sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: γέρος

η κρίση στα χρόνια του έρωτα

224828_383508788404348_395524655_n

// γιατί με έφερες απόψε εδώ // θέλω να σου μιλήσω // μόνο μην αρχίσεις τα ίδια σε βαρέθηκα // θυμάσαι πότε ερωτεύτηκες για τελευταία φορά ή έστω για πρώτη // ουφ ευτυχώς νόμιζα θα μου μιλήσεις πάλι για τους αυτοκτονημένους για τους νεοναζί για το δένδια για τους μπάτσους για το γεωργιάδη ευτυχώς άλλαξες θέμα // απάντησέ μου τι θυμάσαι από τον έρωτα // δύσκολη η ερώτηση // τότε να σου πω εγώ θυμάμαι ότι νοσταλγούσα το μέλλον θυμάμαι ότι στα όνειρά μου έβλεπα τι θα συνέβαινε την άλλη μέρα // θυμάσαι ρε το μεγάλο σου τον έρωτα // ένας πασόκος και μισός // πάλι αλλάζεις θέμα // και ποιος σου είπε εσένα ότι άλλαξα θέμα, σας παρακαλώ, άλλη μια γύρα μπύρες φέρτε μας θα τραβήξει η βραδιά // μόνο να μην το ξενυχτήσουμε δουλεύω αύριο // και παλιά δουλεύαμε και πίναμε μπύρες μέχρι το πρωί κι ύστερα κατευθείαν για δουλειά μα πώς αντέχαμε // ο έρωτας μας έδινε φτερά // νιώθω ότι μου κόψανε τα φτερά καταλαβαίνεις εμείς τώρα θα ‘πρεπε να κοιτάμε τον ουρανό να δακρύζουμε και να γελάμε εναλλάξ αλλόφρονες από έρωτα και επιθυμία να κάνουμε ρυτίδες γύρω από το στόμα από την πολυλογία τα φιλιά και τα χαμόγελα και ξέρεις, είναι πολύ σημαντική αυτή η ηλικία γιατί σχηματίζονται οι ρυτίδες έκφρασής μας που θα μας συνοδεύουνε για μια ζωή σκέψου τις γιαγιάδες στο χωριό τα πρόσωπά τους λένε πείνα κατοχή και θάνατος είναι γιατί στα νιάτα τους αυτά ζήσανε έτσι κι εμείς τα πρόσωπά μας θα γράφουνε φτώχεια αυτοκτονία όλα μαύρα φύγε από την ελλάδα όσο είναι ακόμα καιρός πνιγμός θάνατος κρύο χιόνι θέλω να πεθάνω και κάποιος να βάλει στα ηχεία στην κηδεία μου μόνο γιάννη αγγελάκα πού θα πάει θα ξεκολλήσει // περάσανε τόσα χρόνια άλλη μια γύρα παρακαλώ από τα ίδια // κατάλαβες εμείς τώρα έπρεπε να γεννοβολάμε καρπούς παράνομων εραστών να ανοίγουμε τα πόδια μας ακατάσχετα η ζωή μας να είναι μία μόνιμη ορμή αυτή που μάθαμε στη φυσική αλλά χωρίς την αδράνεια αλλά εμένα πάνω στο στήθος μου γράφει γαμημένη επανάσταση δεν θα έρθεις ποτέ και έχει και σημειώματα χρωστάω εκεί εκεί και εκεί μόλις πληρωθώ με το ευρωπαϊκό το ενιαίο το νόμισμα πάω και το καταθέτω στους νταβατζήδες μου μόνο που αυτοί εδώ οι νταβατζήδες δεν μου ζητάνε κορμί γιατί εγώ το κορμί γουστάρω να το δίνω μου ζητάνε ψυχή και μέλλον και κάπως έτσι γεράσαμε στα τριάντα // πάλι μου άλλαξες το θέμα για τον έρωτα μιλούσαμε //  σκέφτομαι συχνά την κοπέλα του παύλου φύσσα, ξέρεις // κοίτα να ζήσεις τη ζωή γιατί η ζωή είναι ένα δώρο // πιες τη γουλιά σου για να παραγγείλω άλλη μια γύρα γιατί αυτό που θα σου πω δεν πάει κάτω ξεροσφύρι, λίγη αιθυλική αλκοόλη ακόμα παρακαλώ μου λες πως η ζωή είναι ένα δώρο και θέλω να σου σπάσω τα μούτρα, τη φράση για τους δαναούς δεν την θυμάσαι // δεν ξέρω, στο σχολείο έκανα μόνιμα κοπάνες γιατί βαριόμουνα // εγώ δεν έκανα σχεδόν ποτέ το γούσταρα το σχολείο ξέρεις απολάμβανα τη γνώση εμένα οι πρώτες μου ερωτικές επαφές ήτανε τότε ηδονιζόμουν με τις νέες πληροφορίες εγώ έκανα έρωτα με τα μαθήματα κι έτσι έμαθα να αγαπάω αργότερα και τους άντρες γιατί ο έρωτας και η φαντασία και τα ποιήματα της σαπφούς είναι ένα τσιγάρο δρόμος αλλά πώς να τα καταλάβεις τα αρχαία ποιήματα άμα δεν ξέρεις τη γαμημένη την αττική σύνταξη και πώς να ξαπλώσεις στο πάτωμα με εραστή άμα δεν ξέρεις πώς λύνεται η εξίσωση με δύο αγνώστους // καλύτερα να φεύγουμε // σου ακούγονται ακαταλαβίστικα όλα τούτα μα άσε με να σου πω και κάτι ακόμα εγώ θα ξαναγίνω νέα όσο περνάνε τα χρόνια θα ξανανιώνω θα τα φέρω τούμπα όλα γιατί δεν αντέχει το στήθος μου θα σπάσει από ζωντάνια να τους ταράξουμε στον έρωτα γιατί έρωτας και πόλεμος ένα και το αυτό κι εγώ δεν ήξερα να πολεμάω νόμιζα ότι με τα βιβλία θα αλλάξω τον κόσμο και κάθε νύχτα λέω καληνύχτα στον κεμάλ και εκείνος μου χαμογελάει συνωμοτικά θα πολεμήσω και θα ερωτευτώ πολύ ακόμα μέχρι να πεθάνω // τελευταία γουλιά // υποσχέσου μου // τι πράγμα // πως δεν θα με αφήσεις να πεθάνω πριν γίνω ευτυχισμένη για δέκα ολόκληρα λεπτά // μόνο για τόσο // υποσχέσου μου σου λέω // υπόσχεση ιερή ενώπιον λυκίσκου και βύνης // να ορίστε φιλάω // σταυρό // όχι, φιλάω εσένα //

