sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: Γράμμος

μην άλλο μου μιλάς

κοιμήσου ακόμα λίγο σύντροφε

γιατί η νύχτα ακόμα στάζει πίσσα από τα μάτια μας

καήκανε σύντροφε τα βλέφαρά μας από την αναμονή

και πάντα το αύριο που περιμέναμε δεν ερχότανε

ξεκούρασε σύντροφε τα μάτια σου

γιατί στον πόλεμο των πλανητών είδες πολλά

αστέρια να φλέγονται και γαλαξίες να ξορκίζουνε το θάνατο

ανάπαυσον σύντροφε τα χέρια σου

που χτίσανε μετερίζια λεβεντιάς πάνω στο γράμμο

αυτά τα χέρια που κοπήκανε για τριάντα αργύρια βρετανικά

μην άλλο μου μιλάς καλέ μου σύντροφε

γιατί μου στάθηκες πιστός σε μέρες που μας ξεγελούσαν όλοι

πολίτες και οπλαρχηγοί και εν αποστρατεία σοσιαλιστές

κι αυτός ο ίδιος ο ξεδιάντροπος ο ήλιος βασιλιάς

που έπρεπε στη βάρκιζα να μην ξημέρωνε

παρά να έστελνε δυνάμεις σκοτεινές καταστολής

για να ξεπλύνουν τη ντροπή κι εκείνα τα δάκρυα τα καυτά

που κύλησαν μέχρι τη θάλασσα του αργοσαρωνικού

κι ίσαμε σήμερα καίει τούτος ο κόλπος

ξεκούρασε τα πόδια τα πολεμικά σου σύντροφε

που περπατήσανε όλο το μακρονήσι ψάχνοντας για νερό

ξεκούρασε πεθαμένε από χρόνια σύντροφε όλα τα βάσανά σου

γιατί η νύχτα μας κρατάει ακόμα για χρόνια τριάντα τρία

γιατί η ιστορία που πάντοτε οι προδότες την γράφανε

μας τιμωρεί με την αιώνια πανσέληνο

καταδικάστηκε το γένος μας καλέ μου σύντροφε

το φως την τιμιότητα το δίκιο να ξεχάσει

καταδικάστηκε η ατιμασμένη ανθρώπινη φυλή

αιώνια άυπνη λίγο νερό και φως απ’ το φεγγάρι να ζητάει

γιατί δεν είμαστε οι άνθρωποι αυτό που νόμιζες

γιατί βολεύτηκε το αίμα μας άβραστο να κυλάει

γιατί κι εγώ που σου μιλώ κατάπια τον λυγμό μου

και πρώτη έσυρα προχτές των ηττημένων το χορό αδάκρυτη

κοιμήσου σύντροφε ακόμα λίγο

γιατί η νύχτα τρύπωσε στα μαλλιά μας στάζοντας φρίκη

και πέθαναν ανεπίστρεπτα καλέ πιστέ μου σύντροφε

όσα για χάρη τους ολάκερη τη νιότη σου με αφειδία ξόδεψες

κοιμήσου για να μην μας δεις

που θα γεννιόμαστε και θα πεθαίνουμε στα είκοσί μας

υπέρβαροι αξόδευτοι στο άδικο ολότελα εθισμένοι

αδιάβαστοι ανέραστοι και ανεπίστρεπτα πια για πάντα μοναχοί

νάιν, δάσκαλε

1779294_10203532044556620_1418356629904746154_n

ο ιωάννης μεταξάς είπε ένα όχι που δεν ήταν όχι αλλά δεν ήταν ναι αλλά ήταν νάιν και ταυτόχρονα ήταν ναι δάσκαλε γιατί δεν μας πήγες ποτέ παρακάτω μετά τι έγινε στη ρημάδα τη χώρα αύριο παρέλαση παιδιά μου μη φορέσετε κοντές φούστες και τακούνια σεβαστείτε τη μέρα εθνική αντίσταση αλβανία βουνά ήρωες ήρωες έλλη τορπιλίζω πες μας δάσκαλε για τη μακρόνησο πες μας για το βασανιστήριο με τη γάτα και το σακί δάσκαλε μήπως ο παππούς σου έκανε