sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: βροχή

sangria, ποτήρια, δύο

οι κουβέντες σας
στον καφέ του απογεύματος
περισσεύουν
μπροστά στο λυγμό της ζωής
μιλάτε για την ελλάδα της κρίσης
δαγκώνοντας με ηδυπάθεια το πολύχρωμο καλαμάκι του καφέ
αλήθεια ποια χώρα να ‘ναι αυτή
την ώρα που ένας πατέρας
βαμμένος το γκρίζο του πολέμου
τυλίγει το μωρό του με μαύρες σακούλες σκουπιδιών
γιατί βρέχει ασταμάτητα στο νησί που τον έριξε ο αριστοφάνης
μεγάλες μαύρες ασφυκτικές σακούλες
σαν εκείνες που χρησιμοποιείτε για να ξεφορτώνεστε την υπερεργασία που ξεχειλίζει από το κορμί σας

οι άρχοντές σας συνεδριάζουν τούτη την ώρα διεθνώς
αποφασίζοντας ότι οι πρόσφυγες την αναπτυσσόμενη δυστυχία των χωρών τους παρακωλύουν
κι έτσι τρόπο ψάχνουν
για να μην τους γράψει η ιστορία ως φονιάδες των λαών

κι εσείς συνεχίζετε να συνομιλείτε ελαφρά
γέρνω την καρέκλα πίσω
ψάχνω να βρω των ματιών σας τις κόρες
− τι διάβολο, δεν συστέλλονται ποτέ από ντροπή
και μη νομίζετε πως καμώνομαι ανωτερότητα εν συγκρίσει με εσάς
εδώ είμαι κι εγώ
πίνω το κρασί μου ρουφώντας αμερικάνικο καπνό
πατώ πάνω στα εφευρήματα της κεφαλαιοκρατίας
ανανεώνω το κραγιόν μου
κι αναρωτιέμαι
ποία η λύσις για τα παραπάνω κιλά του αυγούστου

όμως δεν μιλώ
πού και πού σου σφίγγω το χέρι
αναζητώ την αγκαλιά σου
ξανανάβω τσιγάρο
με πιάνει πανικός
ο πατέρας ανοίγει τη μαύρη σακούλα της ασφυξίας
αγκαλιάζει το πτώμα του γιου του
που αγνοείται ήδη από το πρωί
σε κείνο το νησί συνεχίζει να βρέχει
να βρέχει θάνατο

βρέχει θάνατο γύρω μας παντού
κι εμείς πιάνουμε τα μαλλιά μας
μην τύχει και ποτίσουν την οσμή του κορακιού
μετράμε κέρματα για ένα ακόμα ποτήρι κρασί
πλέκουμε όνειρα παχιά για το φτωχό μας μέλλον
φτιάχνουμε τεράστιες βαρετές παρέες
καθόμαστε σε λίβινγκ ρουμ φτηνιάρικα
κι εκεί
στην πρώτη ερώτηση του επιδαπέδιου παιχνιδιού
απαριθμείστε όλα τα επισήμως καταγεγραμμένα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας
στεκόμαστε βουβοί
καθώς τεράστιες νάυλον σακούλες σκουπιδιών
πέφτουν απ’ το ταβάνι του σπιτιού
πνίγοντας με φτηνό ισπανικό κρασί
την αναίτια ύπαρξή μας
δια παντός

Advertisements

ανέσπερος, ο/η

μηρυκάζω τη ζωή μου

στέκομαι σαν όρνιο πάνω απ’ τις σκέψεις μου

αποφασίζω άγαρμπα ποια θα κατασπαράξω πρώτη

είμαι ένας ποδηλάτης χωρίς κράνος στην εθνική πατρών αθήνας

ένας ένστολος που μοίρασε το πλεόνασμά του στους πακιστανούς του πρώτου ορόφου

τριάντα χρόνια κυλήσανε ανάμεσα στα πόδια μου

τριάντα αργύρια πέσανε από την τρύπια τσέπη μου

είμαι γραμμή όλο σκαμπανεβάσματα σε καρδιογράφημα νεκρού

κι αλήθεια πλάσματα πιο εγωκεντρικά από τους ποιητές ποτέ δεν γνώρισα

 

εδώ στην επαρχία έκανα συμφωνία κυρίων με τον άνεμο

του δίνω μοναξιά

μου απαντά με βρόχινο νερό

έχω μαλλιά απαλά και δάχτυλα από κερί

αγαπάω τους ανθρώπους γιατί τρέφω μίσος αταλάντευτο για την ανθρωπότητα

κομίζω μήνυμα αντεθνικό για απάτριδες

που μόλις αντικρίσουν το νησί πέφτουν στα γόνατα λυγμώντας

 

πόσο σωστά τα κάνατε όλα άνθρωποι

όλα σωστά

οι πόλεμοι τα κομμένα κεφάλια τα τουμπανιασμένα κορμιά τα σπασμένα αγάλματα

τα νεκροταφεία οι μεγάλες και οι μικρές ιδέες οι σημαίες

πόσο λάθος έζησα

σας λυπόμουν για τη ζωή που διάγετε

ώσπου μια μέρα ένας βραχμάνος εδώ στη γειτονιά μου άνοιξε τα μάτια

μοιράζει τσικουδιά και μεταθανάτια αηδία σε τιμές ανέσπερου φωτός

εσένα λυπούνται οι εντός και οι επί τα αυτά μου είπε

τον βλαστήμησα με ορμή μα είχε δίκιο

μη φεύγετε χριστιανοί μη με φοβάστε

πιστεύω στα παραμύθια πιότερο από σας

 

έγινα δέκα χρόνων πάλι

κρατώ στα χέρια έναν πίνακα με στοιχεία χημικά δεόντως μεταχειρισμένο

και δασκαλεύω δήθεν αόρατους μαθητές που μ’ αγαπούν πολύ

θα αγαπάω για πάντα λίγο παραπάνω τις αλκαλικές γαίες

θα τρέμω πάντα την αντίδραση με τα αέρια που ονομάσατε ευγενή

πόσο άδικη η δασκάλα πόσο λάθος οι διδαχές

 

θα ψάχνω πάντα το αντώνυμο του αντίξοος

και θα ‘χω πάντα για οδηγό μου μία και μόνη σιγουριά

το μόνο σίγουρο είναι πως γεννηθήκαμε

ο μόνος ήχος που ακούστηκε ποτέ στη γη είναι της μάνας η κραυγή που μας γέννησε

ο μόνος φόνος που έλαβε ποτέ του χώρα ο πνιγμός του βρέφους από τη θλίψη της επιλοχίας

 

απομακρύνετε όλους τους ενήλικες

φέρτε κοντά μου μόνο τα μικρά παιδιά

ακολουθούν σκηνές αλήστου τρυφερότητας

 

