sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ασθένεια

ω τάνενμπαουμ

 

1468618_10201526844347868_127492506_n

*

αν τα φίδια αλλάζουν δέρμα μία φορά το χρόνο εγώ παρατηρώ το δέρμα μου να αλλάζει χρώμα και υφή πολλές φορές τη μέρα.

κι αλήθεια, πόσο ειρωνικό να λέγεται πουκάμισο το δέρμα των φιδιών;

ειδικά τις στιγμές πριν κοιμηθώ νιώθω ότι τα ερυθρά και τα λευκά αιμοσφαίρια, τα αιμοπετάλια και όλο το παρεάκι θέλουν να βγουν έξω στο δρόμο κι ας κρυώνουν. η θερμοκρασία του σώματός μου πέφτει δραματικά τα βράδια· υποθέτω πως ο εγκέφαλος δίνει εντολή να νεκρώσουν τα πάντα για να ξεκουραστούν οι καταπονημένες μου γάμπες.

τα βράδια λοιπόν το δέρμα μου αρνείται να μου προσφέρει άλλη κάλυψη, το σώμα μου παραπαίει, το μυαλό μου καίει, θέλω να γδάρω με τα μισοφαγωμένα μου νύχια όλη τη βρωμιά της ημέρας. οι σκέψεις κάνουν ολομέλεια κι αποφασίζουν την απόρριψη της αίτησης αποφυλάκισης του πόνου μου, ένεκα των ημερών.

την ώρα του τελευταίου τσιγάρου μένω με το παράθυρο ορθάνοιχτο για να επιταχύνω τη διαδικασία παγώματος του αίματος· μια αρρωστημένη φωνή μέσα μου, μου ψιθυρίζει ύπουλα πως κάνω πρόβες θανάτου. κοιτάζω τα λαμπάκια που αναβοσβήνουν στα μπαλκόνια της γειτονιάς. τα βρίσκω άρρυθμα. τα κοιτάζω μέχρι τα μάτια μου να τυφλωθούν, μέχρι που όπου κι αν κοιτάξω να βλέπω λαμπάκια. συντονίζω το ρυθμό των φώτων με τις σκέψεις μου που πέφτουν από το ταβάνι όπως πέφτουν οι πατάτες στο καυτό λάδι και σχηματίζουν σταλακτίτες πάνω στο χαλί. λαμπάκι και σκέψη. ένας σύγχρονος άνθρωπος των σπηλαίων.

*

«το πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών είναι η αποξένωση». καλά τα λένε οι μεσημεριανοί ψυχοβγάλτες. γι’ αυτό κι εγώ όταν βγαίνω από το μπάνιο προσπαθώ να συμφιλιώνομαι με τον εαυτό μου. στέκομαι απέναντι από τον καθρέφτη και αποκαλύπτω αργά σε μένα το σώμα που παραμελώ μόνιμα, το κορμί που δεν πιστεύω ότι θα με αφήσει σύντομα, όσες πρόβες θανάτου κι αν κάνω. μια φλεβίτσα πετάγεται στο πίσω μέρος της γάμπας. ένα καινούριο σπυράκι στο μονίμως εφηβικό πρόσωπο. τα νύχια που πρέπει να σταματήσω να τρώω. το βλέμμα που σκοτεινιάζει άθελά του. μια σταγόνα νερού που ξέμεινε από το μπάνιο πάνω στον ώμο. χέρια και πόδια σε καθημερινό αγώνα δρόμου χωρίς σημείο τερματισμού. προσπαθώ να φανταστώ το σώμα μου από μέσα.

θα ήταν άραγε τα ανθρώπινα κορμιά τόσο σεξουαλικά αν ξέραμε τι συμβαίνει μέσα τους; αν βλέπαμε αίματα, αρτηρίες, όργανα και δαιδαλώδεις διαδρομές ουσιών, θα νιώθαμε την ίδια επιθυμία για ένα σώμα; πώς ξέρεις ότι τώρα που σου μιλάω όλα σου τα όργανα δουλεύουν κανονικά; έχεις αναρωτηθεί πόσοι άνθρωποι θα αλλάξουνε χρονιά- αν αλλάξουνε- μέσα σε θαλάμους νοσοκομείων, γιατί η καρδιά, το συκώτι ή το νεφρό αρνούνται να δουλέψουν άλλο; γνωρίζεις ποιος θα ζει και ποιος θα έχει πεθάνει μέχρι απόψε το βράδυ; οι πρωτοχρονιές μέσα στους θαλάμους της εντατικής είναι ωδή στην ελπίδα. τι αισθάνεται ένα παιδί που βρίσκεται διασωληνωμένο; βλέπει όνειρα; ακούει τους δισεκατομμύρια παλμούς της μάνας του;

