sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: γυναίκα

συλλ-αλητήριοι, οι

ο επαναστάτης

περπάτησε περήφανα μέχρι την πλατεία

φώναξε δυο συνθήματα

κι αφού έριξε άτσαλα στεφάνι ακάνθινο

στο μνημείο των πεσόντων καιρού αλλοτινού

επέστρεψε στο αγαπημένο του στέκι

τριγύρισε στο διαδίκτυο

έψαξε για δικαιολογίες

κι αφού χιλιάδες βρήκε

ήπιε με καλαμάκι φαρδύ τις αμαρτίες του κόσμου

 

ύστερα

εφησυχασμένος πια

επέστρεψε στο κυριακάτικό του σπίτι

τας τύψεις του ένιψε

και κάθισε συν γυναιξί και τέκνοις στη ροτόντα

φτιαγμένη από το ξύλο το φτηνό, μη φανταστείς

ευχήθηκε στο θεό της αφοσίωσης

κι ύστερα έφαγε ψωμί με κρέας και λαχανικά

ήπιε κρασί και γέλασε με τη διαφήμιση στο ραδιόφωνο

 

στο τέλος σώπασε

βάρυνε από τις ερινύες και το κρασί

ακούστηκε από μέσα του κάπου μακριά

ένα τραγούδι ίδιο παράπονο

για τους νεκρούς τους πονεμένους τους πνιγμένους

τους που δεν φάγανε ψωμί με κρέας και λαχανικά

 

το απόγευμα χτύπησε η πόρτα

φίλος καρδιάς υπάλληλος στην εφορία

του ‘φερε νέα άσχημα

το σπίτι του λέει

δάνειο στο δάνειο για να το χτίσει, μη φανταστείς

το σπίτι το χτισμένο στο προικώο της συζύγου

αναγκασμένος να το δώσει σε εταίρους εχθρικούς ήτανε πια

γιατί αφερέγγυος στάθηκε

γιατί το χρέος του έριξε μπόι πια

κι ήτανε ώρα το δρόμο του να πάρει για χέρια αλλότρια

 

ο επαναστάτης

στάθηκε κάτω απ’ της πόρτας του την κάσα

σεισμός του φάνηκε πως ήρθε

μέτρησε της ζωής του τα συλλαλητήρια

κι ύστερα τα πλούσια γεύματα επάνω στη φτηνή ροτόντα

πήρε τηλέφωνο τον επιτόπιο βουλευτή

μα κείνος στα γεμάτα απόγνωση τηλέφωνα των πολιτών

από καιρό σταμάτησε να απαντάει λόγω εργασίας φόρτου

 

κι έτσι ο επαναστάτης έμεινε μόνος

μέσα στο σπίτι που εκείνος έχτισε μα σε άλλα χέρια θα ‘φτανε

κοίταξε τα παιδιά του ύστερα τη γυναίκα του

και φρικωδώς κατάλαβε

πως η επανάσταση από τα ραδιόφωνα δεν θα μεταδοθεί

πως η παρένθεση σε αγκύλη που τρυπάει μεταμορφώθηκε

κι ακόμα

πως η ζωή του άτσαλα

μέσα στο λάκκο τον σκαμμένο από τα ίδια του τα χέρια

την τελευταία της κραυγή οικτρά ανασαίνει

Advertisements

γυναίκα πολύχρωμη, η

τη συνοδεύουν πάντα άνδρες άνω του ενός
περπατά και ξέρει
ξέρει σας λέω
της το ψιθύρισε ο καθρέφτης ο ολόσωμος του δωματίου της νωρίτερα
ξέρει πως τα πάντα γύρω από αυτήν φωτίζονται
έντονα ρούχα πολύχρωμα χείλη
κίτρινο φόρεμα
ώμοι έξω
ώμοι να κρυώνουν στο αγιάζι
χαλάλι

η παρέα κάθεται να φάει
το φαγητό της πάντα προσεγμένο
προσέχει το κορμί της δημοσίως
κι ας ξέρει πως η φύση την ευνόησε
δεν χρειάζεται να νοιαστεί
κι έτσι το βράδυ
όταν οι συνοδοί της ευγενικά στο κρεβάτι ανέγγιχτη την αποθέσουν
όταν ελεύθερη θα τυλιχτεί στης παγκόσμιας μοναξιάς της το μανδύα
θα βρει κρυμμένους θησαυρούς κάτω από το στρώμα της
και έμπλεη τύψεων
θα αφοσιωθεί στη μόνη ηδονή που η κοινωνία της ομορφιάς της επιτρέπει

