sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ελευθερία

μην άλλο μου μιλάς

κοιμήσου ακόμα λίγο σύντροφε

γιατί η νύχτα ακόμα στάζει πίσσα από τα μάτια μας

καήκανε σύντροφε τα βλέφαρά μας από την αναμονή

και πάντα το αύριο που περιμέναμε δεν ερχότανε

ξεκούρασε σύντροφε τα μάτια σου

γιατί στον πόλεμο των πλανητών είδες πολλά

αστέρια να φλέγονται και γαλαξίες να ξορκίζουνε το θάνατο

ανάπαυσον σύντροφε τα χέρια σου

που χτίσανε μετερίζια λεβεντιάς πάνω στο γράμμο

αυτά τα χέρια που κοπήκανε για τριάντα αργύρια βρετανικά

μην άλλο μου μιλάς καλέ μου σύντροφε

γιατί μου στάθηκες πιστός σε μέρες που μας ξεγελούσαν όλοι

πολίτες και οπλαρχηγοί και εν αποστρατεία σοσιαλιστές

κι αυτός ο ίδιος ο ξεδιάντροπος ο ήλιος βασιλιάς

που έπρεπε στη βάρκιζα να μην ξημέρωνε

παρά να έστελνε δυνάμεις σκοτεινές καταστολής

για να ξεπλύνουν τη ντροπή κι εκείνα τα δάκρυα τα καυτά

που κύλησαν μέχρι τη θάλασσα του αργοσαρωνικού

κι ίσαμε σήμερα καίει τούτος ο κόλπος

ξεκούρασε τα πόδια τα πολεμικά σου σύντροφε

που περπατήσανε όλο το μακρονήσι ψάχνοντας για νερό

ξεκούρασε πεθαμένε από χρόνια σύντροφε όλα τα βάσανά σου

γιατί η νύχτα μας κρατάει ακόμα για χρόνια τριάντα τρία

γιατί η ιστορία που πάντοτε οι προδότες την γράφανε

μας τιμωρεί με την αιώνια πανσέληνο

καταδικάστηκε το γένος μας καλέ μου σύντροφε

το φως την τιμιότητα το δίκιο να ξεχάσει

καταδικάστηκε η ατιμασμένη ανθρώπινη φυλή

αιώνια άυπνη λίγο νερό και φως απ’ το φεγγάρι να ζητάει

γιατί δεν είμαστε οι άνθρωποι αυτό που νόμιζες

γιατί βολεύτηκε το αίμα μας άβραστο να κυλάει

γιατί κι εγώ που σου μιλώ κατάπια τον λυγμό μου

και πρώτη έσυρα προχτές των ηττημένων το χορό αδάκρυτη

κοιμήσου σύντροφε ακόμα λίγο

γιατί η νύχτα τρύπωσε στα μαλλιά μας στάζοντας φρίκη

και πέθαναν ανεπίστρεπτα καλέ πιστέ μου σύντροφε

όσα για χάρη τους ολάκερη τη νιότη σου με αφειδία ξόδεψες

κοιμήσου για να μην μας δεις

που θα γεννιόμαστε και θα πεθαίνουμε στα είκοσί μας

υπέρβαροι αξόδευτοι στο άδικο ολότελα εθισμένοι

αδιάβαστοι ανέραστοι και ανεπίστρεπτα πια για πάντα μοναχοί

Advertisements

μπαλάντα των απέξω, η

«επιδοκιμάζετε την σημερινήν δράσιν της συμμοριακής σπείρας;»