διακοπές στο μακρονήσι πες μας δάσκαλε για το μετά ποιος πήρε την εξουσία μετά την απελευθέρωση και γιατί εγώ δάσκαλε τους αγαπάω τους γερμανούς όλους τους αγαπάω και ο πατέρας μου λέει ξέρεις παιδί μου τι σημαίνει σύνορο ένα βουνό από τη μία γεννήθηκες εσύ από την άλλη εγώ τίποτα δεν έχουμε να χωρίσουμε αγαπάω τους λαούς και μισώ όσο τίποτα τους φασίστες δάσκαλε προχώρα την ιστορία παρακάτω μίλα για τη βάρκιζα επιτέλους μιλήστε βγάλτε τις κουκούλες δάσκαλε μας κυβερνάνε από τότε οι ίδιοι και ποτέ δεν απελευθερωθήκαμε ποτέ μιλήστε πότε είδαμε ελευθερία εδώ κάτω πότε ανασάναμε μας ταΐσανε τόσα χρόνια με αλατισμένα ψέματα και χαθήκαμε χάσαμε την αλήθεια μας και την ουσία μας γιατί παρελαύνουμε ρε δασκαλάκο τι γιορτάζουμε σταθείτε προσοχή περνάνε τα στρατά γυρίστε τα κεφάλια στην εξέδρα παπάδες και ένστολοι πάνω σε μια εξέδρα να απαιτούν σεβασμό ταξίδι στο ιράν ράσα παντού ράσα και στολές μερικοί θέλουνε να ξαναφέρουνε το βασιλιά δάσκαλε μ’ ακούς άραγε ή έφυγες από την αίθουσα να πάμε περίπατο πάνω στο γράμμο να δούμε τα κορμιά που χαθήκανε από τα κανόνια του σκόμπι να αγγίξουμε τους ήρωες να συλλέξουμε τα κόκκαλά τους να κλάψουμε για το θάνατο κάθε ιδέας κάθε ελευθερίας ο μπελογιάννης ζει ρε δάσκαλε γοργόνα θα γίνω και θα ρωτώ τους ναυτικούς κι ύστερα κολυμπώντας από το λαύριο μέχρι το μακρονήσι εκεί να κοιτάξουμε τον ήλιο να πέφτει πάνω στη θάλασσα κι από κει όλα τα γελαστά παιδιά που σκοτώσανε οι φασίστες να ζωντανέψουνε άκου με κι εμένα δάσκαλε και μην με λες ακραία σκοτώσανε τον πέτρουλα ρε δάσκαλε να θα σε πάω και στα χρόνια σου σκοτώσανε τον τεμπονέρα σε πήρε ο λαμπράκης σε πήρε η λευτεριά να έλα και στα χρόνια μου δασκαλάκο που σου κόψανε το μισθό στα δύο σαν αρνίσιο μπούτι μη μιλάς άλλο θα σου μιλήσω για τον αλέξη θα σου κλάψω για τον παύλο θα σου μιλήσω για τα δάκρυα της γενιάς μου δάσκαλε παντού φασίστες κι εσύ μας έφερες εδώ να μας πεις για το όχι ρε δάσκαλε και ότι δήθεν των εχθρών τα φουσάτα περάσαν άκου με παντού φασίστες σου λέω παντού εξέδρες με επίσημους τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ η ελλάς στο γύψο ποτέ δεν έδεσε το γλυκό συμπαράσταση λαέ πού είσαι λαέ πού πήγες δάσκαλε τι δουλειά έχουμε εμείς εδώ πού πάμε πορεία προς το βίτσι ο γοργοπόταμος ανατινάχθηκε και έπεσε και μας πλάκωσε η γέφυρα τίποτα τίποτα δάσκαλε δεν έχω τίποτα να σου πω μην μου δίνεις σημασία μάλλον δεν μπορώ να προσαρμοστώ και εξάλλου όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει δάσκαλε

μη με λησμόνει

μη με λησμόνει

δεν ξέρω μωρέ τι ώρα ήτανε όταν συνέβη, μη με ρωτάς συνέχεια την ώρα.