ο σερβιτόρος πλησιάζει στο τραπέζι της παρέας
γέρνει ασφυκτικά πάνω απ’ το πλαστικό τραπεζομάντηλο
και με βλέμμα ίσιο στο στήθος της
της απαγγέλει τα φρέσκα της ημέρας πιάτα
εκείνη καμώνεται πως δεν καταλαβαίνει
συνήθισε και δέχτηκε τη μοίρα της
το στήθος της θα ‘ναι τα μάτια της
στη θέση των αληθινών ματιών της
της τοποθέτησαν πριν από χρόνια
δυο βέλη φωσφορίζοντα
κατεύθυνση νοτίως
διεύθυνση η επάρατη της ομορφιάς πατρίδα

όλοι εμείς που περάσαμε από δίπλα της μοιάζουμε τόσο με τη στάχτη
παραμερίστε πλάσματα της αλισίβας
κοντοζυγώνει το επί χρήμασιν ηλιοκαμένο δέρμα
είμαστε όλοι εμείς
οι γκρίζοι άνθρωποι που αδιάφορα σταθήκανε δίπλα σε τούτη την πολύχρωμη γυναίκα
που ειδικεύεται από τα γεννοφάσκια της
στην ανεπάγγελτη της ομορφιάς αλαζονεία

λεφτεριά, η*

θέλω να γίνω κανονική. θέλω να είμαι κανονική. θέλω να χωρέσω κάπου κι εγώ. να βουλιάξω στον καναπέ. να παρακολουθήσω τρία σήριαλ αυτή τη χρονιά. θέλω να μάθω μαθηματικά. πάλι. αφαίρεση αφαίμαξη άφεση. θέλω να χωρέσω σε μια καρέκλα γραφείου επιτέλους. θέλω να καπνίσω γυναικεία τσιγάρα. θέλω να φωτογραφίζομαι πίσω από το λευκό μου κρασί. μπροστά από το κόκκινο κραγιόν μου. θέλω να νοικιάσω ένα νυφικό γεμάτο πέρλες. να σε νοικιάσω κι εσένα και να σου δώσω για εγγύηση την αγάπη μου. να σε σύρω στην φαρμακολύτρια ενώπιον ψαλτάδων και να σου πατήσω το πόδι την κατάλληλη στιγμή. κι ύστερα στου παιδιού μου τη χαρά έσφαξα ένα κοτέτσι ολόκληρο. θέλω να σας κοιτάζω να σφάζετε κόκορες. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να οδηγήσω ένα καινούριο μεταχειρισμένο αμάξι με υδραυλικό τιμόνι. θέλω να ανήκω κάπου μαζί σας. να μιλάμε για τα ίδια πράγματα. να κλαίμε με τις βαριές ταινίες. τις ακαταλαβίστικες. να έχω τις αγωνίες σας. θέλω να συζητάω ήρεμα για το ποτάμι του μπόμπολα. να μην μου τινάζονται οι φλέβες στο πρόσωπο. γυναίκα είμαι, τι στο διάολο ασχολούμαι. θέλω να μην με λέτε σκληροπυρηνική. θέλω να ξεσπάω οδηγώντας. να γράφω ποιήματα για την ικαρία. κανένα μακρονήσι. καμία λαμπεντούζα. να κλαίω για τα παιδιά στην αφρική, στη σρι λάνκα, στη συρία. μέχρι να πατήσουν το πόδι τους εδώ τα κωλόπαιδα. θέλω μετά να με ενοχλούν. θέλω να αποδεχτώ τον βορίδη. θέλω να ονειρεύομαι τον τσίπρα πρωθυπουργό. θέλω να αρκούμαι. να ψάξω για γαμπρό με σπίτι και αμάξι. να μην με νοιάζει κανένα ηλίθιο όνειρο. να ονειρεύομαι τις νύχτες και όχι όταν περπατάω στο δρόμο. μαλακισμένες ονειρώξεις. να βλέπω δόντια να μου πέφτουν και μωρά να γεννιούνται. όνειρα κανονικά. με κούρασα πια. θέλω να μην είχες