θέλω όλα σε μιαν ανάσα να προλάβω να τα πω

κι ύστερα ίσως βρω ανάσα πάλι

ύστερα ίσως βρω παλμό

ύστερα ίσως βρω και ειρμό ακόμα ακόμα

ύστερα ίσως σπάσω το συμβόλαιο με τον άνεμο

 

κάποτε -σύντομα- την ώρα που θα με θάβετε θα μελαγχολώ βαθιά

ζήτησα βλέπετε να γίνω στάχτη

ανύπαρκτη

ανέστια

αναπόσπαστη

 

θα γελώ πάντα στις κηδείες

θα καγχάζω πάντα στις πολιτικές ταφές

θα εισβάλλω πάντα στις γιορτές με το αριστερό

θα σέρνω πάντα το χορό του αποχαιρετισμού

θα αποζητάω πάντα να καταλαβαίνουν τα γραπτά μου οι ανήμποροι

θα ψάχνω πάντα το αντίθετο του αντίξοος

θα είμαι πάντα λάθος

πάντα λάθος

και πάντα οι άνθρωποι θα με αγαπάνε για τα λάθη μου

 

έχω επιθυμήσει ένα άγγιγμα χεριού

όχι δεν ζήτησα να με αγκαλιάσεις

μόνον μια χειραψία ανώνυμη δίχως να συστηθείς σου ζήτησα

ίσα να σπάσουν ο τρόμος και ο πάγος του αίματος

το αίμα μου πέτρωσε

οι φλέβες μου έσπασαν

χρειάζομαι επειγόντως έναν δότη δοντιών

μου πέσανε όλα χτες τη νύχτα σ’ ένα όνειρο γεμάτο νεκρούς

 

μην ανησυχείς μάνα

είμαι απόλυτα υγιής

μην κουράζεσαι πατέρα

γεννήθηκα ρυτιδιασμένη από τα μέσα μου

 

κουβαλάω σκηνές από τα φιλμ όλης της υφηλίου

δεν είμαι άνθρωπος πια

μια μηχανή του χρόνου και του πόνου είμαι

ένας αριστερός καθρέφτης στο αυτοκίνητό σας

είμαι εκεί για να σπάσω

εφτά χρόνια καλοτυχία μόλις εξαφανιστώ από τις ζωές σας

είμαι εκεί για να μην δείτε τον ποδηλάτη

κάταγμα στο ισχίο και πολλαπλές κακώσεις σε όλα τα πεντάλ

δεν είμαι άνθρωπος γιατί κοιτάζω πάντα προς τα βάθη

κοιτάζω πάντα προς τα κάτω

κοιτάζω πάντα προς τα μέσα

κάθε πρωί χαιρετάω τον πυρήνα της γης

κάθε νύχτα τραγουδάω μαζί με τον γκιόνη το τραγούδι για τον νεκρό του αδελφό

όχι όχι δεν τον σκότωσε ο γκιόνης· για τις ανάγκες του σεναρίου ειπώθηκε αυτό

τον σκότωσε το άγχος της ζωής στην πόλη

 

θέλω να γίνω θρόισμα

θέλω να γίνω ίλιγγος

θέλω να μην ε ί μ α ι

 

δυο αρνήσεις μια κατάφαση, το γνωρίζω

πολλές αρνήσεις όμως τι μας δίνουν

πού μας οδηγεί η άρνηση

γιατί με δυσκολεύει η ατελής διαίρεση

πόσο εύκολα πολλαπλασιάζω ψάρια και ψωμιά

γιατί δεν αντέχω να σπάσω σε χίλιες στάχτες

κι έτσι κανείς ποτέ να μην με ξαναδεί

ούτε σε πόλη ούτε σε επαρχία

διαίρεση

διαίρεση

διαίρεση και βασιλεία των ουρανών

κύριε ιησού χριστέ ο θεός υμών

λαμά σαβαχθανί χριστέ;

χρίσμα

χρίσμα

άχρηστη

ένα υπόλοιπο σε μια διαίρεση που δεν χωράει στην τσέπη

γιατί κρεμάστηκες ιούδα

γιατί σταυρώθηκες χριστέ

γιατί

γιατί

μου λείπουν τα επειδή

και απ’ όσο ξέρω για τούτο θεραπεία δεν υπάρχει

 

ξέρεις ποιητή κοιτώ κι εγώ συχνά πυκνά μες στο φλιτζάνι του καφέ

φτάνω το σούρουπο ως κάτω κι ύστερα ως πάνω στη φεγγάρινη λάμα

έχω μόνιμα στα χέρια έναν ίλιγγο

κι ας μην το λέω σε κανέναν

κι ας μην μου δώσουνε ποτέ βραβείο λένιν

 

μέσα στο στομάχι μου μια κάμπια γεννημένη νεκρή

που δεν έμελλε ποτέ της να γίνει πεταλούδα

μέσα στα μαλλιά μου αράχνες εξόριστες

που δεν μάθανε ορθώς την τέχνη ύφανσης ιστού

 

άκου με άνεμε

σπάω τη συμφωνία

από τούδε θα σου δίνω εγώ τη βροχή

και σαν αντάλλαγμα θα σε αλαφραίνω από τη μοναξιά σου

τετραγωνική ρίζα της μοναξιάς υψωμένη στον κύβο

δεν θα λύσω άλλο τις εξισώσεις σας

οι άγνωστοι με περικύκλωσαν

ο κύκλος έπεισε τις αγκυλωτές γωνίες του να στρογγυλέψουν

και τώρα τελευταία σαν να είδα τα ποτάμια να κινούν για το βουνό

 

φτάνει

φτάνει

φτάνει πια

 

αλήθεια δεν εγνώρισα ποτέ μου πλάσματα πιο εγωκεντρικά από τους ποιητές

θα είμαι πάντα μια τριγενής και δικατάληκτη παραφωνία

θα είμαι πάντα ένας δίφθογγος για τον καημό

θα είμαι πάντα ένα παρανάλωμα θλίψης καταμεσής του αυγούστου

θα είμαι πάντα μισή ουγγιά χαράς σε μέρες λιτού και ανέντιμου βίου

 

και τέλος

θα ψάχνω πάντα με επίταση του αντίξοου το αντίθετο

ούζο διαλυμένο σε δραχμές

στέκομαι κάτω από το δοκάρι
η καύτρα του τσιγάρου μου αναρωτιέται
γιατί δεν την πετάω στ’ άχρηστα
στέκομαι κάτω από το δοκάρι
δήθεν με την αφηρημάδα της ανάπαυλας
σκέφτομαι πού θα χώραγε ένα στολισμένο έλατο
πού έχω κρύψει το πριόνι μου
πόσο μακριά είναι το βουνό
και γιατί πάντα η θάλασσα να είναι πιο κοντά απ’ το βουνό

