sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: βλέμμα

κώστα μ’ τα χιόνια λιώσανε

θέλω να χτίσω ένα σπίτι. θέλω να χτίσω ένα σπίτι σ’ αυτόν τον τόπο. τούβλο το τούβλο να τσιμεντώσω δυο δωμάτια, να ριζώσουνε σ’ αυτά τα χώματα. θα πάρω κι ένα καρύδι από τα δέντρα της γιαγιάς κάτω στο ποτάμι και θα το ρίξω στη μικρή μου αυλή. θα το πατήσω με το παπούτσι μου να σφηνωθεί μέσα στο χώμα. κι ύστερα θα φυτρώσει έξω απ’ το παράθυρό μου ένα δέντρο που θα γεννήσει καρύδια γλυκά, βγαλμένα από τα έντεκά μου χρόνια. θέλω να χτίσω ένα σπίτι στον τόπο σου πατέρα. να βγαίνω τη νύχτα στην αυλή και να ρίχνομαι με το κεφάλι στις βουνοκορφές. να μην φοβάμαι πια τους τόπους τους χλοερούς. να περιμένω να λιώσει το χιόνι από τις λευκές κορφές τριγύρω, να το βλέπω να κατρακυλάει τις άνοιξες στις πλαγιές και μετά να λούζω τα μαλλιά μου με το παγωμένο καθάριο νερό. να βγαίνω το ξημέρωμα στην αυλή και να βρίζω τους χριστιανικούς θεούς. να βάζω κάθε σούρουπο φωτιά στα μνήματα πέρα στο νεκροταφείο για να ζεσταθούν τα κόκαλά μου. κι ύστερα κλαίγοντας να σέρνω έναν χορό βαρύ, αργόσυρτο, παλληκαρήσιο. με το κεφάλι ψηλά και με το βλέμμα χαμηλωμένο να θυμάμαι όσους θάψαμε σ’ αυτά τα χώματα τα πέτρινα. να τραγουδάω βροντερά τα τραγούδια της γιαγιάς και απ’ το κλάμα μου να ξαναγεννιούνται τα αηδόνια. θέλω να χτίσω ένα σπίτι εδώ. να κλοτσάω αναίσχυντα κάτω στο λαγκάδι τα ξύλινα κουτιά που μας περιμένουν όλους στο τέλος της διαδρομής και οι νεκροί οι δικοί να μην πεθαίνουνε ποτέ. να ανθίζουν πριν την ώρα τους οι τριανταφυλλιές στο παρτέρι και να λάμπει από ζωή το πατρογονικό μας σπίτι. χρειάζομαι μιαν αυλή εδώ πατέρα. θέλω να φυτέψω μια κληματαριά που θα κρατάει την κάψα του αυγούστου για μήνες δεκατρείς. μια κληματαριά που θα με κρύβει από την αδιακρισία του ουρανού. θέλω να χτίσω ένα σπίτι. θέλω να σπιτώσω τη συγκίνηση. να θεριέψω τη θέλησή μου για ζωή. να στείλω στον αγύριστο το θάνατο. το θάνατο που συνεχίζει να ‘ναι τόσο αμετανόητος. το θάνατο που τολμάει και παίρνει μαζί του την έκφραση των προσώπων μας και μας αφήνει γυμνούς και ανέκφραστους να μπούμε μέσα στη γη. θέλω να χτίσω ένα σπίτι εδώ. να κρεμάσω στην εξώπορτα μια πινακίδα ανορθόγραφη που θα λέει πως εδώ ουκ έστιν πόνος πια. κι έτσι να ζήσω. νικήτρια με παράσημα όλες μου τις ήττες. αιώνια έφηβη με ρυτίδες γέλιου και πόνου και οργής και κλάματος. βλάσφημη ενώπιον θεού και ιερωμένων. ζωῄ τον θάνατο πατήσασα. θέλω να χτίσω ένα σπίτι γεμάτο στίχους και νότες εδώ. κι αυτούς που φύγανε να τους κρατήσω ζωντανούς στις μνήμες μας για πάντα.