πεθάνει δύο μέρες μετά τα χριστούγεννα. με έπνιξα. δεν ανήκω πουθενά. είμαι τόσο μόνη όσο και ένας πεθαμένος. θέλω να με πληγώνει μόνο ο θάνατος. θέλω να ανάβω ένα κερί στην εκκλησία. θέλω να φοράω κολλητά παντελόνια. θέλω να δείχνω το στήθος μου. γυναίκα είμαι ρε αδελφέ. θέλω να σφυρίζω μόρτικα. να με καίει μόνο πόσα έχω στο πορτοφόλι μου. θέλω να πεταρίζω τα βλέφαρά μου με θηλυπρέπεια. θέλω να δακρύζω όταν ακούω τον εθνικό ύμνο. θέλω να γίνω κανονική. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να βρω μια γωνιά να πεθάνω ήσυχα. θέλω να με καταθλίβουν οι γιορτές. θέλω να μην γεμίζω με άγρια χαρά για ό,τι καινούριο έρχεται. θέλω να διαβάζω με ψυχραιμία τις ειδήσεις. να μην με νοιάζει ο διπλανός. θέλω να αγαπήσω αυτή τη χώρα. θέλω να αγαπήσω τις βρώμικες θάλασσες της αττικής. θέλω να ξεχάσω τα πράσινα νερά του νησιού για πάντα. θέλω να ζήσω κανονικά. να μην ξαναγράψω. γράφω τα ίδια και τα ίδια. νόμιζα πως θα νικήσω τον καρκίνο με το γράψιμο. πως θα διώξω τα κονδυλώματα. πως θα ηττηθούν τα πνευμονικά οιδήματα. νόμιζα πως σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. πολιτιστική επανάσταση. γαμημένε σοσιαλισμέ. θέλω να πηγαίνω μέχρι το σούνιο. όχι στο λαύριο. ποτέ ξανά στο λαύριο. ποτέ, μ’ ακούς; να θαυμάζω τους αρχαίους ναούς. όχι τα σύγχρονα νεκροταφεία. θέλω να με ραίνουν με γαρύφαλλα από νεκροταφεία την ώρα που θα χορεύω ζεϊμπέκικο. να ‘χω βγάλει τις γόβες μου. κι αυτό να είναι η επανάστασή μου. με κούρασα. θέλω να πατήσω στη γη και να μην ξανακουνηθώ ποτέ. ρεαλισμός. θέλω να ζήσω παρέα με τα απρόσωπα ρήματα. θέλω να γίνω ένα απαρέμφατο. να ζήσω μια ζωή κλεισμένη μέσα σε μια μετοχή παθητικής φωνής. να παθαίνω ζημιές. να είμαι το θύμα του συστήματος. να μην φταίω ποτέ για τίποτα. θέλω να μην σε είχα ερωτευτεί. να δίνω λεφτά σε πέντε ασφαλιστικές εταιρείες για παν ενδεχόμενο και πάλι να νιώθω ανασφάλεια.

θέλω να ζήσω κανονικά. αναίμακτα. βολικά. τραγανά.

ζήτω η κανονικότητα ρε κουφάλες*

περσεφόνεια νάρκη

ο ήλιος νικάει το φόβο

κι έτσι η χειμερία νάρκη του φόβου είναι πάντα καλοκαιρινή

 

οι υμνητές του ίσως αγαπούν την άνοιξη

οι αγωνιστές του τώρα θεριεύουν το καλοκαίρι

οι δύο εποχές έχουν μία μόνο διαφορά

από τους οπαδούς τους ετεροπροσδιοριζόμενη

 

για να πεις άνοιξη αρκεί να κρατήσεις τα χείλη σου ανοιχτά

για να έρθει η άνοιξη αρκεί να μυρίσεις τις νεραντζιές

μαγικά νεράντζια φυτρώνουν παντού σε πόλεις και σε στρατόπεδα

αγαπούν καταπώς φαίνεται την ένωση με το τσιμέντο

και ύστερα τη νίκη τους επ’ αυτού

 

