sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: βουνό

καύση πυρός

είμαι ποιητής τ’ ακούτε ποιητής
πλάθω ψέματα από πλαστελίνη
ψέματα εύπλαστα για να προσαρμόζονται
σε κάθε δική σας ζωή
βγάζω βλέπετε τα προς το ζην νικώντας τις αντιπάθειες
ψέματα λοιπόν ναι
ψέματα άθραυστα για να μην σπάνε από τη σκληράδα
ψέματα άκαυτα ειδικά για το καλοκαίρι
για τους κόκκινους μήνες της πυρκαγιάς

βλέπετε τις φλόγες που καίνε
νομίζετε πως είναι φλόγες
μα είναι μικροί άνθρωποι
που ερίζουν την ώρα της καταστροφής
λοιπόν η φωτιά είναι το κοράκι του θανάτου για το ξύλο
οι φλόγες μόλις γεννηθούν
στέκονται σαν τα όρνια πάνω από το κυπαρίσσι που πεθαίνει
και ουρλιάζουν για το ποια θα το καταπιεί πρώτη
τα τζάκια και οι σόμπες είναι τα νεκροταφεία των δασών

αγαπάτε αυτόν τον τόπο
γιατί θέλετε να τον καταστρέψετε πρώτοι εσείς

ξεριζώνω μια τούφα βαμμένα μαλλιά και τη ρίχνω στη φωτιά
άκου πώς ουρλιάζουν τα μαλλιά την ώρα που πεθαίνουν
θάνατος
καύση κρεματόρια
θάνατος
θάνατος
ουρλιαχτό τρόμου
το ουρλιαχτό του γκίνσμπεργκ ίσως

νύχτα σκοτάδι ένα βουνό σκεπασμένο με χιόνι
πάνω του τα ελάφια ψάχνουν καταφύγιο
μα πού να κρυφτούν από τα φλας
σπάνε τα κέρατά τους και τα ρίχνουν στη φωτιά να ζεσταθούν

θάνατος
θάνατος
αυτοκτονία
αυτόχειρας ένα ελάφι
το είδα πριν από λίγο ζωντανό σας λέω

θάνατος
ηθικός αυτουργός η φωτογραφική μου μηχανή
η ανηθικότητα των δημιουργών του νόμου πανταχού παρούσα
άκου εκεί ηθικός αυτουργός
οι νόμοι του ανθρώπινου πολιτισμού
είναι γεμάτοι ευφημισμούς και καλολογικά στοιχεία
πού να κρυφτεί όμως η γύμνια μας

ακούστε με
προτού με φουσκώσετε με φάρμακα για την αλλοφροσύνη μου
ακούστε με γιατί όταν έπρεπε να σπουδάσω τους νόμους σας
σέρβιρα ουίσκι σπέσιαλ σε χαμηλό ποτήρι
– πάντα με δύο πάγους, έχε το νου σου –
σε δικηγόρους βγαλμένους από κρεατομηχανές
που μοσχομύριζαν λεφτά

τι σας έλεγα α ναι
για τον παγετό που κάνει απόψε
φυσικός αυτουργός η παγωνιά λοιπόν
και το ελάφι το ‘δα να τρέχει ελεύθερο από κέρατα
στην κοιλάδα της θέρμης τέσσερις μήνες αργότερα
είμαι καλά τώρα μου είπε
σταμάτησα τις ουσίες
τα ναρκωτικά σε σκόνη σκοτώνουν τις ιδέες
και επιβραδύνουν το χειμώνα

αν σας τρόμαξε το ψέμα μου αυτό πέστε το ποίημα
ή λύμα
και ελάτε να με μαζέψετε για την ανακύκλωση
από μικροαστή να γίνω χόμο ερέκτους
αυτή δεν είναι η ανακύκλωσή σας, αυτουργοί;

αν δεν σας άρεσε λοιπόν ιδού το επόμενο
θέλω να εξοργίσω τους θρησκόληπτους
για να με μνημονεύουν ομού μετά του λασκαράτου
πώς τολμάς
ξέρω πως αυτό σκεφτήκατε
με τον εγωισμό λοιπόν έχει να κάνει το επόμενό μου παραμύθι
λέω πως την ώρα που το ξύλο καίγεται
παθαίνει μιαν εξάχνωση ο εγωισμός του
για σκέψου το λιγάκι
τι απομένει όταν φύγει η φωτιά απ’ το ξύλο
μόνο μια στάχτη γκρίζα
που αν τη φας σε ρίχνει στο κρεβάτι
άρρωστο για μέρες

