sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: δάσκαλος

σελίδα δεκατρία, εικόνα τρίτη

283227_4285835779002_1939992038_n

από τα μεγάφωνα ακούγεται ένας βρυχηθμός

δεν με νοιάζει μη σε νοιάζει τι τους νοιάζει

απαγορεύεται να περπατήσεις μες στην πόλη

χωρίς να ακούς τους βρυχηθμούς του τέρατος

που πνίγεται από τα ίδια του τα υγρά

*

το καθεστώς

έτσι το λεν στις συνελεύσεις

-εγώ καλύτερα με τη λέξη τέρας αγκαλιάζομαι-

αντάλλαξε τις μουσικές με τις κραυγές

-καλπάζει η ανεργία στους μουσικούς-

 

ίσως στο τέλος τέλος

οι μαθητές του μέλλοντος πιο τυχεροί από μας να είναι

γιατί μπορεί στα σχολικά βιβλία της ιστορίας

μόνο εικόνες να περιέχονται

φωτογραφίες μωρών, ανέργων και νεκρών

 

και τότε όλοι εμείς θα στριμωχτούμε

ιστορική ανάγκη οι συνωστισμοί

σε μια λεζάντα μιας φωτογραφίας

ο πληθυσμός ανήμπορος τη μοίρα του εδέχθη

σελίδα δεκατρία εικόνα τρίτη· βλέπετε την ανημποριά;

 

και μόλις η κουβέντα στην τάξη θα φουντώνει

στην πρώτη ερώτηση γιατί από κάποιον μέτριο μαθητή

ο δάσκαλος θα ψάχνει δήθεν τα χαρτιά του

μήπως και την απαίσια απάντηση αναβάλει

αλλά το βλέμμα απορίας θα παραμένει

 

κι έτσι ακουσίως ο δάσκαλος

θα αναγκάζεται απόκριση να δώσει

γιατί δεν κάναν τίποτα;

γιατί παιδιά μου η αλήθεια είναι

πως φοβήθηκαν·

 

πιστεύω στα σχολεία του μέλλοντος

οι μαθητές το μάθημα πως θα ορίζουν

θα μπλέκονται η ιστορία με τη φιλοσοφία

και του πολίτη η αγωγή με νότες στο πεντάγραμμο θα γίνεται

κι οι μαθηματικοί θα ξέρουνε τη θάλασσα να ζωγραφίζουν

 

και μην ξεχάσω να σας πω

πως μέχρι τότε η γεωγραφία

ποτάμια, λίμνες και βουνά θα αναφέρει

και στων παιδιών τους νέους χάρτες που θα μοιράζονται

ως σύνορο μοναδικό ο ορίζοντας θα υπάρχει

*

άξαφνα μελωδία πλημμύρισε τους ματωμένους δρόμους

κάποιος ανέβηκε παράνομα στης πόλης μας τους στύλους

άλλαξε την κασέτα που από τα μεγάφωνα κραυγές ξερνούσε

και ακούστηκε ύστερα από μήνες

-μήνες πολλούς, βαριούς και άκαπνους-

 

τραγούδι αέναο από το μέλλον μας φερμένο

κάποιος τραγούδαγε

πως όπου να ‘ναι

τα σύνορα και οι μαχαιριές

ταυτόχρονα απ’ τους χάρτες θα σβηστούν

μεθ

207640_1818354213505_3612319_n

στον προθάλαμο μιας εντατικής

τρεις δάσκαλοι

ένας παλιννοστούντας έμπορος

ένας βουλευτής κομμουνιστής

κι ένας γιατρός

 

αναρωτιούνται αν ο νέος

που κοιμάται με οξυγόνο στο στόμα

θα θυμάται όταν ξυπνήσει

το κλάμα του πατέρα

τη λιποθυμία της μάνας

το μισθό που η νοσοκόμα του δεν πληρώθηκε

το σοσιαλισμό που ποτέ δεν ήρθε τελικά

τα όνειρα που έκανε τις νύχτες στα μπαρ

 

τα νοσοκομεία

είναι τα πιο μυστήρια κτήρια

στην ιστορία της ανθρωπότητας

 

τα νοσοκομεία

είναι τα στριπτιτζάδικα

του υπαρκτού καπιταλισμού

 

οι ασθενείς -αναίσθητοι-

φοράνε ρούχα διφυή

ή πιτζάμες που χρειάζονται για την ανάρρωση

ή πυτζάμες που σάβανα θα γίνουν

οι γιατροί -αναίσθητοι πρέπει να είναι-

φοράνε φόρμες απαλές και τρομακτικές

οι γονείς του άρρωστου νέου

γδύνονται μια για πάντα

και αφήνουν στους προθαλάμους των εντατικών

την παλιά ζωή τους

 

