sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: γέννα

in absentia

να ‘χει πόρτα ανοιχτή και να μην έχει θάλασσα
κ. γ.

10394624_761334710603012_7565560754540956912_n

ποιες λέξεις να ξεγεννηθούν από την κατάρα της αλήθειας
απόμεινα μόνη χωρίς μαιευτήρα χωρίς μνηστήρα
χωρίς πατέρα της μύχιας ασχήμιας μου
κι έτσι με στόμα ραμμένο ατσάλινο
και κομμένο στα μέτρα σας
θα συνεχίσω
άχαρη και δυστυχής
με παγωμένο χαμόγελο και δαγκωμένο κραγιόν
αλωμένη
κατακτήτρια
άλαλη
αναίσθητη από έρωτα
ανέπαφη από επετείους
αδήλωτη στην εφορία
απροετοίμαστη μπροστά στην ευφορία
ανυποχώρητη στη δυστυχία
και στέρφα από ζωή

 

φωτογραφία: niwse

Advertisements

η μπαλάντα των αντίχριστων

μια εντύπωση. νιώθω σα να χτίζω εκεί που δεν στεριώνει τίποτα.
μια εμμονή. συνεχίζω να προπαγανδίζω ιδέες ασαφείς.
μια ανάγκη. αυτιστικά αναζητώ τον μέγιστο κοινό διαιρέτη στο ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο
ν. α.

10406469_10203200208180918_8672930402534808982_n

κάτι λίγες ελάχιστες στιγμές
που η μπύρα έχει αλλιώτικη γεύση
κάτι σπάνιες αγαπημένες νύχτες
που οι άνθρωποι κλαίνε παρέα εξ αποστάσεως
κάτι πρωινά που περιμένεις ανυπόμονα το κουδούνι να χτυπήσει
που ο ταχυδρόμος σου φέρνει ανεπίδοτη επιστολή
κάτι μεσημέρια φθινοπωρινά και ηλιόλουστα
που το γράμμα σου βρήκε ύστερα από χρόνια τον παραλήπτη του

μου μυρίζει αλλιώτικα απόψε ο καπνός
όχι αμερικάνικος ούτε ελληνικός
απόψε καπνίζω κάτι που ‘ρθε από κείνη τη γη
που δεν υπάρχουνε σύνορα
που όσοι αγαπιόμαστε καθόμαστε παρέα στο μπαλκονάκι
με τις αλυσίδες μας σπασμένες

αν η ζωή είναι κρασί
εμείς διαλέγουμε τις χρωστικές που θα της δώσουνε το χρώμα
διάλεξα πάντα το μαύρο της οργής και το κόκκινο της αγάπης
κι ύστερα έμαθα πως είναι κι άλλοι σαν εμένα εκεί έξω
που δακρύζουνε συχνά και βρίζουνε το θεό ακόμα πιο συχνά
όχι γιατί τον μισούν αλλά γιατί τον θεωρούν δικό τους άνθρωπο

αυτή είναι η διαφορά
οι αντίχριστοι νιώθουμε τον ναζωραίο δικό μας
γείτονα, εραστή, φίλο, ξάδερφο, επαναστάτη

υπάρχουνε άνθρωποι που γεννήθηκαν χωρίς να κλάψουνε
αλλά έχουνε πάντα μια συγκίνηση στα μάτια
τίποτα πιο ερωτικό από τα υγρά βλέμματα
κι ας πουλάνε σαν τρελά τα πορνό με τα υγρά κορμιά

αλλιώτικη γεύση έχει απόψε ο λυκίσκος
αλμυρή μπύρα και γλυκά δάκρυα
για έναν κόσμο που πρέπει να αλλάξει
γιατί άλλο δεν μας έμεινε να κάνουμε πια
φτάσαμε στην εσχατιά του ψέματος
τελειώσανε οι προφάσεις
αδειάσανε τα πτυελοδοχεία των εξηγήσεων
σπάσανε οι αμφορείς της πολυλογίας
και γκρεμίστηκαν τα αυθαίρετα της αδικίας

ίσως πάλι να πιστέψετε πως σάλεψα
ίσως πάλι αύριο πρωί πρωί
εισαγγελική παραγγελία να δοθεί
διατάσσει τον εγκλεισμό σε ίδρυμα ευαγές
καθώς η κατάστασις κρίνεται ιδιαιτέρως κρίσιμη για τη ζωή της
καταδικάστε με στην εσχάτη των ποινών
διατάσσει υποχρεωτική εικοσιτετράωρη παρακολούθηση
προγράμματος ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού
και κατόπιν ενέσεις πολιτικής αισιοδοξίας εν αναμονή του μεσσία
όμως μη λησμονήσετε
όταν εγώ εδώ δεν θα ‘μαι
πως παρέα με τον κεμάλ νέα απόφαση ελάβαμε
πως έφτασε η ανεπίστρεπτη στιγμή
να αλλάξει ο κόσμος άρωμα υφή οσμή και γεύση