άνθρωποι μην απολέσετε το μέγιστο της φύσεως δώρο
άνθρωποι μείνετε για πάντα εγωιστές
ειδάλλως θα απομείνει από σας μια αλισίβα
για να γυαλίζουμε τα ασπρόρουχα

ξέρω πως οι χριστιανοί που πιστέψαν στον σεούλ
κηρύττουν από άμβωνος πως ο εγωισμός μας καταστρέφει
μα για σκεφτείτε
πως οι ίδιοι απορρίπτουν την ιδέα καύσης των νεκρών
ίσως γιατί φοβούνται πως το ψέμα τους
η αλήθεια της φωτιάς θα το γκρεμίσει

Advertisements

ούζο διαλυμένο σε δραχμές

στέκομαι κάτω από το δοκάρι
η καύτρα του τσιγάρου μου αναρωτιέται
γιατί δεν την πετάω στ’ άχρηστα
στέκομαι κάτω από το δοκάρι
δήθεν με την αφηρημάδα της ανάπαυλας
σκέφτομαι πού θα χώραγε ένα στολισμένο έλατο
πού έχω κρύψει το πριόνι μου
πόσο μακριά είναι το βουνό
και γιατί πάντα η θάλασσα να είναι πιο κοντά απ’ το βουνό

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
ο εγκέλαδος ναι, είναι πάντα εδώ
ο φόβος του δεν έφτασε ποτέ μέχρι την πόρτα μου
μα κι από πού να μπει η ευτυχία δίχως να σκουντουφλήσει
εκτός σπιτιού ο εγκέλαδος εκτός και η ευτυχία λοιπόν

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
και οι σπόνδυλοι της μέσης μου αναρωτιούνται
γιατί δεν τους ξεκουράζω έστω για λίγο
κι αν άραγε θα στόλιζα τις ανεμογεννήτριες
πόσο θα κόστιζε το αυτόφωρο
εγώ με τα λαμπάκια τυλιγμένα γύρω μου στο κρατητήριο
και ξέρεις, είναι να μην βρεθεί γυναίκα εκεί μέσα
κι εκείνοι με τα πριόνια που ξεγυμνώσαν το βουνό
στη σαββατιάτικη ταβέρνα οικογενειακώς
να πίνουν ούζο διαλυμένο σε δραχμές
κι απ’ έξω απ’ τη βιτρίνα της ταβέρνας
οι άστεγοι να πίνουν διψασμένοι το βρόχινο νερό

οι βιτρίνες είναι μάλλον το μοναδικό πράγμα
που η ανθρωπότητα κατάφερε να κατακτήσει
σου μιλάω για βιτρίνες
μα η σκέψη μου δεν πήγε στο γυαλί
θυμήθηκα κάτι βιτρίνες ολόκληρες από μασίφ
από μπετόν αρμέ φτιαγμένες και πανάκριβες
και με ταμπέλα αυτή θα είναι τώρα η ζωή μας

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
καπνίζω για τσιγάρο μου ένα φλεγόμενο πουρνάρι
αναφορά στη βίβλο μαζί κι ευχή για βιβλικές καταστροφές
δηλώνω βλέπεις άθεη μέχρι να μπω σε ένα νεκροταφείο
και με ηδονή να ανάψω τα καντήλια ξένων πεθαμένων
γιατί να ξέρεις οι δικοί μου οι νεκροί δεν πεθάνανε ποτέ

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
κι ας είναι το μόνο που φοβάμαι η συνέχιση της ομαλότητας
κάπου στο βάθος θάλασσα και βουνό ενώνονται
δεσμοί αίματος ανάμεσά τους οι φάροι του λιμανιού
μετράμε το χρόνο που φεύγει φορώντας τα καλά μας
γιορτάζουμε πάντα το θάνατο ακόμα μιας ομαλής μετάβασης
αλλά όποιος προσπάθησε να μετρήσει το νερό
έμεινε με κάτι στατιστικές της πλάκας
τόσο αλάτι τόσο ιώδιο τόση πυκνότητα
κι ύστερα αποσύρθηκε για πάντα στο βουνό
με ακμή αντιεπαναστατική ολούθε στο κορμί του