-πείτε μου γιατί ο θεός σας κλείνει τους νέους ανθρώπους μέσα στις εντατικές-

*

έξω από ένα σχολείο στην ευελπίδων ένας μπαμπάς κρατά προβληματισμένος τους βαθμούς του γιου του. παρατηρώ τον έφηβο. δαγκώνει τα χείλη του, εκείνος βλέπεις ήξερε από πριν αν οι βαθμοί του θα είναι καλοί, σα να ντρέπεται λιγάκι, ο μπαμπάς του όμως δεν φαίνεται θυμωμένος. κοιτάζει σχεδόν με απορία τη φωτοτυπία με τους βαθμούς. ίσως και να σκέφτεται πόσο ανούσια είναι όλα αυτά. μάθε παιδί μου γράμματα αλλά ετοιμάσου να πεθάνεις σε κάποιο πεζοδρόμιο.

άμα πεθαίνεις μορφωμένος ο θάνατος διαφέρει;

θυμάμαι τη δική μου αγωνία κάθε που παίρναμε βαθμούς. ήθελα να τα έχω όλα είκοσι. αν είχα κανένα δεκαεννιά έπεφτα σε μελαγχολία. μα τι δεν έκανα σωστά; στην εφηβεία μου η ευτυχία μου ήταν κλεισμένη μέσα σε βιβλία. παντός είδους.

αν το μετανιώνω; όχι.

ο θάνατος δεν έχει διαφορά αν έχεις καταπιεί βιβλιοθήκες ολόκληρες, αλλά έχει μια μικρή ίσως διαφορά η ζωή. ανακαλώ ένα χαρτάκι που βρίσκεται μόνιμα κολλημένο στο γραφείο του αδερφού μου.

η μόρφωση είναι στολίδι στην ευτυχία και καταφύγιο στη δυστυχία.

τι τα θες, όπως μάθει ο καθένας.

*

μέσα στην ευελπίδων οι νέες δικηγορίνες κάνουν πασαρέλα. γόβες, φορέματα, αϊλάινερ και κραγιόν κάνουν καλλιστεία. κοιτάζω τη φούστα δεκαετίας που φοράω και χαμογελάω πονηρά. άσχετη μεταξύ ασχέτων είσαι πάλι. όλοι μιλούν ακατάσχετα στο τηλέφωνο κι εγώ ακούω μουσική πηγαίνοντας από κτίριο σε κτίριο. παλιοί συμφοιτητές, γνώριμα πρόσωπα, ξαναφοράω τα γυαλιά μου γιατί δεν θέλω να κάνω κουβέντες συμβατικές. τι έγινε, τι κάνεις, πού δουλεύεις, πώς πάει, δύσκολα τα πράγματα. όχι ρε, τα πράγματα δεν είναι δύσκολα. τα πράγματα είναι σκατά.

με την άκρη του ματιού μου βλέπω μια κοπέλα να προχωράει βιαστικά προς την έξοδο. είναι απεριποίητη. διαβάζω τα άγχη στα μάτια της. αλλά διαβάζω και κάτι άλλο. δεν έχει έρθει εδώ για να μας κάνει επίδειξη ρούχων, ύφους, γνώσεων. είναι η δικηγόρος του κώστα σακκά- και όχι μόνο. την έχω ξαναδεί πολλές φορές, την έχω ακούσει να μιλά σε συνέδρια. έχει μια σπίθα στο μάτι.

τόσο ελπιδοφόρα αυτή η σπίθα, που σχεδόν χαμογελώ.

*

«οι γιορτές είναι μια ευκαιρία ανάπαυλας και ξεκούρασης. ταξιδέψτε, κάντε δώρα στους αγαπημένους σας, χαμογελάστε, βάλτε ένα σέξι μαύρο φόρεμα που δεν πρέπει να λείπει από τη ντουλάπα καμιάς γυναίκας.» οι νταβατζήδες της οθόνης συνεχίζουν να εκτελούν το εξουσιάρεστον έργο τους.