στην είσοδο ένας ένστολος

σε ρωτά αν έχεις κάνει κράτηση

για τους αποψινούς θανάτους

-παριστάνει πως δεν βλέπει

τις κόρες των ματιών σου

που διαστέλλονται

για να γεννήσουν την οδύνη-

 

το νερό στους ψύκτες

είναι αλμυρό και παγωμένο

 

στον αέρα πετάνε

τα πιο δυνατά μικρόβια

 

στις σκάλες ανεβοκατεβαίνουν

οι πιο ύπουλοι ιοί

 

για τη ζωή του νέου

προσεύχονται όλοι

 

οι δάσκαλοι στο θεό

ο έμπορος που απ’ τη βραζιλία γύρισε στο θαύμα

ο κομμουνιστής βουλευτής στον ιωσήφ

                          -πατέρα του θεού-

και ο γιατρός στα μηχανήματα

 

-τα μάτια των γιατρών γυαλίζουν

κι εγώ την προσευχή μου

σ’ αυτούς αφιερώνω-

 

τα ξημερώματα ο νέος ξύπνησε

η καρδιά του αποφάσισε πως θέλει κι άλλο να πονέσει

έξω ξημέρωναν χριστούγεννα

η μάνα λιποθυμούσε για μια τελευταία ευτυχισμένη φορά

ο γιατρός αποσύνδεσε τα μηχανήματα με αγάπη

θεός και ιωσήφ επέστρεψαν στην αιώνια παρτίδα σκάκι

 

κι εγώ σκαρφάλωσα ψηλά στο λυκαβηττό

ν’ ανάψω τα εορταστικά λαμπάκια των ημερών

-σινιάλο συνωμοτικό για τους νεκρούς μου-

πως καταφέραμε το θαύμα των ημερών

άνθρωποι μεταξύ ανθρώπων

 

κι ύστερα γδύθηκα μέσα στο κρύο

-σινιάλο συνωμοτικό για τους ζωντανούς μου-

πως εμείς θέλουμε ζωντανοί να είμαστε

 

όταν πεθάνει ο καπιταλισμός.

ο δεκέμβρης των τσιγάρων

μετράω τα τσιγάρα μου. προτελευταίο για απόψε. πρέπει να συντονίσω το μυαλό μου. νιώθω πως χωρίς νικοτίνη δεν μπορώ να σκεφτώ. αν υποθέσω ότι το κάθε τσιγάρο κρατάει τρία με τέσσερα λεπτά, έχω στη διάθεσή μου οχτώ περίπου λεπτά. με το σβήσιμο της τελευταίας καύτρας τελειώνει το βράδυ. η πίσσα και όχι ο χρόνος με κυνηγά ανένδοτα. το δικό μου ρολόι μετρά με βάση τις μονάδες μονοξειδίου του άνθρακα που κατακάθονται στα πνευμόνια μου. έχω την επιλογή να ζήσω για λίγο ακόμα όμως. ξέρω πως, τουλάχιστον για απόψε, το δηλητήριο δεν θα με σκοτώσει. πάντα έλεγα πως ο χειρότερος θάνατος είναι εκείνος που έρχεται από ασφυξία. να μην μπορείς να ανασάνεις και να ξέρεις πως είναι οι τελευταίες σου στιγμές πάνω στο έδαφος. ανοίγω το παράθυρο. ο αέρας ξεριζώνει τα δέντρα αλλά όχι τα μυαλά. εύχομαι τα στοιχεία της φύσης να μπορούσαν να καταστρέψουν ιδεολογίες και τρόπους ζωής. γιατί τα δέντρα τι μας έφταιξαν; ποιον πείραξαν; θέλω να βγω από το σπίτι μέσα στη μαύρη νύχτα και να βρω έναν πιστό. μιας οποιασδήποτε θρησκείας. να τον ρωτήσω για το θεό του. γιατί ο θεός σου αγαπάει να σκοτώνει; θα τον ρωτήσω. άμα πεθάνει η μάνα σου θα πεις πως ήταν θέλημα θεού ή η πίστη σου μετράει μόνο για κοριτσάκια από τη σερβία που δεν έχουν λεφτά και πεθαίνουν κάπου μακριά μέσα στη φτώχεια και το δηλητήριο;

