sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ανθρωπιά

ζωή, λευτεριά και τιμή του λαού, Εσύ

σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει να έχει η ζωή:
το Μεγάλο, το Ωραίο και το Συγκλονιστικό.
το Μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην Πάλη για μια Καλύτερη Ζωή. όποιος δεν το κάνει σέρνεται πίσω από τη ζωή.
το Ωραίο είναι καθετί που στολίζει τη ζωή. η Μουσική, τα Λουλούδια, η Ποίηση. το Συγκλονιστικό είναι η Αγάπη.

Νίκος Μπελογιάννης

μπελογιάννης

Μη φοβάσαι. Κοίτα ψηλά. Σήκωσε το κεφάλι, τι είναι και το αυχενικό νομίζεις, σύνδρομο του μυαλού και όχι του κορμιού, κοίτα ψηλά, όλοι τον ίδιο ουρανό κοιτάζουμε κι όλοι στο ίδιο χώμα περπατάμε, σκοτωνόμαστε, μας θάβουνε κι ύστερα από χρόνια μας ξανανοίγουν το λάκκο για να περισυλλέξουνε λέει τα οστά μας, να τα πλύνουνε, να τα βάλουνε σ’ ένα κουτί και ν’ αναπαυτεί η ψυχή μας. Μόνο που τα χώματα τούτης της γης δεν παίρνουνε πια άλλους νεκρούς, διαμαρτύρονται οι νεκροθάφτες, μην πεθαίνετε άλλο πια γιατί δεν έχουμε πού να σας βάζουμε, η γη σας δεν σας δέχεται άλλο, δεν λιώνουν τα κορμιά σας αδέρφια, τα σκουλήκια που κάποτε κάνανε τούτη τη δουλειά βγήκανε από το χώμα και καθίσανε στο σβέρκο σας, από γαιοσκώληκες γίνανε άρχοντες του τόπου, και διόλου δεν τους νοιάζει πώς πεθαίνετε πια, δεν πα’ να πέφτετε από ταράτσες, από γεφύρια, δεν πα’ να σας κόβεται το νήμα γιατί δεν έχετε λεφτά για τα φάρμακα, εξάλλου ούτε καν ο καρκίνος δεν θεωρείται κατάσταση επείγουσα παρά μόνο στα τελευταία του στάδια, αλήθεια σου λέω, το είπε εκείνος που καμώνεται τον μεταρρυθμιστή του ευρωπαϊκού οράματος, στην πραγματικότητα είναι ένα τόσο μικρό ανθρωπάκι, τόσο αδύναμο, τόσο κενό μέσα του, φέρετρο που ούτε νεκρό κουφάρι δεν αξιώθηκε να δει, φέρετρο που έμεινε στ’ απούλητα του νεκροθάφτη.

Πάλι σε πολυλόγησα με τα δικά μου, ήθελα να σου πω απλά πως αν σήμερα κοιτάξεις ψηλά στον ουρανό θα δεις πέταλα από κατακόκκινα γαρύφαλλα να στροβιλίζονται μαζί με την ανοιξιάτικη γύρη. Ένας κόσμος γεμάτος γαρύφαλλα και οράματα. Για το δίκαιο, για το όμορφο, για το ερωτικό, για το ευωδιαστό. Κι εγώ κοιμήθηκα σχεδόν ξημερώματα, είδα στον ύπνο μου πως απόψε θα βγούμε στους δρόμους όλοι με κόκκινα γαρύφαλλα στο πέτο και τη ζωγραφιά του Πικάσο στο χέρι. Πολιτιστική επανάσταση. Γαμημένη πολιτιστική επανάσταση.

Μα όταν ξύπνησα, από τα μεγάφωνα της πόλης ακούγονταν απειλητικά μηνύματα, εγώ γεννήθηκα αντικομμουνιστής και έτσι θα πεθάνω, ποιοι είσαστε εσείς ρε διακόσιοι της Καισαριανής, ποιοι κι εσείς οι τετρακόσιοι της Κοκκινιάς, ποιοι είσαστε, κάτσατε ποτέ σε θώκους, αγγίξατε ποτέ δρύινα γραφεία, γευτήκατε ποτέ την αλητεία, την ψευτιά, νιώσατε την εξουσία να σας φουσκώνει τα παντελόνια με δήθεν ανδρισμό; Εξαφανιστείτε πια από τη γη, από τη χώρα, από το σύμπαν, δεν θέλουμε Ανθρώπους, εμείς τους Ανθρώπους τους ρίχνουμε στο χώμα άψυχους ξημερώματα Κυριακής, κανείς να μην προλάβει να αντιδράσει, να πεθάνουν όλοι όσοι δώσανε κάποτε ελπίδα και πνοή στον τόπο, να βυθιστούν όλοι στην απελπισία, έχουμε βρει το κόλπο πια, αυχενικό και άγιος ο θεός, έχουμε σπείρει στους ανθρώπους σπασμένους αυχένες, να μην σηκώνουν κεφάλι, να μην αναπνέουν παρά πάνω από όσο τους επιτρέπει η τσέπη τους, οι ανάσες γίνανε πια κερμάτινες, οι αγάπες επί πληρωμή, η ελευθερία θάφτηκε κάπου βαθιά στη γη, κερδίσαμε σας λέω, εμείς, οι άψυχοι, οι κούφιοι, τα κενοτάφια, οι απάνθρωποι, οι αδάκρυτοι, ποια λουλούδια και ποια ποίηση, ένα κι ένα κάνουν δύο, τίποτα άλλο δεν μετράει πια, χάσατε.