παιδιά, εγώ πάλι λέω ότι το μόνο που δεν χρειαζόμαστε είναι μια ανάπαυλα.

*

κάντε μου μια χάρη. μην με αφήνετε μόνη μου. οι φωνές λιγόστεψαν. συνηθίζουμε στο θάνατο. ξαναγυρνάμε στο θεό. η ελπίδα πάει περίπατο. ε, ας ζήσουμε έτσι, τι να γίνει.

όχι, όχι, όχι. όχι. να μη ζήσουμε έτσι. σταματήστε να καταπίνετε αντικαταθλιπτικά, αντισυλληπτικά, χάπια επόμενης μέρας, ηρεμιστικά, αντιβιώσεις. κάντε τα σκόνη και αλείψτε τα στο πρόσωπό σας. τα χάπια που αυτοί μας αναγκάζουν να παίρνουμε με το κιλό για να αντέξουμε ας είναι το όπλο μας απέναντι στα δακρυγόνα τους.

ελάτε να βγούμε στο δρόμο.

ο χρόνος μας τελειώνει.

*

καλά χριστούγεννα γιάννη πρετεντέρη, άδωνι γεωργιάδη, νίκο δένδια.

*

παιδιά, πάμε. μέχρι τη νίκη. μέχρι το τέλος.

*

die fetten tage sind vorbei

418131_2903251815267_1820077945_n

παρασκευή πρωί. δημόσιο νοσοκομείο. μπαίνεις και η μυρωδιά της ασθένειας των σωμάτων σου σπάει τα σωθικά. ράντζα παντού. κουρασμένοι γιατροί. προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους. κάποτε ήταν επιστήμονες. τώρα πια αναρωτιούνται τι κάνουν. νοσηλεύτριες με βλέμμα κουρασμένο και μαύρους κύκλους να τονίζουν τα ανοιχτόχρωμα μάτια τους. ασθενείς που ασφυκτιούν μέσα σε θαλάμους, σε διαδρόμους, σε χειρουργεία και σε αίθουσες αναμονής. μπαίνω στο νοσοκομείο και παλεύω να μην σωριαστώ κάπου. δεν νιώθω καλά από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο χώρο. πλησιάζω στο γκισέ να ρωτήσω πού θα βγάλω το εισιτήριο των πέντε ευρώ που απαιτείται για να σε δει γιατρός στα εξωτερικά ιατρεία. είμαι σε λάθος γκισέ, η γραμματέας δεν μου απαντάει καν· μου δείχνει μόνο τη χειρόγραφη ανακοίνωση που βρίσκεται κολλημένη στο τζάμι μπροστά της. μπροστά σε τόση αγένεια, χαμογελώ. πηγαίνω στο σωστό γκισέ. προτού πληρώσω, η γραμματέας με ρωτά αν έχω υπόψιν μου τις οικονομικές αλλαγές που συντελέσθηκαν προ διημέρου αναφορικά με την επέμβαση που θέλω να κάνω σε συγκεκριμένη κλινική. η τιμή άλλαξε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του νοσοκομείου, είναι πλέον πενταπλάσια. με παραπέμπει στην εξειδικευμένη γραμματεία. η φράση ταύρος εν υαλοπωλείω αρχίζει σιγά σιγά να παίρνει σάρκα και οστά. εκεί η γραμματέας μου επιβεβαιώνει τις αλλαγές, μπροστά και ο χειρουργός γιατρός, αυτή είναι η τιμή του ιδιώτη γιατρού, του λέω, το γνωρίζω, μου λέει, η διοίκηση έλαβε την απόφαση χωρίς να λάβει υπόψιν της τις ενστάσεις του ιατρικού προσωπικού. δεν συμφωνούμε, απευθυνθείτε στον διοικητή. ανεβαίνω τις βρώμικες σκάλες, περνάω από κατάμεστους με ασθενείς θαλάμους, γεμάτους με ράντζα διαδρόμους, πόσος κόσμος παλεύει να βρει την υγεία του, προλαβαίνω να σκεφτώ. θα πεθάνουμε όλοι. ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως. κατά συρροή. άμεσος δόλος άλφα βαθμού.

στον προθάλαμο του γραφείου του διοικητή εισέρχομαι σε άλλο σύμπαν. καμιά μυρωδιά, κανένας θάνατος, καμία μιζέρια. με παραπέμπουν σε κάποιον κύριο, μέλος του διοικητικού συμβουλίου. με κοιτάζει με βλέμμα ιερής αγελάδας της ινδίας.