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
ο εγκέλαδος ναι, είναι πάντα εδώ
ο φόβος του δεν έφτασε ποτέ μέχρι την πόρτα μου
μα κι από πού να μπει η ευτυχία δίχως να σκουντουφλήσει
εκτός σπιτιού ο εγκέλαδος εκτός και η ευτυχία λοιπόν

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
και οι σπόνδυλοι της μέσης μου αναρωτιούνται
γιατί δεν τους ξεκουράζω έστω για λίγο
κι αν άραγε θα στόλιζα τις ανεμογεννήτριες
πόσο θα κόστιζε το αυτόφωρο
εγώ με τα λαμπάκια τυλιγμένα γύρω μου στο κρατητήριο
και ξέρεις, είναι να μην βρεθεί γυναίκα εκεί μέσα
κι εκείνοι με τα πριόνια που ξεγυμνώσαν το βουνό
στη σαββατιάτικη ταβέρνα οικογενειακώς
να πίνουν ούζο διαλυμένο σε δραχμές
κι απ’ έξω απ’ τη βιτρίνα της ταβέρνας
οι άστεγοι να πίνουν διψασμένοι το βρόχινο νερό

οι βιτρίνες είναι μάλλον το μοναδικό πράγμα
που η ανθρωπότητα κατάφερε να κατακτήσει
σου μιλάω για βιτρίνες
μα η σκέψη μου δεν πήγε στο γυαλί
θυμήθηκα κάτι βιτρίνες ολόκληρες από μασίφ
από μπετόν αρμέ φτιαγμένες και πανάκριβες
και με ταμπέλα αυτή θα είναι τώρα η ζωή μας

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
καπνίζω για τσιγάρο μου ένα φλεγόμενο πουρνάρι
αναφορά στη βίβλο μαζί κι ευχή για βιβλικές καταστροφές
δηλώνω βλέπεις άθεη μέχρι να μπω σε ένα νεκροταφείο
και με ηδονή να ανάψω τα καντήλια ξένων πεθαμένων
γιατί να ξέρεις οι δικοί μου οι νεκροί δεν πεθάνανε ποτέ

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
κι ας είναι το μόνο που φοβάμαι η συνέχιση της ομαλότητας
κάπου στο βάθος θάλασσα και βουνό ενώνονται
δεσμοί αίματος ανάμεσά τους οι φάροι του λιμανιού
μετράμε το χρόνο που φεύγει φορώντας τα καλά μας
γιορτάζουμε πάντα το θάνατο ακόμα μιας ομαλής μετάβασης
αλλά όποιος προσπάθησε να μετρήσει το νερό
έμεινε με κάτι στατιστικές της πλάκας
τόσο αλάτι τόσο ιώδιο τόση πυκνότητα
κι ύστερα αποσύρθηκε για πάντα στο βουνό
με ακμή αντιεπαναστατική ολούθε στο κορμί του

λοιπόν, στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι κι ας βράδιασε
η μέση δεν πονάει πια
το πουρνάρι έσβησε άκαυτο
τα σπλάχνα της γης σε νάρκη
τα έλατα ζωντανά πάνω στα βουνά
τα νεκροταφεία γεμάτα πολύχρωμα σπίτια
και μοναδικό στολίδι του νησιού
τρεις φάροι που συνωμοτούν παμπόνηροι
ίδιοι με μαθητές της τρίτης τάξης του δημοτικού
ενάντια στο θάνατο
ενάντια στα τσιμέντα με ονομασία ημίθεων

και ενάντια στις γιορτές που τίποτα άλλο δεν αποτελούν
παρά έναν άθλιο συμβιβασμό
ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος
και τον ανεπίστρεπτο θάνατό του

τα βατράχια της κωπαΐδας

οι πιο μεγάλες βρώμικες αλήθειες
πνιγήκανε στον πάτο της πάλαι ποτέ λίμνης κωπαΐδος
έπεσε ξηρασία τούτον τον αιώνα
κάποιος να τρέξει στο νεκροταφείο του χωριού
ερώτηση να θέσει σε όποιον απέθαντος σαπίζει
είχανε τάχα όλοι οι αιώνες ξηρασία;

τόσες βροχές ριχτήκανε μανιωδώς στη γη
τόσα νερά πιτσίλισαν τους ώμους των λαών
κι όμως ο κόσμος συνεχίζει την πικρή ξερή πνοή του
γέμισε η προδότρα πόλη μας με σήματα καπνού
χαρίζεται αέρας
πωλείται υδρογόνο όξινο

οι άρχοντες προστάξανε να κλείσουν οι δεξαμενές
κάποιος ονόματι εφιάλτης τους σφύριξε το μέγα μυστικό
πως των ανθρώπων τα μυαλά όταν βραχούν γεννούν αγάπη
είμεθα οι συνεχιστές του σωτηρίου γένους των ασπόνδυλων
γεμάτων κόμπους σπόγγων
ξέρεις τι είναι οι ποιητές;
οι σφουγγαράδες του καιρού μας

μα εμάς μας απαγόρεψαν δια ροπάλου αστυνομικού
και με διάταγμα βασιλικό των βασιλιάδων που δεν έζησαν γυμνοί ποτέ τους
μας απαγόρεψαν λέω με την καρδιά μας να βουτάμε στη βροχή
κι ύστερα ιδέες όλο χρώμα να γεννάμε
κι έτσι μείναμε σαν αποστεωμένοι σκελετοί δίχως ρυθμό στο βάδην
σαν άνθη αποξηραμένα μέσα σε βάζο από φτηνό γυαλί
νεκροί κι όμως αναγκασμένοι να αναπνέουμε
σώθηκε το νερό από καιρό·
δεν φτάνει ούτε για να πλύνεις τις πληγές σου

κάποτε ξεκινήσαμε η διψασμένη συνομοσπονδία εργατών
πορεία πολέμου με πλακάτ τα σύννεφα ως την κωπαΐδα
δικαίωμα στην υγρασία και σύνταγμα υγρό ζητήσαμε
μια πυροβολαρχία πύρινη μας σταμάτησε έξω από την αττική
έσπασε τα πλακάτ και μας διέταξε βιαίως
στον ανεπίστρεπτο της ιστορίας ρου να υποταχθούμε