Από το πρωί αυτά ακούγονται απ’ άκρη σ’ άκρη στη μικρή χώρα με τη μνήμη χρυσόψαρου. Κι ο κόσμος φοβήθηκε. Φοβηθήκαμε να ζήσουμε, μ’ ακούς; Έφτασα σχεδόν τριάντα και είμαι στην πραγματικότητα ογδόντα. Η γενιά μου είναι οι πεθαμένοι των ξερονησιών, οι σακάτηδες που γυρίσανε από τη Μακρόνησο, οι ανώνυμοι του προαύλιου χώρου του Πολυτεχνείου, οι συμφοιτητές του Πέτρουλα, οι φίλοι του Φύσσα, οι Λαμπράκηδες, οι εικοσάρηδες πια φίλοι του Αλέξη που κάψανε την πόλη της ανανδρίας μοιράζοντας οργασμούς στο διάβα τους, οι μαθητές του Τεμπονέρα που κλάψανε το δάσκαλό τους σαν πατέρα τους, η γενιά μου είναι τα ποιήματα που έγραφε ο Ρίτσος στην εξορία, είναι τα ποιήματα του Αλέκου τα γραμμένα με το ίδιο του το αίμα μέσα στο κελί της απομόνωσης, η γενιά μου είσαστε όλοι εσείς που κλαίτε αν δείτε πολύχρωμη πεταλούδα να πετάει κάπου στον Περισσό, η οικογένειά μου είναι όλο το κορμί του Κοροβέση που του το τσακίσανε στις ταράτσες και στα υπόγεια, το στόμα μου ανοίγει και μιλάει τη γλώσσα του Άρη σε κείνο το μπαλκόνι στη Λαμία, τα έχω μπερδεμένα μέσα μου θα μου πεις, αλλά ίσως και όχι, θέλω να κάνω την ασφυξία μου δώρο στους βιαστές μου, αυτοί να πεθάνουνε από βέβαιο πνιγμό, εγώ να ζήσω, να παλέψω, να χάσω και να κερδίσω, να ερωτευτώ και να με ερωτευτούν, εγώ να βγω στους δρόμους και να βροντοφωνάξω τις σιωπές μου, εγώ να συναντήσω όλους εσάς πίσω από τις οθόνες σας, τα δάκρυά μου εξατμίζονται μόλις πέφτουν πάνω στο άψυχο πληκτρολόγιο, τα δάκρυα βλέπεις θέλουν ανθρώπινο ώμο για να πέσουν και να δώσουνε ζωή.

– Νίκο, ήρθε η ώρα.

– Πάμε για καθαρό αέρα ε;

Και ύστερα ένα χαμόγελο γλυκόπικρο. Χαμόγελο Αθανασίας. Τι να μας πει ο θάνατος, όταν ο αγώνας για ζωή και ελευθερία είναι πάντα παρών; Νίκησες. Νίκησες για πάντα. Κέρδισες τη λήθη, το θάνατο, το φασισμό, νίκησες γιατί στάθηκες ορθός, έτσι μόνο αξίζει να πεθάνει ένας Άνθρωπος, για να ζήσει για πάντα μέσα μας, τα παιδιά που θα γεννήσουμε θα είναι τα δικά σου παιδιά, οι στροφές των τραγουδιών θα είναι για πάντα λεύτερες, θέλω να σου υποσχεθώ ότι κάθε χρόνο τέτοια μέρα θα στήνουμε γλέντι. Θα χορεύουμε στητοί και αγέρωχοι, θα τραγουδάμε κόκκινα τραγούδια, κόκκινο το αίμα των ηρώων μας, των αγίων μας, των που δεν γονατίσανε ποτέ, που στηθήκανε απέναντι από την αδικία με ασπίδα την Ανθρωπιά.

