sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: γυμνός

της αποκοιμήσεως

                 αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους

μπορεί να ‘ναι κι από αίμα

όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα

γιάννης ρίτσος

1622798_10201974097288912_367661674_n

 

δεν πέθανε, κοιμήθηκε· με διορθώνουν οι ρασοφόροι του χωριού χαϊδεύοντας το επίχρυσο ευαγγέλιο

πέθανε η μάνα που γέννησε έναν επαναστάτη του καιρού του· έναν που κυνηγήθηκε, σφάχτηκε, χλευάστηκε

αλλά κανείς δεν κλαίει τούτη τη μέρα· όλοι τρώνε και πίνουν μέχρι το ξημέρωμα

οι νέοι με τα ουίσκια στο χέρι κοιτάνε λιγωμένοι τα κορίτσια του νησιού και οι γέροι πίνουν κρασί

οι πιστοί που κάνουν το σταυρό τους την ώρα που σφάζονται μωρά κόβουνε αδέξια τον αύγουστο στα δυο

καταμεσής της ανεμελιάς οι χριστιανοί απλώσανε μια νωχελική αργία για να σκεπάσει την αδιαφορία τους

μια μέρα θανάτου που γιορτάζεται ιαμβικά μέσα σε ναούς κι ύστερα σε τραπέζια με σφάγια από άλλες θρησκείες

της αποκοιμήσεως των λαών απόψε· βοήθειά μας

αλλά όσοι απόψε κυνηγάνε τη ζωή μέσα στις εντατικές, όσοι σκοτώνονται από τα υπερσύγχρονα όπλα

αυτοί που γεννηθήκαν κάπου αλλά τη νιότη και τα γηρατειά δεν θα προλάβουν να γνωρίσουν

όσοι θα κλάψουνε απόψε για τη μάνα και το παιδί τους που θα εκπνεύσει σε πεδίο μάχης σύγχρονο

αυτοί που απόψε θα πεθάνουν και δεν θα κοιμηθούν γιατί η παραγωγή αγίων σταμάτησε από καιρό

όλοι αυτοί λησμονημένοι θα την περάσουν και τη νύχτα αυτή αποδεικνύοντας το ψέμα της ζωής των χριστιανών

ρίχνω ένα βλέμμα ειρωνείας στο φεγγάρι της γιορτής και ακούω τη θάλασσα οργισμένη να παφλάζει

κι απέναντί μου ο φάρος γέρογόμπος συναινεί και σταματά να δίνει πια σινιάλο στα αδιάφορα καράβια

γιατί τα όπλα βλέπεις πρέπει να δοκιμαστούν πάνω σε ανθρώπινη σάρκα

λοιπόν νομίζω οι γιορτές σας οι χριστιανικές κακοπαιγμένο θέατρο του παραλόγου αποτελούν

αποτελούμε έναν θίασο περιφερόμενων ευνουχισμένων και ες αεί υποταγμένων ηθοποιών

τηρούμε με ευλάβεια τα έθιμα που την προσωπική μας βολεψιά δεν ενοχλούν

ο έχων δυο χιτώνες έκανε φτερά· στη θέση του μας κυβερνά ο έχων τους χιτώνες άπαντες της υφηλίου

αντί εμείς να ξεγυμνώσουμε δια παντός το βασιλιά του πόνου ξεγυμνωθήκαμε και παραδώσαμε και ρούχα και ζωές

ξεχάσαμε και τον επαναστάτη και τις αλήθειες που είπε και τον έστειλαν σε θάνατο μαρτυρικό και επίπονο

και απόψε τάχα μου με παραφουσκωμένα τα έντερα και τα μυαλά γιορτάζουμε με δέος για της μάνας του το θάνατο

μόνο ένα φεγγάρι κι ένας φάρος μείνανε ενθύμια· μνημόσυνα της από αιώνες πεθαμένης ανθρωπιάς μας