κι έτσι από τότε κάθε που καλοκαιριάζει τριγυρνάμε στα νησιά
κάνοντας μάταιη προσπάθεια αφαλάτωσης του μπλε της θάλασσας
εισπνέουμε τόνους ιώδιο και μας φυτρώνουν λέπια
και ούτε κι εμείς μα ούτε και οι άρχοντες μπορούν να νιώσουν
πως βασανιστικά και αργά μα αποτελεσματικά
έφτασε πια ο αιώνας και ο καιρός
ξανά στη θάλασσα η ανθρωπότητα να γυρίσει
οι άνθρωποι να αναπνέουμε με βράγχια και λυγμούς
κι οι ποιητές να μείνουνε τα μόνα αμφίβια του πλανήτη
μοναδικοί ακροβάτες ανάμεσα σε γη και μέλλον
ίστορες της παλιάς ζωής του νέου υποθαλάσσιου πληθυσμού
παράφωνα βατράχια· ραψωδοί πνιγμών νερών και ονείρων

 

 

στον κήπο βγες

σε όλα να έχετε ένα κράτημα, μια απαλότητα

 

πες μου, θέλεις να μου πεις κάτι;
όχι όχι καλύτερα να μιλάω μόνο εγώ
έχω πολλά να σου πω
μπορεί βέβαια να σου ακουστούν σαν ένα τίποτα
αλλά το τίποτα των άλλων είναι η ανάσα που με έφερε ως εδώ

ξέρεις, όταν ξαπλώνω τις νύχτες
τα χέρια μου δεν κοιμούνται ποτέ
η καρδιά ηρεμεί τα πνευμόνια ησυχάζουν
έχεις σκεφτεί πόσο λίγο οξυγόνο χρειαζόμαστε για να ζήσουμε;
τα πόδια σταυρώνουν μεταξύ τους κουρασμένα
τα μαλλιά εισπνέουν μαξιλάρι και μαλακτικό
η νύχτα πέφτει στο σπίτι αργά και σταθερά

κινούμαστε γύρω από νύχτες με ανεκπλήρωτα όνειρα
το σκοτάδι έγινε η σταθερά μας
το σκοτάδι και η αιώνια ελπίδα για φως
θρησκευόμενοι άθεοι, εξεγερμένοι μέσα από ναούς και κολυμπήθρες

πάντως τα χέρια μου εμένα μένουν άυπνα εδώ και αιώνες
σκάβουν
γράφουν
ψάχνουν

ξέρεις
πάντα προτιμούσα τα ρήματα από τα άλλα μέρη του λόγου
και πιο πολύ τα ανώμαλα
αυτά που δεν μπήκανε στις λίστες των κανόνων
αυτά που δεν στεριώσανε σε ομάδες
αυτά που τράβηξαν δικό τους δρόμο

στη φαντασία των δώδεκά μου χρόνων
τα ανώμαλα ρήματα ήταν ο Χριστός
ανέβαιναν το γολγοθά και ούτε που κοίταζαν
αν κάποιος νοιάστηκε να τα ακολουθήσει

σου έλεγα για τα χέρια μου
λοιπόν
νομίζω πως χρειάζομαι ηρεμιστικά χεριών
κάποτε και τα δάχτυλα πρέπει να ξεκουράζονται

και τι θαρρείς πως γράφω;
και τι θαρρώ πως ψάχνω;
και τι νομίζω πως σκάβοντας θα βρω;

εξάλλου
η ομορφιά είναι κρυμμένη
στις κοπέλες με τα προσεγμένα βαμμένα νύχια
στα κορίτσια με τα σκισμένα τζιν και τα κοντομάνικα μπλουζάκια
που δουλεύουνε στα κομμωτήρια για τέσσερα κατοστάρικα το μήνα
στις γυναίκες που εγκυμονούν την άνοιξη για να γεννήσουν χειμωνιάτικα τοπία
στους άντρες που δεν ντρέπονται να κλάψουν
στις συνουσίες της μεγάλης παρασκευής
στα αγόρια που ξυπνήσανε μες στις εντατικές κατόπιν βέβαιου θανάτου
στις γιαγιάδες που ζουν για αιώνες
στις μυροφόρους που ράντισαν κρεβάτια με υγρά σεξουαλικά

κι ίσως γι’ αυτό να σκάβω
επάγγελμα αρχαιολόγος
ηλικία απροσδιόριστη
πολιτική ταυτότητα επανένταξη των ανένταχτων και σφαγιασμός των σχημάτων
τέκνα αγέννητα και σκοτωμένα
μέλλον εγγύς και φουλ του άσσου

πολύ σου μίλησα
αλλά συγχώρεσέ με
βλέπεις
οι πόρτες του σπιτιού μου σφραγίστηκαν από σιωπή
σήμερα φώναξα μάστορα να τις γκρεμίσει
στη θέση τους θέλω να βάλω παράθυρα μεγάλα
να δραπετεύω στη ζωή
να περιθάλπω άλλους δραπέτες
κάθε παράθυρο θα οδηγεί σε κήπο
αν θέλεις να βραχείς θα βγαίνεις έξω
αν πάλι θέλεις να σιωπάς θα σε σκεπάζω με στοργή

σκάβω
που λες
γιατί πιστεύω στο θεό της ομορφιάς
θέλω στο φως να φέρω όλα τα όμορφα
τη νύχτα η ομορφιά θα λούζεται με φεγγαρίσιο φως
τη μέρα η ασχήμια θα καίγεται από τον ήλιο

μόνο που, να
έτσι δεν καταφέρνω ποτέ κι εγώ όμορφα νύχια να επιδεικνύω
καμιά φορά ασυναίσθητα
κρύβω τα χέρια μου
για να γλιτώσω από τη χλεύη

ιδού η βασίλισσα του μανικιούρ
και γύρω μου ένα ακάνθινο στεφάνι από νύχια και από δέρμα

άλλα ξεκίνησα να λέω κι άλλα σου είπα
μου συμβαίνει συχνά αυτό
φυλακίζω τις σκέψεις μου μέσα σε παρενθέσεις
ύστερα τις παρενθέσεις σε αγκύλες
κι ύστερα τις αγκύλες σε σύννεφα καπνού
στο τέλος αποφασίζω πως δεν γνωρίζω την κοινή μιλιά των γύρω μου
διπλοκλειδώνομαι στο σπίτι μου και κλαίω γοερά
μα μην τρομάζεις·
μόνο η νεκρική ακαμψία να σε φοβίζει

μια ζωή εγκιβωτίζομαι

εγκιβωτισμός
είναι και κάτι λέξεις που αυτούσιες μου μείνανε απ’ το σχολείο
ή ίσως πάλι ο Όμηρος να ζει μέσα σε όλους μας
βλέπεις
όποιος γεννιέται ποιητής
ποτέ του δεν πεθαίνει μοναχά δολοφονείται εν θερμώ

εν θερμώ να ζήσουμε
για να πεθάνουμε ήσυχα
αλλιώς νομίζω θα πεθάνουμε ουρλιάζοντας φρικτά απ’ τις στερήσεις
και να θυμάσαι πως
ό,τι μας στέρησαν δικό μας παραμένει