Θέλω να σου υποσχεθώ πως θα σηκωθούμε. Ο λήθαργος είναι για όσους ζουν ήδη νεκροί. Μα εμάς τα στήθη μας θα σπάσουνε από ζωή. Θέλουμε να ζήσουμε. Και θα ζήσουμε. Το αστέρι το δικό μας είναι τα λόγια σου. Καλή αντάμωση στις σελίδες της Ιστορίας που δεν γράφτηκαν ποτέ σε χαρτί, καλή αντάμωση στην Ιστορία που γράφουν οι κατακόκκινες καρδιές.

Σύντροφε, σήκωσε το κεφάλι σου λέω. Τα γαρύφαλλα πετάνε παντού τριγύρω μας. Ξέρεις τι είναι η άνοιξη στ’ αλήθεια; Είναι η Επανάσταση της ζωής. Σπάσε τους αυχένες των βιαστών σου. Ζήσε.

Σ’ ευχαριστώ, Σύντροφε, άγιε και θεέ μου.

Αθάνατος.

Advertisements

αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας*

11904666_10205664182578738_2220876376113716376_n

μα ναι βέβαια. μα το συζητάτε; είναι δυνατόν; θα έρθουμε. οπωσδήποτε. ναι ναι, θα είμαστε εκεί. πώς είπατε; δεν σας βολεύει η κυριακή; να το κάνουμε κάποια άλλη μέρα ίσως; θα προσπαθήσουμε. α δεν ξέρω. χρειάζονται διαδικασίες. να αλλάξουν νόμοι, να εκδοθούν εγκύκλιοι. να ενημερωθούν τα κανάλια. κι ο κόσμος ξέρετε. ο κόσμος ίσως να μην δύναται να παραστεί. ελέω εργασίας, καταλαβαίνετε. πώς; ω μα ναι. πώς δεν το σκέφτηκα νωρίτερα. μα ναι. ποίας εργασίας; όλοι άνεργοι είμεθα. οπότε ναι. να το κάνουμε μιαν άλλη μέρα που να σας βολεύει κι εσάς. πέμπτη ίσως που είναι και της μόδας. μα δεν το ξέρετε; βέβαια, βέβαια. πέμπτη πια είναι της μόδας να βγαίνουμε έξω. ναι ναι πέμπτη. βάζουμε όμορφα ρούχα, μπαίνουμε στον ηλεκτρικό άνευ εισιτηρίου και φτάνουμε στο σύνταγμα. από κει τραβάμε ίσια για την πλατεία καρύτση. πώς είπατε; αν τα περνάμε όμορφα; όχι, δεν θα το έλεγα. άλλωστε το ζήτημα είναι να βγαίνουν οι φωτογραφίες καλές, όχι οι νύχτες. ναι ναι, σαφώς έχουμε και κιο το μπαστούνι. ναι καλέ, εκείνο που ομοιάζει με το εργαλείο που χρησιμοποιούμε για να ανεβοκατεβάζουμε τις τέντες. φωτογραφίζουμε μ’ αυτό τα πρόσωπά μας με τρόπο τόσο περίτεχνο, που να φαίνεται το άδειο μας κρανίο.

τελωσπάντων, να μην σας καθυστερώ. έχετε και να δώσετε την είδηση στα κανάλια εξάλλου. έκλεισε για πέμπτη λοιπόν. συγγνώμη, δεν σας άκουσα. είπατε κάτι για τα κανάλια; α ναι. θα δώσετε συνέντευξη. καλά θα κάνετε. ο κόσμος ξέρετε. ο κόσμος πάντα κατάπινε αμάσητες τις εικόνες των καναλαρχών. ναι ναι ακριβώς. πείτε κάτι για εθνική ανάταση. πουλάει σαν τρελό. ε σαφώς θα αναφερθείτε και στους αγώνες που δόθηκαν μεν, χάθηκαν δε. πετάξτε κάπου και τη λέξη αξιοπρέπεια. η αξιοπρέπεια ξέρετε είναι σαν το δυάρι το καλό στη μπιρίμπα. πιάνει παντού. αριστερά, δεξιά, κέντρο, απολιτίκ, αναποφάσιστους. παντού. αξιοπρέπεια, ναι οπωσδήποτε. να την αναφέρετε. μόνο μια φιλική συμβουλή. μην πέσετε στην παγίδα να απαντήσετε τίποτα συγκεκριμένο. εμφανιστείτε ασαφής και γοητευτικός. θα κερδίσετε έτσι και το γυναικείο πληθυσμό.