έβαλε ψύχρα. κλείνω το παράθυρο. το πρώτο τσιγάρο κοντεύει να σβήσει. γρήγορα στο επόμενο θέμα γιατί η νικοτίνη τελειώνει. πάλι θέλω να βγω από το σπίτι και να σπάσω όλα τα φωτεινά λαμπάκια των δρόμων και των σπιτιών που θέλουν να μου φορέσουν τη χαρά με το ζόρι. η χώρα μου μετατράπηκε σε ένα απέραντο γυμνάσιο θηλέων. αν δεν φορέσεις την ποδιά της υποχρεωτικής χαράς είσαι ένας περιθωριακός παρίας. αμέσως διατάσσεται η αποβολή σου από το σχολείο και η αλλαγή περιβάλλοντος. εξάλλου οι αγγλίες, οι γερμανίες και οι αυστραλίες έχουν ανοίξει την αγκάλη τους και σε περιμένουν. μόλις περνάς τα σύνορα της χώρας ο καινούριος αέρας που φυσάει σε συνδυασμό με το φόβο για το άγνωστο είναι μάλλον από τα πιο συγκλονιστικά πράγματα που θα νιώσεις στη ζωή σου ως μετανάστης.

πάμε πίσω σε μας που ξεμείναμε εδώ. οι καθηγητές του γυμνασίου μας δεν φοράνε γυαλιά ούτε τους έχουν πέσει τα μαλλιά από το διάβασμα και τη συσσώρευση γνώσεων. δεν είναι δάσκαλοι, αλλά ορκ από τη γη του σάρουμαν, που στόχο τους βάλανε να μην μείνει κανένας μας ζωντανός ή ακόμα καλύτερα να μείνουμε όλοι ακρωτηριασμένοι για το υπόλοιπο της ζωής μας.

οι μαθητές που ονειρεύονται να παίζουν, να κάνουν έρωτα, να λένε ανέκδοτα και να διαβάζουν παραμύθια του τριβιζά το μόνο που καταφέρνουν είναι να κολλάνε χαρτιά στα σακάκια των δασκάλων τους που γράφουν ‘’είμαι στουρνάρι στα οικονομικά των λαών αλλά τα καταφέρνω με τις τράπεζες’’. μικρά μόνο πλήγματα χωρίς στόχο και χωρίς αποτέλεσμα. όταν οι δάσκαλοι ανακαλύπτουν τις φάρσες αυτές στέλνουν τη μαθητική αστυνομία να συλλάβει όποιον βρει στο διάβα της και κυρίως τα κωλόπαιδα που μαζεύονται στη στρογγυλή πλατεία του προαυλίου, πλατεία δια βίου μάθησης κατά τους δασκάλους, πλατεία αλέξανδρου γρηγορόπουλου κατά τους μαθητές. η μαθητική αστυνομία έχει στην κατοχή της πολύ γρήγορα ποδήλατα που τα καβαλάει και όποιον πάρει ο δένδιας.

ο θεός δένδιας είναι ένας ημίθεος της ελληνικής χριστιανικής μυθολογίας, ο οποίος κατάφερε και έκλεψε την ελευθερία από το γένος των ανθρώπων και την προσέφερε στους θεούς, έτσι που οι άνθρωποι να ζουν για πάντα σκλαβωμένοι σε ανύπαρκτα ουράνια πλάσματα. εις ένδειξη διαμαρτυρίας, κάθε χρόνο την 21η απριλίου- που είναι του αγίου δένδια, ημέρα μάλιστα κατά την οποία συμπτωματικά υπεγράφη από τους δασκάλους του σχολείου μια συμφωνία με τους ιθύνοντες άλλων σχολείων περί του αφανισμού όλων των κωλόπαιδων όλων των σχολείων- οι πιο τολμηροί μαθητές καίνε στο προαύλιο του σχολείου μια σημαία που απεικονίζει τη δημιουργία του κόσμου από τον αλλάχ, το μαρμαρωμένο βασιλιά, το χριστιανικό θεό, τον χίτλερ και τον ιωάννη μεταξά.

τότε η μαθητική αστυνομία ξεσπάει σε αντίποινα, που είναι άλλοτε πολύ σκληρά και άλλοτε πάρα πολύ σκληρά, με αποκορύφωμα τις στυγνές δολοφονίες των πιο όμορφων μαθητών, σύμφωνα με όσα τα βιβλία του καθεστώτος διδάσκουν στους αστυνομικούς. οι αστυνομικοί του σχολείου κοιμούνται αγκαλιά με τα κλομπς τους και βαράνε στο ψαχνό γιατί ξέρουν ότι κανένας δεν πρόκειται να τους τιμωρήσει για τα εγκλήματά τους και είναι γενικά μάλλον άνθρωποι άσχημοι και με χνώτα που μυρίζουν αίμα. οι τραυματίες μαθητές- που δεν σκοτώνονται εν ψυχρώ από σφαίρες που, καθόλου μα καθόλου δεν εξοστρακίζονται αλλά έχουν βγει από την κάννη του όπλου με αποκλειστικό σκοπό να σε βρουν κατάκαρδα γιατί σκοτίζεις τα αρχίδια του συστήματος- έχουν την ατυχία να πηγαίνουν στο νοσοκομείο όπου εργάζονται γιατροί για ένα κομμάτι παντεσπάνι αλλά και πάλι κάνουν τα πάντα για να σε σώσουν. μόνο που τις περισσότερες φορές τα νοσοκομεία δεν έχουν γάζες, ιώδιο και τραυμαπλάστ, κι έτσι οι γιατροί παλεύουν με μόνο όπλο την πίστη τους στη γαμημένη τη ζωή.