ήταν μετά από κείνη τη χρονιά που για δέκα μήνες έπαιρνα αντιβίωση. δέκα ολόκληρους μήνες μετρούσα τις ζωές όλων μας με οχτάωρα. κουμπί και ζωή. η αντιβίωση ήτανε μάλιστα ζήτημα ζωής και θανάτου, αν δεν έπαιρνα χάπια θα πέθαινα ξαφνικά χωρίς ποτέ κανένας ιατροδικαστής να μπορέσει να εξακριβώσει το θάνατό μου. μια ασθένεια πιο σπάνια και από τον έρωτα, δεν θυμάμαι το όνομά της, γίνεσαι πιεστικός που όλο ανούσια πράγματα με ρωτάς, σημασία έχει ότι ο γιατρός είχε πει στον άντρα μου πως το μόνο που με σώζει είναι η αντιβίωση.

θυμάμαι τις πρώτες μέρες εκείνης της εποχής που τα χάπια δεν κατέβαιναν πιο κάτω από το φάρυγγά μου, ο σύζυγός μου με κάθιζε στο κρεβάτι και μου έλεγε παραμύθια για να ξεχαστώ και να καταπιώ τα πικρά, άσπρα, σωτήρια χάπια, εγώ δεν παντρεύτηκα γυναίκα έλεγε, παντρεύτηκα ένα μικρό παιδί, και δώστου να μου λέει παραμύθια από τα νιάτα του παππού του, τότε που ήτανε αντάρτης στα βουνά παρέα με τον άρη, και δώστου εγώ να κλαίω την ώρα που ο παππούς του αποχαιρετάει τον άρη γιατί όλοι ξέρουν πια πως θα τον σκοτώσουν από μέρα σε μέρα οι ίδιοι του οι συγχωριανοί, γιατί όλοι ξέρουν τώρα πια πως το όνειρο τελειώνει εδώ, γιατί όλοι καταλαβαίνουν πια πως χάσανε στον πιο μεγάλο της ζωής τους αγώνα, μόνο που δεν μπορούν να διανοηθούν ποιος διασυρμός τους περιμένει στις δεκαετίες που έρχονται, όταν τα μικρά παιδιά του κράτους που θεμελιώθηκε πάνω στον αντικομμουνισμό θα ακούνε αντάρτης και θα φαντάζονται ένα τέρας με τρία κόκκινα κεφάλια και εφτά μαύρα μάτια, μόνο έτσι που λες κατάπινα την αντιβίωση. κι ύστερα ήρθαν οι υπνηλίες. κοιμόμουν για μέρες και νύχτες συνεχόμενες, στο κρεβάτι, στη μπανιέρα, στον πάγκο της κουζίνας, μια φορά είχα αποκοιμηθεί μέσα στο ασανσέρ και με ψάχνανε για έξι ώρες. κατέφτανε όπου κι αν ήταν ασθμαίνοντας ο κακομοίρης, με έπαιρνε στην αγκαλιά του και με έβαζε στο κρεβάτι. πρόσεχε πάντα πώς να με σκεπάζει, γιατί οι νευρώσεις μου είχαν ξεφύγει πιότερο από κάθε άλλη φορά, και αν τυχόν μια ίντσα έστω από το δέρμα μου βρισκότανε ξεσκέπαστη άρχιζα να ουρλιάζω μέσα στην άγρια νύχτα. όταν ξυπνούσα μου έπαιρνε περίπου μισή ώρα να θυμηθώ ποια είμαι και πού, και καθώς περνούσαν οι μήνες μας μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά πως το φάρμακό μου δεν ήταν αντιβίωση και ο γιατρός μου δεν ήταν γιατρός. μέχρι να ανακαλύψουμε την απόλυτη αλήθεια που δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς, η χρονιά πέρασε και η θεραπεία μου τελείωσε.

πάντως χάπι δεν μπορώ να πάρω από τότε. αν έχω ποτέ πονοκέφαλο, παίρνω μια ασπιρίνη, τη διαλύω σε χλιαρό νερό και πίνω αργά αργά το θολό υγρό, για να καταλαβαίνω καθ’ ολοκληρίαν την αηδιαστική του γεύση. κι ύστερα ανάβω τσιγάρο. το τσιγάρο μετά την ασπιρίνη κάνει το στόμα μου να μοιάζει με σόλα πολυπερπατημένου φτηνού παπουτσιού, αλλά εγώ θέλω να με τιμωρώ συνέχεια για ό,τι άσχημο έχω κάνει στη ζωή μου. μόνο που δεν ξέρω τι έχω κάνει.