απόσπασμα από τη διαβόητη δήλωση μετάνοιας της ελληνικής δημοκρατίας


θυμήσου

να κλείσω τα στόρια να κατεβάσω τα βλέφαρα να πέσει το βράδυ βαρύ στους ώμους μου να με ζεστάνει να κλείσω τα φώτα προτού μου τα κλείσουν αυτοί να καθίσω εδώ μέσα μόνη να σκεφτώ τι να σκεφτώ τίποτα δεν έχω να σκεφτώ να καθίσω στο γραφείο μήνες έχω να καθίσω στο γραφείο να διαβάσω όχι δεν θέλω να διαβάσω να κάνω μουτζούρες όλη νύχτα πάνω στο τζάμι με κείνον το μαρκαδόρο που αγόρασα για να κάνω γκράφιτι να κλείσω κι αυτό ακόμα το φως του γραφείου με ενοχλεί το φως γιατί μου φωτίζει τα σκοτάδια απρόσκλητο στάσου να φέρω ένα κερί καλύτερα ρομαντζάδα και πατάτα βραστή κουράστηκα πια τα παρατάω να μην μιλάω σε κανέναν απαξιώνω τον ανθρώπινο διάλογο κατακρίνω τους αρχαίους δασκάλους η αξία του διαλόγου μηδενική μιλάμε μόνο για να αυτοπροβληθούμε στον έναντι ημών κουράστηκα τόσο είχατε δίκιο όλοι πεινάω κάμποσο καιρό τώρα νόμισα η πείνα θα με αγριέψει νόμισα θα γίνω θηρίο αδάμαστο εγώ και το άδειο στομάχι μου όμως κουράστηκα πείνασα έπεσα σε λήθαργο είμαι δική σας πια δεν κινούμαι μόνο ανοίγω τα στόρια το πρωί έχω το νου μου μην λερωθεί το χαλί αερίζω το πάπλωμα κι ύστερα βυθίζομαι στη λάσπη του τίποτα μέχρι το βράδυ που το κρύο με ξυπνάει από τη νάρκη όχι όχι η πείνα δεν με εξαγρίωσε η φτώχεια με έκανε αυτό που εξαρχής ήμουν κατασκευασμένη να γίνω να μένω σιωπηλή ήρεμη φρόνιμη έχασα όλη μου την οργή στη διαδρομή και τώρα κάθομαι απαλά στον καναπέ φάρδυνε το κορμί μου πήρε το σχήμα της αμαχητί παράδοσης είμαι ένας φίλος του συστήματος καρδιακός κάθομαι και παρακολουθώ το αίμα μου να χάνει το χρώμα του γίνεται απαλό πράσινο ναι ναι πράσινο το χρώμα της ελπίδας θυμάστε δεν αντέχουν τα μάτια μου στο φως με ζάλισε τούτο το κερί με κούρασε τούτη η ζωή παραδίνομαι εντάξει έχετε δίκιο μόνο μην με αναγκάσετε να μιλήσω σε κανέναν ποτέ ξανά φέρτε μου εκείνο το χαρτί να το υπογράψω απλά ύστερα αφήστε με να βυθιστώ μόνη στην εξορία μου μην με ξαναστείλετε πίσω στη ζωή γιατί δεν θα αντέξω να βλέπω την ήττα ζωγραφισμένη στο βλέμμα του αδέσποτου σκύλου της παλιάς μου γειτονιάς μάνα με θέλεις πίσω να με ταΐζεις να με πλένεις να μου χώνεις στην τσέπη τρία κέρματα για να πιω καφέ να με αγαπάς να με κοιτάζεις και να αναρωτιέσαι για το μέλλον μου με νευριάζει τούτο το γραφείο το έχω από τότε που ήμουνα μαθήτρια και όλα πήγαιναν καλά ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα θα βγω στη βροχή στο ασκούπιστο μπαλκόνι και θα το πετάξω κάτω και το γραφείο και την καρέκλα ποτέ άλλωστε δεν μπορούσα να χωρέσω σε μια καρέκλα θα το πετάξω να βρει στο κεφάλι κανέναν πρώην εχθρό γιατί τώρα πια υπογράφω να δείτε μετανοώ υπαναχωρώ και εχθρόν ουκ έχω είστε όλοι φίλοι μου σε τούτον τον πουλημένο από τα αποδυτήρια αγώνα γιατί κουράστηκα και πεινάω και διψάω και το νερό της βρύσης μου δεν πίνεται και τυλίγω αμπελόφυλλα σε χαρτοπετσέτες και τα καπνίζω και ύστερα ζαλίζομαι τόσο που δεν βρίσκω τον καναπέ μου και σωριάζομαι στο πάτωμα και σφίγγω τα δόντια για να έρθει κάποιο όνειρο για παρέα αλλά τα όνειρα είναι για τους αμετανόητους και όχι για τα ανθρωπάκια σαν και του λόγου μου κι έτσι τέρμα τα όνειρα τέρμα το πόσιμο νερό τέρμα οι νύχτες και οι μέρες και οι ζωές μια δήλωση έσχατη να κάνω πριν σβήσω και αυτό ακόμα το κερί απόψε δεν θα καθίσω στον καναπέ θα κοιμηθώ με τα μάτια ανοιχτά καθιστή σε μιαν άβολη καρέκλα θα κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά μέχρι να κλάψουν ακουσίως θα θυμηθώ όλα αυτά που με δημιουργήσανε ό,τι έζησα ό,τι δεν τόλμησα να κάνω όσους στέκονται ακόμα εδώ και παλεύουν όσους υπογράψανε τη μετάνοιά τους και τώρα ζούνε τρισευτυχισμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στρουθοκάμηλων θα κάνω νοητό αντιχριστιανικό μνημόσυνο για τα κορμιά που κείνται στο καταγάλανο αιγαίο γιατί φταίξανε που θελήσανε να ζήσουνε κι ύστερα ποιος ξέρει ίσως σηκωθώ από την άβολη καρέκλα ίσως ανάψω μέρα μεσημέρι όλα τα φώτα του σπιτιού και του κτιρίου ολόκληρου και φωνάξω ελάτε να τα σβήσετε μόνοι σας κόψτε μου το ρεύμα κόψτε μου το φαγητό κόψτε μου βρώση πόση αέρα πάρτε πνευμόνια συκώτια μάτια αλλά όχι βλέμματα κάποια δήλωση ήθελα να κάνω αλλά την ξέχασα δεν έχει πια καμία σημασία τίποτα δεν έχει σημασία μόνο η μνήμη που αναζωπυρώθηκε απόψε ξύπνησε το θηρίο όχι από φτώχια όχι από πείνα όχι από απόγνωση απλά να θυμήθηκα το μέλλον που έρχεται κατά πάνω μας και λέω να είμαι παρούσα όταν έρθει έρχεται σας λέω ακούστε με έζησα στο σκοτάδι των κεριών κι έτσι ξέρω πως το φως έρχεται όχι τα αμπέρ που δεν πληρώνουμε αλλά εκείνο το άλλο το ελευθέριο φως που κοντέψαμε να το ξεχάσουμε ότι υπάρχει υπάρχει ρε υπάρχει ξεκινάει από τα κορμιά μας φτάνει στον ορίζοντα και καταλήγει σε μιαν έκρηξη φαντασμαγορική έσβησα το κερί μου τρέμω από φόβο κι από κρύο αλλά θυμήθηκα ζωντάνεψα τα χείλη μου κινήθηκαν φιλώ το τζάμι του γραφείου γεμίζω σκόνες τα χαλιά σκάβω το πάτωμα θάβω τον καναπέ και ξεκινώ πορεία προς τα εκεί που προορίζομαι μετά βασάνων όρθια να φτάσω·

ελάτε

*φωτό από niwse

scribo ergo sum

γράφω. γράφω χωρίς να έχω υπόψιν μου κάποια τεχνική. οι γνώσεις μου περί της γραφής περιορίζονται σε ό,τι μου μάθανε οι δάσκαλοί μου στο σχολείο. τους άκουγα προσεχτικά. όλος μου ο κόσμος ήταν τα στόματα των δασκάλων μου. ήμουνα βέβαια κάπως δαχτυλοδειχτούμενη. οι ελεύθεροι της τάξης δεν πατάγανε στην αίθουσα. κάνανε ανταρσίες γιατί οι καθηγητές έρχονταν στο μάθημα. κατά τη γνώμη τους οι δάσκαλοι δεν έπρεπε να έρχονται στην τάξη. κατά τη γνώμη τους ήμουνα κι εγώ κομμάτι του συστήματος. μου άρεσε το διάβασμα και ήξερα πάντα όλες τις απαντήσεις στα διαγωνίσματα. φόραγα φόρμα κι από πάνω φούτερ κι από μέσα φανελάκι αθλητικό για να μην κρυώνω και τα φρύδια μου ήταν άβγαλτα την ώρα που άλλες συνομήλικες περνούσαν με μολύβι τη γραμμή των φρυδιών τους και φούσκωναν τα σουτιέν τους με βάτες. ήθελα να μάθω. ένα σφουγγάρι σε σχήμα παιδικού άγαρμπου κορμιού. μα τι σημασία είχε πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας; σημασία είχε να κάνουμε φασαρία επαναστατώντας για το τίποτα. όλα τούτα ήτανε πολύ συστημικά για τους επαναστάτες συμμαθητές μου. σήμερα αναρωτιέμαι πού να ‘ναι και τι να κάνουνε οι ελεύθεροι συμμαθητές μου. τους συναντάω στα μέσα δικτύωσης. υπάλληλοι δημοσιοσχετίστες σε νυχτερινά μαγαζιά αναλαβόντες τη στημένη δουλειά του πατέρα τους ντυμένοι ακριβά ενασχολούμενοι με τη μπάλα. εγώ; εγώ συνεχίζω να ξέρω πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας όμως δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι. συστημικοί και μη συστημικοί μπερδευτήκαμε. δεν ξέρω πια ποιος βολεύτηκε και ποιος κουνιέται από τη θέση του μην τυχόν και βολευτεί το κορμί του σε μία μόνο θέση και συνηθίσει. η ελευθερία ξεχείλωσε σαν τη γυμνασιακή μου φόρμα. το σύστημα μας χώρεσε όλους.