 

γιαγιά τα χιόνια λιώσανε

εις μνήμην

revolution re koufales

revolution re koufales

κοιτάξτε τον
ιδού ο επαναστάτης
μα κοιτάξτε τον σας παρακαλώ
τσιτάρει ερνέστο τσε
πατάει με τις μύτες πάνω σε ευρωπαϊκό χαλί τεχεράνης
δαχτυλοδείχνει με οργή προς ανατολάς
ανήκει εις την δύσιν
κρύβει προσεκτικά τις φαλακρές του ιδεολογίες
κάτω από επιμελείς βόστρυχας
χορεύει πίνοντας τσίπουρο
παραχθέν εις την ελληνική επαρχία
την επαρχία εκείνη που την καθορά μόνον σε γιορτές και απεργίες
κοιτάξτε τον επαναστάτη σας θερμοπαρακαλώ
μούσια αρωματισμένα
δάχτυλα ακούραστα
διαβάζει ανελλιπώς χωρίς να σαλιώνει τις σελίδες
φιλοσοφία παρτιτούρες βλέμματα
ξέρει να διαβάζει τα πάντα ο επαναστάτης
μαθητής την κοπάναγε μόνο την ώρα της γυμναστικής
κάπνιζε ιδέες στο αποχωρητήριο των κοριτσιών
κάποτε ξεχάστηκε
και αποκάλεσε έναν πακιστανό αράπη
κάποτε ξεμπροστιάστηκε
και σκέφτηκε πως ο τόπος δεν χωρά άλλους
ύστερα αγόρασε με έξοδα κρατικά
θέση δημοσίου υπαλλήλου ξύνοντος όνυχες
και ξανάβαλε μπρος την επανάσταση
άλλη μια φορά θα σας παρακαλέσω
να τον κοιτάξετε προσεκτικά
έχει ταξιδέψει δύο φορές εξόδοις πατρικοίς στην κούβα
μία φορά στου λένιν το μαυσωλείο
και τις προάλλες βρέθηκε ομιλητής
σε συνέδριο κόμματος κεντρώου απολίτικου
σαφή κλίση προς τις τέχνες διαθέτει
αδιάθετο ταλέντο παρακμάζον δίπλα σε τσιγάρα στριφτά και κορίτσια στριμμένα
έφηβος τρύπησε τα αυτιά του
ρούφηξε τέσσερις τζούρες χασίσι
άφησε τα μαλλιά του δέκα μέρες να στάξουν λάδι
κι ύστερα μπανιαρίστηκε με βύνη και λυκίσκο
αγόρασε γυαλιά πρεσβυωπίας για να βλέπει το μέλλον
και ξεκίνησε την επανάσταση
σκίζοντας τις αφίσες του δωματίου του
η μάνα του σκούπισε τα σκισμένα χαρτιά από το πάτωμα
κι ύστερα σκούπισε τα μάτια της
ξέροντας πως ο γιος της μεγάλος και τρανός μια μέρα θα γίνει
για ύστατη φορά θα σας καλέσω
να τον κοιτάξετε προσεκτικά
ιδού ο επαναστάτης του καιρού μας
θλιμμένος
αέναος
επισκέπτης ψυχολόγου
τηλεθεατής του διαδικτύου
ωσεί παρών στην κοινωνία
καλλιτέχνης κατά πλάσμα δικαίου
ριζοσπάστης κατά φαντασίαν
άτυχος μέσα στην τύχη του
αντιδραστικός σαν λάδι μέσα στο νερό
διευθύνων σύμβουλος μη κυβερνητικής οργάνωσης
με σπουδές εντός εκτός κι επί τα αυτά της επικράτειας

ταπεινά σας προσκαλώ μετά μεγίστης προσοχής να τον κοιτάξουμε
κι ύστερα άνευ ενδοιασμού ουδενός
με μια πετριά τον καθρέφτη μας να σπάσουμε