πώς; όχι όχι. μην ανησυχείτε. ουδείς ενθυμείται πλέον πως ουδέποτε φορολογήσατε τα παράνομα ιδιωτικά κανάλια που τόσα χρόνια λειτουργούν χωρίς να πληρώνουν δραχμή, εμ, ευρώ εννοώ. πώς μου ξέφυγε η λάθος λέξη, συγχωρέστε με. εξάλλου πώς θα μπορούσε να κυβερνήσει κανείς αυτόν τον πονηρό τόπο χωρίς να έχει με το μέρος του εκείνους που κατέχουν τηλεοπτικές συχνότητες, κατασκευαστικές εταιρείες, καράβια και εφημερίδες ταυτόχρονα;

ω μας σας καταλαβαίνω. τούτος ο λαός είναι αδιόρθωτος. προέβη εις διάβημα απονενοημένον τον περασμένο μήνα. ακούς εκεί να μας κοτσάρουν ένα όχι με πάνω από εξήντα τοις εκατό ποσοστό. ο θεός να βάλει το χέρι του. μα το συζητάτε; να βγαίνανε τα τανκ στους δρόμους; να σκοτώναμε ο ένας τον άλλον για ένα κομμάτι μπομπότα; μα σε μένα τα εξηγείτε; ω μα φυσικά, τι λέτε τώρα. σωτηρία. επήλθε η σωτηρία. δεν το συζητώ. μείναμε στην ευρωπαϊκή οικογένεια. μα φυσικά και τη θεωρώ οικογένεια. λιγάκι προβληματική, μα οπωσδήποτε οικογένεια. εξάλλου, είναι σύνηθες φαινόμενο μια οικογένεια να κακοποιεί τα παιδιά της. ναι ναι, ακούστε με που σας λέω. κατέχω το αντικείμενο λόγω της φύσεως του επαγγέλματος που ασκούσα προ κρίσης. τι ήμουν; μα τι σημασία έχει; το αξίας σημαντικόν είναι πως συχνά πυκνά οι οικογένειες ασκούν πάσης φύσεως βία στα τέκνα τους. ενίοτε δε, και στα ξένα παιδιά. ναι, εκείνα τα παιδιά που η άδικη μοίρα τα γέννησε σε μια χώρα εμπόλεμη και τα στέλνει στη γηραιά ήπειρο. τι φταίνε κι αυτά τα άμοιρα;

ναι ναι έχετε δίκιο. είναι φριχτό. φριχτό και απάνθρωπο. εγώ ξέρετε δεν αντέχω καν να βλέπω τις φωτογραφίες. μα τον άγιο γεράσιμο, δεν αντέχεται να βλέπει κανείς μικρά παιδιά, μανάδες, γέρους και νέους ανθρώπους να φτάνουν ετοιμοθάνατοι στις ακτές της πολύπαθης χώρας μας, με ανύπαρκτο μέλλον. ω μα οπωσδήποτε θα πρέπει κάτι να γίνει. δεν το συζητώ. πέραν της ανθρωπιστικής πλευράς του ζητήματος, υπάρχει ξέρετε και ένας ολόκληρος πληθυσμός στα νησιά μας του οποίου παρακωλύεται η ζωή, η καθημερινότητα καθώς και η καλοκαιρινή ραστώνη. κάτι πρέπει να γίνει, οπωσδήποτε.

όχι, όχι. η συζήτηση στα κανάλια δεν θα πρέπει να πάει στο θέμα αυτό. είναι πολύ σημαντικό για να συζητηθεί με προεκλογικά διαγγέλματα και συνεντεύξεις. η μαμά ευρώπη ξέρετε. εκείνη θα δώσει τη λύση. ήδη το δουβλίνο II αρχίζει να αίρεται. μα ναι, δεν ενημερωθήκατε; οι πρόσφυγες θα κρατιούνται πλέον εκεί που θα συλλαμβάνονται. θα κατασκευαστούν ειδικά γκέτο βέβαια μέσα στις πόλεις για να μην ανακατεύονται με τον υπόλοιπο πληθυσμό, όμως για σκεφτείτε πόσο σημαντική αλλαγή είναι τούτη. αυτοί οι βασανισμένοι άνθρωποι θα μπορούν πια να δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί. ναι ναι, το γνωρίζω πως οι χώρες της μαμάς ευρώπης βρήκαν τα νέα φτηνά εργατικά χέρια που χρειάζονται, όμως δεν γίνεται αλλιώς. λυπάμαι αλλά δεν γίνεται αλλιώς. πώς είπατε; κάτι σας θυμίζει; όχι όχι κάνετε λάθος. πώς; τα νέα αυτά φτηνά εργατικά χέρια θα κατασκευάζουν τα οπλικά συστήματα που θα σπέρνουν τον πόλεμο όποτε η οικονομία δεν έχει άλλο τρόπο εκτόνωσης; ω μα ελάτε τώρα. αυτά είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας. όχι όχι, επουδενί δεν συμφωνώ. τούτη η κίνηση είναι κίνηση ανθρωπισμού. αν σας ρωτήσουν στη συνέντευξη, αυτό να πείτε. ιδού η ανθρωπιά των ευρωπαίων. ναι ναι, οπωσδήποτε. θα ακουστεί σαν ένα υπέροχα όμορφο ψέμα.