 

ερωτευτείτε ρε μαλάκες

εθελούσια έξοδος καρπών

rodipotamia-thumb-large

τη νύχτα ένα ρόδι έσπασε και γέμισε ο κόσμος μυρωδιά

 

*

να πονάνε άραγε τα δέντρα

όταν τους κόβουμε τους καρπούς;

 

τόσοι αιώνες επιστήμης

κι ακόμα δεν ανακαλύψαμε

πότε και πώς αιώνια θα ζήσουμε

 

αφήνοντας το ρόδι πάνω στη ροδιά;

κόβοντας βίαια τον καρπό από τη μάνα;

ή μήπως αφήνοντας το φρούτο μόνο του να αποφασίσει

πότε είναι η ώρα η ζωή του να τελειώσει;

 

ο πατέρας έκοψε το ρόδι

προσποιήθηκε πως δεν είδε τα δάκρυα της ροδιάς

θυμήθηκε το μακρινό καιρό της πείνας

τότε που οι ροδιές εκούσια χαμηλώναν τα κλαδιά τους

γιατί το θάνατο των ξένων των παιδιών δεν τον αντέχανε

 

κι αλήθεια πότε έρχεται άραγε το τέλος

όταν μένεις ακίνητος

ή μήπως όταν σε αγώνα μαραθώνιο τρέχεις

-ακόμα κι αν ο τελευταίος σου είναι-

γνωρίζοντας πως ο ιδρώτας σου

ζωή σε άλλους πια θα δώσει;

 

*

κάθε μικρό σπυρί από το ρόδι της νύχτας που μας πέρασε

να το μοιράσουμε σε νέους και παιδιά

ο κόσμος θα γεμίσει μυρωδιά και γεύση

οι νέοι θα θυμηθούν

οι γέροι θα ξεχάσουν

και οι ροδιές το κλάμα τους για πάντα θα μας χαρίσουν.

νερό ψωμί και γιασεμί

ήμασταν λέει πολλοί μαζεμένοι

και φωνές, πολλές φωνές

μπλεκόταν η απόγνωση με την ελπίδα

δεν ξεχώριζα ποιος ούρλιαζε από αγάπη και ποιος έσβηνε από μίσος

τι διαφορά να έχει άραγε-

μου είπες δεν μπορείς να αναπνεύσεις

και δεν ήταν απ’ τα δακρυγόνα

 

άλλαξα πλευρό

τινάχτηκα·

 ε όχι και τις νύχτες μας

 

άλλαξα όνειρο

 

ήμασταν λέει οι δυο μας

αγκαλιασμένοι σφιχτά

και δεν φοβόμασταν

τα δυο μας χέρια ενωμένα

έπαιρναν και έδιναν δύναμη το ένα στο άλλο

και προχωρούσαμε

με βήμα βέβαιο

για πρώτη φορά από τότε που σε πρωταγκάλιασα

έδειχνες σίγουρος για το αβέβαιο των βημάτων σου

κι εγώ σε θαύμαζα

πολύ·

 