ένα φιλί │ χαίρω πολύ │ μιας χειραψίας πρώτης

ρωτάς χωρίς να με κοιτάς
κοιτώ το βλέμμα σου
τρέχει στο μέλλον με κομμένη την ανάσα
κινούμαι σαν μηχανοκίνητο καΐκι
κάποιος θαρρείς πως μου ‘σβησε από μέσα τη φωτιά
μα μέσα μου ρέει άμμος κινούμενη
οι παραλίες μου βλέπεις
οι παραλίες μου πήραν από καιρό φωτιά
ζω από τότε δια της βίας ελέω πυρκαγιάς

φεύγοντας κοίταξα στα σκοτεινά πάλι το ίδιο βλέμμα
ίσως αν με κοιτούσες να ‘βλεπες
πως η φωτιά έχει πια φτάσει στο νερό
κι έτσι κινδυνεύει πια η κεντρική της καρδιάς αντλία να καεί
όμως να
πώς να στο πω
δεν θέλω να χωράνε όλα μέσα σε λέξεις και χροιές

το παραδέχομαι πως εκ του πονηρού
επιχειρώ τις διαστάσεις της καταστροφής
ελαττωμένες να παρουσιάσω
γιατί οι φωτιές δεν γράφονται σε στίχους
γιατί οι ζωές δεν χτίζονται με φθόγγους
γιατί αγάπησα τούτη την εντός μου ολοσχερή καταστροφή
όσο τον ίδιο μου τον εαυτό

οδήγησα στην πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη
στάθηκα στο φανάρι σε στάση προσοχής
κι αν θες πιστεύεις
πως δεν άκουγα πια του κύματος τον παφλασμό
μόνο αφουγκράστηκα με προσοχή
τις τελευταίες άκαυτες εστίες
να παραδίδονται αμαχητί στης φωνής σου τη φωτιά
στο φάρυγγά μου δεν κυλούσε πια λυκίσκος
μόνο ένα φιλί │ χαίρω πολύ │ μιας χειραψίας πρώτης
νόμιζα πως κάνω τους άλλους να κλαίνε
γιατί δεν άφησα κανέναν να ακούσει τον δικό μου τον λυγμό

νίκησες τη θάλασσα
νίκησες τη δίνη
νίκησες τους δανεικούς λυγμούς

χάνω τη μοναξιά μου μέρα τη μέρα
για να κερδίσω πλάι σου τη φλογισμένη ελευθερία

εδώ που στέκομαι
μπορώ να αφήσω άφοβα το βλέμμα μου στο μέλλον να καλπάσει
στα κρεβάτια του πρώτου έρωτα
στην πετσέτα του πρώτου αλατιού
στη δίνη του τελευταίου φιλιού
στο χαμόγελο του πρώτου αποχωρισμού
και σε κείνο το πλέξιμο των χεριών μέχρι τον πόνο
μέχρι τα κόκκαλα να ενωθούν εις χείρα μία

συγχώρεσέ με θάλασσα
μα δέθηκα σε δέντρο της στεριάς που θάλλει αεί
να
πάρε την κινούμενη άμμο μου
δώρο προσχήματος και νίκη πάνω στην τύψη της συνήθειας της μοναξιάς
απόψε εγώ θα κοιμηθώ κάτω από δέντρο στεριανό
γιατί ο παφλασμός εντός μου βρήκε απάγγειο δικό του
γιατί ο λυγμός μου σίγασε λόγω απρόσμενης χαράς
γιατί ο μάντης έρωτας κατάκαψε τα πάντα
γιατί απόψε πάνω μου φύτρωσε ζωή

πού ξεχειμωνιάζουν οι γλάροι;

«κυρίες και κύριοι, είναι πλέον φανερό πως οδεύουμε προς την πλήρη και αληθή παράνοια»
οι αθεράπευτοι ιατροί

είσαι ο θόρυβος της εξάτμισης
το μηχανάκι έχει φτάσει στην οδό πρωτοπαπαδάκη
στέκομαι στην πλατεία κυψέλης μα ακόμα σε ακούω
εκτελέσαμε τον πρωτοπαπαδάκη
για να διδαχτούμε ύστερα έναν τάχα αδιάφορο συνωστισμό

είμαι το χέρι που διπλώνεις κάτω από το κεφάλι
τις ώρες που κοιμάσαι
μουδιασμένη είμαι
είμαι ακόμα η ουρά έξω από το κοινωνικό ιατρείο