έξω έχει άνοιξη και λέω να βγούμε για κυνήγι
βγήκαν προς άγραν έρωτος κι ούτε που τους ξανάδε μάτι ζώου ή ανθρώπου
κι αν για τα νύχια δεν σε νοιάζει ούτε εσένα
τότε αν θες μπορούμε να σκάψουμε
μαζί

να ανακαλύψουμε στα βάθη των χωμάτων
ό,τι μέχρι κι εχθές στρατόσφαιρα μας φάνταζε
και για τα νύχια μη σε νοιάζει
θα φτιάξουμε από αυτά πανοπλίες από κερατίνη
θα τις φορέσουμε στα αποδημητικά πουλιά
κι έτσι του τόπου μας τα χελιδόνια πάντα πίσω θα ξαναγυρνάνε
ψηλά πετώντας θα σπέρνουνε της ελευθεριότητας το μήνυμα
και θα ανθίζει η γη με θερμόαιμα λουλούδια

μην με νομίσεις για αγενή
αλλά τώρα πρέπει πίσω στον κήπο να γυρίσω
νομίζω πως στην πάνω αριστερή γωνιά
φύτρωσε ένα λουλούδι που είχα για πεθαμένο
δεν ξέρω το όνομά του
ξέρω μονάχα πως θα γίνει κάποτε δέντρο με φιλόξενο ίσκιο

πάντως σ’ ευχαριστώ που μ’ άκουσες
συγγνώμη για τις τόσες παρενθέσεις
ελπίζω να μην σε πλήγωσαν οι αγκυλώσεις
εύχομαι να ξανάρθεις σύντομα
να δεις πώς τα λουλούδια αντρειώνονται σε δέντρα
και πώς οι ρίζες τους σπάνε το αστικό πολιτισμένο μπετόν

κι ίσως αν είσαι τυχερός
μπορεί ακόμα ακόμα και να δεις και σκαπανέα να γελά
σπάνιο φαινόμενο και δυσεξήγητον
βροχή χαμόγελων από αγέλαστους και αγέρωχους

όλοι στον κήπο γρήγορα
βρέχει ευτυχία

τω υπερμάχω

το πεπερασμένο της ζωής μας οδηγεί σε σταυροδρόμια
δεν χωράνε όλα μέσα σε μια παρτίδα
κι έτσι άλλοι πίνουν
άλλοι κυβερνάνε
άλλοι αγαπιούνται
και άλλοι αγαπάνε

 

δεν προλαβαίνω να χωρέσω μέσα σε δυο τρεις τέσσερις σελίδες
μία πλημμύρα του μυαλού αλλιώτικη απ’ τις άλλες
το βλέμμα που θαρρείς πως δεν κοιτάζει πουθενά
είναι του ανθρώπου εκείνου που μέσα από την παρατήρηση έγινε σοφός

λοιπόν, στα κράσπεδα του άστεως των φτωχών
περιπλανήθηκα όλο τούτο το μαρτιάτικο πρωί
ανακριτής ο ήλιος μου και εφέσιμη η ποινή μου
άλλοτε βέβαια τα πεζοδρόμια ήσαν πιο φιλόξενα
-κι αν δηλαδή το δέρμα μου ήταν μελαμψό
τι θα άλλαζε σε μένα-
πάντως εγώ
ακροβατώντας επιδεικτικά ανάμεσα στους επιβήτορες του κρατικού μηχανισμού
και στους θεούς μου που εντός ναού δεν θα τους βρεις
-στέκονται αγαλματένιοι στις πλατείες·
περιστερώνες ιδεών-
απεγνωσμένες έστειλα στα σύννεφα ευχές
να ερωτοτροπήσουν λίγο ακόμα με τις στάλες της βροχής
μέχρι ο ηλιάτορας συμπέρασμα να βγάλει
αν πρέπει έγκλειστη κάπου να ζω
-τι κλινική τι φυλακή· τα κάγκελα είναι που πονάνε-
ή μήπως λόγω ανέντιμου προτέρου βίου
θα συνεχίσω το περπάτημα στα άστη και στα πέριξ
θα τυραννώ τον έρωτα κι ας ζω με την ελπίδα
πως η επιστήμη κάποτε το φάρμακο θα δώσει
με ένα χαπάκι μαγικό να μην ξαναρρωστήσω
να γίνει ο έρωτας ζωή· να μην με κρεβατώνει

απόψε ξέρεις, οι χριστιανοί σε εκκλησία θα μπούνε
της θεοτόκου οι χαιρετισμοί θε να τους ανυψώσουν
μα εγώ κοντράρω το θεό και ανάποδα ρωτάω
πότε τους αποχαιρετισμούς οι άνθρωποι θα αντέξουν

 

 

όταν οι εραστές βρουν έναν τρόπο
το τραύμα του αποχαιρετισμού
αναίμακτα να ζούνε
τότε ο έρωτας θα ‘χει
το θάνατο αναμφιβόλως
δια παντός νικήσει

Überlin

*

Όμως, θεωρώ το Βερολίνο καρδιά της Ευρώπης, γιατί εκεί έλαμψε ο τόσο σημαντικός (και σχεδόν άγνωστος) πολιτισμός της εποχής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, γιατί εκεί σχεδιάστηκε η εξόντωση όλων των ευρωπαϊκών λαών (αρχίζοντας από τους ρώσους, τους εβραίους και τους τσιγγάνους, γιατί εκεί ο Κόκκινος Στρατός συνέτριψε το χιτλερικό όνειρο, και, γιατί εκεί εκφράζεται με τον οξύτερο τόνο η μάχη των δύο Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτά τα εξ αντικειμένου γεγονότα γέννησαν τη μυθολογία του Βερολίνου, που επενεργεί πάνω μας εξ υποκειμένου. Η μυθολογία του Βερολίνου σκεπάζει, σαν πυκνή ομίχλη, αυτό τούτο το Βερολίνο. Όλοι μας είμαστε θύματα της μυθολογίας του Βερολίνου.

[Ηλίας Πετρόπουλος, Η Μυθολογία του Βερολίνου, 1988]

*

[νότα // δωμάτιο στο άμστερνταμ // ρηχά τα όνειρά σου // και πάλι μινόρε μάγκες // νότα]

427309_2815104091629_1486779482_n

*

[02.10.2011]

Ανεβαίνω στο αεροπλάνο. Σκουπίζω τα μάτια μου με την μπλούζα μου. Λες να μουτζουρώθηκα; Βρίσκω τη θέση μου, κάθομαι, δένω τη ζώνη ασφαλείας. Ίσως η πιο ανασφαλής στιγμή της ζωής μου κι εγώ ήμουν δεμένη με ζώνη ασφαλείας. Αν και δεν υπάρχει πολύς χώρος στα πνευμόνια μου- ή τουλάχιστον έτσι νιώθω- προσπαθώ να πάρω μια βαθιά ανάσα. Κλείνω τα μάτια. Αυτό ήταν.