υπεύθυνος για αυτό το θαύμα στον τομέα της υγείας είναι ένας άλλος άγιος του συστήματος- το εκπαιδευτικό σύστημα που περιγράφω δεν έχει υπουργούς αλλά μόνο ισόβιους αγίους, καθότι πολύ επαναστατικό- που ονομάζεται άδωνις. σύμφωνα με δικούς του υπολογισμούς, ο υπερπληθυσμός των σχολείων, καμιά φορά μπερδεύεται και τα ονομάζει στρατόπεδα συγκέντρωσης, μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο αν πεθάνουμε οι μισοί μαθητές, με ιδιαίτερη έμφαση στους αριστερούς και τους αναρχικούς, για τον ίδιο λόγο που ανέφερα προηγουμένως, δηλαδή το σκότισμα των όρχεων των δασκάλων και των αγίων.

μια μόνο φορά μετάνιωσε ο άδωνις που γάμησε το σύστημα υγείας, όταν το χρειάστηκε ο ίδιος. κάποτε, η τρομοκρατική οργάνωση συνομωσία βιβλίων της καρδιάς του έστειλε σφραγισμένο φάκελο που- άγνωστο ακόμα πώς- πέρασε από την προσωπική του ασφάλεια και έφτασε στα χέρια του. ο θανατηφόρος φάκελος περιείχε μία ενενηντάρα κασέτα με άγνωστα τραγούδια του νικόλα άσιμου και φυσικά ο άγιος άδωνις κόντεψε να πάθει έμμηνο ρύση, αλλά τον έσωσαν την τελευταία στιγμή με ενέσεις ζεϊμπέκικων κάποιου χρυσαυγίτη κατ’ ευφημισμόν τραγουδιστή και με ολονύχτια βίντεο από βασανισμούς στα υπόγεια της οδού μπουμπουλίνας στα τιμημένα χρόνια της χούντας.

κι ενώ περιέργως λοιπόν σε όλο τον υπόλοιπο πολιτισμένο και απολίτιστο κόσμο το αρχαιότερο επάγγελμα είναι εκείνο της πουτάνας, στην ελλάδα το αρχαιότερο επάγγελμα είναι εκείνο του αστυνομικού και του ρουφιάνου. γιατί και παλιότερα αστυνομικοί με και χωρίς στολή έχουν βαρέσει κόσμο στο ψαχνό. κόσμο που περπατούσε στους δρόμους της πόλης φωνάζοντας πως δεν θέλει τυράννους πάνω από το κεφάλι του, αλλά βλέπεις οι τύραννοι είχαν ήδη προαποφασίσει για αυτόν το λαό και ο άρης είχε εκδιωχθεί κάπου μακριά για να μην μπορεί να σώσει κάπως την κατάσταση- μη μιλήσω για τους αρχηγούς του τότε παράνομου κκε, καλοί μαλάκες κι αυτοί- κι έτσι ο τότε τοποτηρητής του αγγλικού θρόνου γέρος παπανδρέου διέταξε να σκοτώσουν διαδηλωτές μπας και σταματήσουν να διεκδικούν ελευθερίες, λες και τους είπε κανένας ότι μπορούν να αποφασίζουν μόνοι τους για τις ζωές τους.

γενικά οι δεκέμβρηδες είναι κρύοι στην αθήνα αλλά και ταραγμένοι, όπως και οι νοέμβρηδες, όπως και όλοι οι μήνες- αν και προείπα ότι εγώ δε μετράω το χρόνο με βάση τα ημερολόγια των παπάδων αλλά με βάση τα τσιγάρα που έχω για να περάσω τη νύχτα μου- και από τότε συνηθίσαμε να ακούμε για αίμα που κυλάει ανένδοτα και για πνευμόνια που σκάνε από το δηλητήριο και για κορμιά που πνίγονται στις θάλασσες και για κεφάλια που κόβονται και τα κρεμάνε στις πλατείες και για μυαλά που τα πυροβολούν και να μην ταραζόμαστε και πολύ, γιατί η συνήθεια είναι η μήτηρ του καπιταλισμού.