όλους; γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα. τα ποιήματά μου που δεν είναι ποιήματα απορρίπτονται πανταχόθεν. γράφω και δεν έχω ειρμό. επαναλαμβάνομαι τραγικά. οι ίδιες λέξεις ο ίδιος πόνος οι ίδιες ανάγκες. μπορώ να σας απαριθμήσω τις αρνητικές κριτικές που λέγονται χωρίς να τις ακούω. απουσία ρυθμού. έλλειψη θεματολογίας. παραφιλολογία. εντυπωσιασμός χωρίς περιεχόμενο. αντίδραση για την αντίδραση. άγνοια σύνταξης. γραμματικά λάθη. μα εγώ κατέκτησα κάποτε ολάκερη την ελληνική γραμματική και το συντακτικό για να μπορέσω σήμερα να τα αποδομήσω με την ησυχία μου. χωρίς τύψεις. δεν έχω απωθημένα. ένιωσα στο πετσί μου τι είναι οι εγκλίσεις. και τώρα ξέρω καλά πως οι εγκλίσεις είναι μια απάτη. αυτό που ζούμε δεν υπάρχει. δεν ορίζεται. δεν εκφράζεται με μια φτωχή οριστική έγκλιση. αυτό που εύχομαι δεν θα ‘ρθει ποτέ. τι να μου κάνει μια ευκτική; υποστηρίζω τάχα πως δεν υπακούω σε προσταγές. μα σκύβω το κεφάλι και κάνω ό,τι μου λένε. η προστακτική μπήκε στο γονίδιό μου πια. είναι αργά.

είναι αργά; γράφω χωρίς λόγο αν θέλετε να ξέρετε. γράφω γιατί αλλιώς η πίεση της καρδιάς θα φτάσει στο είκοσι πέντε και θα πάω να συναντήσω τους νεκρούς μου. το ξέρω δα πως οι νεκροί δεν είναι κανενός, μην σπεύδετε να με διορθώσετε. γνωρίζω. γνωρίζω μα δεν υποστηρίζω. δεν πιστεύω στις ορισμένες μορφές ποίησης και λογοτεχνίας και τέχνης και ζωής. σπούδασα μιαν επιστήμη που μάλλον δεν είναι επιστήμη μαθαίνοντας να αναλύω κανόνες. να τους ερμηνεύω φέρνοντάς τους στα μέτρα του απέναντί μου καθήμενου πελάτου. διάβασα χτες πως το να είναι κανείς ταυτόχρονα μαρξιστής και δικηγόρος τον καταδικάζει σε μια αντιφατική και σχιζοειδή ύπαρξη. θα το θυμάμαι. τούτη την εποχή είμαι απεργός. σε λίγο καιρό οι μικρομεσαίοι δικηγόροι θα εξαφανιστούν από το πρόσωπο του τόπου. ίσως και να ‘ναι καλύτερα. τίποτα δεν με πλήγωσε πιο πολύ στη ζωή μου από το γεγονός πως η αλήθεια δεν έχει μία όψη. η ζωή δεν είναι απλή. οι σχολικές γνώσεις δεν θα μπορούν να με στηρίζουν εσαεί. γι’ αυτό ψάχνω άλλα στηρίγματα. τίποτα το ορισμένο εκ των προτέρων. ανάποδα ποιήματα σφηνοειδή τραγούδια καρκινικοί πίνακες ζωγραφικής παράφωνες μουσικές. ο κόσμος δεν πήγε ποτέ παρακάτω αγκαλιά με το σύνηθες. αυτοί που τρώγαν τις κοινωνικές σφαλιάρες μπαίνανε πάντα στις παράλληλες διαστάσεις και μας προσκαλούσανε κι εμάς. οι δρόμοι ανοίγανε πάντα με μπουλντόζες με μπουνιές με νύχια με δόντια με βία. ακούω ξανά και ξανά το λόγο του άρη στη λαμία. αυτοί που τρώγανε σφαλιάρες μέσα στα αστυνομικά τμήματα λευτερώσανε τον τόπο. βία. η ιστορία είναι η μαμή της βίας. μου αρέσουν οι αντιστροφές. οι απότομες στροφές. όσο ευαίσθητο στομάχι έχω τόσο αντέχει το μυαλό μου στα ανεβοκατεβάσματα. ανδρώθηκα με τον εφιάλτη του στομαχικού ιλίγγου πάντα δίπλα μου. μα επιδιώκω τον εγκεφαλικό ίλιγγο σχεδόν κάθε στιγμή. ο κόσμος μας έχει ανάγκη από φαντασία. από έμπνευση. η ζωή μας έχει ανάγκη από ανατροπή. από πάθος.

πάθος. γράφω με πάθος. γράφω; δεν εκφράζω κανέναν παρά τον εαυτό μου. η εποχή μου επιτρέπει να βλέπετε κι εσείς αυτά που γράφω. ίσως και να το σταματήσω. μπορεί και όχι. ίσως και να επιστρέψω στη ρομαντική εποχή που δεν υπήρξε ποτέ αλλά υπάρχει μέσα μου. θα γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί δεν έχουν τεχνική και μέτρο και ισορροπία και θα τα κλείνω σε μπουκάλια. θα μολύνω τα νερά του ιονίου πετώντας μέσα τους μπουκάλια με άχρηστα ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί κάποτε ίσως να φτάσουν σε κείνο το νησί που μεταναστεύσανε οι νεκροί μου. και οι νεκροί σας.