Όταν πολύ γλυκά και ευγενικά η αεροσυνοδός με ξύπνησε, βρισκόμουν σε άλλη χώρα. Άνοιξα τα μάτια μου μετά από έναν λήθαργο τριών περίπου ωρών. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Όπως μάλλον συμβαίνει με όλα τα όμορφα πράγματα, δεν ανακαλώ παρά στιγμές. Ξεκομμένα καρέ από μια ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ. Φιλοξενούμενη σε ένα σπίτι αγνώστων, φιλοξενούμενη σε μια χώρα αγνώστων, φοιτήτρια σε μια από τις καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές της Ευρώπης, ελεύθερη για πρώτη φορά στη ζωή μου στην πόλη που γεννάει κάθε τόσο κινήματα και τάσεις και διατάζει κάθε εκατό περίπου χρόνια τη δολοφονία ολόκληρων λαών. Μια Ελληνίδα στο Βερολίνο εν έτει 2011 είναι περίπου σαν ένα πρόβατο στη στάνη τη Μεγάλη Παρασκευή το σούρουπο. Οι αντίστοιχες βλέπεις γερμανικές εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας κάνουν κι εδώ το θαύμα τους· οι τεμπέληδες Έλληνες σας παίρνουν τις συντάξεις, ενημερώνουν το γερμανικό λαό, κι εγώ ψάχνω υπόστεγο να προστατευτώ από τη βροχή και την κακία που γεννάνε οι ρεπόρτερς συμφερόντων.

Ας είναι.

*

Κάθε μέρα λύνω δέκα προβλήματα και ξεπετάγονται ενώπιόν μου άλλα είκοσι. Οικονομικά, πρακτικά, τεχνικά, επικοινωνιακά, ουσίας, συναισθηματικά, εκπαιδευτικά. Ο ήλιος εγκαταλείπει την πόλη γύρω στα τέλη του Οκτώβρη και την ξεχνά εντελώς για ένα εξάμηνο. Γύρω στις τρεις νυχτώνει. Το καλησπέρα με το καληνύχτα συγχέονται. Όσο για το καλημέρα, όταν προφέρεται γκούτεν μόργκεν δεν έχει την ίδια γλύκα.  Εξάλλου η δήθεν επάρκειά μου στη γερμανική γλώσσα αποδεικνύεται άχρηστη. Τι να τα κάνω όλα τα ανώμαλα ρήματα και τους αρχικούς τους χρόνους όταν δεν μπορώ να παραγγείλω μισό κιλό κρέας;

Καταλαβαίνω από τις πρώτες κιόλας μέρες ότι τίποτα εδώ δεν θα είναι εύκολο και ότι η ζωή μου εδώ θα μοιάζει μόνιμα με μια σκυταλοδρομία μετ’ εμποδίων. Ξεπερνώντας τα εμπόδια που βρίσκονται ριζωμένα στο γερμανικό έδαφος, η σκυτάλη παραδίδεται στις χρόνιες αδυναμίες της γράφουσας, που τώρα πρέπει να τις αντιμετωπίσει εκούσα άκουσα. Πάνω στην πρώτη κρίση πανικού που δεν σηκώνω το τηλέφωνο, δεν ανοίγω το σκάιπ, δεν πιάνω μολύβι και χαρτί, δεν παίρνω αλλόφρων τους δρόμους, ξέρω βαθιά μέσα μου πως εγώ γι’ αυτό ήρθα μέχρι εδώ· κανένα μεταπτυχιακό, κανένας σύντροφος, καμία καινούρια παρέα, καμία εμβάθυνση στη γερμανική νύχτα και μπύρα. Εγώ ήρθα μέχρι εδώ για να λύσω και να λυθώ. Και η λύση έρχεται όταν σκάβεις με μανία μέσα σου, ξαναπιάνεις τις εξισώσεις εκείνες που σε ταλανίζουν από τα δώδεκα, το πυθαγόρειο θεώρημα ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου και ξεκινάς, μόνος, αδύναμος και αβοήθητος να αποδείξεις με τι ισούται η ζωή σου υψωμένη στο τετράγωνο. Υψωμένη πάνω στο τείχος που η δειλία σου έχτισε ανάμεσα σε σένα και την αλήθεια σου. Δυτικός και Ανατολικός Εαυτός ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια Ψυχρού Πολέμου και αποφασίζουν να ξαναμοιράσουν τις ζώνες επιρροής του καθενός.

Αποφεύγω τώρα πια να μιλάω για τον ομορφότερο χρόνο της ζωής μου, υπάρχουν τραγούδια που μόλις τα πετυχαίνω στα ερτζιανά αλλάζω σταθμό πάραυτα, γιατί αλλιώς μια τεράστια θλίψη απλώνεται μέσα μου για κείνο που ‘φυγε και πια δεν ξανάρχεται. Το Βερολινάκι μου.

*

// don’t forget to change // it will save you // chasing in the city with the stars //

Εκείνοι οι ατελείωτοι περίπατοι σε γνωστές και άγνωστες γειτονιές της τόσο όμορφης αυτής πόλης λείπουν τώρα από την καθημερινότητά μου. Φωτογράφιζα με τα μάτια τα κτήρια, το χρώμα του ουρανού, το νερό του ποταμού, την προτομή του Μπρεχτ, τους δρόμους με τα ονόματα των ποιητών, τις πλατείες με τα ονόματα των γεννητόρων του σοσιαλισμού, τα «δεν ξεχνώ» μνημεία των φονιάδων του ναζισμού, όλοι μαζί και όλοι χώρια σ’ αυτόν τον τόπο, όπου περπατούσες υπήρχαν μνήμες πολέμου, το όνομα Αδόλφος απαγορευμένο δια παντός να το ξεστομίσεις, οι νεοναζί με τις γελοίες παράτες τους, το γεμάτο μετανάστες και αδέκαρους καλλιτέχνες Κρόιτσμπεργκ, οι χαμογελαστοί Τούρκοι με τα καλύτερα ντονέρ που έφαγες ποτέ στη ζωή σου- Τούρκοι, αδέλφια μου, στο χαμόγελό σας βλέπω το χαμόγελο του αδερφού μου, του φίλου μου, του πατέρα μου, του συντρόφου μου.