ω να μην σας καθυστερώ. έχετε να πάτε και στα κανάλια. ναι, προέχει το ζήτημα των εκλογών. κάντε ό,τι σας είπα και έχετε την επιτυχία καθώς και την εξουσία στο τσεπάκι. ασαφής, ψεύτης και γοητευτικός. είναι η συνταγή που πιάνει πάντοτε. ναι ναι, όπως τα είπαμε. θα αλλάξουμε την ημέρα διεξαγωγής. θα το κάνουμε πέμπτη. καλή αντάμωση λοιπόν. χάρηκα πολύ που μιλήσαμε. ξεκαθάρισαν όλα μέσα μου. το σωστό και το λάθος, η αλήθεια και το ψέμα. μα φυσικά, πάνω απ’ όλα η χώρα. η σωτηρία. η τάξη και η ησυχία. και η ασφάλεια φυσικά.

είσαστε πανέτοιμος. όλα θα γίνουν όπως πρέπει. ναι ναι, θα τα ξαναπούμε σύντομα.

καλή αντάμωση.

ξέρετε πού.

*στίχος από το πεζογράφημα του δημήτρη δημητριάδη «πεθαίνω σαν χώρα» του 1978

in dubio pro morte

το τεκμήριο αθωότητας καθιερώθηκε για πρώτη φορά μετά τη γαλλική επανάσταση στη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 στο άρθρο 9. σήμερα κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ευρωπαϊκής συνθήκης για τα δικαιώματα του ανθρώπου. το τεκμήριο αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου και η πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. η αρχή αυτή επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo)

(πηγή: wikipedia)

 10366295_10202610171510370_4096755527937152488_n

 

κοιτάξτε προσεκτικά παρακαλώ
τον τρόπο που ο νέος σηκώνεται από το σκουριασμένο σκαμπό
το λεπτό του ντύσιμο παρατηρείστε
το δώρο πτυχίου που καλύπτει τον καρπό του
− ηχορρύπανση βόμβας −
ανοίγει τη δερμάτινη τσάντα του
− δώρο της κοπέλας του για τη σπουδαία πρόσληψη −
τάχα καμώνεται πως ταχτοποιεί τα χαρτιά του
μέχρι να σιγουρευτεί πως ο πελάτης του
έτοιμος πια να κρεμαστεί από τη ζώνη του
ανήσυχα εφησυχασμένος γυρίζει στο κελί του
(ώρες επισκεπτηρίου αυστηρώς δύο· κανείς όμως δεν ενημέρωσε της πόλης τα πουλιά· αυτά έρχονται απρόσκλητα στα τετραγωνισμένα σιδερένια παράθυρα και ατενίζουν την ελπίδα που βγάζει φτερά και φεύγει μακριά κι αυτή)
κι ύστερα παρατηρείστε πιο προσεκτικά παρακαλώ
την ώρα που ένας κορυδαλλός ανίδεος για τη συνωνυμία
στέκεται στο παράθυρο και ανακαλύπτει αίφνης
πως δεν μπορεί να κελαηδήσει πια
ο νέος λοιπόν που ουδέποτε φέρελπις υπήρξε
βγάζει το αντισηπτικό από τη μέσα τσέπη
− την κρυφή −
και όλο επιμέλεια σκουπίζει χέρια, μάτια, λαιμό, αυτιά
αφήνοντας για πάντα την καρδιά του βρώμικη
κι ύστερα καθαρός από ενοχές και με οσμή νεκροτομείου
καληνυχτίζει φιλικά τους ανθρωποφύλακες της εννόμου τάξεως
και φεύγει γρήγορα για κάποιο μπαρ
όπου συχνάζει κάθε καρυδιάς υψηλά ιστάμενος
εκεί θα μπει, θα πιει κρασί λευκό και θα κοιτάξει την ατζέντα του
κι ύστερα από την ούρηση στο αποχωρητήριο
σίγουρος πως κανείς δεν τον κοιτάζει
θα λησμονήσει βαρεθεί τα χέρια του να πλύνει
αλλά θα θυμηθεί να ανασηκώσει το γιακά του πουκαμίσου του
− όσο πιο ψηλός ο γιακάς τόσο πιο φτηνιάρικα ακριβή η κολόνια του −
κι όταν την άλλη μέρα του τηλεφωνήσουν
να τον ενημερώσουν πως ο κρατούμενος του χτες
τάχα απροσδόκητα έθεσε τέλος στη ζωή του
δεν θα τον κυριεύσει ούτε θλίψη ούτε δάκρυ
δεν θα σταθεί καταμεσής της πανεπιστημίου να ουρλιάξει
δεν θα χτυπήσει το κεφάλι στην κολώνα της δεή
δεν θα χαθεί το βλέμμα του ψηλά ψάχνοντας τον κορυδαλλό
που δεν θα τραγουδήσει πια ποτέ
μόνο θα βάψει την ψυχή του ολόκληρη με σπρέι αντισηπτικό
που καταστρέφει δια παντός τις μνήμες
θα ακολουθήσει με το βλέμμα μια φούστα στενή
που εκείνη την ώρα θα περνάει το φανάρι απέναντι
και θα χαθεί ως πέρα στον μεγάλο εμπορικό της πόλης δρόμο
αναζητώντας βιαστικά πουκάμισα με γιακά χτισμένο από χάλυβα
πληρώνοντας όσο όσο για τα κατάλληλα ενός δικολάβου ρούχα
που προστατεύουν πλήρως όλους τους νέους αυτού του κόσμου
που ουδέποτε φερέλπιδες υπήρξαν
από την εξάπλωση του ιού της ανθρωπιάς

