέπει να τον πάρω σπίτι. ο πατέρας μου. πρέπει να πεθάνει μέσα στο σπίτι. τα νοσοκομεία δεν χωράνε πια τους εν δυνάμει νεκρούς. δεν έχω δωμάτιο. ένα δυάρι τρία άτομα. δεν έχω ούτε κρεβάτι. τι θα κάνω; μην κλαίτε.

λούφαξαν οι κατσαρίδες. ανέβηκε η θερμοκρασία. καύσωνας αθηναϊκός. ασφυξία. το χέρι στο σημείο της καρδιάς. μια άγνωστη. η δόση. το φροντιστήριο του παιδιού. να πάρει ένα λόουερ. να έχει εφόδια για να βουλιάξει αύριο στην ανεργία και την ανέχεια. ο πατέρας μου. δεν έχει πού να πεθάνει. διακόσια ευρώ. ευρώ το ευρώ μαζεμένα. ο διακανονισμός. ζητείται κλίνη για να πεθάνεις. ζητείται κολυμπήθρα για να ξεπλύνει την ανηθικότητα του καπιταλισμού. που είσαι γαμημένε σιλωάμ σήμερα δεύτερα πρωί που σε χρειάζομαι.

το χέρι σφιχτά στο σημείο της καρδιάς. ανταρσία εσωτερικών οργάνων. τον πρόδωσε η καρδιά του. ένας υπερήλικας πατέρας θα βρει ένα φτηνό κρεβάτι για να πεθάνει. ένας έφορος δεν θα εισπράξει ποτέ τη δόση του μαΐου. κι ένας άνθρωπος θα κατέβει τον έρημο κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας με το σακάκι στον ώμο. την τσέπη άδεια. τα μάτια λίμνες. τα χέρια ανάλαφρα. το κλάμα απροστάτευτο.

και τη ζωή νικήτρια. για πάντα.

Advertisements

έτσι νυχτώνει στις αθήνες*

2271-620x

έτσι γίνεται πάντα. κάτι θα τύχει να ακούσω στο ραδιόφωνο κάποιο απόγευμα σχολώντας και ύστερα θα τρέξω στο σπίτι σαν την ηρωινομανή, να βρω το δίσκο, να περάσω το τραγούδι στο άι-ποντ, να το ακούσω –πόσα χρόνια περάσανε από την τελευταία φορά που το άκουσα, πότε είχα αγοράσει το σιντί, αλήθεια έχω χρόνια να αγοράσω δίσκο– να το ξανακούσω, να γράψω τους στίχους σε ένα κομμάτι χαρτί, ύστερα να περάσω τα δάχτυλά μου πάνω από το χαρτί, πάνω από τις λέξεις, πάνω από τους φθόγγους, να σβήσω τα κεφαλαία, να τονίσω τις λέξεις αλλιώς, να μπούνε μέσα μου οι στίχοι, να βγουν ύστερα από την έξοδο των ματιών αλμυροί, κι ύστερα να κλάψω, να κλείσω το κινητό, να κλείσω το παντζούρι, να ανάψω ένα δύο πέντε δέκα τριάντα τσιγάρα, να ακούω ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, ένα ποίημα να μου στοιχειώσει το απόγευμα, τσιγάρα και αλμυρά υγρά τριγύρω στο σεντόνι μου, το μαξιλάρι σφιχτό όσο πρέπει για να παριστάνει το φίλο, ανοίγει η πόρτα διακριτικά, φοβισμένος ο πατέρας, τι συμβαίνει, τίποτα. τίποτα καινούριο δεν συμβαίνει. μα, κλαις κόρη μου. γι’ αυτό κλαίω. κι έτσι νυχτώνει στις αθήνες, έτσι βραδιάζει στις πάλαι ποτέ ορμητικές μας καρδιές, έτσι πέφτει η νύχτα στα μπαλκόνια μας, έτσι μαραίνονται οι γλάστρες μας, έτσι σβηστήκανε δια παντός τα σημεία στίξης από τα στομάχια μας -γράφω ό,τι μου κατέβει με το στομάχι και απαγγέλλω ποίηση με το συκώτι- έτσι γαμάει ο πειραιάς με το μαρινάκη βλαχοδημαρχαίο, έτσι λήξανε τα γάλατα στο ψυγείο και τώρα πια πίνουμε ληγμένα, τρώμε χημικά και ψαρεύουμε σόλες παπουτσιών στις θάλασσές μας. από ένα τραγούδι ξεκινήσανε όλα. ένα ποίημα παρακίνησε κάποτε το θεό να φτιάξει τον κόσμο. δύο μπορούν να φτιάξουν τον κόσμο όλο αφού κι ο κόσμος φτιάχτηκε από δύο, έλεγε κάπου ο λουντέμης, και δε νομίζω το υπονοούμενο να ‘ναι χριστιανικό, πιο πολύ ερωτικό μου ακούγεται.

