sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: δικαιοσύνη

πετ σοπ

στέκομαι και τα κοιτάζω
μου μιλάνε
το τζάμι στέκεται εχθρικά ανάμεσά μας
− αλήθεια πόσοι από σας γνωρίζετε τη γλώσσα των κωφαλάλων −
σκαρφαλώνουν στα κατ’ ευφημισμόν παιχνίδια
που όντα του είδους μου κατασκεύασαν

πάντα νευρίαζα με το ουδέτερο γένος που δίνουν τα όντα του είδους μου
σε όποιον δεν μπορούν να φτάσουν αναφωνώντας όμφακες εισίν
− κι αυτό χωρίς να ξέρουν γρι αρχαία σανσκριτικά −
αλλά πού ξέρεις τελικά ίσως να ‘ναι το πιο αμερόληπτο των γενών
μια φούσκα φτιαγμένη από φτηνό σαπούνι η αμεροληψία
εμένα να ακούτε
που ονειρεύτηκα τη δικαιοσύνη και σπούδασα την κενότητα

δεν παίζουν καλά το ρόλο τους είναι θλιμμένα
και κανείς δεν θα θέλει αύριο το πρωί να τα αγοράσει
ζούμε όλοι σε γυάλινες βιτρίνες και πεθαίνουμε σε τζαμένιες φυλακές
αλλά πριν πεθάνω να προλάβω τούτο να σας πω
η ουσία της κοινωνίας που φτιάξαμε όλη κλεισμένη
στο βλέμμα ενός σκύλου που αργοπεθαίνει στη βιτρίνα
ενός πετ σοπ το σούρουπο μιας κυριακής

Advertisements

π

ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή
μόλις τα βλέφαρά μου ανασηκώθηκαν
είδα τον πολιτισμό των ανθρώπων να παρελαύνει
στρατιωτικά
παιάνες εμβατήρια χλαμύδες καρυάτιδες και πανοπλίες των βίκινγκ
ο γαλάζιος ουρανός υπέροχη αντίθεση με τις μαύρες μπλούζες
οι μαύρες μπλούζες γεννημένες από μαύρες καρδιακές αρτηρίες
κάποιος ξάπλωσε στο κράσπεδο − εσύ −
η χιλιετηρίδα άλλαξε βίαια
φύσηξε μέσα σου αέρας
− στρίβουν το μαχαίρι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο −
ο αέρας άνοιξε τα χρονοντούλαπα
καλώς ήρθατε στο μεσαίωνα
αλλά μην περιμένετε αναγέννηση
σε ονομάσανε στυγερή δολοφονία
− και δεν παίρνω όρκο για το στυγερή −
η νέα μόδα διέταξε να περπατάω με τα μάτια στην πλάτη
αποφάσισα να μην την ακολουθήσω
− ούτε αυτήν −
τις τελευταίες τριακόσιες εξήντα μέρες αναρωτιέμαι
πότε πεθαίνουν αμετάκλητα οι νεκροί
τρεις οι βαθμίδες του θανάτου βλέπεις
οριστικός
τελεσίδικος
αμετάκλητος
τα τελευταία δέκα χρόνια διερωτώμαι
πόσες άχρηστες γνώσεις χωράνε μέσα σ’ ένα μέτριο μυαλό
ανεβαίνω στη ζυγαριά
από τη μία εγώ − οι τσέπες άδειες −
από την άλλη άπασες οι κενολογίες που γραφτήκανε ποτέ
περί δικαιοσύνης
η ζυγαριά αναποφάσιστη
− η φυσική τα πάντα πληρούσα όμως εντέλει −
οι κενολογίες νικάνε τον άνθρωπο
είμαστε αποτιμητοί σε κιλογκράμ βλέπεις
τα κιλογκράμ λιώνουν όταν πεθαίνουμε
αλλά τα όνειρά μας δραπετεύουν από το σφυροδρέπανο
− από όλων των ειδών τα σφυροδρέπανα −
νομίζω πως τριακόσιες εξήντα μέρες μετά
βρήκα μια φρούδα απάντηση
για να μπορέσω να κλάψω κι ύστερα να κοιμηθώ − κάπως −
ο αμετάκλητος θάνατος έρχεται
όταν εξαφανιστεί το ιδεόγραμμα του ανθρώπου
και επομένως
ο αμετάκλητος θάνατος επαφίεται στην κρίση
του καθένα από μας
που ζούμε
− ή έτσι νομίζουμε −
ο θάνατος έχει σύμμαχό του τη λήθη
διάβασα κάπου πως στα εργαστήρια δημιουργήθηκε ένας ειδικός ιός
που ωθεί την ανθρωπότητα στην τεχνητή λήθη
κι ύστερα πως διέσπειραν τον ιό αυτόν σε πόλεις και χωριά
με τη βοήθεια των μέσων μαζικής αμνησίας
συνήθως δεν πιστεύω σε τέτοιου είδους φήμες
− ζούμε άλλωστε στον αιώνα της υποψιασμένης ηλιθιότητας −
η φήμη αυτή μου φάνηκε τόσο αληθινή όσο και τα νέα των οχτώ
ωστόσο
για παν ενδεχόμενο
βρήκα το αντίδοτο γι’ αυτόν τον ανίκητο ιό
λοιπόν νομίζω πως μπορούμε να νικήσουμε
τα όπλα μας είναι δύο
και μη σας φανούν αντικρουόμενα
θέλουν μόνο μιαν ισορροπημένη αναλογία
απαιτείται οργή και αγάπη

