sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: δάχτυλα

επικήδειος, η

ένιωθα περίεργα

η μουσική δεν ηχούσε πια στα αυτιά μου

η αφή δεν άγγιζε πια τα χέρια μου

και το βλέμμα σου δεν έφτανε πια στα μάτια μου

ένιωθα ξαφνικά περίεργα

όλα τα ζωτικά όργανα του βίου μου απεργούσαν

και τρόπο δεν είχα πια για να υπάρξεις

ένιωθα τόσο μόνη

γιατί δεν μπορούσα να ξεδιαλέξω αν κάποιος πέθανε ή αν ζει

ήμουν στ’ αλήθεια κείμενη σε φέρετρο φτηνό

έτοιμη για ταξίδι ανεπίστρεφο μέσα στον εφιάλτη της μάνας

ή μήπως καθόμουν δίπλα σου

ενώ εσύ κοιμόσουνα εσαεί αδάκρυτη και ζώσα αναιμάκτως

 

και η νύχτα δεν τελείωνε

δεν ξημέρωνε ξεκάθαρα επιτέλους η αλήθεια

μόνο ένιωθα τόσο περίεργα

γιατί δεν μπορούσα πια τίποτα να νιώσω

τα δάχτυλά μου δεν λύγιζαν όσο κι αν τα πίεζα

και ο αέρας δεν βλεφάριζε τα μάτια μου

δεν με ενοχλούσε πια η ζωή που σφύριζε γύρω μου

και δεν είχα έναν τρόπο να θυμηθώ το ηχόχρωμά σου

πώς άκουγες

πώς φίλαγες

πώς φώναζες

και πώς ανάσαινες

 