χτίσαμε ένα παλάτι αόρατο για τους πολλούς
δεν βάλαμε κλειδαριά
για να ‘χουνε κάπου οι γλάροι να ξεχειμωνιάζουν
κι ύστερα έγινα ύλη
θέλησα ένα παλάτι από τσιμέντο
μου αντιμίλησες ένα παλάτι από βλέμματα

είσαι η αγκαλιά που δεν χωρά να κλείσει ένα ποτάμι
κι ας θέλει το ποτάμι για πάντα μαζί σου να μείνει
είσαι ακόμα το ψέμα στην αλήθεια της οθόνης

ψάχνω κλειδιά και μάτια
βρίσκω ρίζες και βλέφαρα
οι ουρές στα κοινωνικά ιατρεία όλο και μακραίνουν
τα παγόνια στο παλάτι όλο και ανασαίνουν
η πολιτεία αναγνώρισε το ρεμπέτικο ως ποίηση
μα οι βαποράδες πέθαναν άνεργοι

οι κιθάρες έχουν πια έντεκα χορδές
τα βιολιά παίζουν μόνο με την άκρη του ματιού
η μάτση χατζηλαζάρου συνομιλεί με τον σεβάχ
για τον στεριανό έρωτα

ζω πια εξόριστη στη ζάτουνα
απ’ όταν αγαπήθηκα με ένα άγγιγμα στρατιωτικό
ο έρωτας είναι το ψέμα
που διαλύει την αλήθεια της αδιαφορίας

χημικό φαινόμενο ο έρωτας
φυσικό φαινόμενο ο χωρισμός

κυψέλη,
την εποχή της ανόθευτης γοητείας
της παράνοιας

πετ σοπ

στέκομαι και τα κοιτάζω
μου μιλάνε
το τζάμι στέκεται εχθρικά ανάμεσά μας
− αλήθεια πόσοι από σας γνωρίζετε τη γλώσσα των κωφαλάλων −
σκαρφαλώνουν στα κατ’ ευφημισμόν παιχνίδια
που όντα του είδους μου κατασκεύασαν

πάντα νευρίαζα με το ουδέτερο γένος που δίνουν τα όντα του είδους μου
σε όποιον δεν μπορούν να φτάσουν αναφωνώντας όμφακες εισίν
− κι αυτό χωρίς να ξέρουν γρι αρχαία σανσκριτικά −
αλλά πού ξέρεις τελικά ίσως να ‘ναι το πιο αμερόληπτο των γενών
μια φούσκα φτιαγμένη από φτηνό σαπούνι η αμεροληψία
εμένα να ακούτε
που ονειρεύτηκα τη δικαιοσύνη και σπούδασα την κενότητα

δεν παίζουν καλά το ρόλο τους είναι θλιμμένα
και κανείς δεν θα θέλει αύριο το πρωί να τα αγοράσει
ζούμε όλοι σε γυάλινες βιτρίνες και πεθαίνουμε σε τζαμένιες φυλακές
αλλά πριν πεθάνω να προλάβω τούτο να σας πω
η ουσία της κοινωνίας που φτιάξαμε όλη κλεισμένη
στο βλέμμα ενός σκύλου που αργοπεθαίνει στη βιτρίνα
ενός πετ σοπ το σούρουπο μιας κυριακής

η μπαλάντα των αντίχριστων

μια εντύπωση. νιώθω σα να χτίζω εκεί που δεν στεριώνει τίποτα.
μια εμμονή. συνεχίζω να προπαγανδίζω ιδέες ασαφείς.
μια ανάγκη. αυτιστικά αναζητώ τον μέγιστο κοινό διαιρέτη στο ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο
ν. α.