οργή και αγάπη
αγάπη και οργή

και στο κάτω κάτω για να πω και την αλήθεια
καθόλου βέβαιη δεν είμαι ότι στο τέλος θα νικήσουμε
και ούτε η τροχιά μιας μαχαιριάς ξαναγυρνάει πίσω
το ξέρω
αλλά μπορούμε να χτίσουμε ένα ανθρώπινο τείχος
αδιαπέραστο από τη λήθη και το θάνατο
κι έτσι οι νεκροί μας δεν θα πεθαίνουνε ποτέ

μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθάνεις
όμορφα κι όρθιος σε δημόσια θέα
με λένε Παύλο Φύσσα από τον περαία

Παύλος Φύσσας

«θέλω να νικήσω, αφού δεν μπορώ να νικηθώ»

10657_10200580463088928_1118917030_n

*

Είμαι στο γραφείο. Ανοίγω το παράθυρο, ο ήλιος μπαίνει εκτυφλωτικός από τα στόρια. Ο θόρυβος της Κηφισίας τρυπώνει στα αυτιά μου. Ξαφνικά ακούω ένα κελάηδισμα. Κάθαρμα Βωβέ, σκέφτομαι, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας.

Νιώθω ξαφνικά το περιλαίμιο της μισθωτής εργασίας να με πνίγει στο λαιμό. Θέλω να βγω στο δρόμο, να τρέξω μέχρι το σπίτι, να φορέσω τα αθλητικά μου και να κατηφορίσω ολόκληρη την Πατησίων. Να περπατήσω όλη τη διαδρομή μέχρι το κέντρο της πόλης, να χαμογελάσω στους άτυχους μετανάστες που η ευρωπαϊκή νομοθεσία τους κρατά φυλακισμένους στην βρώμικη, σκοτεινή και εξωτική Πατησίων, να καπνίσω τρία πακέτα τσιγάρα, να πιω πέντε μπύρες σε όποιο στέκι βρω μπροστά μου, να τραγουδήσω πως η χούντα δεν τελείωσε το ’73, να μην σκέφτομαι άλλο πια πως δεν έχω λεφτά στο πορτοφόλι μου, να σταματήσει ο χρόνος να κυλά τόσο αργά και βασανιστικά, σε κάποιους κάνανε φάλαγγα, σε μας κάνουν αφαίμαξη ψυχής, και τι να ‘ναι χειρότερο άραγε, όσα λουλούδια και να καταθέσω σε τόπους πεσόντων τα λουλούδια που μυρίζουν πιο πολύ θα είναι πάντα αυτά που από μόνα τους φυτρώνουν άναρχα στα νεκροταφεία, τι σου έλεγα;

Ναι.