είδα στον ύπνο μου χαμόγελα

από κείνα τα αληθινά που έλειψαν πια στα χρόνια μας

είδα στον ύπνο μου αγάπη μόνο ρε

 

όταν ξημέρωσε σηκώθηκα πριν απ’ την πρέπουσα ώρα

εργάστηκα, φιλήσυχος πολίτης·

κόσμος πολύς μου μίλησε

κόσμος θαρρείς από άλλη πολιτεία

εισαγγελείς και δικαστές και βιαστές της θέμιδος

 

κόσμος ανύποπτος και τόσο ύποπτος

 

οι αίθουσες και τα γραφεία αυτής της πόλης αχνίζουν

μαύρος καπνός πετάγεται απ’ τα παράθυρά τους

εκλέξανε το νέο πάπα

εκλέξανε το νέο εχθρό

 

είμαστε λίγοι μου λες

να φύγουμε από δω μου λες

είμαστε μόνοι μου λες

 

σκέψου να βγαίναμε άτακτοι στους δρόμους

και οι γιαγιάδες να σκύβαν στα παράθυρα

και να μας δίναν νερό και ψωμί και γιασεμί

 

ποτέ δεν ήμασταν πολλοί

ποτέ δε θέλαμε να φύγουμε από δω

– εδώ να τα γεννήσουμε τα όμορφα παιδιά μας-

ποτέ δεν θα ‘μαστε μόνοι*

 

*διαδηλώνοντας·

είναι κάτι μαύρο αλλά όχι σκοτεινό

είναι κάτι που δεν το γνωρίζεις αλλά δεν σε τρομάζει

είναι κάτι που γεννιέται από το τίποτα αλλά σου θυμίζει γιατί είσαι άνθρωπος

είναι κάτι που δεν σε κάνει να λες θα νικήσω αλλά σε κάνει να λες θα παλέψω

είναι η γέννηση του πληθυντικού αριθμού μέσα σου

 

μπερλινάλε

~η ειρωνεία.ως σχήμα λόγου.συνοψίζεται.στο γεγονός.πως η λέξη μπερλινάλε.σχηματίζεται από τις λέξεις.μπερλίν.και.φινάλε.~

639af23831732d3cec36ca36df86cefd_XL

το βαγόνι είναι μουντό

είναι η ώρα βλέπεις, η στιγμή

που σα να αδειάζουν όλα ξαφνικά

τα φώτα πέφτουν βαριά πάνω στα μάτια μου

λες και γέρασα νιώθω

ένας τύπος με κοιτάζει

κι αμέσως μαντεύω τις πρόστυχες σκέψεις του

απέναντί μου ένα παιδί με καταγάλανα μάτια

 διαβάζει τη φόνισσα·

 ώσπου άξαφνα αλλάζει βιβλίο

εναλλάσσει τη φόνισσα με τη δωδέκατη νύχτα

και πριν αναρωτηθώ γιατί κουράζει έτσι το μυαλό του

τον ακούω να απαντά στο κινητό

μαθητευόμενος ηθοποιός δηλώνει

και η μπλούζα που φοράει γράφει

εκκωφαντικά

μπερλινάλε

η αθήνα θα είναι πάντα όμορφα άσχημη τις νύχτες

κι εγώ θα συνεχίσω να την βαδίζω

πάντα νύχτα

πάντα άφοβα

πάντα έτσι

οι συρμοί θα συνεχίσουν την πορεία τους

η κηφισιά, ο πειραιάς, και ανάμεσά τους εσύ

την έχω ξαναζήσει τούτη τη στιγμή, μόνο πιο βίαιη

ίδια βραδιά

ίδιο βαγόνι

ίδιο φεγγάρι

η μνήμη με τρύπησε· μ’ ανάγκασε να ξαναγίνω νέα

και καθώς το βαγόνι έφτασε στον προορισμό του,

άφησα το χαμόγελό μου και κατέβηκα

θα σου πω μόνο

όσα βαρετά γράφουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί

από μένα τίποτα άλλο δεν θα μάθεις

τα υπόλοιπα, όλα, είναι κατάδικά μου

τώρα πια ξέρω γιατί γύρισα

επανάληψη, βλέπεις. μήτηρ μαθήσεως

ανακαλώ τις νίκες που έχασα

θυμάμαι τις ήττες που κέρδισα

μου φαίνονται ίδιες· αξεχώριστες

πιστεύω την αλήθεια σου και προσπερνώ το ψέμμα σου· ανέκαθεν.

μέχρι να πάρουμε το μπλε λεωφορείο

 θα θυμάσαι πάντα ποια ρούχα φόρεσες σ’ έναν χωρισμό.