λοιπόν, στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι κι ας βράδιασε
η μέση δεν πονάει πια
το πουρνάρι έσβησε άκαυτο
τα σπλάχνα της γης σε νάρκη
τα έλατα ζωντανά πάνω στα βουνά
τα νεκροταφεία γεμάτα πολύχρωμα σπίτια
και μοναδικό στολίδι του νησιού
τρεις φάροι που συνωμοτούν παμπόνηροι
ίδιοι με μαθητές της τρίτης τάξης του δημοτικού
ενάντια στο θάνατο
ενάντια στα τσιμέντα με ονομασία ημίθεων

και ενάντια στις γιορτές που τίποτα άλλο δεν αποτελούν
παρά έναν άθλιο συμβιβασμό
ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος
και τον ανεπίστρεπτο θάνατό του

πασών των θαλασσών

στων νικημένων το νησί
γλεντώντας σιωπηλά
στων νικημένων τη γιορτή
γλεντώντας κάθε βράδυ σιωπηλά

χάρης και πάνος κατσιμίχας

η αλλαγή ρότας
από την πόλη των πάντα δυσάρεστων εξελίξεων
στο νησί του σιορ αντρίκου
μοιάζει με τη μεταφορά του κορμιού σου
διαμελισμένου
μέσα σε πλαστική σακούλα σκουπιδιών
− και η ειρωνεία είναι πως τη διάλεξες εσύ αυτή τη μεταφορά −
θυμάμαι τα ποιήματα των από καιρό πεθαμένων
κομμουνιστών ποιητών
που τα διάβαζα όταν η καρδιά μου ήταν ακόμα άκοπη
θυμάμαι λοιπόν που διάβαζα
για τον υπέροχο ίλιγγο
της αναμενόμενης πτώσης
− κι εγώ είχα ξέρετε πάντα πρόβλημα με το στομαχικό ίλιγγο −
και στ’ αλήθεια δεν ξέρω τι με τρομάζει πιο πολύ
οι φιδίσιοι δρόμοι που κατατρώνε τα σωθικά των βουνών
τα άκακα φίδια που εμφανίζονται στον κήπο
ή μήπως το μήλο που άδικα κατηγορήθηκε
για τους χυμούς του
από τους πρωθιερείς σας

την πρώτη μέρα που ξύπνησα εδώ
ήρθε και κάθισε κοντά μου ο εκπεσών άγγελος
μα τα χρόνια μας με κάνανε τόσο ρηχή
που του αστειεύτηκα με ύφος τηλεπαρουσιαστή
της κυβερνητικής τηλεόρασης της προπαγάνδας
ξέρεις άγγελε, το μόνο που με νοιάζει να εκπέσει
είναι ο φόρος μου
χαμογέλασε
τα ούλα του κατακόκκινα από τη μοναξιά
τα μάτια του γεμάτα ρυτίδες
ύστερα δάγκωσε το μήλο που του πρόσφερα
και καταδύθηκε μέσα σε μια από τις ρωγμές
που χάρισε στον τόπο ο εγκέλαδος

την πρώτη μέρα που ξύπνησα εδώ
φύτρωσε μέσα μου η μέκκα
ξημέρωσε το ραμαζάνι
και σας ορκίζομαι πως άκουσα τον ιμάμη
να παρακαλάει κλαίγοντας το θεό του
να μη δείξει έλεος στην ανθρωπότητα

την πρώτη μέρα που ξύπνησα εδώ
έφτιαξα τούρκικο καφέ στον βούδα
έκλαιγε ανήσυχος όλη τη νύχτα έξω από το παράθυρό μου
γιατί τον ανάγκασαν
με χρήση εκλεπτυσμένων ψυχολογικών βασανιστηρίων
να καταδικάσει τη βία
αγκάλιασα τα ιδρωμένα του μπράτσα
και τον ρώτησα με έναν ανεπαίσθητο λυγμό στη χροιά
τι είδους ασθένειες κυκλοφορούν στο γάγγη
κι εκείνος τότε
πράος
μου είπε να παραμείνω ψύχραιμη
γιατί στο τέλος έρχεται για όλους μας ο θάνατος

ο σοσιαλισμός που ονειρευτήκαμε ήταν μια απάτη
γιατί έρχεται μόνο μετά θάνατον
τότε μόνο θα σταθούμε όλοι όρθιοι και ισότιμοι
− επιτέλους −