Θέλω να φτάσω ξέπνοη στο Πολυτεχνείο, σαν να με βλέπω κιόλας, τα μαλλιά μου λύθηκαν και αρνούνται να με υπακούσουν, οι παλμοί μου έχουν υπερβεί κατά πολύ το φυσιολογικό, φτάνω στην είσοδο, μπαίνω μέσα, τα πόδια μου τρέμουν όχι από κούραση μα από ηδονή, σε μια γωνία βλέπω τον πατέρα μου, πρωτοετής φοιτητής με μακριά μαλλιά, αστεία ρούχα και βλέμμα που φωνάζει ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, η μαμά μου στέκεται διστακτική απ’ έξω, μαθήτρια ακόμα, ψάχνει να βρει τους αλήτες που άκουσε ότι κατέλαβαν το χώρο και δεν βλέπει κανέναν αλήτη πουθενά, κάτι πολύ περίεργο φυσάει στο προαύλιο, κάτι σαν αέρας απελευθέρωσης, χαμογελάνε όλοι και οι λευκές οδοντοστοιχίες τους τυφλώνουν το θάνατο, νικάνε τους προβολείς του τανκ, λυγίζουν τους φαντάρους, ταρακουνάνε την Κύπρο, ξαναζωντανεύουν το αίμα που κυλάει στις φλέβες του Αλέκου Παναγούλη, κι εγώ τώρα πια τρέμω ολόκληρη μπροστά στην επέλαση της ομορφιάς.

*

Σουρουπώνει, κι εγώ εκείνη την ώρα- αλήθεια, βρίσκω κι εγώ κάτι ώρες-θυμάμαι πριν δύο χρόνια που είχα έρθει στην Ελλάδα μόνο για να ψηφίσω στις εκλογές και μετά γύρισα στο Βερολίνο τρανταζόμενη από λυγμούς· «γύρισα στη Γερμανία κλαίγοντας. μα γιατί κλαις; με ρωτούσαν οι Γερμανοί. τι να τους απαντήσω; τι ξέρουν για τον Δεκέμβρη του Αλέξη, για τον Ιούνιο της πλατείας, για τους νεκρούς της Μαρφίν, για τα χημικά που ζουν μέσα μας, δε λυγάνε τα ξεράδια, και πονάνε τα ρημάδια, ολόκληρο ipod touch και να ακούς Βάρναλη καταμεσής στην Alexanderplatz, πού ακούστηκε; τι ξέρουν για τις ταράτσες που γέμισαν απόγνωση, τι να τους πρωτοπώ; ψωμί, παιδεία, ελευθερία, και μας έμεινε μόνο το ψωμί, κι αυτό για πόσο; μεταπολίτευση, μετανάστευση, μετενσάρκωση κι όλο ένα μετά να περιμένει ο άνθρωπος. τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις;»

*

Μπαίνω μέσα στο κτίριο· σε μια γωνία το ιατρείο, στην άλλη ένας πομπός που παλεύουν να φτιάξουν οι μηχανολόγοι. Σε λίγη ώρα θα ακούσω τις φωνές από το ραδιόφωνο που ξεκινά να εκπέμπει. Η χροιά της φωνής όσων μιλάνε θα τρυπώσει ανέμελα μέσα στα σπίτια, κερδίζοντας έτσι την πρώτη μάχη κατά της προπαγάνδας. Τα υπόγεια της οδού Μπουμπουλίνας θα κουνηθούν συθέμελα. Βασανίζουν τα παιδιά σου. Η λέξη λαός δεν με έχει συγκλονίσει ποτέ στη ζωή μου πιο πολύ, αυτά εδώ τα παιδιά βασανίζονται όσο κι εγώ, αυτά εδώ τα παιδιά είναι αδέρφια μου, τους έχουν κόψει την αναπνοή, πλησιάζω έναν κύριο που φοράει φόρμα εργασίας, εσείς τι κάνετε εδώ, τον ρωτάω. Είμαι εργάτης, μου απαντά, και άλλη εξήγηση δεν χρειάζομαι.

Τα δάκρυα έχουν θολώσει τα μάτια μου αλλά ξέρω πως βλέπω πιο καθαρά από ποτέ.

