sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ασχήμια

τζάνκια της ομορφίνης*

 

ανάσα

*σκηνές από τα ηλιόλουστα σαββατοκύριακα της ασχήμιας

*

αν οι κλεισμένοι σε κελιά μετρούν τις μέρες της σκλαβιάς τους

γράφοντας πάνω στους τοίχους την αντίστροφη των φυλακών αλφάβητο

τότε όλοι εμείς πού πρέπει άραγε τις μέρες της αφθόνου μας σκλαβιάς να τις χαράξουμε;

σχίζω τον άνεμο τις νύχτες και τραγουδάω ανάποδα τις νότες της ελευθερίας

γύρω μου πόρτες και παράθυρα κλείνουνε σχεδόν ερμητικά

μια χαραμάδα μόνο αφήνουνε οι γείτονες σχεδόν αόρατη

ίσα για να χωρέσουν οι εφιάλτες της αστυφιλίας στο δωμάτιο να μπούνε

*

κάποτε ξέρετε στου νησιού μου τα νερά βαρύς εγκέλαδος την πόρτα χτύπησε

και όταν κάνοντας μια βόλτα να θαυμάσω την υπεροχή της φύσης καθ’ ημών

αντίκρισα το πιο υπέροχο θέαμα -τοίχοι κελιών ερείπια-

κατάλαβα πως οι σεισμοί έργο θεού του δωδεκάθεου αποτελούν

παλιές αγροτικές πετρόχτιστες και άνευ χρήσεως φυλακές

μόνο και μόνο για να δίνεις στίγμα πού είσαι φτάνεις

εδώ περνάω απ’ τις αγροτικές τις φυλακές σε ένα τέταρτο είμαι εκεί

μέσα λοιπόν στη μανία και την ολοσχερή καταστροφή

όπως αρέσκονται οι τηλεοπτικοί πομποί να την παρουσιάζουν

ξάφνου ο θεός της ομορφιάς διέταξε τις φυλακές να γκρεμιστούν

κι ύστερα έτερη εντολή εξέδωσε

στη θέση τους έχυσε θάλασσα απάτητη μέχρι χτες

κι έτσι λοιπόν έχουμε τώρα στο νησί θάλασσα αντί για φυλακές

σα να μας διατάσσει ο εγκέλαδος που αφανώς την ομορφιά υπηρετεί

να σπάσουμε τις αλυσίδες τα δεσμά τα ψέμματα και ό,τι βιδωμένους στο τσιμέντο μας κρατάει

*

εχτές μέσα στη νύχτα σίμωσε κάποια στιγμή ένα πλάσμα θεϊκό

ο θεός του ύπνου και του εφιάλτη της νυχτιάς και της αυγής

ο δημιουργός των ονειρώξεων και του ιδρώτα των πελμάτων

απόρησε που οι δυνάμεις του επάνω μου καμιά πια επιρροή δεν είχαν

αλλά κι εγώ δεν τον φοβήθηκα· πες μου μορφέα

τι σε έσπρωξε σε τούτο το περίεργο είδος βιοπορισμού;

κι εκείνος μίλησε για ώρες πολλές για όσα πριν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει

μας βρήκε το ξημέρωμα με τον μορφέα στο σεντόνι μου να κλαίει

κάποτε ο θεός αυτός αγάπησε βαθιά με όλη του τη θεϊκή καρδιά

μία γυναίκα από τον κάτω κόσμο νεκρή μα αιωνίως ζωντανή

κι όταν εκείνη την αγάπη του αρνήθηκε εκείνος ήπιε δηλητήριο

μα αυτή του απαγόρευσε στον κάτω κόσμο

με γαλήνη νεκρική το υπόλοιπο του βίου του να ζήσει

κι έτσι οι θεοί που σαν παιδί τους τον μεγάλωσαν

του κάναν δώρο μια ζωή ενδιάμεση· μονίμως μεταβατικά να ζει

ούτε νεκρός ούτε εν ζωή μονάχα εν υπνώσει να διαβιοί

τις νύχτες να χαρίζει όνειρα σε ζώντες που ποτέ δεν έζησαν

αγκάλιασα σφιχτά τον άμορφο μορφέα

κατάλαβα πως κι οι θεοί πάντα τους θα κυνηγούν την ομορφιά

*

τα σούρουπα είναι οι μικροί θάνατοι των αστικών ζωών

βράδιαζε· τα φώτα των αυτοκινήτων φυλάκιζαν για πάντα τα αστέρια

ξάφνου χοροί και θόρυβοι και φώτα τεχνητά στον ουρανό

έσκυψα κάτω από την τέντα ανάμεσα στα κτήρια και ίσα πέρα στον ορίζοντα

κατάφερε το βλέμμα μου να φτάσει ως την πηγή της φασαρίας

βεγγαλικά ψηλά στον ουρανό δίπλα στο ενοριακό καμπαναριό

γάμος στην εκκλησία μας χαρές στα πατρικά μας

λοιπόν θαρρώ πως τα βεγγαλικά είναι μωρά που πεθαίνουν πάνω στη γέννα

μόλις φωτίζουν σβήνονται μόλις τα δεις πεθαίνουν

*

μα άνθρωποι και θεοί και όλοι μας για πάντα θα ποθούμε

στης ομορφιάς την αγκαλιά γλυκά να κοιμηθούμε

ξέρετε, έψαξα κι έμαθα πως η ομορφίνη μόνο σε ξέρες και σε βράχια ευδοκιμεί

αν θες να υμνήσεις το ωραίο είναι απαραίτητα τα ορειβατικά παπούτσια

και τα ψηλά και απάτητα βουνά είναι η πλατεία ομονοίας

για αυτούς που εθίστηκαν άνευ επιστροφής στην ομορφιά

φωτογραφία: νιώσε

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.

ουκ

 

photo.php

αρνούμαι

το φόβο, την ακαλαισθησία, τη νύχτα χωρίς φεγγάρι, τα βουνά χωρίς ζαρκάδια, το χαμόγελο χωρίς δόντια, τους ιερείς που κρύβονται κάτω από άμφια, τους εμπόρους πρέζας

 

αρνούμαι

την τρομοκρατία των δεκτών, τα κέρματα που πέφτουν εκκωφαντικά από τις τσέπες, τα πλαστικά σκουπίδια, όποιον δέρνει γιατί φοβάται τη σκιά του, τα μαχαίρια που δεν γράφουν μαντινάδες

 

αρνούμαι

τις ζωές δίχως τρελά όνειρα, εκείνους που δε νιώσανε ποτέ από πριν αυτό που έρχεται, εκείνους που μου κουνάνε το δάχτυλο, τις στολές, τη θρησκεία που φυλακίζει το μυαλό, τα υποκοριστικά της γραμματικής, τα κάγκελα των ισόγειων σπιτιών

 

αρνούμαι

το κυνήγι των χαμένων ψήφων, αυτούς που λένε παιδιά, όλοι ενωμένοι στα δύσκολα, τους τσοπάνηδες που δεν ξέρουν να παίζουν φλογέρα, αυτούς που πάνε για πλάκα να δούνε ταυρομαχίες, όποιον δεν έσκυψε ποτέ για μισή ώρα πάνω από μια μυρμηγκοφωλιά

 

αρνούμαι

την ομορφιά του κάτασπρου δοντιού, την ασχήμια του πλούσιου βιογραφικού, την αλληλογραφία που δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη της, την τρομολαγνεία, τις αλήθειες που είπες για να γλιτώσεις από το ψέμμα σου

 

αρνούμαι

τα πρωινά παρέα με τις κρίσεις πανικού, τα βράδια αγκαλιά με το ταβάνι, τις αγκαλιές που δεν σε ζέσταναν ποτέ στ’ αλήθεια, τις άτακτες υποχωρήσεις, τις συμβολικές νίκες, τα ποιήματα που πούλησαν εκατομμύρια αντίτυπα

 

αρνούμαι

τις εφημερίδες που δεν τύλιξαν ποτέ τους ψάρια, το θόρυβο που κάνει το φέρετρο όταν κλείνει, τα κύκνεια άσματα που ποτέ δεν γράφτηκαν, τις αγάπες που ποτέ δεν τέλειωσαν, τη μυρωδιά της βροχής πάνω στην άσφαλτο

 

αρνούμαι να απαρνηθώ τις σπάνιες στιγμές της ομορφιάς

ίδιες με ελάχιστες κουκκίδες μέσα σε ωκεανούς ασχήμιας