πέρασε η ώρα, μου τελειώσανε τα τσιγάρα αλλά είμαι ακόμα ζωντανή. βλέπεις, η σκέψη δεν φυλακίζεται σε κανενός είδους τοπικό και χρονικό κλουβί. και πέρα από τις φιλοσοφίες, είμαι ακόμα ζωντανή γιατί δεν με πυροβόλησε κανένας αστυνομικός, δεν με δηλητηρίασε καμιά αυτοσχέδια σόμπα, δεν με βίασε κανένας ασφαλίτης της χούντας μέσα στο κελί μου· και το μόνο που μου απέμεινε να κάνω είναι να κλάψω για όλους όσοι πέθαναν τις κρύες μέρες του δεκέμβρη, τις καυτές νύχτες του αυγούστου και τα μεσημέρια του μαΐου, κλαίω για τους νεκρούς, κλαίω για τους ζωντανούς, κλαίω για τους ζωντανούς νεκρούς, κλαίω γιατί με λήστεψαν, κλαίω γιατί τα χριστούγεννα δεν γεννήθηκε κανένας θεός αλλά γιατί πεθαίνουν δεκάδες αστέγων στις μεγαλουπόλεις, κλαίω γιατί θέλω να ζήσω.

ανακαλύπτω ένα ξεχασμένο πακέτο τσιγάρα σε κάποιο συρτάρι. σταματάω το κλάμα. εγώ θα αποφασίσω πότε θα πεθάνω.

ανάβω τσιγάρο. ο καπνός ανεβαίνει ψηλά, τρυπάει το ταβάνι, τρυπάει το μπετόν, συναντά άλλους καπνούς, φτιάχνουν ένα μεγάλο σύννεφο από γκρι καπνό που ταξιδεύει πάνω από τις πόλεις και ψεκάζει τον κόσμο.

την άλλη μέρα το πρωί, οι ανυποψίαστοι πολίτες βρίσκουν προκηρύξεις στα μαξιλάρια τους.

‘’γάμησέ τα τα χριστούγεννα, έλα να κάνουμε έρωτα.’’

Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά

– Μαμά, άκου να σου πω τι έγινε σήμερα στο σχολείο με τις φίλες μου!

– Δώσε μου λίγο χρόνο σε παρακαλώ, το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Θα τα πούμε αργότερα.

8aa5d86c6efa5c856b1990d375cdb2f6_XL

Ό,τι πω και ό,τι γράψω δεν θα είναι σίγουρα αντικειμενικό. Αλλά έτσι κι αλλιώς σε όλα τα ζητήματα πάντα παίρνουμε μια θέση όταν δημοσιοποιούμε την άποψή μας- χωρίς φόβο και πάντα με πάθος.

Είμαι δασκαλοπαίδι. Ένα περήφανο δασκαλοπαίδι. Κάποτε η μαμά ενός φίλου μου με χαρακτήρισε έτσι, και από τότε λάτρεψα αυτήν τη λέξη, αυτοσυστήνομαι με αυτήν, μου φαίνεται τόσο γλυκιά και ταυτόχρονα τόσο αληθινή. Παιδί δασκάλων λοιπόν, καθηγητών για την ακρίβεια, έχω ζήσει από κοντά τον κλάδο, τις ευκολίες του, τις δυσκολίες του, τις στιγμές ευτυχίας που μπορεί να σου χαρίσει, τις αμήχανες στιγμές, τη ζάλη, την ευθύνη, το θυμό, τον εκνευρισμό, τη χαρά της γνώσης, όλα αυτά που μάλλον σου ακούγονται σαν βγαλμένα από ελληνική ταινία, αγαπητέ αναγνώστη.