// es geht kein Weg zurück // die Welt ist bunt und schön // es gibt auch ein Wiedersehen // immer vorwärts Schritt um Schritt //

Οι τυπικοί Γερμανοί, ευγενικοί σχεδόν πάντα εξ αποστάσεως, οι άγαρμποι νέοι που δεν ξέρουν καλά καλά να φλερτάρουν- βλέπεις οι Τούρκοι τους παίρνουν τις καλύτερες γυναίκες– οι καθηγητές μου στο Πανεπιστήμιο που μου εκφράζουν τον υπέρμετρο θαυμασμό τους για την Ελλάδα και τους επιστήμονες που παράγουν έργο, είχα καθηγητή τον κύριο Τσάτσο, μου λέει ένας καθηγητής του Ποινικού Δικαίου και στη συνέχεια με εξετάζει- φευ!- προφορικά στο Ειδικό Ποινικό Δίκαιο σαν ίσος προς ίση, κι εγώ δεν μπορώ να μην ανακαλέσω το ύφος των καθηγητών μου στη Νομική Αθήνας, που με αντιμετώπιζαν περίπου σαν μυρμήγκι· βλέπεις, ούτε στη Δ.ΑΠ. ήμουν γραμμένη, ούτε το όνομά μου ήταν γνωστό, ούτε στα πρώτα έδρανα κάθισα ποτέ.

*

Αλλά είπαμε, εγώ δεν ανέβηκα μέχρι το Βερολίνο για να προσθέσω ένα μεταπτυχιακό στο βιογραφικό μου. Ανέβηκα για να ξαναγράψω το βιογραφικό μου με άλλο ύφος, άλλους όρους, άλλη γραμματοσειρά. Έτσι, οι βιβλιοθήκες και τα αμφιθέατρα δεν με έβλεπαν παρά όταν ήταν αναγκαίο. Οι δρόμοι, οι σταθμοί του μετρό, τα πάρκα, οι πλατείες, οι καινούριοι άνθρωποι, οι παλιοί παλιάνθρωποι που άφηνα οριστικά πίσω μου, οι παλιοί φίλοι που με συντρόφευαν ακόμα, το αναμέτρημα με τις δυνάμεις μου, τα σκοτεινά μπαρ, οι ποικιλίες της πάμφθηνης μπύρας, τα δρώμενα του δρόμου, το σπίτι μου- το βασίλειό μου- τα μαύρα σύννεφα του ουρανού, το πάλλευκο χιόνι που σκέπαζε τα πάντα, η ευτυχία του πεντάευρου για πέντε μέρες- ένα Ευρώ ημερησίως απαρεγκλίτως– η συνάντηση μετά από μήνες με τη μάνα, με τον αδερφό, με τους φίλους, με όλους όσοι ήρθαν να με επισκεφθούν, το μεθύσι με την επίγνωση ότι μετά είσαι η μόνη υπεύθυνη να περιθάλψεις το σώμα σου, το κλειδί που μπαίνει στην πόρτα και είσαι μόνος με τον εαυτό σου- διάολε, αναγκαστικά πρέπει να αγαπήσεις αυτό το πρόσωπο, αυτά τα χείλη, αυτό το βλέμμα- όλα τούτα είναι που σε κάνουν πολίτη· του κόσμου και του εαυτού σου. Μαθαίνεις να κλαις με λόγο και να χαμογελάς αναίτια. Εκτιμάς αυτό που μόλις πετάγεσαι από τη μήτρα παλεύουν να σε κάνουν να το λησμονήσεις· τη ζωή της ομορφιάς και την ομορφιά της ζωής.

Μαθαίνεις να ζεις.

*

1451998_10152087056391979_1509812661_n

[02.01.2012]

Και κάπου εδώ αποφασίζω. Τα αεροδρόμια δεν μου αρέσουν. Ο αποχωρισμός, ο αποχαιρετισμός, το μάτι που γυαλίζει αλλά παριστάνει πως γελά. Όχι, τα αεροδρόμια δεν μου αρέσουν. Αγγίζεις κάποιον, τον αγκαλιάζεις, τον φιλάς. Και φεύγει. Πονάει η στιγμή. Και μετά δεν θες να γυρίσεις στο σπίτι, θες να ξημερωθείς τριγυρίζοντας στην πόλη. Μα εδώ είναι  Βερολίνο, γλυκιά μου. Βρέχει και κάνει κρύο, δεν σε βοηθά ο καιρός να ξεχάσεις, να ξεχαστείς. Πρέπει να γυρίσεις στο σπίτι σου. Μεγάλη αλήθεια αυτή. Τη συνειδητοποίησα μόλις την έγραψα. Η πόλη, η χειμωνιάτικη πόλη, δεν σε βοηθά να ξεχάσεις. Σε προκαλεί να αναμασάς συνεχώς, να θυμάσαι, σου θυμίζει συνέχεια κάτι. Το οικείο της πόλης ξαφνικά δεν μου είναι τόσο ευχάριστο. Αν ψάχνεις τόπο για να ξεχάσεις και να ξεχαστείς, μην έρθεις εδώ. Όχι, δεν είναι η πόλη της λησμονιάς. Ήρθα εδώ γεμάτη λαχτάρα να ξεχάσω, να αδειάσω από όλα, να ξαναγεμίσω με καινούρια, να γίνω μια άλλη. Μάταιος κόπος. Είμαστε ό,τι έχουμε ζήσει. Είμαστε ό,τι κουβαλάμε. Φεύγοντας από κάπου, είμαστε ακόμα περισσότερο μια τρισδιάστατη φωτογραφία του παρελθόντος μας. Πολύ περισσότερο εδώ, στο Βερολίνο. Σε κάθε γωνιά της, η πόλη μου κρύβει καθρέφτες. Κοιτάζω και με βλέπω μικρό παιδί, κοριτσάκι, έφηβη, φοιτήτρια. Ξημερώνει κι έγινα δέκα χρόνων παιδάκι που θέλει τη μαμά του να το κρατάει από το χέρι για να νιώθει ασφάλεια. Βερολίνο, η πόλη της υπενθύμισης. Και της ανασφάλειας. Αν και αυτό το τελευταίο δεν είναι θέμα πόλης θαρρώ. Είναι προσωπική μου χειραποσκευή, την κουβαλώ παντού. Βερολίνο λοιπόν, η πόλη της θύμησης. Και, όχι, δεν μου αρέσουν τα αεροδρόμια.