γράφω. θα συνεχίσω να γράφω. έτσι ξεγελάω τη μαύρη θάλασσα που μαίνεται μέσα μου. να γράφετε. και να μιλάτε. και ποιος ξέρει. όλα είναι μια αλυσίδα. σαν την αλυσίδα της φύσης που μαθαίναμε στο σχολείο. η απογοήτευση φέρνει θλίψη η θλίψη οργή η οργή βία και η βία δένει την ιστορία στο άρμα της και προχωράει θέλουμε δεν θέλουμε. να μιλάτε. και να γράφετε. και ποιος ξέρει.

ηλίου σκοτεινότερη

ηλίου σκοτεινότερη

βρήκα σήμερα ένα υπόστεγο
η ηλιοφάνεια του νησιού με ζάλισε
χρειάζομαι λίγο το σκοτάδι πάλι
να μην με βλέπεις
να μην σε νιώθω
να μην μας ακούνε

ακυρώνω τις αισθήσεις

την ώρα που καφεΐνη και ενοχές κουτρουβαλάνε ολοταχώς
προς την κεντρική της καρδιάς αρτηρία
εκεί έξω οι εχθροί μαχαιρώνουν τους ανθρώπους μου
μα τι λέω
δεν έχω δικούς μου ανθρώπους
ίσως και να ‘χα κάποτε

ενοχή και καφεΐνη
κλίμα εορταστικόν

ήθελα να σου πω
πως το μόνο υπόστεγο της ζωής μας
έγινε πια η αδικία

τι το ‘θελα να ακυρώσω τις αισθήσεις
απόμεινα μόνη

έχω έναν λυγμό που τρεμοπαίζει
στην πρώτη διακοπή ρεύματος θα έχω πεθάνει
και την ώρα της εξέγερσης του έρωτα
θα είναι πλέον αργά για να αναστηθώ

κοιτάζω έξω
παρεισφρύω μέσα στο απέναντι κομμωτήριο
καταπίνω μονομιάς όλες τις βαφές για τα μαλλιά
γίνομαι ολόκληρη μωβ

μωβ με ωμέγα το χρώμα του πένθους
μοβ με όμικρον το χρώμα του πάσχα
πάσχα πέρασμα ψαλμός θάνατος

ψέματα ψέματα
δεν έχω τίποτα να σου πω
έχω μόνο ένα βλέμμα
εκεί τα ‘χω κλείσει όλα τώρα πια

άρνηση απόρριψη πόνος ηδονή

συνομιλητές μου κάτι σεισμόπληκτα βλέφαρα
μα ο διάλογος απέβη άκαρπος
στέρφα ωορρηξία
έμβρυα χωρίς βλέφαρα
αίμα που στάζει από τα μάτια
γέννα άνευ μαιευτήρος

η ζωή δεν θα ξανακυλήσει
οι μέρες θα κουτρουβαλάνε
οι νύχτες θα διαρκούν τέσσερα έτη φωτός εκάστη
τα σπίτια θα χτίζονται από καφεΐνη

ο κόσμος μας άλλαξε
κι εμείς παραμείναμε αμετακίνητοι και βίαιοι
νόθα τέκνα του ιωσήφ βησσαριόνοβιτς τζουγκασβίλι
μεγαλωμένα στο πλευρό του λεφ νταβίντοβιτς μπρονστέιν
με δέος παριστάμενοι παρά πόδα του πιοτρ αλεξέγιεβιτς κροπότκιν
κλείσαμε την ελευθεριότητα μέσα σε κούπες από καφέ
και βαφτίσαμε ελευθερία το μειδίαμα

καφεΐνη και ενοχή
εορταστικόν κλίμα

το μελάνι μου τελειώνει
και το υπόστεγο κοντεύει να λιώσει πια
και τίποτα τίποτα δεν σου είπα ακόμη
έχασα τις λέξεις μου κάπου στη διαδρομή
από την πρωτεύουσα στην επαρχία

θα εναποθέσω ένα ζευγάρι βλέμματα
κάτω από αυτό το ετοιμόρροπο από τον ήλιο υπόστεγο
κι ύστερα θα αναδυθώ ανάμεσα από τα δύο σύμπαντα
εκείνα που μας ξεχώρισαν από όλους τους άλλους
εκείνα τα ίδια σύμπαντα που μας χώρισαν για πάντα

το ξέρω πως δεν θα με αναζητήσεις
άλλωστε όπου κι αν κοιτάξεις
ο ήλιος θα ‘ναι πάντα εδώ
κι εγώ θα σε φωτίζω ες αεί
αιώνια ξαναγεννημένη
από τις δικές σου στάχτες

δραχμές ενενήντα

δεκαεφτά νοέμβρη 2014
ένας παππούς στέκεται με μάτια βουρκωμένα
κοιτάζει το σωρό από στεφάνια μέσα στο χώρο του πολυτεχνείου
κρατά στα χέρια μια τραγιάσκα
το βλέμμα του ανεβοκατεβαίνει
από τα στεφάνια στις στέγες των σπιτιών και πίσω
θαρρείς και βλέπει ελεύθερους σκοπευτές τριγύρω στις ταράτσες
σε λίγη ώρα, μας μιλά

 
λοιπόν όχι, δεν ήμουν εκεί
σήμερα που στέκομαι εδώ
μπορώ να θυμηθώ τα πάντα

όχι, δεν ήμουν εκεί
ενενήντα δραχμές τα αργύριά μου
στουρνάρη και πατησίων η συκιά που φύτεψα

ακούσαμε για φασαρίες με παιδιά
θυμάμαι τη μάνα να βουρκώνει
είδα τον πατέρα να θυμώνει
άκουσα την πατησίων να ματώνει

όμως όχι, δεν ήμουν εκεί
ήμουν κι εγώ ένα παιδί
όχι φαντάρος
όχι σπουδαστής
ούτε κι ακούμπησα ποτέ
σε εργατικού τον ώμο συνδικάτου