Νήσος Ελένη

388449_2374991089079_1802381414_n

τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά

Μάνος Ελευθερίου

 

γνωρίζει τάχα άραγε κανένας από σας
πως η φόνισσα του άντρα της η Κλυταιμνήστρα
αδερφικά την κόρη μου Ιφιγένεια μεγάλωσε;

γνωρίζετε άραγε όλοι εσείς
που απόψε την πόρτα μου βιαίως την χτυπάτε
ζητώντας να τιμωρηθώ σκληρά
για ολάκερο το αίμα που χύθηκε τότε στο Σκάφανδρο
τα βάσανα, τις γέννες μου, τους άντρες, τις αγάπες;

σε πόσα τάχα κρεβάτια με ξάπλωσε η ομορφιά αναρωτιέστε
-έχε στο νου σου πως οι μάχες οι μεγάλες δόθηκαν πάντα από εραστές-
με καταράστηκαν θνητοί και αθάνατοι
γιατί υπήρξα όμορφη σε εποχές που απαγορευότανε η ελπίδα
γεννήθηκα την εποχή των άμορφων
καταδικάστηκα από τέρατα
σύρθηκα πα’ σε κράσπεδα
-κάθε εποχή έχει και τη Μαγδαληνή της-

κι ήτανε ξέρετε πάντοτε για τους εραστές μου
συνθήκη και αναγκαία και ικανή
πως ένα κορμί με δάχτυλα μακριά και βλέφαρα υγρά
χρεία άλλου πράγματος δεν έχει για να ‘ναι ευτυχισμένο

όμως οι Μοίρες
που άλλο δεν είναι απ’ τις Επιθυμίες πράγμα
αλλιώς φαντάστηκαν την ομορφιά μου να πεθαίνει

γιατί τα τρόπαια το ποδόσφαιρο αφορούν
γιατί τα είδωλα τις θρησκείες ενδιαφέρουν

μάθετε τώρα όλοι εσείς οι υποψήφιοι βασανιστές μου
οι γιοι και οι πρόγονοι των εσατζήδων
πως πάτησα σε άγια γη
πως γέννησα την Επανάσταση απέναντι απ’ το Λαύριο
πως άγγιξα όλες τις πληγές εκείνων που με αίμα υπογράψανε για τη δική σας την Ελευθερία

ποτέ λοιπόν στην Τροία και καμιά Αίγυπτος
-ίσως μια στάλα Βερολίνο· ποιος το ξέρει-
κατάφερα και φύτεψα φτερά στις πλάτες μου
κι έφτασα ένα ξημέρωμα στο Μακρονήσι
αρνήθηκα κόρες και γιους κι ανέβηκα κρυφά σε άλογο
έχτισα μόνη τα κελιά της απομόνωσης του μέλλοντος
χάιδεψα βότσαλα που κάποτε θα ζωγραφίσουν ποιητές
έκλαψα για αιώνες για τους ήρωες της χώρας
έθαψα κάπου κόκκινο μαντήλι από ερωτικά υγρά εμποτισμένο
χάραξα ένα έψιλον σε αμμουδιά κρυφή
για να θυμάται κάποιος κάποτε στο μέλλον
πως η Ελένη έζησε ουρλιάζοντας για Αγάπη
πως η Επανάσταση είναι της Ομορφιάς η κόρη
πως η Ελπίδα γέννησε καρπούς στο Μακρονήσι

άκου βασανιστή κορμιών ψυχών και ηρώων
μάθε πως οι Αθάνατοι μου είπαν την Αλήθεια
μάθε πως τ’ αηδόνια γίνανε σύμμαχοι της Λευτεριάς
έχε στο νου σου πως στην Άγια Μακρόνησο
μη με λησμόνει άνθος δε θεάθηκε ποτέ
γνώριζε ακόμα πως του Διηφόβου η γυναίκα άνοιξε νύχτα την κοιλιά της
για να ξεπεταχτούνε από μέσα της οι άλικοι εξεγερμένοι όλου του κόσμου

από καταβολής του κόσμου βλέπεις οι παραμυθάδες με ονόμασαν Ωραία
τι κι αν εγώ ήθελα πάντα να προτάσσω το Γενναία
με φίμωσαν οι ιστορικοί μετά των χαρτοφυλακίων τους
νόμισαν βλέπεις πως ο πόλεμος κερδήθηκε κι εγώ πως πάει, πέθανα