Advertisements

τελευταία συνομιλία

τελευταία συνομιλία

όχι όχι κράτα τα ρέστα σου ίσως στο παρακάτω να σου χρειαστούν
εγώ θα μείνω με την τσέπη άδεια σ’ έναν κόσμο πλήρη ημερών
γέμισε τα πνευμόνια του με μίσος και φούσκωσε τη σπλήνα του με ψέμα
και δολοφόνησε εκατομμύρια φορές τις κόρες και τους γιους του

ξέρεις ο πόλεμος που ήδη άρχισε μπροστά στα απαθή μας μάτια
θα είναι πόλεμος θρησκευτικός· τυφλοί ενάντια στους κουφούς
οι άθεοι θα ‘μαστε ο άμαχος πληθυσμός· οι πρώτοι των πεσόντων
και οι θεοί θα είναι οι νέοι στρατηλάτες των ματωμένων σταυροφοριών

δεν ξέρω πώς να πολεμάω· όμως αποδεικνύω με έγγραφα τη σήψη μου
επίσημα χαρτιά και πιστοποιητικά που ράφτηκαν στη ραχοκοκαλιά μου
πιστοποιούν πως γέννημα θρέμμα είμαι κόσμου που γεννήθηκε νεκρός
πολιτική κηδεία της ανθρωπότητας αύριο· χορηγία δαπάνης οπλικής

κράτα λοιπόν τα ρέστα σου εγώ χρειάζομαι μονάχα ένα κέρμα
− ακολουθώ τους μύθους με ευλάβεια από φόβο για το θάνατο −
βλέπεις εδώ και αιώνες τα χρήματα αλλοιώσανε το αίμα μας
κι εγώ επιθυμώ στο θάνατο γυμνή και αδέκαρη να συστηθώ

τα βατράχια της κωπαΐδας

οι πιο μεγάλες βρώμικες αλήθειες
πνιγήκανε στον πάτο της πάλαι ποτέ λίμνης κωπαΐδος
έπεσε ξηρασία τούτον τον αιώνα
κάποιος να τρέξει στο νεκροταφείο του χωριού
ερώτηση να θέσει σε όποιον απέθαντος σαπίζει
είχανε τάχα όλοι οι αιώνες ξηρασία;

τόσες βροχές ριχτήκανε μανιωδώς στη γη
τόσα νερά πιτσίλισαν τους ώμους των λαών
κι όμως ο κόσμος συνεχίζει την πικρή ξερή πνοή του
γέμισε η προδότρα πόλη μας με σήματα καπνού
χαρίζεται αέρας
πωλείται υδρογόνο όξινο

οι άρχοντες προστάξανε να κλείσουν οι δεξαμενές
κάποιος ονόματι εφιάλτης τους σφύριξε το μέγα μυστικό
πως των ανθρώπων τα μυαλά όταν βραχούν γεννούν αγάπη
είμεθα οι συνεχιστές του σωτηρίου γένους των ασπόνδυλων
γεμάτων κόμπους σπόγγων
ξέρεις τι είναι οι ποιητές;
οι σφουγγαράδες του καιρού μας

μα εμάς μας απαγόρεψαν δια ροπάλου αστυνομικού
και με διάταγμα βασιλικό των βασιλιάδων που δεν έζησαν γυμνοί ποτέ τους
μας απαγόρεψαν λέω με την καρδιά μας να βουτάμε στη βροχή
κι ύστερα ιδέες όλο χρώμα να γεννάμε
κι έτσι μείναμε σαν αποστεωμένοι σκελετοί δίχως ρυθμό στο βάδην
σαν άνθη αποξηραμένα μέσα σε βάζο από φτηνό γυαλί
νεκροί κι όμως αναγκασμένοι να αναπνέουμε
σώθηκε το νερό από καιρό·
δεν φτάνει ούτε για να πλύνεις τις πληγές σου

κάποτε ξεκινήσαμε η διψασμένη συνομοσπονδία εργατών
πορεία πολέμου με πλακάτ τα σύννεφα ως την κωπαΐδα
δικαίωμα στην υγρασία και σύνταγμα υγρό ζητήσαμε
μια πυροβολαρχία πύρινη μας σταμάτησε έξω από την αττική
έσπασε τα πλακάτ και μας διέταξε βιαίως
στον ανεπίστρεπτο της ιστορίας ρου να υποταχθούμε

