sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: αφεντικό

ένας δεύτερος χριστός*

βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που κανείς ποτέ δεν τον κατάλαβε γιατί όλοι τον μισούσαν για όλα αυτά που ποτέ δεν θα κατάφερναν να νιώσουν βαθιά μέσα τους γιατί έτσι φτιαχτήκαμε οι άνθρωποι να διακοσμούμε δήθεν ευφυώς σπίτια να οδηγάμε αμάξια να αλείφουμε το κορμί μας με αισθησιακά λάδια να πεταρίζουμε τα βλέφαρα να καυλώνουμε με το γυμνό στήθος της γειτόνισσας να ονειρευόμαστε ψηλοτάβανα σπίτια μα ποτέ καλύβια με πάτωμα που κρύβει λαγούμια που σε οδηγούν στον πυρήνα της γης και από κει στα μύχια της καρδιάς αχ η καρδιά πολύπαθη και άτυχη αλλά πιο δυνατή από τις λιπόψυχες καρδιές ημών των υγιών βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που ετοιμάζεται για τη μάχη εδώ και σαράντα χρόνια όλα έτοιμα σας λέω τα παντελόνια με τις πλαϊνές τσέπες τα μαχαίρια τα βιβλία τα συνθήματα όλα έτοιμα ανέκαθεν και η μάχη δεν ήρθε ποτέ γιατί προτιμήσαμε να σπείρουμε τον κάμπο με βιολογική σοδειά που κοστίζει ένα και μισό μεροκάματο το βαζάκι παρά να χώσουμε το αλέτρι βαθιά μέσα στη γη να πληγώσουμε το χώμα για να σπείρουμε ιδέες και ύστερα περήφανα να θερίσουμε τη θύελλα του σοσιαλισμού βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που τον περιγελάσανε τον μισήσανε τον λατρέψανε και τον σκοτώσανε μόνο και μόνο για να τους επιβεβαιώσει το αναστάσιμο ψέμα του χριστιανισμού εδώ που φτάσαμε σύντροφοι νομίζω πως μόνο ο εξιστορητής της ιστορίας του ξεροκέφαλου κεμάλ θα μείνει στο τέλος ζωντανός για να μας πει κατ’ επανάληψη πως ο κόσμος ο διαβολικά πλασμένος αυτός κόσμος θα προχωράει πάντα με φωτιά και με μαχαίρι και κείνος τα ‘χε όλα έτοιμα και το μαχαίρι και τη φωτιά αλλά του ‘πανε να κάτσει σε μιαν άκρη και να κοιτάζει τη ζωή να κυλάει αργόσυρτα σε μιαν επαρχία βρώμικη γεμάτη γραμματείς και φαρισαίους θέλησε να διδάξει και να διδαχτεί μα ο κόσμος άλλαξε βιαίως και τώρα πια τους χριστούς δεν τους σταυρώνουν τώρα πια τους επαναστάτες των πιο άδειων καιρών της υφηλίου τους κρατάνε ζωντανούς δια της βίας με μηχανήματα με τη γλώσσα κομμένη και τα χέρια δεμένα με κοινωνικές συμβάσεις τι θα πει ο κόσμος το χωριό η πόλη η μάνα ο πατέρας ο τριτοξάδελφος ιούδας έτσι τώρα πια ζούνε οι χριστοί σύντροφοι ζωντανοί μα μέσα τους νεκροί για πάντα και οι μαγδαληνές τα ξεπουλήσανε όλα δώσανε σας λέω ακόμα και τα σημεία στίξης στους ρωμαίους συγκλητικούς μόνο και μόνο για να ξαναδούνε το χριστό τους να ανασαίνει και πλύνανε τα πόδια όλων των ανελεύθερων αφεντικών και γονατίσανε και ικετέψανε όλους τους αντιεισαγγελείς του κρατιδίου μόνο και μόνο γιατί μια μέρα ένα αστέρι τους οδήγησε σε μια φάτνη που γεννιότανε κάτι που αργότερα οι ανιστόρητοι το είπανε αγάπη αλλά τα δάκρυα της κάθε χαμογελαστής πουτάνας δεν αρκούνε πια σύντροφοι για να ξεπλύνουνε τη δυσωδία του καθωσπρεπισμού και φοβάμαι τόσο πολύ ότι ο κάμπος δεν θα πάρει φωτιά ποτέ γιατί οι εμπρηστές φυλακιστήκανε εκουσίως σε τύπου δ΄ φυλακές και μεις θα μείνουμε δω πάντα σκυφτοί πάντα σκελετωμένοι πάντα ανίεροι πάντα να προσδοκούμε το πέρασμα από τη νεκρά θάλασσα και πάντα να πεθαίνουμε ατελέσφοροι