την πρώτη νύχτα που ξημερώθηκα εδώ
έλαβε χώρα το τέλος πασών των θρησκειών
αλλά όχι των θαλασσών
κάθε που στρίβω στο στενό λοιπόν
χαιρετάω την ονομασία της οδού
οδός νίκου καββαδία
στα νησιά ξέρετε νιώθουμε όλοι
κόρες και γιοι των ναυτικών
κι ας είδαμε θάλασσα να κλαίει
για πρώτη φορά
στα δεκαεφτά μας

του εγκέλαδου παιδιά

1509765_10201898668643243_2019869640_n

 

παράθυρο στον ουρανό και θύρα στο αιώνιο

αγέρωχη και όμορφη στολίζεις το Ιόνιο

μέσα στης γης τα έγκατα παλεύουν οι θεοί σου

ποιος θα σε κάμει να του πεις τώρα είμαι δική σου

 

ένα νησί παράταιρο και απ’ έξω από τα τείχη

της χώρας που πάει της τέλειωσε και η χαρά και η τύχη

σαν πέφτει η νύχτα σείεται, σαν ξημερώνει ανθίζει

ο μάστορας πολύτροπος· κάθε πρωί το χτίζει

 

ανέβα στην κιθάρα μου και άνοιξε τη φωνή σου

των άλλων τις αποκοτιές κάμε τες λογική σου

κι αν απορείς που σ’ έριξε στο χώμα αυτό η μοίρα

το μετανιώνεις μόλις πεις άγκυρες τώρα βίρα

 

γιατί ξανά μες σε χορούς και γλέντια θα ιδωθούμε

αγάντα εσύ νησάκι μου να ‘ρθω να αγκαλιαστούμε

κι όσο το αίσθημα γιορτής σαν σε κοιτώ θεριεύει

τόσο θυμώνει ο εγκέλαδος και με μανία ζηλεύει

 

εδώ τα πράσινα νερά νικούν τους καρχαρίες

έλα το βράδυ να σου πω θαλάσσιες ιστορίες

κι άσε τους ψηφοκυνηγούς τάχα μου να δακρύζουν

η ανάγκη τους περίσσεψε και άδικα πασχίζουν

 

και μην ξεχνάς τα πρωινά όταν θωρείς τον Αίνο

να σκέφτεσαι αιώνια εγώ πως μόνο εσέ προσμένω

να ταξιδέψουμε μαζί με σένα στα ηνία

ανέμη του σφυγμού μου εσύ, κυρά Κεφαλληνία

 

η φωτογραφία είναι τραβηγμένη κάποιον αύγουστο στην παραλία των πετανών της κεφαλονιάς

Αγρίμια κι Αγριμάκια μου

~τα σπηλιαράκια του βουνού είναι τα γονικά μας~

Πάνε χρόνια. Ας μην τα υπολογίσω καλύτερα. Όχι, όχι θα τα υπολογίσω. Πάνω από δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε.

Το χωριό βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού. Σηκώνεις το βλέμμα και βλέπεις παντού βουνά. Δεν έχεις άλλη επιλογή από το να γίνεις φίλος μαζί τους. Βγαίνεις στο μπαλκόνι του ετοιμόρροπου πατρικού σπιτιού και αναρωτιέσαι πώς έναν τόσο σκληρό τόπο ξεπετάχτηκαν άνθρωποι μέσα στη γλύκα και την ανθρωπιά. Τώρα πια μετράει γύρω στους 20 μόνιμους κατοίκους· μέσος όρος ηλικίας τα εβδομήντα. Η γριά νόνα πατάει φέτος τα εκατό. Το καταγάλανο βλέμμα της έχει τη σπιρτάδα των είκοσι χρόνων, η καρδιά της τη θλίψη των σαράντα. Στην ηλικία της πάντως δεν ταιριάζει. Δεν τη νοιάζει που δεν μπορεί πια να ανέβει πάνω στην καρυδιά για να μαζέψει τα καρύδια της, δεν λυπάται που δεν μπορεί να πάει στο χωράφι να ποτίσει τα ζαρζαβατικά της, την καίει που δεν μπορεί πια να χ ο ρ έ ψ ε ι. Ακόμα και με το πι σηκώνεται και ρίχνει τη γύρα της με έξι πόδια, αλλά δεν είναι πια το ίδιο. Αλλά ακόμα κι έτσι είναι η πρωταγωνίστρια του γλεντιού. Τραγουδάει με φωνή βραχνή που μαρτυράει τι φωνή είχε στα νιάτα της, απαγγέλει την Άλωση της Πόλης- ολόκληρη, ούτε στίχο δεν ξεχνάει- και αφιερώνει πάντα ένα τραγούδι στην εγγόνα της που να περιέχει το όνομά της. Εσύ να μην παντρευτείς μικρή, μου λέει. Εγώ δασκάλα ήθελα να γίνω και δεν με άφησαν. Με πάντρεψαν.