φολκσβάγκεν

972116_10200387714590336_1742539768_n

σενιόρ, με ψυχοφάρμακα κρατιέμαι στη ζωή, σενιόρ

πριν συγκινηθείς από το δράμα του εγκλείστου στις φυλακές ναυπλίου μέλους της συμμορίας των μπράβων της νύχτας, εμπόρων πρέζας και θρασύδειλων ανθρωπάριων, ευρισκόμενων σε μόνιμη νοητική κατάσταση αμοιβάδας, ρίξε μια μικρή μόνο ματιά στα λόγια που σου άφησε παρακαταθήκη κάποιος διανοητής σχετικά με την ιστορία ενός τόπου που αν δεν την αντιμετωπίσουμε ως κωμικοτραγική τότε καλύτερα να φουντάρουμε από τις ταράτσες. τις ταράτσες που κάποτε χτυπούσαν τον αντρέα αλλά πάνε αυτά πια. τα λησμονήσαμε. τώρα ετούτοι οι μονοκύτταροι οργανισμοί θα έμπαιναν στη βουλή και θα καθαρίζανε. γιατί όλοι οι άλλοι είναι ίδιοι μωρέ. γιατί είναι όλοι τους λαμόγια και θα δούνε τι θα πάθουνε αυτοί. γιατί θα εκδικηθούμε τη δημοκρατία και το μπουρδέλο το σύστημα που εμείς εκθρέψαμε με την πιο ακραία μορφή καπιταλισμού, το πιο μακρύ του χέρι, την πιο παρανοϊκή του μορφή, την πιο αρρωστημένη του κόρη, τα πιο φρικιαστικά του εγκλήματα, τους πιο άσχημους εφιάλτες όλων όσοι κυνηγάνε τις ελεύθερες αναπνοές στη γαμημένη τη ζωή μας.

με το φασισμό.

βγείτε στους δρόμους και ζωγραφίστε αγκυλωτές σβάστικες παντού. βγείτε στους δρόμους της ουκρανίας και κάψτε ζωντανούς τους εργάτες αφού τους βιάσετε και τους ξεκοιλιάσετε πρώτα. μαχαιρώστε τον λουκμάν. κι ύστερα μαχαιρώστε τον παύλο. κι ύστερα βγείτε στις τηλεοράσεις τάχα μου δήθεν άνετοι, απέναντι από δημοσιογράφους εξίσου άνετους, χαμογελαστούς, ανέμελους, σχεδόν αέρινους. που πίνουν το καφεδάκι τους στην αιματοβαμμένη κούπα της συμμορίας σας και σας ρωτάνε με ύφος τιφαγητόέφαγεςχτες λοιπόν, τι νέα φασίστα; σε ξεπλένω καλά;

άσε που ύστερα αυτοί οι δημοσιογράφοι ταξιδεύουν στην άλλη πλευρά του αιγαίου, εκεί που πνίγονται οι άνθρωποι κάθε μέρα και κάθε νύχτα γιατί οι ζωές τους είναι πανάκριβες ενώ ο θάνατός τους δεν κοστίζει τίποτα παραπάνω από μια εντολή σε βυσματικούς λιμενόμπατσους πνίξτε τους στα σκυλόψαρα.