*τσαφ

ενός λεπτού κραυγή

καλημέρα ρομποτάκι

στέκομαι στη γωνία του γραφείου. παίζω κρυφτό με το απρόσωπο ρήμα πρέπει. κοιτάζω στο πλάι την κηφισίας που τόσο μισώ. τώρα τελευταία όλο και περισσότερο μισώ. όλο και περισσότερους. νομίζω πια σας μισώ όλους σας. ξέρεις ποιος γεννάει το μίσος; η υπερβολική αγάπη. δεν γίνεται να ζούμε πάντα βλέπεις στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού. υπάρχει και η άλλη πλευρά. είτε τη βλέπεις, είτε παριστάνεις πως έχεις πολλή μυωπία και δεν βλέπεις μέχρι εκεί πάνω, εκείνη θα είναι πάντα εκεί. στέκομαι που λες στη γωνία του γραφείου και ανταλλάσσω τις τυπικές καλημέρες με τον υπόλοιπο κόσμο εδώ μέσα –παρατήστε με ήσυχη, πως στο διάολο ανοίγουν αυτά τα τζάμια, όπου να ‘ναι έρχεται ο πήτερ παν να με πάρει– αλλά η άκρη του ματιού μου παραμένει κολλημένη στον πιο άσχημο δρόμο ίσως της πόλης μας. ακούω στο ραδιόφωνο πως τα ξημερώματα είχαμε κρούσμα τρομοκρατίας, καθώς παγιδευμένο αυτοκίνητο με εκρηκτικό μηχανισμό εξερράγη στη συμβολή των οδών μπλα μπλα μπλα και αναρωτιέμαι αν στην πόλη μας τη νύχτα που μας πέρασε είχαμε κανένα κρούσμα έρωτα, πάθους, δακρύων, σωματικών υγρών, κάτι τελωσπάντων από αυτά που δεν ανακοινώνονται στα πρωινά δελτία ειδήσεων αλλά σε συνοδεύουν εσαεί. κι ύστερα διαβάζω δήλωση υποψηφίου δημάρχου των αθηνών, πως όποιος έχει προσεγμένη εμφάνιση έχει και καθαρή ψυχή και μου ακούγεται τόσο ηλιθιωδώς ρατσιστική δήλωση που ο τύπος ακούει το πρώτο σαρακοστιανό χριστοκάντηλο της μέρας εξ αποστάσεως. κάποιοι θέλουν να κερδίσουν τις εκλογές με αποφθέγματα από τον αλχημιστή και τις τρία εκατομμύρια αποχρώσεις του ποντικί, αλλά φυσικά ο κόσμος που έχει πολιτική συνείδηση ακτινίδιου φέρει την κύρια ευθύνη και όχι αυτοί οι κύριοι με τις βουλευτικές έδρες από δρυ. οι μαυρογιαλούροι δεν είναι ανέκδοτο. οι μαυρογιαλούροι είσαι εσύ.

πώς να στο πω αδερφάκι μου. πνιγμός. πάλι μαζεύονται οι τοίχοι του δωματίου. έρχεται προς τα πάνω μου ολόκληρο το γραφείο. έβγαλε δόντια και νύχια και έρχεται να με κατασπαράξει. πρώτα μου έφαγε τους φρονιμίτες. ύστερα τις αμυγδαλές. κατόπιν κατασπάραξε τα όνειρά μου. στη συνέχεια προχώρησε μέσα στο κορμί μου και κατακάθισε στη μέση του στομαχιού μου. ό,τι τρώω να το ξερνάω. ό,τι εύχομαι να γίνεται εφιάλτης. ό,τι ερωτεύομαι να πεθαίνει. έχω πίσσα στα πνευμόνια και γραφεία στο στομάχι. από τι πέθανε αυτή; θα ρωτάει ο κόσμος. από γραφείο.