έχε βέβαια κατά νου πως δεν έχω πονοκέφαλο και δεν αρρωσταίνω σχεδόν ποτέ. φαίνεται πως η πάλαι ποτέ θεραπεία μου θωράκισε τον οργανισμό μου τόσο βάρβαρα, που ακόμα και τα μικρόβια και οι ιοί με αποφεύγουν.

πάντως ο άντρας μου στάθηκε δίπλα μου βράχος εκείνη τη χρονιά, ήμουν ο μόνος άνθρωπος που είχε πάνω στη γη και σε ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα, αλλά όταν πέρασε ο καιρός και αποσοβήθηκε ο κίνδυνος πρόωρου θανάτου τον άφησα γιατί ερωτεύτηκα έναν σχεδιαστή χαρταετών από την κόρινθο, του άφησα ένα γράμμα και δεν του ζήτησα καν συγγνώμη για την αχαριστία μου, του είπα μόνο την αλήθεια μου· φεύγω γιατί βαριέμαι. και γιατί οι χαρταετοί του μου φτιάχνουν το κέφι. δεν ξανάμαθα νέα του ποτέ.

έζησα έναν χρόνο με τον κορίνθιο αλλά σύντομα κατάλαβα πως οι χαρταετοί είναι μια ψευδαίσθηση, μια χαρά που διασκεδάζει μόνο τις έννοιες σου χωρίς ο καημένος ο χαρταετός να μπορεί να τις πάρει μαζί του να ξαλαφρώσεις λίγο κι εσύ. έφυγα από το σπίτι του κορίνθιου ένα μεσημεράκι. ντάλα ήλιος, το σπίτι παραθαλάσσιο, κάπου σε ένα χωριό που λεγόταν νομίζω κόρφος, κόσμος να κολυμπάει στη θάλασσα, παιδιά να παίζουν, να κλαίνε, να χτυπάνε, να τρέχουν οι μύτες τους, να αναγκάζουν τους μπαμπάδες να φουσκώνουν και να ξαναφουσκώνουν τα στρώματα θαλάσσης, να μαθαίνουν κολύμπι, κοίτα μαμά, χωρίς φόβο. κατάλαβα ότι ήθελα να είμαι κομμάτι αυτού του καλοκαιριού, να γεμίζω το βλέμμα ενός παιδιού με αγάπη, αλλά όχι με τον κορίνθιο. εκείνος είχε για παιδιά του τα σύννεφα -μάλλον τα σύννεφα ήταν οι γιοι του και κόρες οι ουρές των χαρταετών του- κι έτσι έφυγα.

μετά, γνώρισα εσένα. και μαζί σου γέννησα την κόρη μου. μου ζήτησες να σου περιγράψω αδρά το παρελθόν μου. νάτο. αυτό ήταν όλο. το παρακάτω το γράψαμε μαζί θαρρώ.

ναι, έχεις δίκιο, με ρώτησες τι ώρα ήτανε όταν συνέβη. αλλά σου ξαναλέω, έχω σταματήσει να μετράω το χρόνο. κι ας έρχεται κάθε νύχτα να ασημώνει τα μαλλιά μου, κι ας πίνει μαζί μου τον πρωινό καφέ γλείφοντας από τα χείλη μου τις σταγόνες του καφέ κι αφήνοντας τριγύρω τους ρυτίδες. εγώ τον αγνοώ. γι’ αυτό σου λέω πως δεν γνωρίζω τι ώρα ήτανε.