κυρία μου, κατανοώ την ένστασή σας, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. από τη στιγμή που το συμβούλιο έλαβε την απόφαση αυτή, δεν μπορώ παρά να την εκτελέσω.

κατά το σύνηθες, προσπαθώ να διαβάσω πίσω από τα δρύινα λόγια του ρόμποκοπ με το κοστούμι.

μπορώ να σας ρωτήσω κάτι; εσείς, συμφωνείτε με την απόφαση αυτή; συμφωνείτε με την εξίσωση των τιμών του δημοσίου τομέα με εκείνες του ιδιωτικού; σας φαίνεται λογικό; σας ακούγεται ανθρώπινο; πώς και πού νομίζετε ότι ο τριαντάρης εργαζόμενος και φορολογούμενος– το σχήμα κατ’ ευφημισμόν σε μεγάλες δόξες, μόλις ξεστόμισα τη λέξη εργαζόμενος η εικόνα της παναγιάς της φιλελεύθερης που ο ρόμποκοπ είχε πάνω από το κεφάλι του δάκρυσε- έχει την οικονομική ευχέρεια να πληρώσει αυτό το ποσόν;

εγώ κυρία μου, ως μάνατζερ υγείας, θεωρώ την απόφαση πλήρως σωστή. λείπουν χρήματα από τον προϋπολογισμό του νοσοκομείου, αφήστε που το ασφαλιστικό σας ταμείο αποφάσισε πια να μην καλύπτει το κόστος αυτού του είδους των επεμβάσεων. δεν μπορώ να κάνω κάτι και αν συνεχίσετε σε αυτό το ύφος θα πρέπει να διακόψω τη συζήτησή μας εδώ.

συγγνώμη, είπατε τη φράση μάνατζερ υγείας. κατανοείτε το οξύμωρον του λόγου σας; μάνατζερ και υγεία στην ίδια περίοδο λόγου. εγκρίνετε μια σαφέστατη πολιτική απόφαση άλωσης της δημόσιας υγείας και με στέλνετε καρφωτή στον ιδιώτη γιατρό και αυτό εσάς δεν σας συγκινεί καθόλου ούτε σας στερεί τον ύπνο. βρίσκομαι ή δεν βρίσκομαι σε δημόσιο νοσοκομείο;

μα τι σημαίνει τελωσπάντων δημόσιο νοσοκομείο, από τη στιγμή που λείπουν λεφτά, όλα τα άλλα δεν μας αφορούν. και περάστε έξω, τελειώσαμε.

// λατρεύω τις στιγμές της ζωής μου που τα μάτια μου δακρύζουν από χαρά, συγκίνηση, θλίψη, ευτυχία, ακόμα και πόνο. τις έχω αγαπήσει πλέον. αλλά θα μισώ για πάντα τις στιγμές που τα δάκρυα ανεβαίνουν στα μάτια μου από θυμό. και έχω μάθει πια, να μετατρέπω το θυμό σε απλό και καθάριο μίσος.//

σειρά έχει ο διοικητής.

μα γιατί φωνάζετε κυρία μου, περάστε στο γραφείο μου.

το ιδιωτικό του γραφείο είναι ένας τεράστιος χώρος με γραφείο, καρέκλες, τραπεζαρία, χαλιά, όλα δερμάτινα. πέτσινα. οι άνθρωποι εδώ πάνε ασορτί με τα έπιπλά τους. ο κύριος διοικητής του νοσοκομείου είναι μειλίχιος. ήρεμος. ασφαλής. κατανοεί το πρόβλημά μου. αλλά δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό.

το ταμείο του νοσοκομείου έχει έλλειμμα. και δεν θα το πληρώσω εγώ, κυρία μου. θα το πληρώσετε εσείς. βρισκόμαστε ήδη σε συνεργασία με γερμανούς για την εκμάθηση ενός νέου συστήματος εξυγίανσης των οικονομικών προβλημάτων των δημόσιων νοσοκομείων, το οποίο βέβαια δεν γνωρίζω και πόσο θα κοστίσει.

κι άλλα λεφτά στους γερμανούς;, τον ρωτάω.

με κοιτάζει με βλέμμα «λαϊκίζετε και είναι κρίμα, τόσο νέα και τόσο στενόμυαλη». αντικρούω το βλέμμα του με βλέμμα «δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας κι εσάς πέρα βρέχει».