*

Κι ύστερα; Κάποτε έρχεται η στιγμή που πρέπει να πεις το Μεγάλο Ναι ή το Μεγάλο Όχι. Και τώρα τι κάνουμε; Η Ελλάδα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη θλίψη και το θάνατο, ψάχνεις απεγνωσμένα λόγους για να γυρίσεις. Ό,τι έμαθες ήρθε η ώρα να μεταλαμπαδευτεί στο επόμενο στάδιο της ζωής σου. Αν υποθέσουμε ότι η λέξη «λόγος» ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη «λογική», μέρα με τη μέρα συνειδητοποιείς ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να γυρίσεις εκεί, από όπου ο κόσμος φεύγει κατά εκατοντάδες για να βρει μια καλύτερη ζωή. Κανένας λόγος εξόν από έναν· την αγάπη.

Θαρρώ πως η αγάπη κινεί τα ορατά και αόρατα νήματα της ζωής μας. Η παρουσία ή η απουσία της μισοκρύβεται πίσω από κάθε μας απόφαση. Όπως αγάπησες, όποιον αγάπησες, όσο αγάπησες, ό,τι αγάπησες εδώ ήρθε ο καιρός να το ταξιδέψεις και να το φτάσεις σ’ εκείνη τη μικρή και ώρες ώρες αστεία χώρα που γουστάρει να σε πληγώνει, να σε δοκιμάζει, να σου ζητά να της αποδείξεις την αγάπη σου με τους πιο απαιτητικούς τρόπους.

Ξέρω πως τώρα πια θα ζω με μια νοσταλγία που δεν θα θεραπευτεί. Αλλά αποφασίζω να ακούσω τις ψιθυριστές ενστικτώδεις φωνές που μου γαμάνε το κρανίο*. Ό,τι με έφερε μέχρι εδώ με ξαναστέλνει στην Ελλάδα.

Για να παλέψω.

Μάλλον δεν ξέρω να κάνω και κάτι άλλο.

Εγώ θα γυρίσω.

*

[22.11.2012]

Κραυγή κατάντησε αυτό το κείμενο, μια χώρα που ουρλιάζει είμαστε, με μια ανάσα στα είπα όλα, κάτσε να πιούμε μια μπύρα και θα κοιμηθούμε μετά. Θέλω να σε ευχαριστήσω. Περάσαμε τον καλύτερο ίσως χρόνο της ζωής μας εδώ. Αυτό το παράθυρο και αυτή η μυρωδιά του τρένου θα μας ενώνουν για πάντα. Αλλά τώρα πρέπει να φύγω. Θέλω να φύγω. Με περιμένουν, το καταλαβαίνεις;

Όχι, εγώ θα γυρίσω. Πάω κόντρα στους καιρούς, σάμπως πάντα ανάποδα δεν πήγαινα; Τουλάχιστον ζω αυτό που νιώθω. Δεν έχω άλλο τρόπο να το αντιμετωπίσω αυτό, δεν έχω άλλη επιλογή, δεν θα με διώξουν, δεν θα μας γονατίσουν, ακούς; Θυμάσαι τι σου έλεγα; Το κεφάλι ψηλά. Να τους το τρίψουμε στη μούρη το Arbeit macht frei. Θα γυρίσω, μ’ ακούς; Να με περιμένεις στην Αθήνα. Και να με αγαπάς. Θυμήσου.

Αυτή είναι η δική μου πατρίδα.

Αυτή είναι η δική μου επιστροφή. 

Das ist mein Zurück.

Για το μαύρο χελιδόνι από την αραπιά και για το άσπρο περιστέρι από τον τόπο μου.

Εγώ θα γυρίσω.

*

[30.11.2012]

Το αεροπλάνο προσγειώνεται. Μια καταταλαιπωρημένη κοπέλα κατεβαίνει από το αεροσκάφος. Τα βήματά της κάνουν ταλάντωση ανάμεσα στην απορία και την αποφασιστικότητα. Στην έξοδο την περιμένουν οι φίλοι της. Μισή ώρα μετά, τα γέλια της παρέας, που γιορτάζει την επιστροφή πίνοντας κάπου καφέ, ακούγονται σε όλη την Αθήνα, σε όλη την Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη, φτάνουν μέχρι το Βερολινάκι.

Εμείς θα ζήσουμε, ρε.

// θα δούμε άραγε // ξανά μαζί ποτέ // το χιόνι του Δεκέμβρη // απόγευμα να πέφτει // έξω απ’ τη τζαμαρία // του μπλάιμπ-τρόι καφέ //

*

[νότα // μπερλίν // αχ // ντου // μπερλίν // νότα]

 

* στίχος των Κόρε Ύδρο.

κατά ριπάς

015

 

όταν τα σύννεφα θυμώνουν

– μπορεί και όταν χαμογελούν ή κι όταν παίρνουν την απόφαση να πουν ένα τραγούδι και κουνάνε ρυθμικά τα χείλη τους-

αφήνουν να ξεσπάσει ένας λυγμός·

 

το σχήμα της σταγόνας της βροχής

είναι σχήμα οξύμωρο

-και εντέλει το καλό με τα οξύμωρα σχήματα είναι ότι τα περιέχουν όλα μέσα τους-

από τη μια της πλευρά η σταγόνα είναι στρογγυλή

και από την άλλη μυτερή

χαϊδεύει και τρυπάει ταυτόχρονα·

σε μια σταγόνα βροχής είναι κλεισμένοι

ένας άντρας και μια γυναίκα

 

όταν πέφτει πάνω σου το νερό της βροχής

κάπου δυο παιδιά φιλιούνται στο στόμα για πρώτη φορά

– κι ίσως οι δυο αυτές στιγμές να μοιάζουν μεταξύ τους· είναι το αμήχανο και άβολο εκείνο χρονικό σημείο που για κάποιον λόγο δεν θέλεις να τελειώσει-

 

είναι το φαινόμενο της σταγόνας

που μπορεί να μεταμορφωθεί σε μαρτύριο

από τη μια στιγμή στην άλλη

 

κι ίσως πάλι να μην είναι τυχαίο

που βροχή και κλάμα

έχουν το ίδιο σχήμα

και την ίδια πορεία

 

το χώμα καταπίνει τη σταγόνα

το στόμα καταπίνει το δάκρυ

– περήφανη λέξη· διάλεξε το δύσβατο ύψιλον-

 

κι ίσως το λάθος του πολιτισμού να είναι αυτό·

οι υπόνομοι καταπίνουν τώρα πια τη βροχή

τα μαντήλια παίρνουν μακριά τώρα πια το κλάμα

έτσι που να μην θυμάσαι τι χρώμα έχει η βροχή

και τι γεύση έχει το κλάμα

και κανείς δεν απορροφά κανέναν·

 

και η γη

όπως και το στόμα

στεγνώνουν

τώρα πια

 

κι έχουν τόση θλίψη μέσα τους

τα χωράφια

και τα χείλη

αλλά δεν ξεσπούν·

 

γιατί δεν ξέρουν να κλαίνε.

 

και τι τραγούδια να τραγουδάνε άραγε τα σύννεφα;