εκείνη τη νύχτα ξάπλωσα
κι ακόμα ως τότε
κανείς δεν μου ‘χε κάνει λόγο για την τύψη
κοιμήθηκα ακούγοντας στην τσέπη μου
να κουδουνίζουν ενενήντα αργύρια
είχα προσκέφαλό μου το μεροκάματο της ενοχής

κι έτσι την άλλη μέρα εργάστηκα φιλήσυχα
δεν έκλαψα για τους νεκρούς
δεν ούρλιαξα για τις ζωές
ούτε έμαθα πως το σύνθημα των φοιτητών
για το δικό μου το ψωμί μιλούσε

και τώρα στέκομαι εδώ βουβά
γι’ αυτό με βλέπετε να κλαίω μπροστά στην πονεμένη πύλη
γι’ αυτό από αιδώ στα χέρια κρατάω την τραγιάσκα μου
γι’ αυτό θρηνώ χωρίς να κλαίω
γι’ αυτό ποτέ δεν με είδατε στεφάνι με αναίδεια να κρατώ

γιατί παντρεύτηκα την ενοχή μου
γιατί από τότε κάθε νύχτα ακούω τις φωνές
που εκείνο το νοέμβρη ουδέποτε έφτασαν στα αυτιά μου
και γιατί ορκίστηκα από τότε ενώπιον ερειπίων και κραυγών
να ζω ανεπίστρεπτα μετανιωμένος
και να πεθάνω εντίμως για την επόμενη των νέων γενιά
που πίσω τη ζωή της θα ζητήσει

νάιν, δάσκαλε

1779294_10203532044556620_1418356629904746154_n

ο ιωάννης μεταξάς είπε ένα όχι που δεν ήταν όχι αλλά δεν ήταν ναι αλλά ήταν νάιν και ταυτόχρονα ήταν ναι δάσκαλε γιατί δεν μας πήγες ποτέ παρακάτω μετά τι έγινε στη ρημάδα τη χώρα αύριο παρέλαση παιδιά μου μη φορέσετε κοντές φούστες και τακούνια σεβαστείτε τη μέρα εθνική αντίσταση αλβανία βουνά ήρωες ήρωες έλλη τορπιλίζω πες μας δάσκαλε για τη μακρόνησο πες μας για το βασανιστήριο με τη γάτα και το σακί δάσκαλε μήπως ο παππούς σου έκανε διακοπές στο μακρονήσι πες μας δάσκαλε για το μετά ποιος πήρε την εξουσία μετά την απελευθέρωση και γιατί εγώ δάσκαλε τους αγαπάω τους γερμανούς όλους τους αγαπάω και ο πατέρας μου λέει ξέρεις παιδί μου τι σημαίνει σύνορο ένα βουνό από τη μία γεννήθηκες εσύ από την άλλη εγώ τίποτα δεν έχουμε να χωρίσουμε αγαπάω τους λαούς και μισώ όσο τίποτα τους φασίστες δάσκαλε προχώρα την ιστορία παρακάτω μίλα για τη βάρκιζα επιτέλους μιλήστε βγάλτε τις κουκούλες δάσκαλε μας κυβερνάνε από τότε οι ίδιοι και ποτέ δεν απελευθερωθήκαμε ποτέ μιλήστε πότε είδαμε ελευθερία εδώ κάτω πότε ανασάναμε μας ταΐσανε τόσα χρόνια με αλατισμένα ψέματα και χαθήκαμε χάσαμε την αλήθεια μας και την ουσία μας γιατί παρελαύνουμε ρε δασκαλάκο τι γιορτάζουμε σταθείτε προσοχή περνάνε τα στρατά γυρίστε τα κεφάλια στην εξέδρα παπάδες και ένστολοι πάνω σε μια εξέδρα να απαιτούν σεβασμό ταξίδι στο ιράν ράσα παντού ράσα και στολές μερικοί θέλουνε να ξαναφέρουνε το βασιλιά δάσκαλε μ’ ακούς άραγε ή έφυγες από την αίθουσα να πάμε περίπατο πάνω στο γράμμο να δούμε τα κορμιά που χαθήκανε από τα κανόνια του σκόμπι να αγγίξουμε τους ήρωες να συλλέξουμε τα κόκκαλά τους να κλάψουμε για το θάνατο κάθε ιδέας κάθε ελευθερίας ο μπελογιάννης ζει ρε δάσκαλε γοργόνα θα γίνω και θα ρωτώ τους ναυτικούς κι ύστερα κολυμπώντας από το λαύριο μέχρι το μακρονήσι εκεί να κοιτάξουμε τον ήλιο να πέφτει πάνω στη θάλασσα κι από κει όλα τα γελαστά παιδιά που σκοτώσανε οι φασίστες να ζωντανέψουνε άκου με κι εμένα δάσκαλε και μην με λες ακραία σκοτώσανε τον πέτρουλα ρε δάσκαλε να θα σε πάω και στα χρόνια σου σκοτώσανε τον τεμπονέρα σε πήρε ο λαμπράκης σε πήρε η λευτεριά να έλα και στα χρόνια μου δασκαλάκο που σου κόψανε το μισθό στα δύο σαν αρνίσιο μπούτι μη μιλάς άλλο θα σου μιλήσω για τον αλέξη θα σου κλάψω για τον παύλο θα σου μιλήσω για τα δάκρυα της γενιάς μου δάσκαλε παντού φασίστες κι εσύ μας έφερες εδώ να μας πεις για το όχι ρε δάσκαλε και ότι δήθεν των εχθρών τα φουσάτα περάσαν άκου με παντού φασίστες σου λέω παντού εξέδρες με επίσημους τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ η ελλάς στο γύψο ποτέ δεν έδεσε το γλυκό συμπαράσταση λαέ πού είσαι λαέ πού πήγες δάσκαλε τι δουλειά έχουμε εμείς εδώ πού πάμε πορεία προς το βίτσι ο γοργοπόταμος ανατινάχθηκε και έπεσε και μας πλάκωσε η γέφυρα τίποτα τίποτα δάσκαλε δεν έχω τίποτα να σου πω μην μου δίνεις σημασία μάλλον δεν μπορώ να προσαρμοστώ και εξάλλου όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει δάσκαλε

η μπαλάντα των αντίχριστων

μια εντύπωση. νιώθω σα να χτίζω εκεί που δεν στεριώνει τίποτα.
μια εμμονή. συνεχίζω να προπαγανδίζω ιδέες ασαφείς.
μια ανάγκη. αυτιστικά αναζητώ τον μέγιστο κοινό διαιρέτη στο ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο
ν. α.