λοιπόν το κορμί μου έγινε με τα χρόνια ένα μικρό δειλό φέρι μποτ. κάθε πρωί ανοίγει η μπουκαπόρτα. μπαίνουν μέσα πεζοί, λεωφορεία, ασφαλιστικά ταμεία, τραπεζοϋπάλληλοι, δικόγραφα, συγγενείς, έγγραφα Ε3, τρεις καφέδες στο χέρι ημερησίως, ένα περίπτερο, μια μάσκαρα, φωτογραφίες από το βερολίνο, το γιουσουρούμ του άσιμου και ένα τσιμπιδάκι φρυδιών. τη νύχτα όλοι αυτοί βγαίνουν από μέσα μου με ασκήσεις πανικού. ανάσες και τρόμος. μετά η μπουκαπόρτα πέφτει βαριά. τα μάτια μου κλείνουν ανεπίστρεπτα. το σώμα μου βουλιάζει κάτω από το δροσερό σεντόνι. όσο περνάει ο καιρός η μπουκαπόρτα δυσκολεύεται να ανοίξει το πρωί. οι δικές μου οι ρυτίδες δε φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. τα γεράματά μου κατέφτασαν λίαν προώρως και κατακάθισαν μέσα μου ύπουλα. κανείς δεν τα βλέπει. κανείς δεν τα νιώθει. τι ανάγκη έχεις εσύ. καμία ανάγκη δεν έχω. μόνο όνειρα. τι όνειρα; να περπατήσω πλάι σε ένα ποτάμι. να μυρίσω λίγο γιασεμί. να αυξήσω τη χωρητικότητα των πνευμόνων μου σε οξυγόνο. αυτά.

σε μισώ αθήνα. δεν μου φταις αλλά σε μισώ. πάνω σου περπατάνε αυτά τα μιάσματα με τα γαλανόλευκα κουρέλια, η παπάρια φυλή, τραβάτε ρε στις μανάδες του φύσσα και του σαχτζάτ, τραβάτε ρε γαμώ το έθνος σας και μην τους μιλήσετε, μόνο τολμήστε να σταθείτε απέναντί τους. δεν θα τα καταφέρετε. σε μισώ ρε αθήνα. οι τραγουδιστάδες από τα ριάλιτι βγαίνουν στις τηλεοράσεις βαμμένοι σαν γαλανόλευκοι ινδιάνοι και τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο στις ποδοσφαιρικές φιέστες και οι κόσμοι από κάτω χειροκροτάνε αφηνιασμένοι αντί να φτύνουν το έθνος. αντί να φτύνουν τη σημαία. αντί να ξερνάνε ελληνισμό. αντί να κατεβάζουν χριστοπαναγίες λίαν βυζαντινές και θεοσεβούμενες. οι υπουργοί μπαίνουνε μέσα στα μπουρδέλα και σέρνουν έξω γυναίκες οροθετικές τραβώντας τες από τα μαλλιά και κάτι λίγοι γραφικοί τολμάνε και μιλάνε, οι υπουργοί κάνουνε μηνύσεις -που δεν κατατίθενται ποτέ σε κανένα αστυνομικό τμήμα- στις εφημερίδες που τολμάνε να πούνε ότι οι μπάτσοι βασανίζουνε κόσμο σ’ αυτόν τον τόπο, μας απασχολεί πάρα πολύ που βρέχει λάσπη και σκονίζονται τα ακριβά και δανεικά μας αυτοκίνητα, τα κοινοβούλια κλείνουνε όποτε οι εξουσιαστές [δεν] έχουνε όρεξη για σεξ, ο κόσμος ψηφίζει όποιον έχει το καλύτερο σακίδιο στην πλάτη κι εγώ κατάντησα να λέω τα ίδια και τα ίδια κάθε λίγο και λιγάκι, επανάληψη μήτηρ πάσης αργίας ή κάπως έτσι τελωσπάντων, τις ξεχνάω τις παροιμίες και τις αναπληρώνω μόνη μου, κι ύστερα τις πετάω σε άσχετες συζητήσεις, άσχετες παροιμίες μεταξύ ασχέτων επιχειρημάτων ανάμεσα σε άσχετους συνομιλητές που δεν πρόκειται να συμφωνήσουν στον αιώνα τον άπαντα δικαιώνοντας όσους κυνικά και τρυφερά εξίσου ζήσανε μέσα σε πιθάρια χορταίνοντας με ηλιακή ενέργεια και ακονίζοντας μυαλά.

λοιπόν. μάνα. άκου. μην με ρωτήσεις πού πάω. δεν πάω στα καράβια. ξεκινώ ταξίδι. μην απορείς που παραληρώ. παραλήρημα είναι ολάκερη η ζωή μας, δεν το βλέπεις;

ξεκινώ ταξίδι μάνα και πατέρα. και έτσι μόνο θα ‘μαι πάντα εδώ.

ζωντανή.