για να πεις καλοκαίρι αρκεί το κορμί σου να βουτήξει στο ιώδιο με μόνη επιθυμία να κλείσει τις πληγές του ψύχους, του έρωτα και της βραχνάδας

για να έρθει το καλοκαίρι αρκεί μια ανεπαίσθητη αλλαγή στο πράσινο του θαλασσινού νερού

 

μια αλλαγή που θα τη δουν μόνο

η τελευταία ακτίνα του ήλιου

ένα κοράκι

και το πρώτο αστέρι που φέρνει τη νύχτα

κι ίσως και κάποιος ποιητής που θάλασσα ποτέ δεν είδε

 

-μην απορείς που λέω τα νερά πράσινα

και όχι γαλάζια

δεν εμπιστεύομαι ούτε τα μάτια μου

ούτε τον ηρωικό τους αστιγματισμό

στη χώρα του μυαλού μου είμαστε όλοι δαλτονικοί

και εξάλλου αναρχία είναι η τάξη και η ασφάλεια των χρωμάτων-

 

επιμένουμε να κομματιάζουμε τα χρόνια σε εποχές

προσπαθούμε να ξεχάσουμε

πως το κομμάτιασμα, το ξεκοίλιασμα και οι διαχωριστικές γραμμές του χρόνου

έργο της πιο αιματοβαμμένης ασθένειας είναι

άλλοι την είπαν έρωτα

άλλοι Περσεφόνη

άλλοι πληγή που δεν την έψησε το ιώδιο

 

και τη λέω αιματοβαμμένη

γιατί κάθε μήνα οι γυναίκες θρηνούν και αιμορραγούν

για τα παιδιά που δεν γέννησαν

 

όλοι οι έρωτες της πόλης μας

κείτονται στους υπονόμους της

γι’ αυτό οι αρουραίοι είναι ζώα ερωτικά και σαρκοβόρα

 

όταν οι νύχτες μεγαλώνουν

δεν επιθυμούμε να ανοίγουμε πολύ το στόμα

τα σύμφωνα του αλφάβητου είναι η μπότα του κατακτητή

 

τι κάνεις

πώς είσαι

τα νέα σου

φθινόπωρο είναι η απάντηση σε όλα

 

και όταν πια λυγίσουμε από το κρύο

κλείνουμε το φόβο μας σε λέξεις κούφιες και αδιάφορες

 

τι έχεις

χειμώνας

 

κι ύστερα πάλι όλα από την αρχή

μέχρι να καταλάβουμε πως του Κορνάρου τα λόγια

δεν είναι στίχος αλλά Προφητεία

 

αλλά την ώρα που καταλαβαίνουμε

πως η καμπύλη του χωροχρόνου χωράει εντός της και τα αστέρια και τη Φυσική και τους θεούς

ακούμε ήδη τις φτυαριές

πέφτουν πάνω μας στεφάνια με μωβ αφιερώσεις

 

αν κατηγορώ τον καπιταλισμό για κάτι

είναι που πρέπει να πληρώσεις για να θάψεις και να θαφτείς

 

στην κοινωνία των ονείρων μου

κηδείες και γέννες δημοσία δαπάνη θα τελούνται

και θα συνοδεύονται πάντα από τραγούδια

 

πάντα πίστευα στα τραγούδια πιότερο από ό,τι στα λόγια

ο ρυθμός πήγαινε πάντα την ανθρωπότητα μπροστά

 

οι χοροί μας έφεραν πιο κοντά στην ανακούφιση και τη χαρά της θνητότητας

οι παρελάσεις μας έφεραν πιο κοντά στη φρίκη της πολεμικής αθανασίας

 

μνημεία να χτίσουμε για τους τροβαδούρους

τους ακκορντεονίστες της Ομόνοιας

τα παιδιά των Ρομά που τραγουδάνε τα κάλαντα δώδεκα μήνες το χρόνο

 

κατεβάστε τις σημαίες

υψώστε τις κιθάρες

 

θυμόμαστε πάντα εν τιμή στρατηγούς εθνοσωτήρες

που οδήγησαν τους γιους μας σε ξένο θάνατο στα βουνά της αλβανίας

και λησμονάμε πάντα τους ραψωδούς με τα μακριά μαλλιά

που χάρισαν στις κόρες μας τα δάκρυα της άνοιξης δεκέμβρη μήνα

 