μα τα λεφτά, μου λέει, έτσι κι αλλιώς ανήκουν στους γερμανούς. τους χρωστάμε τα πάντα. το ημερολόγιο γράφει δεκατρείς δεκέμβρη. είναι η μαύρη επέτειος της σφαγής των καλαβρύτων από τους ναζί. οι κόρες των ματιών του σάιμποργκ δεν σαλεύουν όσο μιλά.

η απόφαση άλωσης κάθε πράγματος που έχει δημόσιο χαρακτήρα είναι καθαρά πολιτική, κύριε σάιμποργκ. κι εσείς βρίσκεστε σε θέση εξουσίας. και συναινείτε. και συνυπογράφετε. και εγκρίνετε. πείτε μου σας παρακαλώ σε απλά γαμημένα ελληνικά πού θα βρω τα χρήματα να πληρώσω.

δεν με απασχολεί, κυρία μου. εγώ βρίσκομαι σε αυτή τη θέση κατόπιν αποφάσεως της πολιτικής ηγεσίας. είμαι εδώ για να εκτελώ τις αποφάσεις της. είμαι κομμάτι της εξουσίας αυτής.

νομίζω πως όσο μιλούσε μεγάλωναν οι κυνόδοντές του. ίσως πάλι και να ήταν ιδέα μου. ίσως πάλι και να κάθισε από την αρχή στην μεγάλη πολυθρόνα για να κρύψει την ουρά του.

αν θέλατε, ας ψηφίζατε άλλους. αυτούς ψηφίσατε, αυτά που θέλουν κάνουν.

σας έχουν βιάσει ποτέ; εμένα όχι. αλλά το σάιμποργκ προσπάθησε να εκτελέσει ψυχικό βιασμό. έμεινε στην απόπειρα. με το πουλί στο χέρι. απρόσφορη απόπειρα.

πιστεύετε κύριε σάιμποργκ πως έχετε μπροστά σας πολλές μέρες ακόμα για να δολοφονείτε κόσμο;

εδώ που τα λέμε κυρία μου, εμείς όσο μεγαλώναμε δεν είχαμε παπούτσια να φορέσουμε. εσείς μεγαλώσατε μέσα στη χλιδή. κάποιος πρέπει να τα πληρώσει όλα αυτά.

σκέφτηκα ότι τον κλωτσούσα στην κοιλιά. καταδικάζω τα σάιμποργκ από όπου κι αν προέρχονται.

οι μέρες της αφθονίας σας τελειώνουν κύριε.

ναι, βγάλτε το σύριζα που έχει μαζέψει το μισό πασόκ να δω τι θα καταλάβετε.

ώστε όποιος έχει αντίρρηση για τις πρακτικές του συζύγου της ευγενίας μανωλίδου είναι συριζαίος. μπορώ να σας ρωτήσω κάτι τελευταίο; κατέχετε μία θέση εξουσίας σε έναν ευαίσθητο κλάδο του δημοσίου, σε ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της αττικής. νιώθετε ποτέ σας λειτουργός; αισθανθήκατε ποτέ σας ότι είσαστε εδώ για την προάσπιση της υγείας, των ανθρώπων, της ζωής και της αξιοπρέπειας; μου μιλάτε για λεφτά και σας μιλώ για ανθρώπους. κι αυτό το χάσμα δεν γεφυρώνεται. δεν πρόκειται να γεφυρωθεί ποτέ. σας θυμίζει κάτι η φράση κοινωνικό κράτος πρόνοιας;

το κράτος πρόνοιας θέλει λεφτά, κυρία μου.

// λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά //

τρέμω από οργή και παλεύω να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. μην κλάψεις, μην του κάνεις τη χάρη του σάιμποργκ, την ανάσα δεν θα στην κλέψει κανείς.

όχι, κύριε διοικητά που τολμάτε να με κοιτάτε κατάματα μέσα στα μάτια και να ξεστομίζετε τις απάνθρωπες λέξεις σας σαν ρουκέτες που πέφτουν στη λωρίδα της γάζας. το κράτος δικαίου θέλει ανθρώπους, δίκαιο και καρδιά.

θα τα ξαναπούμε, κύριε διοικητά. σύντομα. και δεν θα σας είναι ευχάριστο.

// μόνο μίσος ταξικό και οι καρδιές θα βγάλουνε φτερά //