μα γιατί τα μάτια σου γυαλίζουν; γιατί εγώ κλαίω πάντα. θα κλαίω για πάντα, τ’ ακούς;

πετάγομαι σαν ελατήριο. κλείνομαι στην τουαλέτα. τι έχεις, δεν είσαι πολύ καλά. ποτέ δεν είμαι καλά. αλλά σήμερα θέλω να το βλέπετε όλοι. κλείδωσα το χαμόγελό μου στο πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου μου. το φίμωσα, το έδεσα χειροπόδαρα και το άφησα εκεί. μετά το οχτάωρο θα πάρω το αυτοκινητάκι μου και θα πάω σε μια ερημιά. έτσι έχω δει στις ταινίες να κάνουν οι δολοφόνοι. θα διαμελίσω το χαμόγελό μου και θα πετάξω τα κομμάτια του στη θάλασσα.

χαμογελοκτονία εκ προθέσεως.

μην με αθωώσετε κύριοι ένορκοι. θέλω να με κλείσετε στη φυλακή. εκεί που οι άνθρωποι σωφρονίζονται. έτσι δεν μας μάθαιναν στη σχολή; μα ξέρετε κύριοι ένορκοι, έχω τη φρικτή υποψία πως εκεί μέσα οι άνθρωποι δολοφονούνται πολλάκις. τους σκοτώνουν και τους ξανασκοτώνουν. πρώτα την αξιοπρέπειά τους. ύστερα τη θέληση για ζωή. κατόπιν την πίστη σε οτιδήποτε όμορφο. κι ύστερα εν μέσω βασανιστηρίων τους αφαιρούν και τη ζωή. θέλω να με βάλετε κι εμένα εκεί μέσα σεβαστοί κύριοι ένορκοι, γιατί πόσες φορές να διαβάσω τους Ανθρωποφύλακες, θέλω να τους δω από κοντά αυτούς με τις στολές που ετοιμάζονται να τσεπώσουν το πλεόνασμα και νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. και πάω και στοίχημα, σεβαστό δικαστήριο, πως οι ανθρωποφύλακες είναι απ’ αυτούς τους τύπους που πάνε όλη τη μεγάλη εβδομάδα κάθε μέρα στην εκκλησία και προσκυνάνε με δέος το χριστό. Θέλω να τους πω ότι εγώ βρίζω το χριστό πάρα πολύ συχνά -έτσι γιατί εγώ βρίζω από πείσμα στον κάθε μαλάκα που μου λέει με ξιπασιά ότι οι γυναίκες δεν βρίζουν- αλλά σήμερα οι χριστοί της εποχής μας φυλακίζονται και βασανίζονται και ακρωτηριάζονται και πεθαίνουν σε κάθε γωνιά της γης, κι αν ερχόταν σήμερα εκείνος σε τούτη τη χώρα, ένας ξυπόλητος μαυριδερός μετανάστης χωρίς χαρτιά που θα κήρυττε την αγάπη, την ελευθεριότητα και την ισότητα και που θα ζητιάνευε ένα τσιγάρο στα φανάρια, εκείνοι πρώτοι θα τον μπουζούριαζαν στο Α.Τ. Ομονοίας και θα τον υπέβαλαν σε εξευτελιστικά βασανιστήρια για να γελάσουν, κι ύστερα θα έτρωγε και ξύλο, μέχρι να αποφασισθεί από τις αρχές η επαναπροώθησή του πίσω στη χώρα του, γιατί δεν χωράνε όλοι εδώ. η χώρα είναι μικρή. η πόλη ασφυκτιά. οι μετανάστες μιας πιάνουν τα παγκάκια και δεν έχουμε πού να κάτσουμε οι ποιητές να ξύσουμε τ’ αρχίδια μας. εμείς τους μετανάστες τους βρίσκουμε κάποιο πρωινό που πάνε με το ποδήλατο στη δουλειά και τους μαχαιρώνουμε ακαριαία. κι ύστερα προχωράμε το θεάρεστον έργο μας. σκοτώνουμε και έλληνες, παλικάρια σαν τα κρύα τα νερά που τραγουδάνε για την ελευθερία. ανεβαίνουμε αντίθετα με το αμάξι μας τους δρόμους, κατεβαίνουμε, τους σκοτώνουμε και φεύγουμε, ενώ οι ένστολοι με το πλεόνασμα παρά πόδας κοιτάνε. και θα προχωρήσουμε. θα σφάξουμε τους γκέι. ύστερα τους τρανσέξουαλ. μετά θα βάλουμε φωτιά στα εξάρχεια και θα κάψουμε ζωντανούς όλους τους αναρχικούς. κι ύστερα θα κατέβουμε στο πέραμα και θα περιλάβουμε και τους κομμουνιστές με τα στυλιάρια. θα τους φάμε ζωντανούς κι αυτούς. και στο τέλος θα μείνουμε εμείς, τα εικονοστάσια και τα σκουλήκια.