αφότου εμφανίστηκαν στη γη οι αδόλφοι

κατακερματίσαμε το αξιακό μας σύστημα

και νομίσαμε πως ο κόσμος χτίζεται στην ησυχία

 

όμως ειρήνη σημαίνει πόλεμος

ησυχία βρίσκεις μόνο μέσα στο φέρετρο

 

η ελευθερία είναι ανήσυχη

αλλιώς δεν θα ‘χε μέσα της το γράμμα ρο

 

αγαπώ το γράμμα ρο

γιατί με αφήνει να κυλάω

μου λειαίνει τις γωνίες

το γράμμα ρο είναι ο Δημιουργός της καμπύλης

 

-αν σας αγάπησε κάποιος άντρας για τις καμπύλες του κορμιού σας

να ευχαριστείτε το γράμμα ρο-

 

το ρο είναι το γράμμα της γυναίκας

το ταυ είναι το γράμμα του άντρα

-καθώς θυμίζει φαλλό καταλαβαίνουμε πως ο επιβήτορας του αλφάβητου είναι-

 

και δεν είναι τυχαίο που έτσι αρχίζει η λέξη Τροία

 

γιατί οι Ελένες και οι Περσεφόνες της παγκόσμιας Ιστορίας

δε γεννήσανε παιδιά

αλλά αρουραίους

που πριν κλειστούν στους υπονόμους

ήταν ελεύθεροι να κυκλοφορούν σαν άνθρωποι

και να τραγουδούν τις ζωές των μανάδων τους

 

όμως η ωμή αλήθεια πόναγε τον αστικό πολιτισμό

κι έτσι έσβησαν κάθε αναφορά στα τρωκτικά από τις σελίδες της Ιστορίας

 

κι έμειναν μόνες οι γυναίκες

κλεισμένες σε διαμερίσματα

στο περιστέρι

στο μπραχάμι

και στα άνω λιόσια

να αιμορραγούν κάθε μήνα

να ερωτεύονται κάθε μέρα

να ψαχουλεύουν τη μήτρα τους

μήπως απόμεινε πουθενά λίγη αλήθεια

 

και μη θαρρείς πως κατηγορώ τους άντρες

κάθε στρατιώτης που βρέθηκε με ένα σπαθί ορθό και ετοιμοπόλεμο

νόμισε πως θ’ αλλάξει τον κόσμο

 

και στο κάτω κάτω όσων ποτέ δε γράφτηκαν

ο κόσμος πάντα αλλάζει

μόλις το σπαθί συναντηθεί με τη μήτρα

μόλις το ταυ ενωθεί με το ρο

μόλις ο Πάρης αγαπήσει πάλι την Ελένη

μόλις η Κλυταιμνήστρα σκοτώσει το μέγα νικητή Αγαμέμνονα

και μόλις η Περσεφόνη για πάντα με το θεό του Αχέροντα δεθεί

 

και μόλις στρατηλάτες και αοιδοί

για πάντα το αποτύπωμά τους

στην παγκόσμια πανανθρώπινη Ιστορία απαρνηθούν

 

ο φόβος δε νικιέται από τον ήλιο

πέφτει μόνο σε ακούσια νάρκη

όπως ο εραστής θεός ναρκώνεται από τα χάδια της θνητής γυναίκας

που έδεσε ζωή και θάνατο

με τη δύναμη της αγάπης

 

ο φόβος δε νικιέται από τον ήλιο

πέφτει μόνο σε νάρκη

την περσεφόνεια νάρκη

 

 *

εξ αφορμής μιας εικόνας

κυριακή μεσημέρι ζέστη νωχέλεια

Πακιστανοί που πίνουν αναψυκτικά κάθονται στα παγκάκια της πλατείας

χαμογελούν αφήνουν τον ήλιο να μπει μέσα τους

φτάνουν στο μέλλον με το νου

λησμονούν για λίγο το φόβο

ξεσκίζουν την άθλια λέξη μετανάστης

και ξεκινούν να χτίζουν εκεί

στο παγκάκι της πλατείας

τη νέα πανανθρώπινη χώρα

με σημαία μια κιθάρα

κι έμβλημα ένα μελαμψό χαμόγελο

 

στο ραδιόφωνο έπαιζε αυτό