sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: βλέφαρα

panic street


όταν έρχεται η ώρα του

αγκαλιάζω τα γόνατα

διπλώνω τα βλέφαρα στα τέσσερα

απλώνω την τράπουλα

και ρωτώ το δύο σπαθί

πόσην ώρα τούτη τη φορά η επίσκεψή του θα κρατήσει


όταν μου χτυπάει την αρτηρία της καρδιάς

σφίγγω τα ούλα μέχρι να ματώσουνε

κατεβάζω τις κουρτίνες από το σαλόνι

σκεπάζομαι με αυτές ως τα δάχτυλα των ποδιών

ανοίγω τα φώτα

και περιμένω να με λυπηθεί ο ήλιος


όταν με επισκέπτεται ο πανικός

θαρρετά του δηλώνω πως άλλο δεν τον θέλω πια

μα ύστερα με γλύκες και με ψέματα με πείθει πάλι

μου λέει δήθεν πως ζωή δεν υπάρχει μέσα μου δίχως αυτόν

κι ύστερα κουλουριάζεται δίπλα μου

ψήνει ένα αφέψημα και φτύνει μέσα μου το δηλητήριο


δεν έρχεται ποτέ το μεσημέρι να με βρει

όταν στον ήλιο απλώνω τη μπουγάδα μου

όταν καπνίζω αμέριμνη τις έγνοιες μου

όταν τα πόδια και τα χέρια μου λογιών δουλειές σκοτώνουν

φτάνει στο σπίτι μου πάντοτε την ώρα των σκιών

και με πονηριές το αντικλείδι της πόρτας μου βρίσκει


όταν έρχεται η ώρα του πανικού

βγαίνω νύχτα αγέλαστη στο δρόμο

κόβω τα λουριά από όλους τους σκύλους της γειτονιάς

σκίζω τις αφίσες των ντόπιων τραγουδιστών της επαρχίας

στέκω μπροστά στα κηδειόχαρτα της κεντρικής οδού

και με μειδίαμα αποχαιρετώ τους άγνωστους νεκρούς


όταν φτάνει κοντά μου

μουδιάζουν τα πνευμόνια μου

ξαναγεννιέμαι και ξαναπεθαίνω μέσα σε μοναξιά οικτρή

και σίγουρη είμαι πως νύχτωσε πια για πάντα

μένω ακίνητη για ώρες που κρατούν πέντε λεπτά μονάχα

και γαντζώνω τα νύχια στο σεντόνι κράτημα από κάπου για να ‘χω


όταν έρχεται η ώρα του

βυθίζομαι σε ύπνο ακούνητο με τα μάτια ορθάνοιχτα

ξαναγράφω το λήμμα τρόμος σε όλα της υφηλίου τα λεξικά

φυτρώνουνε φτερά στα πλευρά μου

κι εγώ ίπταμαι μέχρι το άλλο ημισφαίριο

βρίσκω εκεί τον ήλιο και πίσω στην πόλη μου τον τραβάω


σε λίγα λεπτά οι αχτίδες του παραβιάζουν το παράθυρό μου

ο γείτονας ξυπνάει κάρτα για να χτυπήσει στην υπηρεσία

το βουνό απέναντί μου ανίδεα με καλημερίζει

εγώ ισιώνω το σεντόνι πάνω στο στρώμα

κι ύστερα ωσάν να μην συνέβη τίποτα

ξανά και ξανά στο φως χαμογελώ


μην άλλο μου μιλάς

κοιμήσου ακόμα λίγο σύντροφε

γιατί η νύχτα ακόμα στάζει πίσσα από τα μάτια μας

καήκανε σύντροφε τα βλέφαρά μας από την αναμονή

και πάντα το αύριο που περιμέναμε δεν ερχότανε

ξεκούρασε σύντροφε τα μάτια σου

γιατί στον πόλεμο των πλανητών είδες πολλά

αστέρια να φλέγονται και γαλαξίες να ξορκίζουνε το θάνατο

ανάπαυσον σύντροφε τα χέρια σου

που χτίσανε μετερίζια λεβεντιάς πάνω στο γράμμο

αυτά τα χέρια που κοπήκανε για τριάντα αργύρια βρετανικά

μην άλλο μου μιλάς καλέ μου σύντροφε

γιατί μου στάθηκες πιστός σε μέρες που μας ξεγελούσαν όλοι

πολίτες και οπλαρχηγοί και εν αποστρατεία σοσιαλιστές

κι αυτός ο ίδιος ο ξεδιάντροπος ο ήλιος βασιλιάς

που έπρεπε στη βάρκιζα να μην ξημέρωνε

παρά να έστελνε δυνάμεις σκοτεινές καταστολής

για να ξεπλύνουν τη ντροπή κι εκείνα τα δάκρυα τα καυτά

που κύλησαν μέχρι τη θάλασσα του αργοσαρωνικού

κι ίσαμε σήμερα καίει τούτος ο κόλπος

ξεκούρασε τα πόδια τα πολεμικά σου σύντροφε

που περπατήσανε όλο το μακρονήσι ψάχνοντας για νερό

ξεκούρασε πεθαμένε από χρόνια σύντροφε όλα τα βάσανά σου