Τη δεκαετία του ’90 που λες, όταν το κύριο ζήτημα στην πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών ήταν το πώς θα βγάλουμε λεφτά, στο δικό μου το σπίτι καθόμασταν στο τραπέζι με τον αδερφό μου για να φάμε και ακούγαμε να μιλάνε για τις τάξεις τους, την πορεία της ύλης, για εκείνο το πολύ καλό παιδί που είναι ορφανό και μάζευαν κρυφά λεφτά για να μπορέσει να πάει εκδρομή μαζί με τα άλλα τα παιδιά, για το Σίμο, τον αδερφό της Σοφίας, που είναι ο πιο έξυπνος μαθητής που είχε ποτέ ο πατέρας μου- πήγαινα κι εγώ στο σπίτι της Σοφίας για να παίξουμε και κοιτούσα τον αδερφό της με θαυμασμό και δέος, πωπω ο Σίμος είναι πολύ έξυπνος, σκεφτόμουν- για εκείνη την άριστη μαθήτρια που έγραψε ολόκληρο διαγώνισμα αρχαίων χωρίς μισό λάθος, έλα Ελένη να σου δώσω να διαβάσεις μια έκθεσή της, το κορίτσι είναι διαμάντι, για τους βαθμούς που έπρεπε να παραδώσουν και η μαμά μου έχανε τον ύπνο της για ένα εικοσαήμερο- πώς θα γίνει να μην αδικήσω κανέναν, να επιβραβεύσω τους καλύτερους, να δώσω ώθηση στους μέτριους, να δημιουργήσω κίνητρο για τους αδύναμους, κανένας δεν πρέπει να αδικηθεί– για την κούραση του μυαλού τους κάθε μεσημέρι που γυρνούσαν σπίτι, χρειάζονταν οπωσδήποτε μία ώρα ξεκούρασης για να συνεχίσουν τη μέρα τους, καμιά φορά μου φαινόντουσαν σαν ζόμπι, λιγάκι χαζοί, σαν να μην είχαν και πολλά κουράγια- μα, γέροι είναι και πρέπει να ξαπλώσουν μεσημεριάτικα;

Καμιά φορά θύμωνα μαζί τους. Ασχολείστε με εκατό άγνωστα παιδιά και δεν ασχολείστε με τα δικά σας, τους φώναζα! Η πιο συχνή φράση που άκουγες μέσα στο σπίτι μου είναι «το κεφάλι μου βουίζει, κάντε λίγη ησυχία σας παρακαλώ». Αμάν ρε μαμά, τέσσερις ώρες τη μέρα δουλεύεις και κουράζεσαι, είσαι υπερβολική. Ο κοινωνικός αυτοματισμός από το ίδιο σου το σπλάχνο! Άσε που μου την έδινε άσχημα που όλοι ήξεραν τι άρωμα φοράει η μαμά μου, τι αυτοκίνητο οδηγάει ο μπαμπάς μου, αν πηγαίνει στη μαμά μου το κόκκινο κραγιόν, πώς είναι ο πατέρας μου όταν νευριάζει, ένιωθα ότι όλοι μπαίνουν μέσα στο σπίτι μου απρόσκλητοι, εγώ δεν ήξερα τίποτα για τις οικογένειες των άλλων, κι αυτοί ήξεραν τα πάντα για μας. Αλλά είχα δεν είχα, το κόλλησα το μικρόβιο. Για δέκα χρόνια το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν το σχολείο, οι φίλες μου με έλεγαν ξενέρωτη, κανένας δεν ήθελε ποτέ να παίξουμε σχολείο, αλλά δεν με ένοιαζε, γιατί εγώ όταν μεγάλωνα θα γινόμουν δασκάλα, ονειρευόμουν να μπω σε μια τάξη και να διδάξω αρχαία, μην κοιτάς που μετά ερωτεύτηκα τον Νίκο Κούρκουλο στις ταινίες που έπαιζε τον Εισαγγελέα, την ψώνισα για τα καλά και τράβηξα για αλλού, για μένα ακόμα και σήμερα η δουλειά του δασκάλου δεν είναι δουλειά, είναι λειτούργημα.

Να σε ξαναπάω πάλι στο παρελθόν, αγαπητέ αναγνώστη. Οι γονείς μου που λες, δεν είχαν ποτέ το νου τους στο να βγάλουν λεφτά. Γι’ αυτό και δεν έβγαλαν, άλλωστε. Ήταν πάντα κάπως εκτός εποχής. Αν ζητούσα λεφτά από τον πατέρα μου για να ψωνίσω ρούχα και παπούτσια, η κουβέντα ξεκινούσε από το γνωστό «δεν έχουμε λεφτά» για να καταλήξει σε μια μίνι ανάλυση του Κεφαλαίου του Μαρξ- ανάθεμα την ΚΝΕ- και στο ότι τα υλικά πράγματα δεν σε κάνουν ευτυχισμένο και δεν έχουν καμία αξία. Αηδίες. Πώς θα πάω εγώ διακοπές αν δεν έχω τουλάχιστον πέντε μαγιώ να αλλάζω; Μόλις τελείωσα το σχολείο έπιασα δουλειά και έβγαλα όλο μου το άχτι. Γέμισα τις ντουλάπες μου με ρούχα και παπούτσια, καλλυντικά και διακοσμητικά, έτσι που μου έρχεται τώρα να τους βάλω φωτιά και να τα κάψω. Οι «αηδίες» του πατέρα μου πήραν σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια μου. Αν πάλι ζητούσα λεφτά από τον πατέρα μου για να μάθω την πέμπτη ξένη γλώσσα που μου καρφώθηκε στο μυαλό, για να αγοράσω κάτι βιβλία που είχα δει στο βιβλιοπωλείο, για να πάω στο θέατρο, για να κάνω ένα μεταπτυχιακό, τα χρήματα βρίσκονταν την άλλη μέρα πάνω στο γραφείο μου. Έτσι ήξεραν, βλέπεις, φίλε αναγνώστη. Έτσι πίστευαν. Γι’ αυτό έγιναν δάσκαλοι. Γιατί γι’ αυτούς στόχος ζωής ήταν να μπορέσουν να περάσουν στους μαθητές τους και στα ίδια τους τα παιδιά την αξία της μόρφωσης, να μας δώσουν να καταλάβουμε ότι ένα μυαλό με παιδεία δύσκολα θα νιώσει δυστυχία- η μόρφωση είναι στολίδι στην ευτυχία και καταφύγιο στη δυστυχία έχει πει ο Αριστοτέλης- από τη μαμά μου έμαθα ότι με ένα βιβλίο δεν είσαι ποτέ μόνος, γίνομαι γραφική θα μου πεις, γραφική ήμουν πάντα κι εύχομαι να παραμείνω, φίλε αναγνώστη.