κι η νύχτα τραβούσε αιώνια

τόσο αργά

που άρχισα να σιγουρεύομαι για τούτο το όνειρο

τηλεγράφησα στον πατέρα μου να ησυχάσει τη μάνα

μείνε ψύχραιμος· πρέπει

πίεσα το αίμα μου να φτάσει στο μυαλό για μια ύστατη φορά

κι έσκυψα πονώντας οικτρά σε όλη μου τη ράχη

να κυνηγήσω έστω κλεφτά έστω για τελευταία φορά

τη μόνη αίσθηση που ανέπαφη απ’ τον οδυρμό είχε μείνει

κείνη τη γεύση του φιλιού σου που αγέρωχη πάντα έστεκε

στο θάνατο και στη ζωή στο τώρα και στο πάντα

revolution re koufales

revolution re koufales

κοιτάξτε τον
ιδού ο επαναστάτης
μα κοιτάξτε τον σας παρακαλώ
τσιτάρει ερνέστο τσε
πατάει με τις μύτες πάνω σε ευρωπαϊκό χαλί τεχεράνης
δαχτυλοδείχνει με οργή προς ανατολάς
ανήκει εις την δύσιν
κρύβει προσεκτικά τις φαλακρές του ιδεολογίες
κάτω από επιμελείς βόστρυχας
χορεύει πίνοντας τσίπουρο
παραχθέν εις την ελληνική επαρχία
την επαρχία εκείνη που την καθορά μόνον σε γιορτές και απεργίες
κοιτάξτε τον επαναστάτη σας θερμοπαρακαλώ
μούσια αρωματισμένα
δάχτυλα ακούραστα
διαβάζει ανελλιπώς χωρίς να σαλιώνει τις σελίδες
φιλοσοφία παρτιτούρες βλέμματα
ξέρει να διαβάζει τα πάντα ο επαναστάτης
μαθητής την κοπάναγε μόνο την ώρα της γυμναστικής
κάπνιζε ιδέες στο αποχωρητήριο των κοριτσιών
κάποτε ξεχάστηκε
και αποκάλεσε έναν πακιστανό αράπη
κάποτε ξεμπροστιάστηκε
και σκέφτηκε πως ο τόπος δεν χωρά άλλους
ύστερα αγόρασε με έξοδα κρατικά
θέση δημοσίου υπαλλήλου ξύνοντος όνυχες
και ξανάβαλε μπρος την επανάσταση
άλλη μια φορά θα σας παρακαλέσω
να τον κοιτάξετε προσεκτικά
έχει ταξιδέψει δύο φορές εξόδοις πατρικοίς στην κούβα
μία φορά στου λένιν το μαυσωλείο
και τις προάλλες βρέθηκε ομιλητής
σε συνέδριο κόμματος κεντρώου απολίτικου
σαφή κλίση προς τις τέχνες διαθέτει
αδιάθετο ταλέντο παρακμάζον δίπλα σε τσιγάρα στριφτά και κορίτσια στριμμένα
έφηβος τρύπησε τα αυτιά του
ρούφηξε τέσσερις τζούρες χασίσι
άφησε τα μαλλιά του δέκα μέρες να στάξουν λάδι
κι ύστερα μπανιαρίστηκε με βύνη και λυκίσκο
αγόρασε γυαλιά πρεσβυωπίας για να βλέπει το μέλλον
και ξεκίνησε την επανάσταση
σκίζοντας τις αφίσες του δωματίου του
η μάνα του σκούπισε τα σκισμένα χαρτιά από το πάτωμα
κι ύστερα σκούπισε τα μάτια της
ξέροντας πως ο γιος της μεγάλος και τρανός μια μέρα θα γίνει
για ύστατη φορά θα σας καλέσω
να τον κοιτάξετε προσεκτικά
ιδού ο επαναστάτης του καιρού μας
θλιμμένος
αέναος
επισκέπτης ψυχολόγου
τηλεθεατής του διαδικτύου
ωσεί παρών στην κοινωνία
καλλιτέχνης κατά πλάσμα δικαίου
ριζοσπάστης κατά φαντασίαν
άτυχος μέσα στην τύχη του
αντιδραστικός σαν λάδι μέσα στο νερό
διευθύνων σύμβουλος μη κυβερνητικής οργάνωσης
με σπουδές εντός εκτός κι επί τα αυτά της επικράτειας

ταπεινά σας προσκαλώ μετά μεγίστης προσοχής να τον κοιτάξουμε
κι ύστερα άνευ ενδοιασμού ουδενός
με μια πετριά τον καθρέφτη μας να σπάσουμε

σπασμοί χειρός

τρέμω
κοίταξέ με
όχι μην κοιτάς εμένα
κοίταξε μόνο σε παρακαλώ τα δάχτυλά μου
τα δάχτυλά μου είναι σπασμωδικά
βρήκα τη λέξη
πάντως τρέμω
σπασμωδικά δάχτυλα
θα πορευτώ με τη φράση μου για καιρό
στα δάχτυλα μιλάνε οι ζωές
αν σκύψεις κοντά στο χέρι θα τα ακούσεις όλα
τα αφήνω απεριποίητα που λες
τα δάχτυλά μου κρύβουν τον ψυχαναγκασμό μου
είναι το ρούχο μου
ρούχα για παχουλές
μανδύες για τρελούς
χιτώνες για χριστούς
φέτος θα φορεθούν τα φαγωμένα νύχια
τρέμω

τα τρικοτυλήδονα

άφησα το σπίτι ανοιχτό την τηλεόραση κλειστή

ανέβηκα στην τεράστια σφεντόνα του μυαλού

άφησα την ονείρωξη να με παρασύρει μακριά

 

τι ανάλαφρο συναίσθημα να ‘σαι η πέτρα

κι όχι το χέρι που οργισμένα την κλοτσάει

-καλώς ήρθατε στη λίθινη εποχή των υπολογιστών-

 

πέταξα πάνω απ’ τη μνήμη και τη λήθη

είδα τα όνειρα του μέλλοντος

σινιάλο να μου κάνουνε από μακριά

μα φοβήθηκα να πλησιάσω

 