10406469_10203200208180918_8672930402534808982_n

κάτι λίγες ελάχιστες στιγμές
που η μπύρα έχει αλλιώτικη γεύση
κάτι σπάνιες αγαπημένες νύχτες
που οι άνθρωποι κλαίνε παρέα εξ αποστάσεως
κάτι πρωινά που περιμένεις ανυπόμονα το κουδούνι να χτυπήσει
που ο ταχυδρόμος σου φέρνει ανεπίδοτη επιστολή
κάτι μεσημέρια φθινοπωρινά και ηλιόλουστα
που το γράμμα σου βρήκε ύστερα από χρόνια τον παραλήπτη του

μου μυρίζει αλλιώτικα απόψε ο καπνός
όχι αμερικάνικος ούτε ελληνικός
απόψε καπνίζω κάτι που ‘ρθε από κείνη τη γη
που δεν υπάρχουνε σύνορα
που όσοι αγαπιόμαστε καθόμαστε παρέα στο μπαλκονάκι
με τις αλυσίδες μας σπασμένες

αν η ζωή είναι κρασί
εμείς διαλέγουμε τις χρωστικές που θα της δώσουνε το χρώμα
διάλεξα πάντα το μαύρο της οργής και το κόκκινο της αγάπης
κι ύστερα έμαθα πως είναι κι άλλοι σαν εμένα εκεί έξω
που δακρύζουνε συχνά και βρίζουνε το θεό ακόμα πιο συχνά
όχι γιατί τον μισούν αλλά γιατί τον θεωρούν δικό τους άνθρωπο

αυτή είναι η διαφορά
οι αντίχριστοι νιώθουμε τον ναζωραίο δικό μας
γείτονα, εραστή, φίλο, ξάδερφο, επαναστάτη

υπάρχουνε άνθρωποι που γεννήθηκαν χωρίς να κλάψουνε
αλλά έχουνε πάντα μια συγκίνηση στα μάτια
τίποτα πιο ερωτικό από τα υγρά βλέμματα
κι ας πουλάνε σαν τρελά τα πορνό με τα υγρά κορμιά

αλλιώτικη γεύση έχει απόψε ο λυκίσκος
αλμυρή μπύρα και γλυκά δάκρυα
για έναν κόσμο που πρέπει να αλλάξει
γιατί άλλο δεν μας έμεινε να κάνουμε πια
φτάσαμε στην εσχατιά του ψέματος
τελειώσανε οι προφάσεις
αδειάσανε τα πτυελοδοχεία των εξηγήσεων
σπάσανε οι αμφορείς της πολυλογίας
και γκρεμίστηκαν τα αυθαίρετα της αδικίας

ίσως πάλι να πιστέψετε πως σάλεψα
ίσως πάλι αύριο πρωί πρωί
εισαγγελική παραγγελία να δοθεί
διατάσσει τον εγκλεισμό σε ίδρυμα ευαγές
καθώς η κατάστασις κρίνεται ιδιαιτέρως κρίσιμη για τη ζωή της
καταδικάστε με στην εσχάτη των ποινών
διατάσσει υποχρεωτική εικοσιτετράωρη παρακολούθηση
προγράμματος ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού
και κατόπιν ενέσεις πολιτικής αισιοδοξίας εν αναμονή του μεσσία
όμως μη λησμονήσετε
όταν εγώ εδώ δεν θα ‘μαι
πως παρέα με τον κεμάλ νέα απόφαση ελάβαμε
πως έφτασε η ανεπίστρεπτη στιγμή
να αλλάξει ο κόσμος άρωμα υφή οσμή και γεύση

τζάνκια της ομορφίνης*

 

ανάσα

*σκηνές από τα ηλιόλουστα σαββατοκύριακα της ασχήμιας

*

αν οι κλεισμένοι σε κελιά μετρούν τις μέρες της σκλαβιάς τους

γράφοντας πάνω στους τοίχους την αντίστροφη των φυλακών αλφάβητο

τότε όλοι εμείς πού πρέπει άραγε τις μέρες της αφθόνου μας σκλαβιάς να τις χαράξουμε;

σχίζω τον άνεμο τις νύχτες και τραγουδάω ανάποδα τις νότες της ελευθερίας

γύρω μου πόρτες και παράθυρα κλείνουνε σχεδόν ερμητικά

μια χαραμάδα μόνο αφήνουνε οι γείτονες σχεδόν αόρατη

ίσα για να χωρέσουν οι εφιάλτες της αστυφιλίας στο δωμάτιο να μπούνε

*

κάποτε ξέρετε στου νησιού μου τα νερά βαρύς εγκέλαδος την πόρτα χτύπησε

και όταν κάνοντας μια βόλτα να θαυμάσω την υπεροχή της φύσης καθ’ ημών

αντίκρισα το πιο υπέροχο θέαμα -τοίχοι κελιών ερείπια-

κατάλαβα πως οι σεισμοί έργο θεού του δωδεκάθεου αποτελούν

παλιές αγροτικές πετρόχτιστες και άνευ χρήσεως φυλακές

μόνο και μόνο για να δίνεις στίγμα πού είσαι φτάνεις

εδώ περνάω απ’ τις αγροτικές τις φυλακές σε ένα τέταρτο είμαι εκεί

μέσα λοιπόν στη μανία και την ολοσχερή καταστροφή

όπως αρέσκονται οι τηλεοπτικοί πομποί να την παρουσιάζουν

ξάφνου ο θεός της ομορφιάς διέταξε τις φυλακές να γκρεμιστούν

κι ύστερα έτερη εντολή εξέδωσε

στη θέση τους έχυσε θάλασσα απάτητη μέχρι χτες

κι έτσι λοιπόν έχουμε τώρα στο νησί θάλασσα αντί για φυλακές

σα να μας διατάσσει ο εγκέλαδος που αφανώς την ομορφιά υπηρετεί

να σπάσουμε τις αλυσίδες τα δεσμά τα ψέμματα και ό,τι βιδωμένους στο τσιμέντο μας κρατάει