εσείς συνεχίστε. τα αφεντικά σας έχουν ανάγκη. εκπνέει ο καπιταλισμός παγκοσμίως. και κάπως πρέπει να τον σώσουμε. χαράξτε αγκυλωτούς σταυρούς στις πλάτες των ανθρώπων. χαράξτε τους τα μέτωπα. εξευτελίστε την ανθρωπότητα. εγέρθητε όταν ο αρρωστημένος σας αρχηγός μπαίνει στην αίθουσα. σπάστε τους πάγκους των μικροπωλητών. βρίστε. σκοτώστε. κάψτε. ξανανοίξτε τη μακρόνησο γαμώ το χριστό μου. εκεί να πάμε να πεθάνουμε. ανήσυχοι και ελεύθεροι. μη σταματάτε. είμαστε όλοι έλληνες. έξω οι ξένοι. έξω και όσοι τους θεωρούν αδέρφια τους. δηλαδή τι έξω. μέσα στη γη. θάψτε όποιον αντιστέκεται βαθιά μέσα στη γη. οι άνθρωποι είναι χρυσόψαρα, δεν το βλέπετε; ξεχνούν.

λησμόνησε η ανθρωπότητα.

μόνη μου απέμεινα να κλαίω όταν ακούω αυτό; κάθε μέρα. έξω φωνή. ξανά και ξανά. γιατί τα κορίτσια να πεθαίνουν φορώντας τα καθημερινά τους φορέματα πριν ακόμα να ζήσουν καλά καλά;

τι άλλο θέλεις να σου εξηγήσουν δηλαδή ρε ανθρωπότητα, τι.

πώς τολμάς ρε μαλάκα να μου λες ότι ‘ντάξει, οικογενειάρχης άνθρωπος είναι, το μετάνιωσε, ας δείξουμε οίκτο; ο οίκτος αν θες να ξέρεις πέθανε στο κερατσίνι μια νύχτα που έπαιζε μπάλα ο σταρχίδιαμου με τον χέστηκαπατώκορφα. μια νύχτα που έμοιαζε με όλες τις άλλες. αλλά ήταν το τέλος της αθωότητας. και μια επόμενη μέρα που βρέθηκα εκεί που κύλησε το αίμα της εκδίκησης. που μου ρίξανε δεκάδες δακρυγόνα. με κυνήγησαν. έμαθα όλα τα στενά της περιοχής. ξέμεινα από ανάσες. χέρι χέρι κρατιόμουν με αδέρφια και φίλους και σχεδόν πετούσαμε πάνω από την άσφαλτο που έκαιγε για να μην μας πιάσουν στα χέρια τους οι δικαιούχοι του πλεονάσματος. και κείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. ένιωθα τόσο ένοχη που ζούσα. γιατί άλλοι δεν ζούσαν πια. και από κείνη τη νύχτα ξεκίνησα να κάνω κάτι που ποτέ μου δεν είχα ξανακάνει. περπατούσα και κοιτούσα πίσω μου να δω αν με ακολουθεί κανένας. ποιος είσαι ρε γαμημένε σκατοφασίστα που θα γεννήσεις το φόβο μέσα μου, ποιος. και κείνη τη μέρα η αδερφή μου μου ‘πε σταμάτα να τα γράφεις όλα αυτά είναι επικίνδυνο. και γω την πήρα από το χέρι και βγήκαμε στο μπαλκόνι. και της είπα με το τρία θα φωνάξουμε μαζί. μα μήπως δεν είναι σωστό, μήπως προκαλούμε. μα ναι, φυσικά. έλα να προκαλέσουμε σου λέω. και φωνάξαμε μαζί σε κείνη την πάλαι ποτέ τη γειτονιά των προσφύγων πως, φασίστες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες. και τώρα πάει, της είπα. αυτό ήταν. αποχαιρέτα τον το φόβο. πέταξέ τον από το μπαλκόνι. τώρα θα τους γαμήσουμε.

μάγκες, ο αδόλφος χίτλερ πλάσαρε στην αγορά το φολκσβάγκεν. φολκσβάγκεν σημαίνει το όχημα του λαού. πάντα ο φασισμός θα σε πλησιάζει με το πρόσχημα της προσέγγισης των λαϊκών στρωμάτων. πάντα θα σου απλώνει το χέρι και θα σου λέει ανέβα κι εσύ στο όχημά μου, είμαστε λαϊκά παιδιά εδώ, όλους τους χωράει η αγκαλιά μας, θα σου δώσουμε τροφή και στέγη και νερό κι ύστερα θα σε στείλουμε να γίνεις άντρας σκοτώνοντας, σφάζοντας, γδέρνοντας. κι εσύ θα το κάνεις. γιατί αυτό παθαίνεις άμα ποτέ δεν ξεστραβώθηκες. γιατί αυτοί που τώρα σε καλούν να ανέβεις στο λαϊκό τους όχημα μεθαύριο θα κάψουν εσένα ζωντανό, μόλις θα σταματήσεις να τους είσαι χρήσιμος.