κάπως έτσι θα κυλήσει λοιπόν η ζωή. κι όλο λέω καιρός να βγάζω διαβατήριο για κάπου μακριά από τη σήψη, κι όλο μένω εδώ κολλημένη. να σκουπίζω τα δάκρυά μου με βία τραβώντας το δέρμα μου μαζί με τα αλμυρά υγρά από το πρόσωπό μου και να φαντασιώνομαι φωτιές που δεν θα αφήνουν στάχτες. άσταχτες φωτιές που θα κάψουνε το λευκό της παράνοιας. το γκρίζο του αγοραίου έρωτα. το μωβ της μεγάλης παρασκευής. το μπεζ της απάθειας. το κίτρινο της συνήθειας. το πορτοκαλί του πόνου.

κι ύστερα ακούω αυτό. και λέω να σηκωθώ από το γραφείο. να πω συγγνώμη, με καλεί η ζωή. να κατέβω στο αυτοκίνητο. να λύσω μετανιωμένη το χαμόγελό μου και να το ξαναφορέσω. να βγω στην κηφισίας, να σκαρφαλώσω στα φανάρια και να τα απορυθμίσω. κανείς να μην μπορεί να πάει πουθενά. να μην υπάρχουν άνωθεν εντολές. να αναγκαστούν οι άνθρωποι να συνεννοηθούν επιτέλους. να μιλήσουν. να φωνάξουν. να αγαπήσουν.

συγγνώμη αφεντικό. συγγνώμη φανάρια. συγγνώμη συνήθεια.

με καλεί η ζωή.

μονο*δια*λογος

1624446_10202990649833283_297950891_n

όλα θα γίνουνε καλύτερα, θα δεις

χωράει άραγε η ελπίδα στο συγκριτικό βαθμό;

 

η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου στιγμή

τι σχήμα έχει η χαρά;

 

όταν ξυπνάς να χαμογελάς γιατί ομορφαίνεις

όχι άλλα καλλιστεία του κρεβατιού

 

κλεφτές ματιές στου ανελκυστήρα τον καθρέφτη

τι σκέφτεσαι ανάμεσα σε δυο ορόφους;

 

βλέπω στον ύπνο μου πίδακες αίματος

καταδικάστε τους ονειροκρίτες

 

παραιτούμαι αφεντικό απ’ της απόλυσης το δίκιο

το άδικο έβγαλε ρίζες στο στομάχι μου

 

όταν μιλάτε για θεούς φαντάζομαι το δία να θυμώνει

ανεξιθρησκίας το ανέκδοτο

 

νερό, τηλέφωνο και φως πώς θα πληρώσω;

ίσοι σε πληρωμές και ανύπαρκτοι σε απολαβές

 

σε άλλη ερώτηση δεν θέλω ν’ απαντήσω

όποιος κατάλαβε το μάτι συνωμοτικά μόνο να κλείσει

 