*

εχτές μέσα στη νύχτα σίμωσε κάποια στιγμή ένα πλάσμα θεϊκό

ο θεός του ύπνου και του εφιάλτη της νυχτιάς και της αυγής

ο δημιουργός των ονειρώξεων και του ιδρώτα των πελμάτων

απόρησε που οι δυνάμεις του επάνω μου καμιά πια επιρροή δεν είχαν

αλλά κι εγώ δεν τον φοβήθηκα· πες μου μορφέα

τι σε έσπρωξε σε τούτο το περίεργο είδος βιοπορισμού;

κι εκείνος μίλησε για ώρες πολλές για όσα πριν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει

μας βρήκε το ξημέρωμα με τον μορφέα στο σεντόνι μου να κλαίει

κάποτε ο θεός αυτός αγάπησε βαθιά με όλη του τη θεϊκή καρδιά

μία γυναίκα από τον κάτω κόσμο νεκρή μα αιωνίως ζωντανή

κι όταν εκείνη την αγάπη του αρνήθηκε εκείνος ήπιε δηλητήριο

μα αυτή του απαγόρευσε στον κάτω κόσμο

με γαλήνη νεκρική το υπόλοιπο του βίου του να ζήσει

κι έτσι οι θεοί που σαν παιδί τους τον μεγάλωσαν

του κάναν δώρο μια ζωή ενδιάμεση· μονίμως μεταβατικά να ζει

ούτε νεκρός ούτε εν ζωή μονάχα εν υπνώσει να διαβιοί

τις νύχτες να χαρίζει όνειρα σε ζώντες που ποτέ δεν έζησαν

αγκάλιασα σφιχτά τον άμορφο μορφέα

κατάλαβα πως κι οι θεοί πάντα τους θα κυνηγούν την ομορφιά

*

τα σούρουπα είναι οι μικροί θάνατοι των αστικών ζωών

βράδιαζε· τα φώτα των αυτοκινήτων φυλάκιζαν για πάντα τα αστέρια

ξάφνου χοροί και θόρυβοι και φώτα τεχνητά στον ουρανό

έσκυψα κάτω από την τέντα ανάμεσα στα κτήρια και ίσα πέρα στον ορίζοντα

κατάφερε το βλέμμα μου να φτάσει ως την πηγή της φασαρίας

βεγγαλικά ψηλά στον ουρανό δίπλα στο ενοριακό καμπαναριό

γάμος στην εκκλησία μας χαρές στα πατρικά μας

λοιπόν θαρρώ πως τα βεγγαλικά είναι μωρά που πεθαίνουν πάνω στη γέννα

μόλις φωτίζουν σβήνονται μόλις τα δεις πεθαίνουν

*

μα άνθρωποι και θεοί και όλοι μας για πάντα θα ποθούμε

στης ομορφιάς την αγκαλιά γλυκά να κοιμηθούμε

ξέρετε, έψαξα κι έμαθα πως η ομορφίνη μόνο σε ξέρες και σε βράχια ευδοκιμεί

αν θες να υμνήσεις το ωραίο είναι απαραίτητα τα ορειβατικά παπούτσια

και τα ψηλά και απάτητα βουνά είναι η πλατεία ομονοίας

για αυτούς που εθίστηκαν άνευ επιστροφής στην ομορφιά

φωτογραφία: νιώσε

Νήσος Ελένη

388449_2374991089079_1802381414_n

τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά

Μάνος Ελευθερίου

 

γνωρίζει τάχα άραγε κανένας από σας
πως η φόνισσα του άντρα της η Κλυταιμνήστρα
αδερφικά την κόρη μου Ιφιγένεια μεγάλωσε;

γνωρίζετε άραγε όλοι εσείς
που απόψε την πόρτα μου βιαίως την χτυπάτε
ζητώντας να τιμωρηθώ σκληρά
για ολάκερο το αίμα που χύθηκε τότε στο Σκάφανδρο
τα βάσανα, τις γέννες μου, τους άντρες, τις αγάπες;

σε πόσα τάχα κρεβάτια με ξάπλωσε η ομορφιά αναρωτιέστε
-έχε στο νου σου πως οι μάχες οι μεγάλες δόθηκαν πάντα από εραστές-
με καταράστηκαν θνητοί και αθάνατοι
γιατί υπήρξα όμορφη σε εποχές που απαγορευότανε η ελπίδα
γεννήθηκα την εποχή των άμορφων
καταδικάστηκα από τέρατα
σύρθηκα πα’ σε κράσπεδα
-κάθε εποχή έχει και τη Μαγδαληνή της-

κι ήτανε ξέρετε πάντοτε για τους εραστές μου
συνθήκη και αναγκαία και ικανή
πως ένα κορμί με δάχτυλα μακριά και βλέφαρα υγρά
χρεία άλλου πράγματος δεν έχει για να ‘ναι ευτυχισμένο

όμως οι Μοίρες
που άλλο δεν είναι απ’ τις Επιθυμίες πράγμα
αλλιώς φαντάστηκαν την ομορφιά μου να πεθαίνει

γιατί τα τρόπαια το ποδόσφαιρο αφορούν
γιατί τα είδωλα τις θρησκείες ενδιαφέρουν

μάθετε τώρα όλοι εσείς οι υποψήφιοι βασανιστές μου
οι γιοι και οι πρόγονοι των εσατζήδων
πως πάτησα σε άγια γη
πως γέννησα την Επανάσταση απέναντι απ’ το Λαύριο
πως άγγιξα όλες τις πληγές εκείνων που με αίμα υπογράψανε για τη δική σας την Ελευθερία

ποτέ λοιπόν στην Τροία και καμιά Αίγυπτος
-ίσως μια στάλα Βερολίνο· ποιος το ξέρει-
κατάφερα και φύτεψα φτερά στις πλάτες μου
κι έφτασα ένα ξημέρωμα στο Μακρονήσι
αρνήθηκα κόρες και γιους κι ανέβηκα κρυφά σε άλογο
έχτισα μόνη τα κελιά της απομόνωσης του μέλλοντος
χάιδεψα βότσαλα που κάποτε θα ζωγραφίσουν ποιητές
έκλαψα για αιώνες για τους ήρωες της χώρας
έθαψα κάπου κόκκινο μαντήλι από ερωτικά υγρά εμποτισμένο
χάραξα ένα έψιλον σε αμμουδιά κρυφή
για να θυμάται κάποιος κάποτε στο μέλλον
πως η Ελένη έζησε ουρλιάζοντας για Αγάπη
πως η Επανάσταση είναι της Ομορφιάς η κόρη
πως η Ελπίδα γέννησε καρπούς στο Μακρονήσι