-προσπερνάμε τα όνειρά μας πάντα από απόσταση ασφαλείας

κι ύστερα με την πλάτη τάχα γυρισμένη

καμωνόμαστε πως δεν τα βλέπουμε

την ώρα που μας αποχαιρετούν

με χειρονομίες λίαν υβριστικές-

 

κάποτε έφτασα σε λιβάδι που δεν ήταν χλοερό

-μήπως στην κόλαση;-

πήρα επιφοίτηση ονειρική αδεία

και πλησίασα έναν θάμνο

που πιότερο με ζώο παρά με φυτό έμοιαζε

ένα φυτό με τρεις καρδιές

τρεις καρδιές μ’ έναν κορμό

-φύλλα καρποί κλαδιά και μίσχοι

όλα πλουσιοπάροχα απ’ το θεό της κόλασης δοσμένα-

 

έμοιαζε τούτο το φυτό σαν μια παραφωνία

στα σχολικά βιβλία της φυτολογίας

κανείς ποτέ επιστήμων βιολόγος

δεν είχε ανακαλύψει τούτη την αναίσχυντη ομορφιά

 

κι έτσι αφού η επιστήμη δεν τόλμησε σε ποτέ ν’ ανακαλύψει

πώς οι άνθρωποι σε άλλους χρόνους

άλλους τόπους

άλλες μήτρες

και άλλες αγκαλιές γεννιούνται

κάποτε φτάνουν να τίκτονται μαζί

-ομοούσιοι με της δυστυχίας την άγρια χαρά-

βρέθηκε η φτηνή μου τέχνη σε θέση λίαν δυσχερή

νέα κατηγορία στα φυτολόγια να εφεύρει

μα θα ‘ρθουν ύστερα από μένα

σπουδαίοι και μεγάλοι θεριστές

τους σπόρους της αγάπης μας να δρέψουν

να τους πατήσουν απαλά με τις παλάμες

να βγάλουν των νέων κόσμων τα υγρά

-πράσινα, διαυγή, με γεύση κάπως παλιακή-

 

ξημέρωνε κι επέστρεψα στο διπλοκλειδωμένο σπίτι

η τηλεόραση ανοιχτή· κάποιος λογύδριο έβγαζε

πως γέμισαν οι πόλεις με τρελούς

που στην αέναη εξέλιξη του γένους

τροχοπέδη αποτελούν

όλοι αυτοί έπρεπε να συσσωρευτούν

στα νέα του καιρού μας στρατόπεδα χαράς

να μάθουν να χαμογελάνε δίχως να δείχνουν δόντια

να μάθουν να αγαπάνε δίχως να ρωτάνε πάντα το γιατί

να πεθαίνουν ζωντανοί χωρίς να λαχταράνε την καύση των παθών

η πρόοδος άλλωστε επιτάσσει

να γίνουμε όλοι μια ενιαία εμετικά απαλή μάσκα ομορφιάς

οι εφηβικές ακμές και οι πολεμικές ουλές

να εκλείψουν απ’ της ανθρωπότητας το πρόσωπο

 

πήρα βαθιά ανάσα· τι ατυχία να χωράνε τόσα τα πνευμόνια μου

σήκωσα τη μοντέρνα και κομψή οθόνη· τι ατυχία να αντέχει τόσο λίγο το κορμί μου

σύρθηκα ως τον πράσινο ανακυκλωτικό μεταμοντέρνο κάδο

άφησα εκεί την τηλεόραση που επίτευγμα λαμπρό δύο μηνιάτικων αποτελεί

 

κι ύστερα με τα μπράτσα πληγωμένα

ένιωσα στην καρδιά μου να φυτρώνουνε φτερά

πετάχτηκα ως το κοντινότερο άλσος

βρήκα στην τσέπη μου πέντε έξι σπόρους

-που μοιάζανε θαρρώ με ωάρια απ’ το πάθος γονιμοποιημένα-

και φύτεψα εκεί της φαντασίας μου το πιο όμορφο λουλούδι

τρία κλαδιά σε μια καρδιά

τρία δάχτυλα σε σχήμα νίκης υψωμένα

τρεις φαντασίες σε μια ζωή

ανώμαλα προσγειωμένες.