κι έτσι από τότε κάθε που καλοκαιριάζει τριγυρνάμε στα νησιά
κάνοντας μάταιη προσπάθεια αφαλάτωσης του μπλε της θάλασσας
εισπνέουμε τόνους ιώδιο και μας φυτρώνουν λέπια
και ούτε κι εμείς μα ούτε και οι άρχοντες μπορούν να νιώσουν
πως βασανιστικά και αργά μα αποτελεσματικά
έφτασε πια ο αιώνας και ο καιρός
ξανά στη θάλασσα η ανθρωπότητα να γυρίσει
οι άνθρωποι να αναπνέουμε με βράγχια και λυγμούς
κι οι ποιητές να μείνουνε τα μόνα αμφίβια του πλανήτη
μοναδικοί ακροβάτες ανάμεσα σε γη και μέλλον
ίστορες της παλιάς ζωής του νέου υποθαλάσσιου πληθυσμού
παράφωνα βατράχια· ραψωδοί πνιγμών νερών και ονείρων

 

 

μοιρολόι

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

ξεγυμνωθήκαμε, αδερφέ

στάσου δίπλα μου γυμνός, ολόλαμπρος και ηττημένος

 

πρέπει να σου αποκαλύψω

πως μας πήρανε πια και τις νύχτες

τα βράδια μας μυρίζουν ξύδι

οι αυγές γεμάτες αναθυμιάσεις

τα μάτια μας πάθανε λόρδωση

τα δάχτυλα σκολίωση

στα κεφάλια μας φυτρώνουνε σκουλήκια

και στα πόδια μας γιορτάζουν μόνο οι φλέβες

 

γιορτάζω απόψε την ολόλαμπρή μας ήττα

συνόδεψέ με

 

έμειναν μόνο πια τα σούρουπα

τα χαρωπά απογεύματα της θλίψης του σχολάσματος

όταν ο ήλιος πέφτει

κλείνουμε νυσταγμένοι τις πόρτες των γραφείων

κι ύστερα καίμε τα οράματά μας

 

δειπνώ απόψε με την υποτιμημένη στάχτη

πιες μαζί μου

 

ξεγυμνωθήκαμε, αδερφή

στάσου απέναντί μου γυμνή, ολόλαμπρη και ηττημένη

Δυσλεξία

λοιπόν, θα πρέπει κάποτε

όλοι δυσλεξικοί να γίνουμε

αν τραυματίσουμε τη γλώσσα

τότε θα δυναμώσουμε τα μάτια

κι ίσως -ποιος ξέρει;- και τη μύτη

 

κι έτσι, θα προσεγγίσουμε το σκύλο

κι έτσι ακόμα, θα συμβιώσουμε αναγκαστικά

μόνο με βλέμματα

κι ύστερα μόνο μας παράπονο

θα μείνει ο ουρανός με τα πουλιά του

 

γεννιόμαστε με την απατηλή αναμονή

πως κάποτε θα κατακτήσουμε τον κόσμο

κι όσο μαζεύουμε εφόδια πιο πολλά

όλο και πιο γυμνοί στο κράσπεδο της μάχης καταφθάνουμε

γιατί ανεπίστρεπτα από τη φύση αλωμένοι παραμένουμε

 

λοιπόν, αν συμφωνείτε με τη δυσλεξία

ορίζουμε συνάντηση την πρώτη του Φλεβάρη

ενώπιον έδρας εισαγγελικής

ανωμοτί κατάθεση θα δώσουμε

πως απαρνιόμαστε τις γλώσσες μ’ όλα τους τα χαρίσματα

 

είμαι σε θέση να γνωρίζω βλέπετε, πως ο εισαγγελέας

με τρόπο συνωμοτικό θα μας κοιτάξει στην αρχή

-και ίσως μάλιστα τα βλέφαρα από ζήλεια πεταρίσει-

κι ύστερα την κατάθεσή μας με μόνη εγγύηση την αλήθεια θα σφραγίσει

 

 

οδός Ευελπίδων

είκοσι τέσσερις Ιανουαρίου 2014

-ένα νεφελώδες πρωινό-