Στον εμφύλιο οι αντάρτες εφορμούσαν στο χωριό κι έκλεβαν ότι έβρισκαν. Από τότε η νόνα δεν τους ήθελε τους αριστερούς, και τι να κάνει που έστειλε το γιο στην Αθήνα να σπουδάσει κι αυτός γύρισε το πρώτο καλοκαίρι με τη σημαία της ΚΝΕ στον ώμο; Το κατάπιε κι αυτό. Και νάσου μετά τα εγγόνια, τα παιδιά του γιου, να της κάνουμε πλάκα, γιαγιά θα έρθουν οι κομμουνιστές και θα σου πάρουν το σπίτι και να δαγκώνει τα χείλη σχεδόν φοβισμένη, και να γελάμε αναίσθητα, δεν ζήσαμε βλέπεις το φόβο του τότε, δεν αντέχουμε καν να τον δικαιολογήσουμε, για μας τους μακρινούς αναγνώστες αυτής της ιστορίας είναι ξεκάθαρο ποιος ήταν τότε ο σωστός, μακριά παιδιά μου από πόλεμο, ο πόλεμος φέρνει πόνο κι ο πόνος θάνατο, συνέχιζε η νόνα, δυο παιδιά έχασα στην Κατοχή και ξέρω τι σας λέω, πάρε τώρα την πιο απλή και αληθινή ανάλυση του πολέμου, κανείς δεν έφταιγε μα όλοι ήμασταν λ ά θ ο ς.

Και φτάσαμε στο πέρυσι να της κάνουμε την ίδια πλάκα ενόψει εκλογών για να μας πει παιδιά μου έχετε δίκιο, άλλη λύση δεν υπάρχει τώρα πια.

Πριν μια δεκαπενταετία λοιπόν, ο πατέρας αποφάσισε να μας πάει εκδρομή. Αλλά τι εκδρομή. Όχι από κείνες με το αμάξι, που κουβαλάς μαζί σου ταπεράκι με κεφτέδες, ψυγείο με νερό, χυμό για τα παιδιά και μαγιό για ένα γρήγορο μπάνιο στη θάλασσα. Ανάβαση στο πιο ψηλό βουνό της περιοχής, ορειβασία τέσσερις ώρες για να ανέβεις και άλλες τέσσερις για να κατέβεις. Ανησυχούσε κάπως η μαμά, μακριά τα πας τα παιδιά, όχι έλεγε ο πατέρας, θα τους αρέσει, θα δεις.

Σηκωθήκαμε γύρω στις τέσσερις το ξημέρωμα. Αν σε βρει ο ήλιος την ώρα που ανεβαίνεις την πλαγιά ζήτω που πέθανες. Με βαρβάτο εξοπλισμό, παντελόνι, αρβύλες, καπέλο, γκλίτσες, παγουράκι με νερό- δεν χρειάζεται να κουβαλάμε νερό έλεγε ο πατέρας, στη διαδρομή θα βρούμε πολλές βρύσες φτιαγμένες από τους τσοπάνηδες- και ψωμοτύρι. Ενθουσιασμένοι εμείς, ρωτούσαμε αν θα δούμε ζώα, αλεπούδες, λαγούς- έχει ακόμα λύκους μπαμπά;– γεράκια, αετούς. Μην μιλάτε πολύ γιατί θα κουραστείτε, μας απαντούσε αινιγματικά. Αλλά ήταν μπαμπάς, οπότε ήξερε το σωστό. Αυθεντία από τις αγαπημένες που είδε μετά από χρόνια την αυθεντία του να γκρεμίζεται από τα ίδια του τα σπλάχνα που την πήγανε τουλάχιστον δέκα βήματα παρακάτω και ήταν ο πρώτος που σηκώθηκε και τα χειροκρότησε.

Ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε που λέτε και μαζί με μας ξεκίνησε και η κούραση. Ο πατέρας, μεγαλωμένος κυριολεκτικά πάνω σ’ αυτά τα κακοτράχαλα μέρη δεν καταλάβαινε χριστό. Μας εμείς, τα παιδιά της πόλης, που νομίζαμε ότι κούραση νιώθεις όταν παίζεις μπάσκετ, ανοίγαμε όλο και πιο συχνά το παγούρι για να ξεγελαστούμε. Κι ας μας έλεγε μην πίνετε πολύ νερό, θα διψάσετε περισσότερο. Μετά από καμιά ώρα πεζοπορίας κι ενώ είχαμε συνηθίσει κάπως την αίσθηση του κράτα με να σε κρατώ να ανεβούμε το βουνό, μας ανακοίνωσε ότι σε περίπου άλλη μία ώρα θα βρίσκαμε την πρώτη βρύση, όπου και θα καθόμασταν να φάμε κάτι και να ξεκουραστούμε. Αναπτερωθήκαμε ως έπρεπε και συνεχίσαμε, μέχρι που φτάσαμε στην πρώτη βρύση για να τη βρούμε ξεραμένη από καιρό και χωρίς καθόλου τρεχούμενο νερό. Δεν μας πείραξε πολύ- νερό είχαμε άλλωστε στα παγούρια μας- αλλά ο νους μας δεν πήγε καν στην απογοήτευση του πατέρα που κοιτούσε τις πλαγιές που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και τώρα πια κατέρρεαν ερημωμένες. Κανένας δεν περνάει πια από δω. Εκείνη την ώρα, εκείνος συνειδητοποιούσε το τέλος μιας εποχής πολύ δύσκολης, πολύ φτωχής, μα και πολύ όμορφης. Αναρωτιόμουν πάντα πώς γίνεται να νοσταλγεί εκείνα τα χρόνια που ήταν μικρός, που έκλεβαν φρούτα από τα δέντρα του γείτονα λίγο για να φάνε αλλά πιο πολύ γιατί μέσα τους δεν τους φαινόταν έγκλημα αυτό που κάνανε, πες μου μπαμπά πού πήγες μετά το δημοτικό, τι γινόταν στο γυμνάσιο που πήγες σε άλλη πόλη, καλά ρε μπαμπά ποιος σας μαγείρευε να φάτε, δεκαπέντε χρονών παιδάκια και ήσασταν μόνα σας, μα πώς γίνεται αυτό το πράγμα;

Μικρή μου άρεσε να ακούω ιστορίες, τώρα μου αρέσει να τις γράφω.

Από τις τέσσερις-πέντε βρύσες που περιμέναμε να βρούμε στο δρόμο μας μόνο η μία είχε νερό τελικά, αλλά αυτό δεν ανέκοψε την πορεία μας προς τα πάνω. Πάρ’ το και γενικότερα αυτό αν θες, για τη ζωή σου ρε παιδί μου, μην σε σταματάει τίποτα, κάνε ό,τι γουστάρεις, είτε ανηφόρα είτε κατηφόρα είτε και τα δύο για ποικιλία, αλλά μην αφήνεις τίποτα να σε σταματάει.

Μετά από τέσσερις ώρες ανάβασης αρχίσαμε να βλέπουμε την κορυφή από μακριά. Τα παιδικά μάτια πέταξαν φλόγες. Φτάνουμε. Εδώ μια ιστορία για τον παππού που κάποτε είχε συναντήσει σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έναν λύκο- πωπω και τι έκανε ο παππούς μπαμπά; κι ο λύκος πλάσμα της φύσης είναι παιδιά- μια ιστορία για έναν συγχωριανό που τον είχε χτυπήσει κεραυνός πάνω στο βουνό κι έμεινε στον τόπο, ένας άλλος που φοβόταν εδώ πάνω τα αστραπόβροντα και φώναζε βοήθησέ με παναγία μου γαμώ το χριστό μου, και με τα πολλά πατήσαμε στην κορυφή. Φωνές και γέλια, τι όμορφα που είναι δω πάνω, ο αέρας είναι ελαφρύς, μπαίνει μέσα στα πνευμόνια και τα ανταριάζει, μπαίνει μέσα στην ψυχή και την αλαφρώνει, νομίζω ποτέ δεν είχαμε ξανανιώσει έτσι, βγάλε με μια φωτογραφία όπως σ’ εκείνη την ταινία, I am the king of the world, όλα λουσμένα στο φως και στην ομορφιά, όλα ελεύθερα, όλα ελαφριά κι από μακριά το χωριό να μας κλείνει το μάτι συνωμοτικά.