στον κήπο βγες

σε όλα να έχετε ένα κράτημα, μια απαλότητα

 

πες μου, θέλεις να μου πεις κάτι;
όχι όχι καλύτερα να μιλάω μόνο εγώ
έχω πολλά να σου πω
μπορεί βέβαια να σου ακουστούν σαν ένα τίποτα
αλλά το τίποτα των άλλων είναι η ανάσα που με έφερε ως εδώ

ξέρεις, όταν ξαπλώνω τις νύχτες
τα χέρια μου δεν κοιμούνται ποτέ
η καρδιά ηρεμεί τα πνευμόνια ησυχάζουν
έχεις σκεφτεί πόσο λίγο οξυγόνο χρειαζόμαστε για να ζήσουμε;
τα πόδια σταυρώνουν μεταξύ τους κουρασμένα
τα μαλλιά εισπνέουν μαξιλάρι και μαλακτικό
η νύχτα πέφτει στο σπίτι αργά και σταθερά

κινούμαστε γύρω από νύχτες με ανεκπλήρωτα όνειρα
το σκοτάδι έγινε η σταθερά μας
το σκοτάδι και η αιώνια ελπίδα για φως
θρησκευόμενοι άθεοι, εξεγερμένοι μέσα από ναούς και κολυμπήθρες

πάντως τα χέρια μου εμένα μένουν άυπνα εδώ και αιώνες
σκάβουν
γράφουν
ψάχνουν

ξέρεις
πάντα προτιμούσα τα ρήματα από τα άλλα μέρη του λόγου
και πιο πολύ τα ανώμαλα
αυτά που δεν μπήκανε στις λίστες των κανόνων
αυτά που δεν στεριώσανε σε ομάδες
αυτά που τράβηξαν δικό τους δρόμο

στη φαντασία των δώδεκά μου χρόνων
τα ανώμαλα ρήματα ήταν ο Χριστός
ανέβαιναν το γολγοθά και ούτε που κοίταζαν
αν κάποιος νοιάστηκε να τα ακολουθήσει

σου έλεγα για τα χέρια μου
λοιπόν
νομίζω πως χρειάζομαι ηρεμιστικά χεριών
κάποτε και τα δάχτυλα πρέπει να ξεκουράζονται

και τι θαρρείς πως γράφω;
και τι θαρρώ πως ψάχνω;
και τι νομίζω πως σκάβοντας θα βρω;

εξάλλου
η ομορφιά είναι κρυμμένη
στις κοπέλες με τα προσεγμένα βαμμένα νύχια
στα κορίτσια με τα σκισμένα τζιν και τα κοντομάνικα μπλουζάκια
που δουλεύουνε στα κομμωτήρια για τέσσερα κατοστάρικα το μήνα
στις γυναίκες που εγκυμονούν την άνοιξη για να γεννήσουν χειμωνιάτικα τοπία
στους άντρες που δεν ντρέπονται να κλάψουν
στις συνουσίες της μεγάλης παρασκευής
στα αγόρια που ξυπνήσανε μες στις εντατικές κατόπιν βέβαιου θανάτου
στις γιαγιάδες που ζουν για αιώνες
στις μυροφόρους που ράντισαν κρεβάτια με υγρά σεξουαλικά

κι ίσως γι’ αυτό να σκάβω
επάγγελμα αρχαιολόγος
ηλικία απροσδιόριστη
πολιτική ταυτότητα επανένταξη των ανένταχτων και σφαγιασμός των σχημάτων
τέκνα αγέννητα και σκοτωμένα
μέλλον εγγύς και φουλ του άσσου