10406469_10203200208180918_8672930402534808982_n

κάτι λίγες ελάχιστες στιγμές
που η μπύρα έχει αλλιώτικη γεύση
κάτι σπάνιες αγαπημένες νύχτες
που οι άνθρωποι κλαίνε παρέα εξ αποστάσεως
κάτι πρωινά που περιμένεις ανυπόμονα το κουδούνι να χτυπήσει
που ο ταχυδρόμος σου φέρνει ανεπίδοτη επιστολή
κάτι μεσημέρια φθινοπωρινά και ηλιόλουστα
που το γράμμα σου βρήκε ύστερα από χρόνια τον παραλήπτη του

μου μυρίζει αλλιώτικα απόψε ο καπνός
όχι αμερικάνικος ούτε ελληνικός
απόψε καπνίζω κάτι που ‘ρθε από κείνη τη γη
που δεν υπάρχουνε σύνορα
που όσοι αγαπιόμαστε καθόμαστε παρέα στο μπαλκονάκι
με τις αλυσίδες μας σπασμένες

αν η ζωή είναι κρασί
εμείς διαλέγουμε τις χρωστικές που θα της δώσουνε το χρώμα
διάλεξα πάντα το μαύρο της οργής και το κόκκινο της αγάπης
κι ύστερα έμαθα πως είναι κι άλλοι σαν εμένα εκεί έξω
που δακρύζουνε συχνά και βρίζουνε το θεό ακόμα πιο συχνά
όχι γιατί τον μισούν αλλά γιατί τον θεωρούν δικό τους άνθρωπο

αυτή είναι η διαφορά
οι αντίχριστοι νιώθουμε τον ναζωραίο δικό μας
γείτονα, εραστή, φίλο, ξάδερφο, επαναστάτη

υπάρχουνε άνθρωποι που γεννήθηκαν χωρίς να κλάψουνε
αλλά έχουνε πάντα μια συγκίνηση στα μάτια
τίποτα πιο ερωτικό από τα υγρά βλέμματα
κι ας πουλάνε σαν τρελά τα πορνό με τα υγρά κορμιά

αλλιώτικη γεύση έχει απόψε ο λυκίσκος
αλμυρή μπύρα και γλυκά δάκρυα
για έναν κόσμο που πρέπει να αλλάξει
γιατί άλλο δεν μας έμεινε να κάνουμε πια
φτάσαμε στην εσχατιά του ψέματος
τελειώσανε οι προφάσεις
αδειάσανε τα πτυελοδοχεία των εξηγήσεων
σπάσανε οι αμφορείς της πολυλογίας
και γκρεμίστηκαν τα αυθαίρετα της αδικίας

ίσως πάλι να πιστέψετε πως σάλεψα
ίσως πάλι αύριο πρωί πρωί
εισαγγελική παραγγελία να δοθεί
διατάσσει τον εγκλεισμό σε ίδρυμα ευαγές
καθώς η κατάστασις κρίνεται ιδιαιτέρως κρίσιμη για τη ζωή της
καταδικάστε με στην εσχάτη των ποινών
διατάσσει υποχρεωτική εικοσιτετράωρη παρακολούθηση
προγράμματος ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού
και κατόπιν ενέσεις πολιτικής αισιοδοξίας εν αναμονή του μεσσία
όμως μη λησμονήσετε
όταν εγώ εδώ δεν θα ‘μαι
πως παρέα με τον κεμάλ νέα απόφαση ελάβαμε
πως έφτασε η ανεπίστρεπτη στιγμή
να αλλάξει ο κόσμος άρωμα υφή οσμή και γεύση

nullum crimen nulla poena sine lege

nullum crimen nulla poena sine lege 

ο ένστολος που έχει δει το χαμόγελο της ελευθερίας

μονάχα σε φωτογραφία

 

ο σπουδασμένος, ο μορφωμένος

ο γαλουχηθείς με τις αρχές της δικαιοπολιτείας

ο κατέχων τη γνώση όλου του κόσμου

ο οικοδόμος της ιεραρχίας

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

πώς μετριούνται τα χρόνια σε ανάσες

πώς περνάνε οι μέρες μέσα σε κλουβιά

και ποιος άραγε να μπήκε

αυτόκλητος του χρόνου μετρητής

 