ανθρωπότητα, δεν μπορείς να καμώνεσαι πια πως δεν ήξερες.

ό,τι κάνεις είναι εν γνώσει σου.

και θα μας βρεις απέναντί σου.

πετάξτε τα φολκσβάγκεν από τα μπαλκόνια

 

gastarbeiter

σκαπανέας

η οδός λουκάρεως είναι ένας δρόμος με πολλές λακκούβες

τις λακκούβες τις έχουν δημιουργήσει οι κλούβες των ματ

οι ματατζήδες που κάνουνε βάρδια έξω από το εφετείο

είναι ό,τι πιο θλιβερό μπορώ να σκεφτώ για τη φετινή άνοιξη

άραγε οι ματατζήδες όταν γνωρίζουνε ένα κορίτσι να του λένε τι δουλειά κάνουν;

ποια είναι η μέση ταχύτητα γδυσίματος ενός ματατζή που σχολάει και βγάζει τη στολή του;

*

οι στολές είναι απομεινάρι του δωδεκαθεϊσμού

οι στολές είναι απομεινάρι του καπιταλισμού

ο θεός δίας που ερωτευόταν και άντρες και γυναίκες και ζώα

μεταμορφώθηκε σε υπουργούς χωρίς μαλλιά και σε πολιτευτές χωρίς καρδιά

που νομίζουν ότι ο έρωτας γίνεται πάντα κατόπιν παραγγελίας και με αντικαταβολή

*

στην οδό λουκάρεως περπατάνε πολλοί χαρτοφύλακες

νέοι και νέες με όνειρα που φτάνουν μέχρι απέναντι στο κολωνάκι

νέες και νέοι με ασφυκτικά κοστούμια και ψηλοτάκουνα οράματα

κάποιος πρέπει να τους πει πως τα οράματα δεν έχουνε ύψος αλλά βάθος

τα όνειρα γίνονται ζωή μόνο μετά τον πνιγμό

στα βάθη των ορυχείων βρίσκονται οι πολύτιμοι λίθοι του ανθρωπισμού

και πού ξέρεις; ίσως και να ‘μαστε απλά οι γκασταρμπάιτερ της ανθρωπιάς

*

σκάβουμε το άνυδρο χώμα με νύχια φαγωμένα από την ηδονή και την αγωνία

κατεβαίνουμε κάπου κοντά στον πυρήνα της γης

γιατί πυρήνας και ουρανός συνθέτουν το άτομο

άλλος θα είναι το ηλεκτρόνιο άλλος το πρωτόνιο

κι άλλος το σωματίδιο της ύλης που κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε

*

τα ανώνυμα σωματίδια της ύλης στροβιλίζονται μαζί με τη μαρτιάτικη γύρη

κατακάθονται στα πνευμόνια των μη καπνιζόντων

και τους στέλνουνε στο θάνατο μια ώρα αρχύτερα

και ύστερα οι καπνιστές οργανώνουμε πορεία διαμαρτυρίας

έξω από το υπουργείο αντιύλης

και οι πολιτευτές τρομάζουν με το πλήθος

-πάντα το πλήθος είχε δύναμη θαρρώ-

αρχίζουν να πετάνε τα παράνομα τσιγάρα από τα παράθυρα του υπουργείου

συσσίτια καπνιζόντων σε χρόνια μνημονιακά

και το μνημόνιο να ξέρεις πως έρχεται απ’ τη λέξη μέμνημαι

*

μέμνημαι μέμνησαι μέμνηται

αλλά εσύ λησμόνησες και τους ανθρώπους και τα γαρύφαλλα στο πέτο τους

η λησμονιά πλημμύρισε την καρδιά μου με ατόφιο μίσος ταξικό

με γέρασε πριν την ώρα μου

όσο πάω συρρικνώνομαι

με καταπίνουν οι λακκούβες της λουκάρεως

με κομματιάζουν τα βλέμματα των ματατζήδων

*

δεν επιθυμώ άλλο να πνίγομαι και να γερνάω

ο νους μου υπέκυψε στη σκολίωση

αλλά οι νέοι και οι νέες της λουκάρεως υποφέρουνε μόνο από λόρδωση

ώστε λοιπόν το παράταιρο δεν έχει θέση στη χώρα σας

*

αλλά ο μάρτης θα ‘ναι πάντα ο μήνας των ηρωικών γαρύφαλλων

και οι παράταιροι με τα μαυρισμένα από το σκάψιμο νύχια σκαπανείς

θα φέρνουνε πάντα την άνοιξη

στο αιώνιο πένθος του αστικού σας φθινοπώρου