πολύ σου μίλησα
αλλά συγχώρεσέ με
βλέπεις
οι πόρτες του σπιτιού μου σφραγίστηκαν από σιωπή
σήμερα φώναξα μάστορα να τις γκρεμίσει
στη θέση τους θέλω να βάλω παράθυρα μεγάλα
να δραπετεύω στη ζωή
να περιθάλπω άλλους δραπέτες
κάθε παράθυρο θα οδηγεί σε κήπο
αν θέλεις να βραχείς θα βγαίνεις έξω
αν πάλι θέλεις να σιωπάς θα σε σκεπάζω με στοργή

σκάβω
που λες
γιατί πιστεύω στο θεό της ομορφιάς
θέλω στο φως να φέρω όλα τα όμορφα
τη νύχτα η ομορφιά θα λούζεται με φεγγαρίσιο φως
τη μέρα η ασχήμια θα καίγεται από τον ήλιο

μόνο που, να
έτσι δεν καταφέρνω ποτέ κι εγώ όμορφα νύχια να επιδεικνύω
καμιά φορά ασυναίσθητα
κρύβω τα χέρια μου
για να γλιτώσω από τη χλεύη

ιδού η βασίλισσα του μανικιούρ
και γύρω μου ένα ακάνθινο στεφάνι από νύχια και από δέρμα

άλλα ξεκίνησα να λέω κι άλλα σου είπα
μου συμβαίνει συχνά αυτό
φυλακίζω τις σκέψεις μου μέσα σε παρενθέσεις
ύστερα τις παρενθέσεις σε αγκύλες
κι ύστερα τις αγκύλες σε σύννεφα καπνού
στο τέλος αποφασίζω πως δεν γνωρίζω την κοινή μιλιά των γύρω μου
διπλοκλειδώνομαι στο σπίτι μου και κλαίω γοερά
μα μην τρομάζεις·
μόνο η νεκρική ακαμψία να σε φοβίζει

μια ζωή εγκιβωτίζομαι

εγκιβωτισμός
είναι και κάτι λέξεις που αυτούσιες μου μείνανε απ’ το σχολείο
ή ίσως πάλι ο Όμηρος να ζει μέσα σε όλους μας
βλέπεις
όποιος γεννιέται ποιητής
ποτέ του δεν πεθαίνει μοναχά δολοφονείται εν θερμώ

εν θερμώ να ζήσουμε
για να πεθάνουμε ήσυχα
αλλιώς νομίζω θα πεθάνουμε ουρλιάζοντας φρικτά απ’ τις στερήσεις
και να θυμάσαι πως
ό,τι μας στέρησαν δικό μας παραμένει

έξω έχει άνοιξη και λέω να βγούμε για κυνήγι
βγήκαν προς άγραν έρωτος κι ούτε που τους ξανάδε μάτι ζώου ή ανθρώπου
κι αν για τα νύχια δεν σε νοιάζει ούτε εσένα
τότε αν θες μπορούμε να σκάψουμε
μαζί

να ανακαλύψουμε στα βάθη των χωμάτων
ό,τι μέχρι κι εχθές στρατόσφαιρα μας φάνταζε
και για τα νύχια μη σε νοιάζει
θα φτιάξουμε από αυτά πανοπλίες από κερατίνη
θα τις φορέσουμε στα αποδημητικά πουλιά
κι έτσι του τόπου μας τα χελιδόνια πάντα πίσω θα ξαναγυρνάνε
ψηλά πετώντας θα σπέρνουνε της ελευθεριότητας το μήνυμα
και θα ανθίζει η γη με θερμόαιμα λουλούδια

μην με νομίσεις για αγενή
αλλά τώρα πρέπει πίσω στον κήπο να γυρίσω
νομίζω πως στην πάνω αριστερή γωνιά
φύτρωσε ένα λουλούδι που είχα για πεθαμένο
δεν ξέρω το όνομά του
ξέρω μονάχα πως θα γίνει κάποτε δέντρο με φιλόξενο ίσκιο