άκου βασανιστή κορμιών ψυχών και ηρώων
μάθε πως οι Αθάνατοι μου είπαν την Αλήθεια
μάθε πως τ’ αηδόνια γίνανε σύμμαχοι της Λευτεριάς
έχε στο νου σου πως στην Άγια Μακρόνησο
μη με λησμόνει άνθος δε θεάθηκε ποτέ
γνώριζε ακόμα πως του Διηφόβου η γυναίκα άνοιξε νύχτα την κοιλιά της
για να ξεπεταχτούνε από μέσα της οι άλικοι εξεγερμένοι όλου του κόσμου

από καταβολής του κόσμου βλέπεις οι παραμυθάδες με ονόμασαν Ωραία
τι κι αν εγώ ήθελα πάντα να προτάσσω το Γενναία
με φίμωσαν οι ιστορικοί μετά των χαρτοφυλακίων τους
νόμισαν βλέπεις πως ο πόλεμος κερδήθηκε κι εγώ πως πάει, πέθανα

μα εγώ αγάπησα βαθιά τον Πολυμήχανο
που ήρθε ένα σούρουπο έξω απ’ της Θέμιδος το Μέλαθρον και με συνάντησε
μου ‘βγαλε τα φτερά και μου ‘μαθε ξανά να κολυμπώ
-η μάνα μου ήτανε γοργόνα και οι Διόσκουροι ιχθείς του ποταμού-
φτάσαμε απέναντι όταν πια βράδιαζε ο Απρίλης
σταθήκαμε στην εσχατιά της Αττικής που Λαύριο ονομάστηκε
-μόνο και μόνο θαρρείς για να ‘χει μέσα του το Αύριο-
κι αποφασίσαμε πως ήρθε η ώρα πια καμπάνες νίκης να ηχήσουν
χαράξαμε σ’ ένα παγκάκι ποιήματα που γράψαμε πριν από εικοσαετίες
και αγκαλιαστήκαμε σφιχτά πετώντας μες στη θάλασσα για πάντα τη Σιωπή

λοιπόν επίδοξοι βασανιστές δηλώνω τώρα διάφανη
μίλησα την αλήθεια μου κι έσπασα τα δεσμά μου
οι κόρες μου και οι γιοι μου ξέρουνε πια την πάσα αλήθεια
σκοτώστε με δυο και τρεις και εφτά φορές
κι εγώ υπόσχομαι τις στάχτες μου πέρα στο Μακρονήσι να τις στείλω
να φοβηθεί ο Θάνατος
να θρέψει η Ελευθερία.

 

το μέλι

960203_10200394883249548_170642263_n

και ύστερα ήρθαν οι μέλισσες και μετά κανείς δεν νοιάστηκε πού πάνε οι μέλισσες όταν φεύγουν από δω και το μέλι τι τάχα να απέγινε το μέλι που κανείς ποτέ δεν άλειψε επάνω σε μια φέτα ψωμί και ζητάμε ψωμί τ’ ακούς ψωμί γιατί η γη πεινάει αλλά το σιτάρι φτάνει για όλους και περισσεύει αλλά οι άρχοντες το μαζεύουν σε αποθήκες και μας αφήνουν να πεθαίνουμε και να σκοτώνουμε για το φαγητό αντί να σκοτώσουμε αυτούς και ίσως και να πεθαίνουμε δε λέω αλλά να πεθαίνουμε για την ελευθερία και κανείς μα κανείς δεν αναρωτιέται τι απέγιναν οι μέλισσες και οι βασίλισσες και οι δούλες τους και οι κακόμοιροι οι κηφήνες και γιατί το μέλι είναι τόσο γλυκό και γιατί όταν οι άνθρωποι μιλάνε για έρωτα αναφέρουν το μέλι αλήθεια ξέρεις πόσοι άνθρωποι φύγανε πια απ’ τις πόλεις και φτιάξανε τη ζωή τους στα χωριά και βρήκανε χώρο στα χωράφια των παππούδων τους και ξεκίνησαν να βγάζουν το δικό τους μέλι και όλοι θα σου δώσουν ένα βάζο με χειροποίητο μέλι όταν πας να τους επισκεφθείς έχει εξαφανιστεί το βιομηχανικό μέλι από τις αγορές κι αυτό ίσως να οδηγήσει σε κλείσιμο των εργοστασίων και μετά οι άρχοντες θα μας κατηγορήσουν ότι στερούμε τον τόπο από το όραμα και την ελπίδα ξέρεις κάθε που οι άρχοντες μιλάνε είναι λες και φτύνουν τις λέξεις βιάζουν παρά φύση τη γλώσσα άκου αν θες τον ήχο των λέξεων που βγαίνουν από το στόμα τους είναι ένας κούφιος και κενός γδούπος πάντως το σωστό και το όμορφο θα ‘τανε να παίρνανε τα μέσα παραγωγής οι εργάτες στα χέρια τους κάτι τέτοια ονειρεύομαι ‘γω και ξέρεις δεν τα ονειρεύομαι μόνο θα τα κάνω πραγματικότητα μια μέρα για σκέψου τι μπορεί να γεννήσει το μυαλό από μια σκέψη να γεννηθεί μια επανάσταση κι ένας έρωτας σκέψου να αλείφαμε με μέλι ο ένας τον άλλον κι ύστερα να κολλάγαμε για πάντα ο ένας πάνω στον άλλον ακούγεται λίγο βαρετό το ξέρω αλλά σκέψου ότι μέσα σε λίγο καιρό θα συντονίζονταν οι καρδιές μας και όποιες βιταμίνες σου λείπουν θα τις έπαιρνες από το σώμα μου κι εγώ θα ‘παιρνα από σένα όσο θάρρος μου λείπει μερικές φορές θα ήταν όμορφα πολύ νομίζω και τρομακτικά γι’ αυτό η σκέψη μου σήμερα ανήκει στις μέλισσες που κανείς δεν νοιάζεται γι’ αυτές αφού χαρίσουν στην υφήλιο ό,τι πολυτιμότερο έχουν δηλαδή

το μέλι