Ακούω από την καθεστωτική τηλεόραση πως ο Παττακός απειλεί με μηνύσεις τα ξένα μέσα ενημέρωσης που παρουσιάζουν τη χούντα σαν χούντα, σαν κάτι να μου θυμίζει αυτό, ανατριχιάζω ολόκληρη, δεν γίνεται όλα να μοιάζουν τόσο πολύ, δεν γίνεται ο Διομήδης Κομνηνός να σκοτώθηκε χωρίς αιτία, πώς αντέχετε, μου λέει ένας μαθητής της εποχής, πώς μπορείτε να ζείτε έτσι πενήντα χρόνια μετά, γιατί δεν ζείτε το δικό σας Πολυτεχνείο, του ιστορώ πως το άσυλο των πανεπιστημίων δεν υπάρχει πια και με κοιτάζει έκπληκτος, δηλαδή, μου λέει, παντού αστυνομία;

Παντού αστυνομία, Δικαιοσύνη πουθενά, του απαντάω και ανηφορίζω για τη Νομική, πηγαίνοντας το χρόνο κι άλλο προς τα πίσω- ίσως και προς τα εμπρός. Βρίσκω κόσμο μαζεμένο στην ταράτσα, εκεί και ο αγαπημένος μου δάσκαλος της νομικής, της δικηγορίας και της ζωής, έχει μακριά μαλλιά και την ίδια ζωντάνια στο βλέμμα που θα έχει και τριάντα χρόνια μετά, τώρα, μου λέει, τώρα είναι η δική σου ώρα, τώρα ανέβα σε ταράτσες και σε μπαλκόνια, συγκράτησε όσους θέλουν να πηδήξουν, θύμισέ τους πως ο αγώνας γίνεται μόνο όταν είσαι ζωντανός, μην τους πιστεύετε, είσαστε πολλοί, είσαστε πιο ζωντανοί από ποτέ, μην παραδοθείτε, μην·

*

Αποφασίζω να δράσω. Κατεβαίνω στην πλατεία της Κατερίνας Γώγου τραγουδώντας Άσιμο· θα βάλουμε μπροστά τη μαύρη και την κόκκινη σημαία, για αγώνα η λευτεριά μας είναι αναγκαία. Να τους το τρίψουμε στη μούρη το arbeit macht frei, να μην λυγίσουμε, να μην φύγουμε, να μην σκύψουμε άλλο πια, φωνάζω και δεν με νοιάζει πια που γυμνώνομαι έτσι.

Από παντού ακούγονται φωνές που λένε πως έφτασε η ώρα. Τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις; Ολόκληρο το διαδίκτυο πάτησε το πλήκτρο του οφ στον υπολογιστή και βγήκε στους δρόμους. Μαζευόμαστε κόσμος. Διάολε, είμαστε χιλιάδες, εκατομμύρια, είμαστε λαός.  Ποτάμι ανίκητο.

Ανίκητο.

Ας τους νικήσουμε.

*

ένα όνειρο που μπορώ

x96mcghhlzk.png

μην με παρεξηγήσεις.

 

δεν είμαι με κανέναν, έτσι λέτε όλοι σας

να καούν οι τράπεζες, να πάρουν φωτιά

                          αλλά δεν το εννοείτε.

 

μην με παρεξηγήσεις

 

αυτή η ιστορία μαθεύτηκε. πόσες δεν ξέρεις;

πόσοι Αχμέτ τρώνε ξύλο κάθε μέρα;

 

κι εσείς οι άλλοι που δεν σας νοιάζει

που θέλετε να πάνε σπίτια τους

να θυμάστε τον παππού μου

που πήγε γκασταρμπάιτερ στο μόναχο.

τον έστειλαν πίσω γιατί του έλειπε ένα δόντι.

 

έτσι είναι. ο εργάτης πρέπει να έχει όλα του τα δόντια

 

ξαναπήγε με ψεύτικο δόντι και τον κράτησαν. και όταν γύρισε ήταν αγνώριστος

 

μην με παρεξηγήσεις

 

μόνο να αποφασίσεις τι σε ενοχλεί πιο πολύ

η ανομία

ή

η παρανομία

 

η δικαιοσύνη γέννησε κάποτε δύο παιδιά

το ένα το κράτησε κοντά της

το άλλο το έδιωξε για πάντα

η ανομία είναι η άσωτη κόρη της δικαιοσύνης

πάλι παραμύθι έφτιαξα

 

μην με παρεξηγήσεις

 

δεν μου αρέσει η βία

ούτε οι ληστείες μου αρέσουν

αλλά βάλ’ τα στη ζυγαριά

 

και πες μου ποιος νικά

 

μην με παρεξηγήσεις

αλλά αναρχία είναι η μουσική του μάνου

 

μην με παρεξηγήσεις

αλλά υπερασπίζομαι την αναρχία.

 

 

υ.γ.: χρειαζόμαστε νέους ορισμούς. για όλα. καλή μας τύχη.