Φυσικά η κατάβαση ήταν πολύ πιο δύσκολη από την ανάβαση. Τα πόδια μας, εξαντλημένα πια, δεν υπάκουαν στις εντολές μας, σχεδόν κουτρουβαλούσαμε στην πλαγιά- μωρέ καλά μας έλεγε ο πατέρας να κρατήσουμε δυνάμεις για το κατέβασμα- η κούραση είχε εξαπλωθεί σε όλο μας το κορμί αλλά τα μάτια έλαμπαν ακόμα· είχαμε αγγίξει την κορυφή. Κατεβαίνοντας, ο πατέρας σταμάτησε ξαφνικά. Ακούστε παιδιά. Φλογέρα. Ένας τσοπάνης καθόταν κάπου που δεν μπορούσαμε να τον δούμε. Ακούγαμε μόνο τη μελωδία που έβγαινε από τη φλογέρα του. Ήμασταν μικρά για να καταλάβουμε τη συγκίνησή του στο άκουσμα αυτής της μελωδίας, αλλά δεν ήμασταν μικρά για να τη νιώσουμε.

Κοντεύω τριάντα κι όταν ακούω φλογέρα κλαίω.

Φτάσαμε στο σπίτι εξαντλημένοι, η μαμά ήταν στο τσακ να αρχίσει να ανησυχεί, κινητά δεν υπήρχαν τότε φυσικά, αλλά και να υπήρχαν δεν υπήρχε σήμα, μόνο μετά από χρόνια ήρθε μια εταιρεία και αναβάθμισε το χωριό, κότσαρε πάνω σε έναν λόφο μια κεραία και μας είπε, τώρα μπορείτε να επικοινωνείτε, μια πανύψηλη, άσχημη κεραία που δεν έδεσε ποτέ με το τοπίο, φοβού τον πολιτισμό και δώρα φέροντα. 

Κοιμηθήκαμε για αρκετές ώρες και όταν ξυπνήσαμε η κούραση είχε πάρει δρόμο. Και δώστου να λέμε ιστορίες στη μαμά λες και πήγαμε στη χώρα των θαυμάτων, και είδαμε και αετό μαμά, αλήθεια, είχε κάτι τεράστια φτερά και πετούσε μόνος, σαν τον λούκι λουκ του ουρανού ήταν, και διψάσαμε λίγο αλλά δεν πειράζει, γιατί εκεί πάνω ο αέρας που φύσηξε μέσα μας ήταν αλλιώτικος, όχι σαν της Αθήνας, μύριζε διαφορετικά, πώς να στο πω, ήτανε μόνος του ο άνεμος εκεί πάνω αλλά δεν τον ένοιαζε.

Στο χωριό δεν είχα ποτέ τηλεόραση, ίντερνετ, παρέα, τίποτα. Όταν πηγαίναμε, άρπαζα τη γκλίτσα, έβαζα την αγαπημένη μου κασέτα στο γουόκμαν, φορούσα τα ακουστικά στα αυτιά και έφευγα. Περίπατος. Έβρισκα έναν μεγάλο βράχο, ανέβαινα πάνω, και είμαι σίγουρη ότι από μακριά φαίνονταν ευδιάκριτα τα σύννεφα των ονείρων μου να ξεπετάγονται από το κεφάλι μου και κόβουν τις δικές τους βόλτες στον ουρανό. Άσε που έβλεπα πάντα αστέρια τη νύχτα, αλλά δεν τα μετρούσα ποτέ, γιατί λέει όποιο παιδί μετράει τα άστρα βγάζει κάτι κόκκινα σημάδια στο χέρι του που δεν φεύγουν ποτέ. Και η πιο ακριβή στιγμή, τα βράδια του Αυγούστου, όταν έπεφτε το σκοτάδι, μέσα στην απόλυτη ησυχία με φώναζε ο πατέρας στο μπαλκόνι για να ακούσω το πιο όμορφο τραγούδι. Άκου, μου έλεγε. Τραγουδάει ο φίλος μας. Αηδόνι. Μόνο εκεί, σ’ αυτό το χωριό, σ’ αυτό το μπαλκόνι, μαζί με τον πατέρα, έχω ακούσει αηδόνι αληθινό. Κι ούτε που θέλω αλλού να ακούσω.

Πατέρα, τα αηδόνια δε μ’ αφήνουνε να κοιμηθώ· όπου κι αν βρίσκομαι.