αν έχω να ρωτήσω κάτι; ναι

πόσα φιλιά χαράμισες στου φόβου το αποκούμπι;

δανειοθάλασσες

45800_4795694885161_929554403_n

ο κύριος και η κυρία μπλάιμπ

κάθε πρωί

ξυπνούν με τα κοκόρια της αυλής τους

ανάβουνε φωτιές συνθηματικές

και δίνουν εντολές στον ήλιο να προβάλει

ύστερα αγκαλιάζονται

φιλιούνται πεταχτά

εκείνος κατηφορίζει για την τράπεζα

εκείνη ξεκινάει για το λιμάνι

*

την τραβούσε πάντα η αρμύρα

και από μικρή ήθελε βασίλισσα να γίνει

τους νόμους να αλλάξει

μια καινούρια λέξη να γεννήσει

κι ύστερα με νόμο του βασιλείου της να την καθιερώσει

γιατί πώς λέγεται το κορίτσι που απ’ τη θάλασσα ζει;

*

πάνω σε τούτο το νησί

πάντα οι γυναίκες για γοργόνες λογαριάζονταν

και καμιά ποτέ δεν έγινε ψαράς

γιατί η λέξη, το επάγγελμα, το θάρρος

ήταν αδόκιμες

για πλάσμα που μια μήτρα κουβαλάει

*

η δεσποινίδα μπλάιμπ βασίλισσα δεν έγινε ποτέ

αλλά το θάρρος της δεν έχασε

και ενάντια στου νησιού τις δοξασίες

δια παντός αποφάσισε να ζήσει

κι έτσι

έγινε ψαράς

*

όταν αγάπησε τον κύριο μπλάιμπ

τα αφροδισιακά του βυθού της

ζηλέψανε την τύχη του

ερχόταν τώρα ένας κύριος με γραβάτα

και τα υγρά της για δικά του τα λογάριαζε

με τον καιρό όμως τα ψάρια συνηθίσανε

και με τον αντίζηλό τους συμφιλιώθηκαν

δεν είχαν άλλωστε επιλογή

*

ο κύριος μπλάιμπ γνώριζε τα λογιστικά

καλύτερα από όλους τους εντός και εκτός θαλάσσης

ενώπιόν του υποχωρούσαν όλοι οι πελάτες

της τραπέζης

και με το λέγειν του έφερνε κέρδη αμέτρητα

στον τραπεζίτη αφεντικό του

*

τις νύχτες που το ζευγάρι αγκαλιασμένο έσβηνε φωτιές

εκείνος συχνά ομολογούσε την ασχήμια του

ένιωθε πως τα χνώτα του μυρίζανε χρυσάφι

και πως τα χέρια του ήταν κρύα

ενώ οι ανάσες της κυρίας μπλάιμπ

-όποτε βέβαια ανέπνεε γιατί σαν αμφίβιο λογιζόταν-

μυρίζανε ατλαντίδα και ιώδιο

τα χέρια της ήτανε πάντα ζεστά

και τα μαλλιά της

όταν έπεφτε ο ήλιος

σε αρμυρίκια μεταμορφώνονταν

*

πως θέλει να αλλάξει τη ζωή του

λογάριαζε τις νύχτες ο κύριος μπλάιμπ

ήτανε βλέπεις η γυναίκα του ο ψαράς που τόσο τον γοήτευε

και ήταν εκείνη που τις νύχτες τις αντάρες του κατάπινε

γιατί

όπως του έλεγε

οι δυο τους σαν ζευγάρι

το τέλειο παραμύθι για τα παιδιά των πόλεων σχηματίζανε

γιατί ένα θαλασσοδάνειο σε σχήμα λειχήνας

αρκούσε λέει στους αδαείς των πόλεων τους κατοίκους

που οθόνες προσκυνούσαν

για να πιστέψουν

πως η φτώχεια τους δικαίως τους καταπλακώνει

 

και για να μην αντέξουν ποτέ

να δουν τους εαυτούς τους όρθιους

ενάντια στις τράπεζες

απέναντι στα δάνεια

κι επάνω στον θαλάσσιο αφρό

ελεύθεροι να περπατούν