χαμογελάς

απάντησέ μου

γιατί χαμογελάς

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

αν κοιτάξεις πίσω από τις λέξεις

ησυχία

τάξη

ασφάλεια

αν προσπαθήσεις τελωσπάντων

ανάποδα να τις διαβάσεις

ακούγεται ένας βρυχηθμός

κι ύστερα εμφανίζεται ένα τέρας

που λόγο βγάζει

πως οι παραβάτες θα τυφεκίζονται

δια νόμου

 

μα δεν ακούς;

μισή ζωή για το αδίκημα του γέλιου

κοίταξα παντού· όλη τη νύχτα έψαχνα

σου λέω την αλήθεια

τέτοιο έγκλημα δεν στοιχειοθετείται πουθενά

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

είσαι θρασύς και ονειροπόλος

και αν είχαμε ακόμα λαιμητόμους

μπορεί ως απόψε η ζωή σου να ‘τανε

 

αλλά ευτυχήσαμε

κερδίσαμε μεγάλα δικαιώματα

ελεύθεροι σε φυλακές να ζούμε

 

κι εσύ ακόμα να απαντήσεις

προς τι το τόσο θράσος

κι εγώ ακόμα να ρωτήσω

ως πότε αντέχετε τους νόμιμους βασανισμούς

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

βλέμμα βλέμμα έχεις πολύ καθάριο βλέμμα

φωτογραβία

166269_10200246308375269_26712217_n

τόσοι αιώνες ιατρικής επιστήμης

κι ούτε μια εξήγηση σωστή

για κείνο το μούδιασμα στον πνεύμονα

– θαρρώ είναι στον πνεύμονα και όχι στην καρδιά

καθώς εκείνη δεν σταματά να χτυπά παρά μόνο σου κόβεται η ανάσα,

και ευτυχώς δηλαδή που ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει για λίγο χωρίς ανάσα·

γιατί χωρίς χτυποκάρδι δεν επιβιώνει ούτε για μια στιγμή-

τόσα επιτεύγματα κι ένας ορισμός για αυτό το ασύνειδο μάζεμα των σπλάχνων πουθενά.

 

τυχαία ή επί τούτου πέφτει στα χέρια σου μια φωτογραφία

απ’ τα παλιά, απ’ τα μελλούμενα, απ’ όσα τρέχουν στο παρόν μα εσύ δεν πρόλαβες να ζήσεις

πρόσωπα γνωστά μαζί με άγνωστα, χαμόγελα που κάποτε σου ανήκαν, μάτια που κάποτε τους χάρισες το γέλιο σου

γέρνουν τώρα σε άλλους ώμους, φιλάνε άλλους καθρέφτες, αγκαλιάζουν άλλα πρωινά, μαλώνουν με άλλα σούρουπα

κοιτάς διαδοχικά τα χέρια με τις φλέβες να πετιούνται γεμάτες έξαψη

τους ώμους που χαμήλωσαν για να δεχτούν τη νέα πραγματικότητα

τα ζυγωματικά που κάποτε μια νύχτα ολόκληρη περπάτησες με τα ακροδάχτυλα

τα πόδια ανοιχτά σε θέση υποδοχής

τα φρύδια τσαλακωμένα από τον αέρα

τα μάτια κοιτάζουν το φακό με πίστη σχεδόν ευλαβική·

η απουσία σου είναι η ζωή των άλλων.

 

| οι φωτογραφίες μας βιάζουν |

| βία είναι ο πόνος που μας προκαλούν | 

| έτσι γεννήθηκε στις μέρες μας |

| η φωτογραβία |

 

στα χρόνια των δικτύων

τα νέα τρέχουν πιο γρήγορα από τις μέρες και τις νύχτες μας

οι ώρες κυλάνε σε χρόνο αλλοτριωμένο

γρηγορότερα απ’ ό,τι αντέχει η μνήμη και η λήθη μας

μας καταπάτησαν οι οθόνες

γίναμε παιχνίδια των μηχανών

τίποτα δεν υπάρχει αν δεν το δω σε δίκτυο

οι ευτυχίες και οι δυστυχίες είναι τώρα πια μόνο δημόσιες

θάβουμε τις βδομάδες μας δημοσία δαπάνη.

