sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: διαβάζω

μπαλάντα των μη μετρήσιμων, η

πόσα δίνεις πόσα βγάζεις τι αμάξι έχεις από μισθό πώς πάμε δεν πας κομμωτήριο κάθε βδομάδα είναι δυνατόν να κάνεις αποτρίχωση μόνη σου τι θα πει κραγιόν με ένα γιούρο χρυσή μου να τα βγάλουμε έξω να τα μετρήσουμε όλα όλα τα πάντα να μπουν σε εξισώσεις δεν βγαίνουν τα φράγκα μάγκα μου κόψε τα όνειρα κόψε τα δάκρυα σε βαρεθήκαμε να βουρκώνεις είσαι παιδί μόνο ένα παιδί θα αντιδρούσε έτσι στα πράγματα είσαι ανώριμη η δουλειά και η ζωή θα σε σκληρύνει θα το δεις βάλτε τα όλα σε ένα κλάσμα αριθμητής τα χρέη και παρονομαστής η δυστυχία να στρέφεις το βλέμμα αλλού όταν κάποιος ψάχνει για φαγητό στα σκουπίδια αυτό θέλανε να γίνει όλοι τους να μην νιώθουμε πια να μπούμε στο περιθώριο οι με τα μόνιμα βουρκωμένα μάτια να πνίγονται τα παιδιά έξω από το φαρμακονήσι και να ‘σαι γελοίος άμα κλαις να λες τι να κάνουμε έτσι τα ‘φερε η ζωή να μην έχεις συναίσθημα ούτε οργή ούτε θυμό να σκύβεις το κεφάλι να βγαίνει η απόφαση για τη μανωλάδα και να μην σκίζεις τον ποινικό κώδικα να κοντεύει να πεθάνει ο ρωμανός και να σου λένε τι σόι δικηγόρος θα γίνεις μωρέ δεν θα πας μπροστά ποτέ σου κοίτα τη δουλίτσα σου και άσε τη ζωή να σαπίζει σε μια γωνιά να έχεις πάντα άδεια τσέπη και προίκα από τον πατέρα σου και τη μάνα σου ιδέες μόνο ιδέες να ‘χουνε ζήσει μέσα σε σχολικές αίθουσες τη μισή τους ζωή και το μόνο που σου μάθανε να ‘ναι να σκύβεις το κεφάλι μόνο όταν διαβάζεις βιβλία και να ‘σαι περιθώριο για τους πολλούς και ανεδαφική για τους λίγους βάλτε τα όλα σε μια εξίσωση λοιπόν οι πρωθυπουργοί δεν κλαίνε οι δικηγόροι έχουνε μόνο βαθιά τσέπη και ακριβές δερμάτινες τσάντες κι εσύ πάντα να χορεύεις μόνη το βαλς των χαμένων ονείρων πάντα όνειρα και πάντα χαμένα να κύριοι μετρήσιμοι πάρτε το τελευταίο που μου ‘μεινε δικά σας τα σημεία στίξης δικές οι εγκλίσεις της γραμματικής δικά σας τα απρόσωπα ρήματα δεν μου ανήκει τίποτα πια παρά μόνο μια μικρή στιγμή μια μόνο στιγμή που σπάει τη μοναχικότητα δεν είμαστε μόνοι γελάστε εις βάρος μου χάρισμά σας τα ισοσκελισμένα λόγια και τα πλεονάσματα λογικής κρατάω μόνο ένα βαλς το βαλς των ονείρων που ουρλιάζουνε μέσα μου για ζωή

Advertisements

σε γνωρίζω από την όψη // της ελιάς στο στέρνο σου

arbeit macht frei. γύρισα στη γερμανία κλαίγοντας. μα γιατί κλαις; με ρωτούσαν οι γερμανοί. τι να τους απαντήσω; τι ξέρουν για τον δεκέμβρη του αλέξη, για τον ιούνιο της πλατείας, για τους νεκρούς της μαρφίν, για τα χημικά που ζουν μέσα μας, δε λυγάνε τα ξεράδια, και πονάνε τα ρημάδια, ολόκληρο ipod και να ακούς βάρναλη καταμεσής στην alexanderplatz, πού ακούστηκε; τι ξέρουν για τις ταράτσες που γέμισαν απόγνωση, τι να τους πρωτοπώ; ψωμί, παιδεία, ελευθερία, και μας έμεινε μόνο το ψωμί, κι αυτό για πόσο; μεταπολίτευση, μετανάστευση, μετενσάρκωση κι όλο ένα μετά να περιμένει ο άνθρωπος. τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις;

22.11.2012
s. l.