Καμιά φορά τους κάνω πλάκα που λες, όλοι τους λέω έχουν μια προίκα να δώσουν στα παιδιά τους, πώς θα παντρευτώ χωρίς τίποτα στην άκρη ρε άνθρωποι; Κι εκείνοι νομίζουν ότι το εννοώ, μου απαντούν με σοβαρότητα. Η προίκα σου είναι αυτά που έχεις στο κεφάλι σου, κι αυτά δεν αγοράζονται, δεν πουλιούνται, δεν μπορεί να στα κλέψει κανείς, δεν αποτιμώνται σε νόμισμα, και όποιος σε αγαπήσει θα σε αγαπήσει γι’ αυτά και όχι επειδή έχεις ή δεν έχεις σπίτι στο όνομά σου. Αυτά μου λένε και τους θαυμάζω ακόμα πιο πολύ. Και περιέργως τα ίδια έλεγε και ο παππούς μου στη μαμά μου όταν ήταν φοιτήτρια, μη νομίζεις, ο παππούς μου, ο Χρηστάκης με το όνομα, ούτε το δημοτικό δεν είχε βγάλει, αλλά κάθε φορά που γύριζε από το σχολείο με τους βαθμούς της μαμάς μου φούσκωνε σαν παγώνι από περηφάνια για την κόρη του!

Ε, μ’ αυτά τα μυαλά τι περίμενες; Γνώρισε η μαμά μου τον μπαμπά μου, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν, το ένα μηδέν εις το πηλίκον γνώρισε το άλλο μηδέν εις το πηλίκον, τον πρώτο καιρό έμεναν σε μια γκαρσονιέρα γεμάτη κατσαρίδες, είχε κι ένα παπάκι ο πατέρας μου, πήγαιναν διακοπές το καλοκαίρι και μοιράζονταν μια μακαρονάδα στα δύο, φορούσε η μαμά μου το παλτό της αδερφής της γιατί δεν είχε δικό της, μετά νοίκιασαν διαμέρισμα, δεκαπέντε χρόνια ήμασταν στο νοίκι, και κάποτε αγόρασαν διαμέρισμα, με ένα τεράστιο στεγαστικό δάνειο και δανεικά από παντού. Είχαμε και τη λάντιλακ- Γκόρμπι το έλεγε το αυτοκίνητο ο μπαμπάς μου, ένεκα της προέλευσής του και της Περεστρόικα, δεν τους πήγαινε τους σταλινικούς, του την έσπασε το ΚΚΕ. Εκεί έμαθα να οδηγάω κι εγώ. Lada στον Περισσό οδηγούσε η μαμά μου, εγώ και οι παππούδες! Τα κατάφεραν οι δικοί μου όμως. Και δεν μας δεν έλειψε τίποτα. Δηλαδή είχαμε πολλά παραπάνω από όσα χρειαζόμασταν, για να λέμε και του στραβού το δίκιο. Μόλις ξεχρέωσαν το στεγαστικό δάνειο, μας έβαλε ο Γιωργάκης στο μνημόνιο και άρχισε η κατρακύλα. Στάθηκαν τυχεροί. Είχαν τελειώσει τα δούναι και λαβείν με την τράπεζα εγκαίρως.

