sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: γυαλιά

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.

ψάχνοντας τα δύο ταυ

ψιτ

φώναξα σε ένα παιδί

έχασα τα γυαλιά μου, μήπως τα είδες πουθενά εδώ γύρω;

σήκωσε τα μάτια από το τιμόνι του ποδηλάτου του

-ήτανε πια μεγάλος, δεν χρειαζότανε βοηθητικές ρόδες-

ό,τι γυαλιά χάνονται εδώ γίνονται θρύψαλα από τα ποδήλατά μας·

έσμιξε τα φρύδια και με κοίταξε

και σ’ αυτό το σμίξιμο των φρυδιών είδα ένα μικρό παιδί να μεγαλώνει ίσαμε σαράντα χρόνια

η ευτυχία του να είσαι παιδί βρίσκεται στο να λες ψέμματα χωρίς τύψεις

-όποιος σας έμαθε πως δεν είναι στη φύση σας να λέτε ψέμματα κάτι ήθελε να κερδίσει από σας-

γιατί το ψέμμα είναι το διαγώνισμα της ζωής

και ο καλύτερος βαθμός είναι το τρία

με άριστα το ένα

*

κάτι μου θυμίζει αυτός ο στίχος

α εμένα μην με μπερδεύετε

εγώ τόσα χρόνια γεννάω τα λόγια μου

κι ύστερα τα παρατάω στις πόρτες σας

με ένα σημείωμα καρφιτσωμένο πάνω τους

αυτό το τερατάκι ψάχνει μια οικογένεια να μεγαλώσει

είμαι μια μάνα άσπλαχνη

γιατί κάποιος κάποτε μου ξερίζωσε τα σωθικά

και με καταδίκασε σε αιώνιο πόνο

μητρικό

χωρίς περιθώρια ίασης

το Παγκόσμιο Μητρικό Δικαστήριο

με έχει καταδικάσει

να γράφω χωρίς να σβήνω

τα χαρτιά μου είναι τερατογενέσεις

μην τα αγγίζεις

ο ιός σε παρασέρνει πάλι στο ψέμμα

το δίχως τύψεις

 

μα πού στηρίζεσαι

με ρωτάνε

στηρίζομαι στους στύλους της Δ.Ε.Η. που τα πουλιά τους αγνοούν

μου αρέσουνε τα πράγματα που οι διαβάτες και τα πετούμενα

τα προσπερνούν

πότε πότε στηρίζομαι 

-όπως κι εσύ-

σε τέρατα αλλωνών

 

ο αγαπημένος μου ποιητής

αντάλλαξε τη σιγουριά

με το αιώνιο πέταγμα πλασμάτων φαντασίας

κι εκεί που άλλοτε ήταν σίγουρος

πως οι αλήθειες δεν θα αντέξουν

και τη ζωή τους πίσω από τα όνειρα θα ζητήσουν

τώρα απορεί

αμφισβητεί

τώρα ρωτάει

 

προσφάτως έπιασε δουλειά

οδοκαθαριστής κάπου στο Μενίδι

κάθε πρωί σκουπίζει τα ξεραμένα χρήματα των Ρομά

παλιά εργαζόταν κάπου στη Μανωλάδα

μάζευε φράουλες

αλλά τον σκότωσαν

γιατί τις νύχτες ανέβαινε πάνω στις πυγολαμπίδες και ταξίδευε

χωρίς χαρτιά·

κι έτσι τώρα σαν σκουπιδιάρης έχει το κεφάλι του ήσυχο

και τα χέρια του πάντα καθαρά από αίμα

 

-άραγε η πρόωρη εκσπερμάτωση να οδηγεί σε πρόωρη γέννα;

και μήπως αυτή είναι η εκδίκηση του σπέρματος;-

 

εγώ πάντως, αν διάλεγα δουλειά

θα διάλεγα εκείνη του θεού

θα γκρέμιζα ναούς, βωμούς και θυσιαστήρια

και τα παλιά νησιά θα έφερνα και πάλι στη ζωή

και ύστερα οι παγκόσμιες μυθολογίες θα γράφανε

πως στον δικό μου τον κατακλυσμό δεν πέθαναν οι άνθρωποι

μα τα φουγάρα·

*

τα γυαλιά μου δεν είναι πουθενά

το μικρό παιδί με τα σκεπτόμενα φρύδια

με κοίταξε για τελευταία φορά

ήτανε ταξικά;

με ρώτησε

ναι, ήτανε της πέμπτης τάξης του δημοτικού

του απάντησα·

γέλασε τόσο δυνατά που ο τυμπανιστής του αυτιού μου

παραιτήθηκε εθελουσίως

πρέπει να ξεφλουδίσεις τις μνήμες σου·

μου είπε

όπως ο ποιητής σου ξεφλουδίζει τα ποιήματά του

να φτάσεις στις πρώτες σου τις θύμησες

όπως εκείνος κάποτε θα φτάσει στην ένατη γραφή

 

κι εσύ αλήθεια που τον ξέρεις τον ποιητή;

μα εκείνος με κατέβασε στη γη

 

ωστόσο εσύ μην ψάχνεις άλλο για γυαλιά

κι ας έχεις τόσο αγαπήσει

το ρήμα

ψάχνω

και το γράμμα

ψ

πήγαινε πίσω

βρες το απολυτήριο του δημοτικού

κάντο κομμάτια

και άσε το χαρτοπόλεμο να πέσει αργά

πάνω σ’ έναν

περήφανο

καταυλισμό

τσιγγάνων

 

για τη δεύτερη γραφή

της Ψυττάλειας Β

του Σαμσών Ρακά

Αφαλός στο Μέτωπο