θυμάμαι ωστόσο τα πάντα πεντακάθαρα. είχα βγει να αγοράσω ψωμί του τοστ. πεζή. το παιδί ήταν επίσκεψη σε μια φίλη της. στη γωνία στέκονταν αυτοί. δεν τους είδα. είδα μόνο την αναθεματισμένη αντανάκλαση των μπλε φάρων των μηχανών τους πάνω στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. γελούσαν, είμαι σίγουρη γι’ αυτό. το γέλιο τους μου ακούστηκε πικρό. με ενόχλησε η παρουσία τους. πάνε χρόνια πολλά τώρα που όλοι γύρω μου τους συνηθίσανε πια, σε κάθε γωνία και πέντε έξι από δαύτους να στέκονται με τα κράνη περασμένα στα μπράτσα και να καμώνονται πως διαφυλάσσουν την τάξιν και την ασφάλειαν. γαμημένο ζόμπι γεώργιε παπαδόπουλε χουντικέ, δεν πέθανες ποτέ. είναι πιο πολλοί από τους γιατρούς, το ξέρεις; και πολλοί περισσότεροι από τους δασκάλους. όπου να ‘ναι φτάνουν σε απόλυτο αριθμό τους ανέργους. κάθε φορά που τους συναντάω κάτω από το σπίτι μου, σιγοτραγουδάω πως οι μπάτσοι μου ξηλώσαν τα δέντρα, την επόμενη φορά θα περιμένω με πέτρα ίσα ίσα για να με ακούσουν. να με ακούσουν να τους αποκαλώ μπάτσους. αλλά αυτή τη φορά ένιωσα ένα βάρος μόλις τους αντίκρισα. χωρίς να ξέρω γιατί ένιωθα τόσο άσχημα -μου πέρασε κι από το μυαλό μήπως ήταν κανένας από κείνους τους σπάνιους πονοκεφάλους και σκέφτηκα να πιω το προσωπικό μου αφέψημα, δηλητήριο πες καλύτερα- ανέβηκα στο σπίτι. συγγνώμη αλλά δεν κοίταξα την ώρα, στο επαναλαμβάνω. δεν πρόλαβα λοιπόν να υποβάλω εαυτόν στο προσωπικό μου βασανιστήριο, όταν άκουσα τις φωνές και τα ουρλιαχτά.

την σκοτώσατε ρε καθάρματα, αυτό άκουσα μόνο και κατάλαβα ότι κάποιος μιλούσε για την κόρη μας. κάποιος σκότωσε το παιδί μου. κάποιος που οδηγεί μηχανή, φοράει κράνος και όταν σχολάσει πετάει από πάνω του τα ρούχα της δουλειάς για να μην φάει ξύλο στο δρόμο.

λοιπόν για να τελειώνουμε δεν ξέρω τι γαμημένη ώρα ήταν αλλά ξέρω ότι το παιδί το σκότωσαν αυτοί.

ο πονοκέφαλος δεν θα μου ξαναφύγει ποτέ πια, το ξέρω. βρήκα όμως τρόπο να τον νικάω για λίγες ώρες. τώρα πια, μέσα στο χλιαρό νερό με τη διαλυμένη ασπιρίνη κόβω ψιλοκομμένα κομματάκια από ό,τι βιβλίο βρω με αναφορά στη ζωή και τα λόγια του άρη. καταπίνω το μίγμα μεμιάς και όχι αργά όπως τότε. τα γράμματα ξέρεις δεν διαλύονται. αλλάζουν διαδρομή και πάνε και κάθονται πάνω στην καρδιά. κι εγώ τότε βυθίζομαι σε μια ονείρωξη δίχως τελειωμό. είμαι λέει κάπου πάνω στο γράμμο, είναι και το παιδί εκεί, τρέχει κυνηγώντας κάτασπρες πεταλούδες, από πάνω μας πετάνε πολύχρωμοι χαρταετοί με τεράστιες, αστείες ουρές, ναπάλμ πουθενά, ένστολοι πουθενά, φέρετρα μικρών παιδιών πουθενά, κάτι τραγούδια με τσαμπούνες ακούγονται από μακριά, σα νησιώτικος μπάλος ακούγεται, φαίνεται πως σε κάποιο νησί έχουν πανηγύρι, μα πώς έχει έρθει το νησί τόσο κοντά εδώ πάνω που είμαστε, α, ξέχασα να σου πω, δεν υπάρχουν πια σύνορα ούτε γεωγραφικά διαμερίσματα.

μόνο τραγούδια.

και κάτι παράξενα λουλούδια.

μόνο που λησμονάω το όνομά τους.