Ναι, έχω κόλλημα με τους γονείς μου. Γιατί τους είδα όλα αυτά τα χρόνια να δίνουν τα πάντα για τα δικά τους και για τα ξένα παιδιά, να αγαπάνε αυτό που κάνουν. Και δεν αντέχω ν’ ακούω ότι οι καθηγητές κάθονται, ότι δεν δουλεύουν, ότι είναι η πληγή του δημοσίου τομέα και λοιπές μπούρδες. Κάποτε μάλιστα σε μια συζήτηση άκουσα και το εξής κουλό: ε σιγά μωρέ, και που απεργούν οι καθηγητές τι έγινε; Το μισθό τους δεν τον χάνουν! Μου πήρε μία ώρα για να εξηγήσω στον αδαή συνομιλητή μου ότι αυτό που λέει δεν στέκει, ότι σαφώς και χάνουν το μεροκάματο, αλλιώς ρε εξυπνάκια τι νόημα έχει η απεργία;

Οι μεγαλύτεροι μαθητές της μαμάς μου είναι τώρα περίπου σαράντα πέντε χρόνων. Πόση εντύπωση μου κάνει πάντα, όταν περπατάμε στο δρόμο και την πλησιάζουν άνθρωποι με δικές τους πια οικογένειες, κυρία Φανού τι κάνετε, σας θυμάμαι πάντα με συγκίνηση, και η μαμά μου συγκινείται πολύ, μην κοιτάς που δεν το δείχνει, αλλά αυτή είναι ίσως η πρώτη και η τελευταία αναγνώριση που θα πάρει ποτέ, έχοντας περάσει όλη της τη ζωή μέσα σε σχολικές αίθουσες, και πάμε πάλι παιδιά το ειμί, ποιος θα το κλίνει; Άσε που τον πατέρα μου στο δρόμο τον αποκαλούν δάσκαλο. Δάσκαλε, τι κάνεις; Ανατριχιαστικό δεν είναι;

Δάσκαλος.

Τα τελευταία χρόνια βέβαια η κατάσταση στα σχολεία είναι δραματική. Η παιδεία αλώθηκε, με όλη τη σημασία της λέξης. Ο καθηγητής μπαίνει στην τάξη να διδάξει και οι μαθητές ούτε που τον κοιτάνε. «Ρε παιδιά, να κάνουμε το μάθημά μας;» «Στο φροντιστήριο είμαστε πολύ παρακάτω κύριε, δεν μας απασχολεί το σχολείο σας, ερχόμαστε μόνο για τις απουσίες», απαντούν με στόμφο και ξαναγυρνούν την πλάτη. Και πάλι, απέναντι σε αυτά τα παιδιά, οι καθηγητές βάζουν πλάτη. «Δεν ξέρω τι θα ψηφίσω από βδομάδα στην ΕΛΜΕ, δεν είμαι υπέρ του να χάσουν τα παιδιά τις Πανελλαδικές, όλη η κοινωνία θα στραφεί εναντίον μας, σκέψου να μας επιστρατεύσουν για να διορθώσουμε τα γραπτά των Πανελληνίων τι έχει να γίνει. Κανένας δεν θα πιστεύει ότι τα διορθώσαμε αντικειμενικά και ότι δεν καταβαραθρώσαμε τα παιδιά επίτηδες, λες και το έχουμε κάνει ποτέ», ο πατέρας μου. «Αν απεργήσω δεν θα το κάνω για μένα, αλλά για τους νέους συναδέλφους, που μπήκαν με όρεξη στην εκπαίδευση και δεν τους επιτρέπουν να δώσουν στα παιδιά την αγάπη τους και να διδάξουν», η μητέρα μου.

Χμ. Θα τους ήθελα πιο μαχητικούς. Αλλά πάνω από όλα τα παιδιά.

Αυτοί είναι οι δάσκαλοι των παιδιών σου, φίλε αναγνώστη. Αυτοί είναι που αποφάσισαν να κάνουν απεργία εν μέσω Πανελλαδικών, αυτοί είναι που «κρατάνε όμηρους τους μαθητές», που δεν υπολογίζουν το μέλλον των παιδιών σου, οι ίδιοι που πέρασαν όλη τους τη ζωή για να τα μάθουν γράμματα, που τα αγάπησαν σαν δικά τους, που τα προστάτεψαν από το κράτος και καμιά φορά και από σένα τον ίδιο, που δουλεύουν χωρίς θέρμανση το χειμώνα και χωρίς κλιματισμό το καλοκαίρι, που πληρώνονται σχεδόν τα μισά από ό,τι στο παρελθόν αλλά δεν τους νοιάζει, γιατί έχουν το μικρόβιο του μάθε παιδί μου γράμματα με όποιο κόστος, αυτοί είναι που αν αποφασίσουν να κάνουν απεργία πρέπει να κατέβεις μαζί τους στο δρόμο.

Αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.

Οι πρώτοι που το υπερασπίζονται χρόνια τώρα, είναι οι ίδιοι του οι δάσκαλοι.