 

απ’ όλες τις φωτογραφίες εκείνες προτιμώ

που στήσιμο μπροστά στο φακό προϋποθέτουν·

σ’ αυτές το ψέμμα είναι καθάριο

σ’ αυτές γυμνώνεται η αλήθεια

όσο παλεύεις να δειχτείς

τόσο τα μύχια του εαυτού σου ξετρυπώνουν μέσα από το βλέμμα που θαρρεί πως μας ξεγέλασε·

 

όμως οι οθόνες δεν είναι τίποτα άλλο παρά φίλτρα

φακοί ειδικοί για τη θλίψη, για την αγάπη, για τον έρωτα, για το δάκρυ·

μα όσο κι αν παλεύουμε

τούτα τα φίλτρα ποτέ δεν θα μπορέσουνε να κρύψουνε

αυτό που μας γεννάει και μας σκοτώνει

τον πόνο·

 

τον αληθινό μας πόνο.

künftige sehnsucht

*

κάποτε αγάπησα
κάποτε ήρθες
ήταν άνοιξη
δεν θυμάμαι καλά

πάντως τα δέντρα άνθιζαν

κάθε νύχτα οι δρόμοι γέμιζαν πέταλα
θυμάμαι την αστυνομία λουλουδιών
διατάγματα
οδηγίες
εντολές
μην αγαπάτε
ούρλιαζαν στις οθόνες
δεν επιτρέπεται να φεύγει τόσο χρήμα στο σκούπισμα

κι εσύ συνέχισες να με αγαπάς

δεν φοβήθηκες εκείνους τους αγέλαστους με τη στολή
που σου χτύπησαν μια μέρα την πόρτα
συλλαμβάνεσαι
σου είπαν

γιατί;

γιατί αγάπησες

*

ξυπνούσα πάντα νωρίς
κοίταζα τον καφέ να βράζει
το γκαζάκι έκλαιγε
είμαι φτιαγμένο για επανάσταση έλεγε
γιατί με αναλώνεις έτσι

κι εγώ γελούσα
κοιτούσα τις φουσκάλες
και θυμόμουν τα λακκάκια
το χαμόγελό σου

το βλέμμα
που αχρήστευε το πετρέλαιο
όταν νύχτωνε

*
πάει καιρός αλλά δεν σβήνει τίποτα

όταν βράδιαζε
η θλίψη στεκόταν σε μια γωνιά
απειλητικό όρνιο
έτοιμο να κατασπαράξει
όποιον δεν έμαθε να κλείνει τα αυτιά στις σειρήνες του εύκολου
κλάματος

εγώ αγαπάω το δάκρυ
έλεγες
και με φιλούσες στα μάτια

και οι λαϊκές δοξασίες σκύλιαζαν με τούτη την ανεμελιά

μοιράζαμε τις γουλιές
δεν έχω ξανατραγουδήσει πιότερο ποτέ
κι από τότε που έφυγες
μέχρι να ξανάρθεις
δεν θα ξαναβγεί ούτε νότα
καφές και τραγούδι ήμασταν

*

 με έβαζες πάνω στο κρεβάτι
κι εγώ σταύρωνα τα πόδια
δήθεν ύψωνα τείχος

δήθεν
μου διάβαζες ποιήματα
ακόμα έχω τη φωνή στα αυτιά
ποίηση είναι,
έλεγες,
ό,τι φτιάχνεται
με χέρι και με μολύβι

δεν ξεχνώ το μίσος σου για τα πληκτρολόγια

*

ήθελα απόψε να σου πω
πως αυτό που μου λείπει
δεν είναι η χροιά
δεν είναι τα λόγια
δεν είναι οι ζωγραφιές πάνω στο σεντόνι
δεν είναι το βλέμμα
δεν είναι οι φουσκάλες του καφέ

είναι το αύριο

όταν ξυπνήσω δεν θέλω να είσαι εκεί
όχι

όταν κοιμηθώ θέλω
μόνο
να μου κρατάς το χέρι
να κλείσω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά σου
και να ξέρω
πως νύχτα ή μέρα
αδιάφορο
τα πόδια μου θα έχουν πάντα ζεστασιά
και το μυαλό μου πάντα καταφύγιο
*