γιατί η νύχτα μας κρατάει ακόμα για χρόνια τριάντα τρία

γιατί η ιστορία που πάντοτε οι προδότες την γράφανε

μας τιμωρεί με την αιώνια πανσέληνο

καταδικάστηκε το γένος μας καλέ μου σύντροφε

το φως την τιμιότητα το δίκιο να ξεχάσει

καταδικάστηκε η ατιμασμένη ανθρώπινη φυλή

αιώνια άυπνη λίγο νερό και φως απ’ το φεγγάρι να ζητάει

γιατί δεν είμαστε οι άνθρωποι αυτό που νόμιζες

γιατί βολεύτηκε το αίμα μας άβραστο να κυλάει

γιατί κι εγώ που σου μιλώ κατάπια τον λυγμό μου

και πρώτη έσυρα προχτές των ηττημένων το χορό αδάκρυτη

κοιμήσου σύντροφε ακόμα λίγο

γιατί η νύχτα τρύπωσε στα μαλλιά μας στάζοντας φρίκη

και πέθαναν ανεπίστρεπτα καλέ πιστέ μου σύντροφε

όσα για χάρη τους ολάκερη τη νιότη σου με αφειδία ξόδεψες

κοιμήσου για να μην μας δεις

που θα γεννιόμαστε και θα πεθαίνουμε στα είκοσί μας

υπέρβαροι αξόδευτοι στο άδικο ολότελα εθισμένοι

αδιάβαστοι ανέραστοι και ανεπίστρεπτα πια για πάντα μοναχοί

ηλίου σκοτεινότερη

ηλίου σκοτεινότερη

βρήκα σήμερα ένα υπόστεγο
η ηλιοφάνεια του νησιού με ζάλισε
χρειάζομαι λίγο το σκοτάδι πάλι
να μην με βλέπεις
να μην σε νιώθω
να μην μας ακούνε

ακυρώνω τις αισθήσεις

την ώρα που καφεΐνη και ενοχές κουτρουβαλάνε ολοταχώς
προς την κεντρική της καρδιάς αρτηρία
εκεί έξω οι εχθροί μαχαιρώνουν τους ανθρώπους μου
μα τι λέω
δεν έχω δικούς μου ανθρώπους
ίσως και να ‘χα κάποτε

ενοχή και καφεΐνη
κλίμα εορταστικόν

ήθελα να σου πω
πως το μόνο υπόστεγο της ζωής μας
έγινε πια η αδικία

τι το ‘θελα να ακυρώσω τις αισθήσεις
απόμεινα μόνη

έχω έναν λυγμό που τρεμοπαίζει
στην πρώτη διακοπή ρεύματος θα έχω πεθάνει
και την ώρα της εξέγερσης του έρωτα
θα είναι πλέον αργά για να αναστηθώ

κοιτάζω έξω
παρεισφρύω μέσα στο απέναντι κομμωτήριο
καταπίνω μονομιάς όλες τις βαφές για τα μαλλιά
γίνομαι ολόκληρη μωβ

μωβ με ωμέγα το χρώμα του πένθους
μοβ με όμικρον το χρώμα του πάσχα
πάσχα πέρασμα ψαλμός θάνατος

ψέματα ψέματα
δεν έχω τίποτα να σου πω
έχω μόνο ένα βλέμμα
εκεί τα ‘χω κλείσει όλα τώρα πια

άρνηση απόρριψη πόνος ηδονή

συνομιλητές μου κάτι σεισμόπληκτα βλέφαρα
μα ο διάλογος απέβη άκαρπος
στέρφα ωορρηξία
έμβρυα χωρίς βλέφαρα
αίμα που στάζει από τα μάτια
γέννα άνευ μαιευτήρος

η ζωή δεν θα ξανακυλήσει
οι μέρες θα κουτρουβαλάνε
οι νύχτες θα διαρκούν τέσσερα έτη φωτός εκάστη
τα σπίτια θα χτίζονται από καφεΐνη

ο κόσμος μας άλλαξε
κι εμείς παραμείναμε αμετακίνητοι και βίαιοι
νόθα τέκνα του ιωσήφ βησσαριόνοβιτς τζουγκασβίλι
μεγαλωμένα στο πλευρό του λεφ νταβίντοβιτς μπρονστέιν
με δέος παριστάμενοι παρά πόδα του πιοτρ αλεξέγιεβιτς κροπότκιν
κλείσαμε την ελευθεριότητα μέσα σε κούπες από καφέ
και βαφτίσαμε ελευθερία το μειδίαμα

καφεΐνη και ενοχή
εορταστικόν κλίμα

το μελάνι μου τελειώνει
και το υπόστεγο κοντεύει να λιώσει πια
και τίποτα τίποτα δεν σου είπα ακόμη
έχασα τις λέξεις μου κάπου στη διαδρομή
από την πρωτεύουσα στην επαρχία

θα εναποθέσω ένα ζευγάρι βλέμματα
κάτω από αυτό το ετοιμόρροπο από τον ήλιο υπόστεγο
κι ύστερα θα αναδυθώ ανάμεσα από τα δύο σύμπαντα
εκείνα που μας ξεχώρισαν από όλους τους άλλους
εκείνα τα ίδια σύμπαντα που μας χώρισαν για πάντα

το ξέρω πως δεν θα με αναζητήσεις
άλλωστε όπου κι αν κοιτάξεις
ο ήλιος θα ‘ναι πάντα εδώ
κι εγώ θα σε φωτίζω ες αεί
αιώνια ξαναγεννημένη
από τις δικές σου στάχτες