μα εγώ αγάπησα βαθιά τον Πολυμήχανο
που ήρθε ένα σούρουπο έξω απ’ της Θέμιδος το Μέλαθρον και με συνάντησε
μου ‘βγαλε τα φτερά και μου ‘μαθε ξανά να κολυμπώ
-η μάνα μου ήτανε γοργόνα και οι Διόσκουροι ιχθείς του ποταμού-
φτάσαμε απέναντι όταν πια βράδιαζε ο Απρίλης
σταθήκαμε στην εσχατιά της Αττικής που Λαύριο ονομάστηκε
-μόνο και μόνο θαρρείς για να ‘χει μέσα του το Αύριο-
κι αποφασίσαμε πως ήρθε η ώρα πια καμπάνες νίκης να ηχήσουν
χαράξαμε σ’ ένα παγκάκι ποιήματα που γράψαμε πριν από εικοσαετίες
και αγκαλιαστήκαμε σφιχτά πετώντας μες στη θάλασσα για πάντα τη Σιωπή

λοιπόν επίδοξοι βασανιστές δηλώνω τώρα διάφανη
μίλησα την αλήθεια μου κι έσπασα τα δεσμά μου
οι κόρες μου και οι γιοι μου ξέρουνε πια την πάσα αλήθεια
σκοτώστε με δυο και τρεις και εφτά φορές
κι εγώ υπόσχομαι τις στάχτες μου πέρα στο Μακρονήσι να τις στείλω
να φοβηθεί ο Θάνατος
να θρέψει η Ελευθερία.

 

υδρογόνο δύο οξυγόνο

14437_1232769894263_1284504_n

 

γρήγορα μαζευτείτε γύρω από τη φωτιά
η φλόγα θα ζεστάνει τα λόγω έξης αποστεωμένα σας μυαλά
σιμώστε να σας πω ένα μυστικό
γνωστό βεβαίως από καταβολής της γραμμικής γραφής

*

λοιπόν οι άνθρωποι όταν γεννήθηκαν ήξεραν να αγαπάνε
μετά η αγάπη λησμονήθηκε σαν εραστής της νιότης
από τη γέννα ως το θάνατο παλεύεις για να θυμηθείς
τι ήταν αυτό που δάσκαλοι και αρχόντοι και εχθροί
στη λήθη σε ανάγκασαν για πάντα να το θάψεις

ξέρετε
όλοι μας κουβαλάμε πάνω στην πλάτη μας ένα νησί
– κάθε ψυχή και Αμοργός, αγαπημένε ποιητή –
ψάχνουμε όρμο για να απασφαλίσουμε
να ρίξουμε μέσα του με φόρα το νησί μας
τη νέα προσωπική μας γεωγραφία για να φτιάξουμε

υπήρξε κάποτε ένας άνθρωπος
– περίγελως σύμφωνα με τη γειτονιά –
που ανέβηκε ψηλά στα χιόνια
ύστερα έσκαψε βαθιά στα ορυχεία
κατόπιν αντέστρεψε τα νερά των ποταμών
στο τέλος βούτηξε στη λάβα του βεζούβιου
έψαχνε βλέπεις για κείνο το λιμάνι
έναν κολπίσκο πράσινο για το δικό του το νησί

κάποτε έφτασε σε μια πόλη γκρίζα, άχαρη και ξένη
– μα πού ακούστηκε λιμάνι ατόφιο ανάμεσα σε όρη –
ασφυκτιούσε εξαρχής· ξεκίνησε να φύγει
ξάφνου σταμάτησε άφωνος
εκεί πάνω στα γκρίζα πεζοδρόμια της πόλης των ενστόλων πλεονασμάτων
εκεί που ράμπες για τους ονειροπόλους
κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να βάλει
μια νύχτα άρχισε ένας χείμαρρος ορμητικός να τρέχει

την άλλη μέρα τα εξώφυλλα κατηγορούσαν τους δημάρχους
– πέσαμε βλέπεις σε περίοδο ακραίας ψηφοθηρίας –
πως τάχα χωματουργικώς δεν φρόντισαν την πόλη
να θάψουνε πολύ βαθιά τα αιώνια ποτάμια
να μην τα ξαναδούν οι άνθρωποι
να μην τα ξαναγγίξουν
μην τύχει κι ίσως θυμηθούν τον αιώνιο προορισμό τους

