sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: βενζίνη

che bel fior*

κάποτε
σταμάτησα στη μέση κάθε δρόμου κεντρικού και φώναξα
σας φώναξα μα δεν μ’ ακούγατε
πως όσο κι αν γελάτε με τα ψεύτικα κάτασπρα δόντια σας
εκεί που πίνετε ουίσκι με δυο παγάκια
όταν αγκαλιάζετε κάποια που δεν θυμάστε το όνομά της
την ώρα που πατάτε κουμπιά σε συσκευές πλάθοντας με τα δάχτυλα
τη σημαντικότητά σας την ανύπαρκτη
δίπλα σας κλαίνε παιδιά με μαύρα σαπισμένα δόντια
εκεί που φορτώνετε το αμάξι σας με βενζίνη κατοστάρα
-γιατί η ανυπαρξία των πόλεων θέλει ταχύτητα-
πεθαίνει από πείνα ένα μωρό
βουλιάζει μια βάρκα με ανθρώπους
που δεν προλαβαίνουν να φωνάξουν
γιατί το νερό μπαίνει μέσα στα πνευμόνια τους
και πνίγει τους χτύπους της καρδιάς
στο ίδιο εκείνο σημείο του πνιγμού
εσείς τους αύγουστους
απλώνετε πολύχρωμες χνουδωτές πετσέτες
χύνετε λίτρα λαδιού που μαυρίζει το δέρμα
διαβάζετε ποιος πήρε το πρωτάθλημα
και κρυφοκοιτάζετε τις ζωές των άλλων
τα κορμιά κάνουν περατζάδα στις παραλίες
σχεδόν γυμνά
και δεν ξέρω καθόλου
ποια κορμιά είναι πιο νεκρά
τα βράδια στις ταβέρνες πίνετε κρασί ροζέ
για να μην λεκιάζει τα ρούχα
-ο κόκκινος λεκές ο πιο θρασύς-
αναπολείτε τα καλά χρόνια του σοσιαλισμού
καθυβρίζετε όσους ψηφίσατε για να σας χώσουν σε μια τρύπα
ο καθείς και στην τρύπα του
-ελλάς η χώρα των τυφλών ποντικών του υπονόμου-
τις νύχτες κάνετε έρωτα με την ανάμνηση άλλου κορμιού
που κάπου πήρε κρυφά το μάτι σας
κι ύστερα στον καπνό απ’ το τσιγάρο σας
οι τοίχοι ζωγραφίζουνε το τεράστιο της ζωής σας ψέμμα
και το πρωί άνευ ξυπνητηριού
ξυπνάτε λόγω άγριας επίθεσης από σμήνη με μαρμότες
που ανεβαίνουν στο κρεβάτι σας
μπαίνουν στα αυτιά και τα ρουθούνια σας
και ψιθυρίζουνε γεμάτες ηδονή
πως ήρθε η επόμενη ολόιδια μέρα

σας τα ‘πα τότε όλα αυτά
μα μου φωνάξατε
-φύγε τρελή απ’ το δρόμο θα σε πατήσουμε-
κι έτσι τώρα πιστεύω έτοιμοι πως είσαστε
τσεκούρια να βλέπετε να πέφτουνε
πάνω απ’ τα κεφάλια των παιδιών σας
-ελλάς, η χώρα των κομμένων κεφαλιών των ποντικών-
οι άνθρωποι αποδείχτηκαν χειρότεροι
πιο πολύ ακόμα και από κείνα τα γουρούνια της φάρμας
η ιστορία της ανθρωπότητας δεν κάνει πια κύκλους
σταμάτησε σε μια κορυφή
πάνω στο όρος φαλακρόν
και μας κοιτάζει να πέφτουμε ένας ένας από τις ανεμογεννήτριες
πέφτοντας δεν κάνουμε θόρυβο
δεν ακούγεται ούτε κιχ
γιατί οι άξονες των γεννητριών μας έχουνε κόψει τις γλώσσες
όπως οι άξονες των μεγάλων δυνάμεων μας έχουνε κλέψει την ελευθερία

αλλά εσείς παραμένετε ευχαριστημένοι με τούτο τον αναξιοπρεπή θάνατο
γιατί ζήσατε σε γρήγορα αμάξια
σε αφιλόξενα κρεβάτια
σε παραλίες με γαλάζια σημαία και προϊστορία στα κοκτέιλ
σε τράπεζες με κλιματισμό για ευχάριστα τοκοχρεολύσια
και σε πεζοδρόμια ποτισμένα με το αίμα κάτι γραφικών

κι έτσι ξαναλέω τώρα πια απολαμβάνετε τις ζωές σας
χρυσές καδένες στο λαιμό οι αλυσίδες σας
ψυχοτρόπα αντικαταθλιπτικά οι καραμέλες σας
παιδιά του σωλήνα και του διαμερίσματος οι κληρονόμοι σας
τσιγάρα παράνομα από τη λαϊκή του σαββάτου η επανάστασή σας
και το θανάτω θάνατον πατήσας η ανήμπορη παρηγοριά σας

*τι ωραίο λουλούδι

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.