πάντως σ’ ευχαριστώ που μ’ άκουσες
συγγνώμη για τις τόσες παρενθέσεις
ελπίζω να μην σε πλήγωσαν οι αγκυλώσεις
εύχομαι να ξανάρθεις σύντομα
να δεις πώς τα λουλούδια αντρειώνονται σε δέντρα
και πώς οι ρίζες τους σπάνε το αστικό πολιτισμένο μπετόν

κι ίσως αν είσαι τυχερός
μπορεί ακόμα ακόμα και να δεις και σκαπανέα να γελά
σπάνιο φαινόμενο και δυσεξήγητον
βροχή χαμόγελων από αγέλαστους και αγέρωχους

όλοι στον κήπο γρήγορα
βρέχει ευτυχία

Εν Ληξουρίω, 202 μ.Λ.

// οι φαντασίες μπαίνουν εύκολα στα κούφια κρανία //

// στην είσοδο δεν είναι νους θυρωρός//

// και μέσα βρίσκουν ευρυχωρία //

α. λ.

͂Εν Ληξουρίω, 202 μ.Λ.

ο χρόνος που περνά πάνω από τα δάχτυλά σου δεν θα επιστρέψει ποτέ

η διάταξη των βιβλίων στο ράφι θα αγωνίζεται πάντα ενάντια στη σκόνη της λήθης

το κρύο που σου τεντώνει το δέρμα κάτι θέλει να σου πει

παντού υπάρχουν άστεγοι

γιατί όχι κι εδώ

το άγαλμα του βλαδίμηρου έπεσε με θόρυβο

η ευρώπη μαζεύει στη χιονισμένη της αγκαλιά όλους όσοι τόλμησαν να αποσκιρτήσουν

έτσι θα ζήσουμε

χωρίς ηγέτες

χωρίς ιδέες

μόνο με κρύο και χαρτόκουτα

οι ποιητές θα ενοχλούνται από την παρουσία μας στα παγκάκια

οι δεκαετίες θα περνάνε ανεπιστρεπτί

τα παιδιά μας θα πεθαίνουν από το κρύο

θα παλεύουμε να τα κρατήσουμε παραπάνω μέσα στη μήτρα μας

αλλά φευ

οι γιατροί δεν θα μπορέσουν ποτέ να νικήσουν το θάνατο

μόνο οι συγγραφείς θα ονειρεύονται πως τον νικούν

θα πουλάνε χιλιάδες αντίτυπα από τα βιβλία τους

και δεν θα μάθουν ποτέ πώς είναι να πεθαίνεις από το κρύο

έτσι θα ζήσουμε, σου λέω

φοβάμαι, λίγο

μα πιο πολύ, αρνούμαι

η μάνα παλεύει να μη σε χάσει

ό,τι της απέμεινε από ελπίδα στο χαρίζει

κι ας μείνει εκείνη μόνη μετά

 

τα δάχτυλά σου θωπεύουν ξανά τον αέρα

ψάχνουν στη στρατόσφαιρα τις χαμένες ώρες

μα εκείνες δεν θέλουν να γυρίσουν πίσω πια

η σκόνη τρυπώνει ύπουλα παντού

όλες οι προτομές των ηγετών μας πέσανε

κι εμείς μείναμε να κοιτάμε το άγαλμα του αντρίκου

το μόνο που παραμένει παγωμένο και αγέραστο ακόμα

και πάνω κει

στο κρύο μάρμαρο

η σκόνη, ο χαμένος χρόνος, τα δάχτυλά σου, τα βιβλία

βρίσκουν τη ζεστασιά που αθανασία θα τους χαρίσει.

γιατί σε τάφους και σε αγάλματα το ίδιο υλικό να βρίσκω;

͂

* το κείμενο ενέπνευσε τον @Soulis Thomopoylos για την αλίευση της φωτογραφίας από το διαδίκτυο