μα εκείνο το ποτάμι αντέδρασε και δήλωσε παρόν
– και μέλλον και παντοτινό –
κι έτσι ο ήρωάς μας πήρε απόφαση γενναία
τη γεωγραφία της ζωής του πλάι σε κοίτη ποταμού να ζωγραφίσει
ίσως να σάστισε λιγάκι μόνο στην αρχή
πώς ζωγραφίζεις άραγε
και πώς κοιμάσαι
πλάι σε κάτι που αενάως κινείται;
ύστερα βέβαια κατάλαβε πως
η κίνηση είναι η ίδια η ζωή
πως στην αβεβαιότητα γεννιέται η σιγουριά

αν ψάχνεις την αθανασία
μες σε βιβλία Φυσικής είναι γραμμένη
αρχή διατήρησης ενέργειας και πάθους και ιδεών

*

τώρα που ζεσταθήκατε ξέρετε πια για τα καλά
γιατί στις πόλεις τα ποτάμια θάφτηκαν βαθιά μέσα στο χώμα
οι δυστυχείς και αμνήμονες χτίζουνε πόλεις φαντασμάτων
όπου κι αν είστε πάντα να ψάχνετε για το νερό
να σας ξεπλένει τη φθορά
να σας θυμίζει την αλήθεια
να σας στερεί τη σιγουριά
και να σας ζωντανεύει

poeta poetae lupus

L5_Peroulis_02

αναρωτιέμαι αν υπάρχουν ποιήματα

που πρέπει στη γέννα να τα πνίγεις

 

υπήρχε κάποτε μια εποχή που οι μαίες

ρητή εντολή από πάνω λάμβαναν

τις διαφορές στο στίχο

στο αίμα να τις πνίγουν

 

κι έτσι χωρίστηκαν οι ποιητές

οι μεν στα πεζοδρόμια

οι δε σε οικειοθελούς αυτοσυγκέντρωσης στρατόπεδα

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

εισπνέουν χημικά και καυσαέριο

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

ρίχνονται κάθε νύχτα στους θαλάμους αερίων

 

όλοι οι ποιητές ζουν ετοιμοθάνατοι

διαφέρει μόνο η ταχύτητα θανάτου

είναι γινόμενο καπνού και σκέψης

 

σημειωτέον, πως στην ποίηση το φύλο αδιάφορο είναι

-μήπως και στη ζωή έτσι δεν θα ‘πρεπε να ήταν;-

δικαίωμα στη μητρότητα έχουν όλοι, άντρες γυναίκες

σημειωτέον, πως δε λέγεται μητρότητα

αλλά σκοτάδι, πόνος, τρόμος και ζωή

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

απέναντί τους έχουν τις πλατείες

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

καταναγκαστικώς χτίζουν συρματοπλέγματα

 

οι μεν αναρωτιούνται για τους δε

ποια αρρώστια τη ζωή τους όρισε

και οι στίχοι τους τις νύχτες

το παιχνίδι της αναίρεσης

απ’ την αρχή ορίζουν

 

μια κυριακή το μήνα

οι θεοί -που από ίδιον συμφέρον μόνο υπάρχουν-

όρισαν δημοκρατικά πως πρέπει

ειρηνική ανταλλαγή των πληθυσμών

για μία μέρα χώρα να λαμβάνει

 

-και πώς αλλιώς να γραφτεί η ιστορία, αν όχι με επίφαση δημοκρατίας των λαών;-

 

κι έτσι αυτήν τη μόνη κυριακή του μήνα

οι αλητήριοι του δρόμου ποιητές

τη μέρα τους μες σε στρατόπεδα αυτοσυγκέντρωσης περνάνε

και οι έγκλειστοι που από το zyclon επιβίωσαν

ξαπλώνουν στα παγκάκια της πρωτεύουσας

 

στο τέλος αυτής της κυριακής

το ανώτατο συμβούλιο νεκρών καλλιτεχνών

πόρισμα βγάζει για τη ζωή και την πορεία των ιδεών

 

μα ακόμα και αυτοί οι ίδιοι οι ποιητές

που ανταλλάξανε το τώρα με του ύστερα τη φήμη

που εδώ και αιώνες προσπαθούν

σε ασφαλές συμπέρασμα να καταλήξουν

και που νικήσαν σε αντοχή

το θεάρεστον του γαιοσκώληκα έργον

ακόμα απόφαση δε βγάλανε

 

ποια να ‘ναι άραγε η πιο μακάβρια φυλακή

ποιο να ‘ναι ίσως το πιο αποπνικτικό κελί

και ποια να ‘ναι επιτέλους η μορφή

αυτής της ίδιας της μαμής

που όλες τις τέχνες ξεγεννάει

 

πώς είναι η ελευθερία

και πώς την ξεχωρίζεις

ανάμεσα στα ψευδοαντίγραφα

που θεοί και πολιτεύματα

εγκαθίδρυσαν;