το βλέμμα μου καρφωμένο σε κείνη την ελιά στο στέρνο
η ελιά σου σε συνοδεύει στους μονολόγους σου
θέλω να γίνω ο αγαπημένος σου ακροατής
θέλω συνέχεια να μου μιλάς
τι υπέροχες μέρες πόσο βρώμικα χρόνια
νικάμε χάνοντας
θες να βγούμε στο βουνό;
από κυβέρνηση και από τσάι προτιμώ του βουνού, ευχαριστώ
μίλα μου
η ελιά σου με κοιτάζει
σαράντα χρόνια ιστορίας κουβαλημένα πάνω σε ένα κορμί

λοιπόν θα βγω στο σαλόνι να κάτσω
τα παράθυρα μπάζουν αέρα
και δεν είναι αέρας αλλαγής
ακούγονται ιστορίες από την περεστρόικα του γκόρμπι
σου ‘πα ότι ο πατέρας μου έλεγε γκόρμπι το λάντα μας;
έτσι μεγαλώσαμε μωρέ σε κείνο το σπίτι
να διαβάζετε παιδιά να είσαστε δυνατοί
γιατί έφυγες μπαμπά από την κνε
πες μου την αλήθεια
λοιπόν έλα κερνάω τσιγάρο
όπου να ‘ναι το κόβουμε μη σε νοιάζει
την περπάτησα λίγο την πόλη
είδα τις αφίσες με την ελπίδα που είναι καθοδόν
η ζωή είναι άδικη
η ζωή είναι άτυχη
η ζωή είναι η εκτέλεση του νίκου μπελογιάννη
ξημερώματα κυριακής
ο θάνατος είναι πάντα παρών
ο θάνατος είναι πάντα δίπλα μας
ο θάνατος είναι η μαχαιριά στην καρδιά του παύλου
υπόσχομαι να χτυπάω για δύο, ψιθύρισε μια καρδιά
βία νοθεία και έρωτας
το δικαίωμα του εκλογικεύειν και του παραλογίζεσθαι
σαράντα χρόνια αγώνα λοιπόν
κι ο πέτρουλας ήτανε παιδί μη νομίζεις
ελεύθεροι αγωνιζόμενοι τηλεθεατές
αρρυθμία γιατρέ μου
επίπονη επικίνδυνη επελθούσα και επ’ ώμου αρμ
ψέματα σας είπα τούτα δω τα λόγια δεν είναι πολιτικά
τώρα είμαι ελεύθερη να μιλήσω για την οργή της αγάπης
θέλω μόνο να μιλήσω για τα τρία έψιλον
έρωτας
επανάσταση
και ποιο να ‘ναι άραγε το τρίτο ξέχασα
πάντως να θυμάστε πως κάπου κάπως κάποτε στο τέλος
η ζωή δικαιώνει τους που αγαπήσανε
τους που οργιστήκανε
τους που βγήκανε από το νοσοκομείο όρθιοι
στα δυο τους πόδια χαμογελώντας πικρά

θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
η μαρία νεφέλη ζει, στο ‘πα;
θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
και μια μέρα
− σύντομα, πολύ σύντομα −
θα χαμογελάσουμε γλυκά
γιατί κύριε οδυσσέα ήρθε θαρρώ η ώρα

ήρθε η ώρα να πεθάνω σαν χώρα
μόνο και μόνο για να ξαναγεννηθώ
θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
να το θυμάσαι